Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Φθόνος καί κατάκριση



Γέρων Σωφρόνιος

Ποιό είναι το όπλο του εχθρού εναντίον της σωτηρίας μας; Ο φθόνος. Στο Ευαγγέλιο ο Πιλάτος γνωρίζει ότι οι Εβραίοι θέλουν να σκοτώσουν τον Χριστό από φθόνο. Ο φθόνος είναι η μεγαλύτερη δύναμη του εχθρού. Γι’ αυτό, πάνω από όλα πρέπει ν’ αποφεύγουμε το λογισμό της ζηλοφθονίας.

Η ζήλεια είναι χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπων ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση. Κάποιος είναι πάντοτε δυνατότερος από μας. Οι άλλοι έχουν πάντα κάτι που θα θέλαμε κι εμείς να έχουμε. Στην κατάσταση της ζήλειας απωθούμε τους άλλους· και η ζωή καταντά πράγματι σαν εικόνα του Θεού αμαυρωμένη και ταραγμένη.

Προσπαθείστε να μην κατηγορείτε ποτέ τον άλλον, αλλά να προσεύχεσθε γι’ αυτόν. Όταν κρίνουμε κάποιον για τα ελαττώματά του, σημαίνει ότι δεν βλέπουμε τα δικά μας.

Στην κατάσταση της πτώσεώς μας είμαστε ανίκανοι να κρίνουμε σωστά τον αδελφό μας. Να μην είστε τόσο βέβαιοι ότι ο αδελφός σας σφάλλει. Μην τον κρίνετε.

Είναι προτιμότερο να μην κρίνουμε. Ζω με το φόβο του Θεού, σημαίνει φοβούμαι να κρίνω τον άλλο με τρόπο αμαρτωλό, και όχι όπως θα τον έκρινε.

Τί ζητώ άραγε, όταν κρίνω τον αδελφό μου; Εφόσον δεν τον βλέπω, όπως τον βλέπει ο Κύριος, το παν θα είναι λανθασμένο. Αρχίστε με αυτήν την προσευχή, με την σκέψη να είστε υπάκουοι, να μην κρίνετε τους αδελφούς σας. Αρχίστε από τον πόθο να υπηρετήσετε τους άλλους με αγάπη, όπως ο Σιλουανός, που ζητούσε κατά τις εορτές να μπορεί να διακονεί στην Τράπεζα τις εκατοντάδες των μοναχών. Ήταν τόσο ευτυχής να βλέπει πόσο ο Χριστός αγαπούσε αυτούς τους ανθρώπους, αυτά τα παιδιά του Θεού. Τους διακονούσε με πολλή αγάπη. Όταν οι εργασίες της καθημερινής ζωής πραγματοποιούνται με αυτό το πνεύμα, μπορούν να γίνουν μια πολλή ευχάριστη πνευματική τροφή. Τη νύχτα χάρη στη διάθεση αυτή της διακονίας η καρδιά σας θα είναι πολύ απαλή θα κλαίτε ενώπιον του Θεού για τα ελαττώματά σας, για την ατέλεια της αγάπης σας.

Η δυσκολία να συνεργαζόμαστε με τον πλησίον προέρχεται πάντοτε από την έλλειψη προσευχής και αγάπης. Όπως λέει ο Γέροντας Σιλουανός, μπορεί να συμβεί, ώστε παρά τις φλογερότερες προσευχές η πρόοδος να είναι δύσκολη. Εν τούτοις, όταν κατορθώσουμε με την επίκληση του Ονόματος του Ιησού να ζούμε σταθερά με κάποιο πρόσωπο, γινόμαστε ικανοί να ζούμε με εκατομμύρια άλλα πρόσωπα που του μοιάζουν.

Να προσευχόμαστε για τον άλλο σημαίνει να τον βοηθούμε, χάρη στην αγαθή διάθεση της καρδιάς μας απέναντί του, ν’ αντισταθεί στους αρνητικούς λογισμούς που ενδέχεται να έχει, και όχι άδικα, για μας. Αντιθέτως να μην προσευχόμαστε γι’ αυτόν σημαίνει να δικαιώνουμε με την απουσία αγάπης από μέρους μας τις κακές σκέψεις που μπορεί να έχει εναντίον μας. Ας φυλάξουμε την ενότητα στην προσευχή γύρω από το Ποτήριο του Χριστού, και θα δούμε ότι είναι εύκολο να αγαπάμε.

Να είστε πολύ προσεκτικοί! Μην επιτρέπετε σε κανένα αρνητικό λογισμό.

Μην υποτιμάτε τους αρνητικούς λογισμούς που μπορεί να έχετε για τον πλησίον. Φυλαχθείτε από κάθε λόγο που πληγώνει. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Να θυμάστε επίσης τους λόγους του Χριστού: «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» (Λουκ. 6,31).

Καθετί που αποκτάται με τους εσωτερικούς σας αγώνες αντανακλάται στην εν Θεώ ζωή σας. Πολεμείστε ενάντια σε κάθε πάθος που εγείρει μέσα σας λογισμούς κατακρίσεως για τον πλησίον. Μη δέχεσθε αυτό που ο εχθρός σας υποβάλλει εναντίον εκείνου που είναι άδικος μαζί σας. Είτε είσθε μόνοι στο κελλί σας είτε με άλλους, κάθε λογισμός κατακρίσεως, κάθε αρνητική εσωτερική κίνηση δημιουργεί ρωγμή στο πνευματικό σας οχυρό και στο οχυρό της αδελφότητος. Κανένας λογισμός δεν γεννιέται και δεν παρέρχεται χωρίς συνέπειες.

Με αγαθούς λογισμούς, θα μπορείτε να βλέπετε στον καθένα που συναντάτε ένα αγαπημένο πρόσωπο. Αντιθέτως, με αρνητικούς λογισμούς το πρόσωπό σας, οι ψυχικές σας ενέργειες θα διαταράξουν τις σχέσεις σας και θα επηρεάσουν το περιβάλλον σας. Όταν η χάρη είναι μαζί μας δεν βλέπουμε τα ελαττώματα των άλλων βλέπουμε μόνο τα παθήματα και την αγάπη των αδελφών.

Είναι εξ ίσου λανθασμένο και απατηλό να αναμένουμε την τελειότητα μιας ομάδας, όσο και την τελειότητα ενός προσώπου. Πρωτίστως, γιατί κι εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε αληθινή και ορθή ιδέα για το τί ακριβώς είναι η τελειότητα. Και ύστερα, γιατί η τελειότητα είναι η κατάσταση της πλήρους εξομοιώσεως με τον Χριστό.

Να αποβάλετε κάθε πνεύμα περιεργείας. Κάνετε το διακόνημα σας, χωρίς να σας ενδιαφέρει αν οι άλλοι κάνουν το δικό τους. Όταν απουσιάζει η περιέργεια, ο καθένας δέχεται από τον Θεό ό,τι του ταιριάζει. Δεν μπορούμε να εξαπατήσουμε τον Θεό. Είναι τόσο δυνατός και τόσο δίκαιος, ώστε δεν μπορούμε τίποτε να Του κρύψουμε.

«Δώρησαι μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου», λέγει ο Άγιος Εφραίμ στην προσευχή του. Όταν αρχίζουμε να συγκρίνουμε τις προσπάθειες μας με τις προσπάθειες των άλλων, ο εχθρός μπορεί να βρει τρόπους να μας αποθαρρύνει.

Όταν έριδες, εχθρότητες, βίαιες σχέσεις εκδηλώνονται μεταξύ των ανθρώπων δεν μπορεί να διατηρηθεί η ενότητα, παρά αν ο καθένας υπομένει τα ασθενήματα των άλλων. Για τον Απόστολο Παύλο είναι προτιμότερο να αδικείται κάποιος παρά να αδικεί (βλ. Α’ Κορ. 6,7-8).
Αν προσευχόμαστε συνεχώς για να αγαπούμε τους αδελφούς μας, για να διανύουμε την οδό της ζωής μας με το ίδιο πνεύμα και την ενότητα της πνευματικής αγάπης, η πραγματοποίηση της ομοιώσεως μας με τον Χριστό θα είναι ευκολότερη. Αντιθέτως, αν σταματούμε στις αναπόφευκτες λεπτομέρειες και τα ελαττώματα της εξωτερικής ζωής, τότε θα χάσουμε τη χάρη της θεωρίας του Αιωνίου.

Μπροστά σε κάθε πρόβλημα, οι μεγαλύτεροι θέτουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία του άλλου. Αυτή είναι η μόνη δυνατή λύση. Όπως λέει ο Χριστός, όσοι θέλουν να είναι μεγάλοι γίνονται υπηρέτες και δούλοι ακόμη και των πιο αδυνάτων.

Η κοσμική ζωή είναι θεμελιωμένη στη δύναμη, στη βία. Ο σκοπός του χριστιανού είναι αντίστροφος. Η βία δεν ανήκει στην αιώνια ζωή. Καμιά πράξη που επιβάλλεται με βία δεν μπορεί να μας σώσει.

Αρχιμανδρίτου Σοφρωνίου: "Περί Πνεύματος και ζωής πνευματικά κεφάλαια"

 Αναδημοσίευση από ιστοσελίδα ΟΟΔΕΕ

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Σταυρός, πιστών το στήριγμα...



 πρωτ. Χριστόδουλος Μπίθας
 
 Κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας εορτάζει την ύψωση του Τιμίου Σταυρού πάνω στον οποίο μαρτύρησε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Όπως γνωρίζουμε, η εορτή καθιερώθηκε μετά την εύρεση του Σταυρού με εντολή της Αγίας Ελένης και την ύψωσή του στις 14 Σεπτεμβρίου του 335 μ.Χ. στα Ιεροσόλυμα, ενώ για δεύτερη φορά υψώθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 626, ύστερα από την ανάκτηση από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο του ιερού συμβόλου της Χριστιανοσύνης, το οποίο είχαν πάρει οι Πέρσες σαν λάφυρο, στην κατάληψη της Παλαιστίνης.

 Επειδή, όμως, όλες οι εορτές της εκκλησίας εκτός από τον ιστορικό-επετειακό τους χαρακτήρα, έχουν ένα σπουδαίο θεολογικό περιεχόμενο, οφείλουμε να θυμόμαστε ότι η τιμή στην προσκύνηση του Σταυρού "επί το πρωτότυπον διαβαίνει", δηλαδή τον Χριστό προσκυνούμε και την Σταυροαναστάσιμη ζωή Του θυμόμαστε, ως πρότυπο της σωτηρίας μας. Καλούμαστε να εννοήσουμε ότι το τυπικό της ημέρας και η υπέροχη υμνολογία μας παραπέμπουν συμβολικά στην ύψωση του Σταυρού στην ζωή μας ως συμβόλου πνευματικής πορείας, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, "Εκείνοι που είναι του Χριστού Ιησού σταύρωσαν την σάρκα μαζί με τα πάθη και με τις επιθυμίες" (Γαλ. 5,24). Δηλαδή όσοι είναι του Χριστού, έχουν σταυρώσει τον αμαρτωλό εαυτό τους, αγωνίζονται να ταπεινωθούν, δηλαδή να ελευθερωθούν από την φιλαυτία που στρέφει τον άνθρωπο στην επιθυμία της ύλης και της εξουσίας και πορεύονται στην πνευματική θεραπεία που οδηγεί στο καθ' ομοίωσιν. Αυτή είναι η πορεία, την οποία οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν ως κάθαρση από την αμαρτία, φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα, και θέωση, δηλαδή εμπειρία της παρουσίας του Θεού στην ζωή μας.

 Η εκκλησία υψώνει τον Τίμιο Σταυρό για να μην λησμονούμε ότι η οδός στην οποία έχει προσκληθεί όποιος θέλει να αυτοαποκαλείται Χριστιανός, δεν είναι μια τυπική θρησκευτική πίστη, ούτε μια στείρα υπακοή σε νόμους, αλλά η ζωντανή και έμπρακτη σχέση με τον Αναστάντα Χριστό που μας ζητά να μετά-νοήσουμε, να μεταστρέψουμε το νου μας ώστε να γεννηθεί ένας καινούργιος άνθρωπος ο οποίος επιθυμεί με όλη του την ψυχή να φτάσει μέχρι του σημείου να λέει, "Δεν ζω πια εγώ, ζει μέσα μου ο Χριστός" (Γαλ. 2,20), όπως ομολογεί ο Απόστολος των Εθνών Παύλος.

 Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής μετά την Ύψωση, ο απόστολος Μάρκος μας διασώζει τον τρόπο ζωής που ο Χριστός μας προτείνει να ακολουθήσουμε: " Όποιος θέλει να γίνει μαθητής μου, πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του, να σηκώσει τον Σταυρό του και να με ακολουθήσει" (Μαρκ. 8,34).

 Λέγοντας "Όποιος θέλει να με άκολουθήσει", εννοεί πως για να είμαστε πραγματικοί μαθητές Του, πρέπει πρώτα να γίνουμε ελεύθεροι άνθρωποι. Η σχέση με τον Χριστό δεν μπορεί να είναι συναλλαγή, ούτε έθιμο, ούτε αποτέλεσμα καταπίεσης η φόβου της κολάσεως. Ο Χριστός απευθύνεται στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Πρέπει, να θεραπευτούμε από τον ναρκισσισμό και τα δαιδαλώδη συμπλέγματά μας, να απαλλαγούμε από το αυτοείδωλό μας και τα ψευδή προσωπεία μας. Δύσκολο, θα πουν κάποιοι, δεν αλλάζει ο άνθρωπος. Όμως, πολύ πιο δύσκολη είναι η ζωή που ήδη ζούμε, αφού είμαστε εγκλωβισμένοι στα τραύματα και τις ανασφάλειές μας, στις ενοχές και τις στενοχώριες για το χθες, στο άγχος και την βιοτική μέριμνα του σήμερα, πνιγμένοι στον φόβο για το αύριο, και στην αδιέξοδη ενασχόληση με τον εαυτό μας.

 Τι σημαίνει "να απαρνηθούμε τον εαυτό μας", ο Κύριος το εξηγεί λίγο πιο κάτω: "Για να κερδίσεις την ζωή σου πρέπει να την χάσεις" (Μαρκ. 6,35). Για να μας αποκαλυφθεί τι σημαίνει πνευματική ζωή πρέπει να αλλάξουμε σκέψη και τρόπο ύπαρξης. "Δεν χωρά το καινούργιο κρασί στον παλιό ασκό" (Ματθ. 9,17), δεν είναι δυνατόν να λέμε πως είμαστε Χριστιανοί και συνάμα να φθονούμε, να μην συγχωρούμε, να είμαστε σκληρόκαρδοι, να φανατιζόμαστε, να γκρινιάζουμε, να θέλουμε να εξουσιάζουμε, να είμαστε εξαρτημένοι από την ύλη. Αν επιθυμούμε να κάνουμε την Ζωή Του ζωή μας, να ζήσουμε δηλαδή με πραγματική αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, καλοσύνη, αγαθότητα, πίστη, πραότητα (Γαλ. 5,22), οφείλουμε να κάνουμε πράξη την διδασκαλία Του, ώστε να δεχτούμε την χάρη του Αγίου Πνεύματος.

"Να σηκώσουμε τον Σταυρό μας", σημαίνει ότι παλεύουμε να διδαχτούμε πως να ανακαλύπτουμε το θέλημα του Θεού στην ζωή μας. Γιατί τον Σταυρό δεν τον κουβαλάμε μόνον όταν περνάμε μια δοκιμασία, όταν αρρωσταίνουμε, όταν έχει κρίση η χώρα μας, αλλά κάθε μέρα σηκώνουμε τον Σταυρό της πάλης με την κακία μας, τον Σταυρό του φόβου της φθοράς και του θανάτου, τον Σταυρό της πάλης με οτιδήποτε μας χωρίζει από τον συνάνθρωπο και τον Θεό.

"Να Τον ακολουθήσουμε" σημαίνει να Τον εμπιστευτούμε, να παραδοθούμε στον Λόγο Του, να ζήσουμε με το παράδειγμά Του, να κάνουμε την ζωή μας ευαγγέλιο, επιθυμία μας τα "καλά νέα" που φέρνει ο Χριστός και χώρα μας την Εκκλησία, να μάθουμε να αγαπάμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας.

Η χριστιανική πίστη είναι μια οδός έμπρακτης πνευματικής άνθησης σε όλους τους τομείς του βίου, μια πορεία καλλιέργειας της ψυχής εν ελευθερία προς την Ευχαριστία, την Αλήθεια και την Αγάπη. Για να γίνουμε πραγματικοί μαθητές Του, πρέπει να ομολογήσουμε την ασθένειά μας. Να μην έχουμε την πλάνη ότι γνωρίζουμε και κατέχουμε τα πάντα, αλλά να αποδεχτούμε πως είμαστε άστοχοι, τυφλοί, ότι όση επιτυχία και να έχουμε στην ζωή μας, όσες γνώσεις και χρήματα και πλούτη και ιδιοκτησία συναθροίσουμε, τίποτα δεν είμαστε. Και κάποια στιγμή ν' ανοίξουμε τα μάτια μας και να συνειδητοποιήσουμε ότι ζωή δίχως νόημα δεν είναι ζωή και πως όλοι έχουμε κληθεί στην βασιλεία Του. 

Μέσα σε ένα κόσμο που παραπαίει, ας πιστέψουμε, επιτέλους, πως ήρθαμε σε τούτο τον κόσμο για να ζήσουμε με αγάπη και να αγαπηθούμε, να διακονήσουμε τον διπλανό και την κτίση όλη, σύμφωνα με το παράδειγμα Εκείνου. Κάθε φορά, λοιπόν, που κάνουμε τον σταυρό μας, ας θυμόμαστε πως δεν είναι αυτή μια τυπική κίνηση, αλλά υπενθύμιση της οδού η οποία οδηγεί στην κατά Θεόν σοφία, στην αγιότητα και στην χαρά που ο Χριστός αποκαλύπτει σε όποιον επικαλείται το όνομά Του εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της διανοίας. Αμήν.


Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Πείτε κάτι και για εκείνους που απέτυχαν!

Λίλα Σταμπούλογλου

  
Η Ελευθερία έπιασε 19.667 μόρια και πέρασε πρώτη στην Ιατρική, ο Παναγιώτης πέρασε πρώτος στη Νομική με 19.485 μόρια, τετράδυμες  κατάφεραν να περάσουν και οι τέσσερις εκεί που ήθελαν… Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες το ίδιο θέμα παντού: ποιοι είναι οι πρώτοι των πρώτων στις Πανελλαδικές, ποιοι αρίστευσαν. Πώς είναι; Από πού; Ποια είναι η ιστορία τους; Πώς κατάφεραν να πετύχουν;
Εν μέρει, λογικό το ενδιαφέρον μας. Η επιτυχία λάμπει και μαγνητίζει. Τους επιτυχόντες θες να τους ξετρυπώσεις και τους ξεκοκαλίσεις, να μάθεις όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτούς. Και πολύ συχνά κρύβονται και ωραίες ιστορίες πίσω από αυτά τα παιδιά, πολύ πιο ενδιαφέρουσες από μερικά ξενύχτια πάνω από τα βιβλία και μια μαμά να μπαίνει κάθε τρεις και λίγο στο δωμάτιο για να ρωτήσει αν θέλεις πορτοκαλάδα και τοστ.
Αλλά ξέρετε κάτι; Ενδιαφέρουσες ιστορίες κρύβονται και πίσω απ’ την αποτυχία. Ίσως και καλύτερες, και πιο συγκινητικές και πιο διδακτικές στην ουσία τους. Γιατί τις σνομπάρουμε τόσο; Γιατί να μην μάθουμε για το παιδί που δεν πέρασε πουθενά; Μπορεί να είναι ένας αλητάκος που πήγε αδιάβαστος γιατί το μόνο που ήθελε είναι να φεύγει απ’ το σπίτι για να μην ακούει τους γονείς του να τσακώνονται, ή τον πατέρα του να χτυπάει τη μάνα του, ή τον αδελφό του να έρχεται μαστουρωμένος. Μπορεί να είναι μια πιτσιρίκα που την έφαγε ο έρωτας μ’ έναν αλητάκο, μπορεί να είναι ένα δυσλεκτικός που οι γονείς του ποτέ δεν κατάλαβαν πώς να τον βοηθήσουν, μπορεί να είναι ένας πιτσιρικάς που δεν μπορούσε να διαβάζει γιατί δούλευε, επειδή οι γονείς του είναι άνεργοι, ή άχρηστοι.
Γιατί να μην μάθουμε για το παιδί που είχε βάλει στόχο τη Νομική αλλά τα μόρια που πέτυχε τον στέλνουν στην τελευταία του επιλογή, εκείνη που δήλωσε με μισή καρδιά; Μπορεί να ήταν ένας πολύ καλός μαθητής που τον είχαν όλοι σίγουρο, αλλά μόλις είδε τα θέματα έπαθε black out. Ή μπορεί να έμαθε ότι η κοπέλα που γουστάρει τα έφτιαξε με άλλον. Ή μπορεί να έπαθε κόψιμο. Ή μπορεί απλώς, να βγήκε εκτός θέματος. Ή για το άλλο το παιδί, που δεν τον ενδιέφερε πώς θα γράψει γιατί δεν θέλει να περάσει σε καμιά σχολή, θέλει να πάει σε δραματική.
Γιατί να μην αξίζει και η αποτυχία της προσοχής μας; Γιατί να μην πούμε μια κουβέντα και για τον αποτυχόντα; Να τον ρωτήσουμε τι έφταιξε, να του πούμε ένα μπράβο για το γεγονός ότι προσπάθησε, να τον ενθαρρύνουμε να συνεχίσει να προσπαθεί. Όπως έκανε ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, ένας ιερέας στο Ηράκλειο της Κρήτης: «Σήμερα βγήκαν τα αποτελέσματα των Πανελληνίων εξετάσεων 2017. Συγχαρητήρια στον τρίτο γιό μου τον Αλέξανδρο!!! Δεν πέρασε Πουθενά!!! Μπράβο που «απέτυχε»» γράφει στην επιστολή του που κυκλοφορεί τις τελευταίες ώρες στο διαδίκτυο κι έχει γίνει viral: «δεν είμαι περήφανος μόνο στις επιτυχίες σου μα και στις φαινομενικές ήττες σου», «γιατί αγαπώ εσένα, με όλα τα σημάδια της διαδρομής σου, που πίστεψε με δεν κρίθηκε σήμερα, απλά σήμερα ξεκίνησε», «Να θυμάσαι μικρέ, ότι στα λάθη μας μαθαίνουμε, και ότι για να φτάσεις στον παράδεισο θα χρειαστεί να περάσεις πολλές φορές από την κόλαση. Καλό ταξίδι ζωής…».
Τι ωραίο! Και πόσο λυτρωτικό. Και για το παιδί που δεν τα κατάφερε και για σένα που το διαβάζεις. Γιατί, μπορεί η επιτυχία να μας μαγνητίζει, αλλά με την αποτυχία ταυτιζόμαστε περισσότερο. Εκείνη είναι που διατρέχει την πορεία μας, και μ’ εκείνη πρέπει να δοκιμαζόμαστε συνεχώς. Η επιτυχία είναι μια στιγμή, η αποτυχία είναι πολλές. Πείτε μας και γι’ αυτήν, επιτέλους!

Υ.Γ.: Κάποτε, έδωσα κι εγώ Πανελλήνιες και πέρασα στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό. Πολλά συγχαρητήρια, μεγάλη χαρά απ’ όλους για την επιτυχία μου. Κι όμως, στην ουσία έχασα τέσσερα χρόνια για να τελειώσω μια σχολή που δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν τότε είχα αποτύχει.


 protagon 27 Αυγουστου 2017

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ







Σάβ­βα­το βρά­δυ, αρ­χές Σε­πτεμ­βρί­ου. Το βου­η­τό της πό­λης μο­νό­το­νο κι ε­κνευ­ρι­στι­κό.  Οι κα­λο­και­ρι­νές ά­δει­ες τε­λεί­ω­σαν κι ό­λοι γύ­ρι­σαν πί­σω. Συ­ζη­τή­σεις στα Α­θη­να­ϊ­κά μπαλ­κό­νια για τους τό­πους των δι­α­κο­πών, τις πα­ρα­λί­ες, τις «μπα­τα­ρί­ες που γέ­μι­σαν», τα χρή­μα­τα που ξο­δεύ­τη­καν. Κου­βέν­τες για ό­μορ­φα νη­σιά και ε­ξω­τι­κές πα­ρα­λί­ες, για τα­ξί­δια στο ε­ξω­τε­ρι­κό, για γα­στρο­νο­μι­κές παν­δαι­σί­ες, για εν­τυ­πω­σια­κά κλαμπ, για πο­λύ­ω­ρες οι­νο­πο­σί­ες, για ε­ρω­τι­κές «πε­ρι­πέ­τει­ες». Να κρα­τού­σε κι άλ­λο η κα­λο­και­ρι­νή σχό­λη, να εί­χα­με πολ­λά χρή­μα­τα και να μην δου­λεύ­α­με, να κερ­δί­ζα­με το λα­χεί­ο... Ε­πί­φα­ση ευ­τυ­χί­ας σε η­λι­ο­κα­μέ­να πρό­σω­πα, μα οι ψυ­χές βα­ρι­ές και δυ­σκο­λε­μέ­νες.  Κά­θε Σε­πτέμ­βριο η ί­δια πάν­τα θλί­ψη, η ί­δια πάν­τα α­παι­σι­ο­δο­ξί­α.

Έ­γι­νε η ζω­ή μας ε­πί­πε­δη και ρη­χή και χά­σα­με την ι­σορ­ρο­πί­α μας. Κά­να­με τις δι­α­κο­πές μας πα­ρω­δί­α α­να­ψυ­χής, με­τα­φέ­ρα­με την έν­τα­ση της με­γα­λού­πο­λης στην ε­ξο­χή, τις ί­δι­ες συ­νή­θει­ες, τον ί­διο τρό­πο δι­α­σκέ­δα­σης, τον ί­διο θό­ρυ­βο. Τυ­πο­ποι­ή­σα­με τα πάν­τα, το φα­γη­τό, τα ρού­χα, την μου­σι­κή. Μα­ζεύ­ου­με λε­φτά ό­λο τον χρό­νο για να ζή­σου­με λί­γο την ψευ­δαί­σθη­ση του πλού­του, να βρού­με χα­ρά στην θε­ρι­νή υ­περ­κα­τα­νά­λω­ση. Α­φού κα­τα­στρέ­ψα­με τις πό­λεις, «εκ­συγ­χρο­νί­σα­με» και την ε­παρ­χί­α με την ξι­πα­σιά του πρω­τευ­ου­σιά­νου. Κυ­ρι­εύ­τη­κε η κά­πο­τε πα­νέ­μορ­φη Ελ­λη­νι­κή ύ­παι­θρος α­πό κα­κο­γου­στιά, στα κτί­ρια, στις πα­ρα­λί­ες, στα μα­γα­ζιά. Γέ­μι­σε η ε­πι­κρά­τεια α­πό «βι­λί­τσες», αυ­θαί­ρε­τες και νό­μι­μες, α­κρι­βό­τε­ρες συ­νή­θως α­πό ό­τι ε­πι­τρέ­πει το οι­κο­νο­μι­κό ε­πί­πε­δο του κα­θε­νός μας. Α­τέ­λει­ω­τες ώ­ρες δου­λειάς και χρέ­η για πο­λυ­τε­λή σπί­τια που θα κα­τοι­κη­θούν έ­να μή­να τον χρό­νο. 
 
Κι ύ­στε­ρα ήρ­θε η κρί­ση κι ό­λα αυ­τά με­τρι­ά­στη­καν ή χά­θη­καν. Κι α­πό την υ­περ­κα­τα­νά­λω­ση πέ­σα­με στην στέ­ρη­ση. Πως να ζή­σεις αν δεν έ­χεις χρή­μα­τα να ξο­δέ­ψεις, τι άλ­λη α­ξί­α υ­πάρ­χει τά­χα στην ζω­ή, πέ­ρα α­πό την υ­γεί­α, α­να­ρω­τι­ούν­ται οι πε­ρισ­σό­τε­ροι. Πό­σοι υ­πο­ψι­ά­ζον­ται πλέ­ον πως πλα­στή­κα­με για κά­ποι­ον σκο­πό, πως δεν ήρ­θα­με σε τού­το τον κό­σμο μό­νο για να τρώ­με, να πί­νου­με και να ι­κα­νο­ποι­ού­με τις σω­μα­τι­κές μας α­νάγ­κες, μα για να γί­νου­με σο­φοί, Ά­γιοι, ό­μοι­οι με Ε­κεί­νον που μας δη­μι­ούρ­γη­σε. Πό­σοι α­φουγ­κρά­ζον­ται την πραγ­μα­τι­κή ο­μορ­φιά του κό­σμου, μέ­σα στην α­πο­χαύ­νω­ση των κά­θε λο­γής Survivor, της πό­λω­σης του δη­μο­σί­ου δι­α­λό­γου και της ει­κο­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας του δι­α­δι­κτύ­ου;

Α­ναγ­καί­ο το δι­ά­λειμ­μα στον άν­θρω­πο της σύγ­χρο­νης ε­πο­χής. Να δι­α­κο­πεί λί­γο ο έν­το­νος ρυθ­μός της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, να μα­ζευ­τεί η οι­κο­γέ­νεια που ε­λά­χι­στα βρί­σκε­ται μα­ζί πια, να χα­ρού­με την ξε­γνοια­σιά της θά­λασ­σας, το γα­λά­ζιο του ου­ρα­νού, τον κα­θα­ρό α­έ­ρα, τις κα­λο­και­ρι­νές βρα­δι­ές μα­κριά α­πό το νέ­φος της με­γα­λού­πο­λης. Ξε­χά­σα­με ό­μως πως δεν εί­ναι ο τό­πος, αλ­λ’ ο τρό­πος που ξε­κου­ρά­ζει την ψυ­χή. Λη­σμο­νή­σα­με πως «ε­κεί που εί­ναι ο θη­σαυ­ρός σου, ε­κεί θα εί­ναι και η καρ­διά σου». Κι η καρ­διά μας δο­σμέ­νη εί­ναι στην λα­τρεί­α του πλού­του, του εύ­κο­λου κέρ­δους, της πο­λυ­τέ­λειας, της ευ­δαι­μο­νί­ας, της α­λό­γι­στης ε­ρω­τι­κής ε­πι­θυ­μί­ας. Αυ­τά α­πο­ζη­τού­με και στις δι­α­κο­πές μας, αυ­τά α­πο­ζη­τού­με τά­χα να μας «ξε­κου­ρά­σουν».

Δύ­σκο­λο ό­μως να ξε­κου­ρα­στεί η ψυ­χή, ό­ταν δεν υ­πάρ­χει σκο­πός και λό­γος στην ζω­ή, δύ­σκο­λο να ει­ρη­νεύ­σει ό­ταν η α­στο­χί­α γί­νε­ται κα­νό­νας. Υ­περ­βή­κα­με το μέ­τρο και αλ­λο­τρι­ω­θή­κα­με. Χά­σα­με την α­πλό­τη­τά στον κα­θη­με­ρι­νό βί­ο, στις σχέ­σεις μας, στην ε­πι­κοι­νω­νί­α μας. Χω­ρίς πί­στη οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, α­να­ζη­τού­με νό­η­μα στο α­σή­μαν­το, ψά­χνου­με την χα­ρά στο ε­φή­με­ρο. Μο­νό­δρο­μος οι ε­πι­λο­γές μας, παυ­σί­πο­να στην μο­να­ξιά μας, στην έλ­λει­ψη νο­ή­μα­τος.

Ευ­λο­γί­α οι δι­α­κο­πές ό­ταν γί­νουν πρό­τυ­πο ζω­ής, ό­ταν α­να­ζη­τή­σου­με την γα­λή­νη που λεί­πει α­πό την σύγ­χρο­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ό­ταν ψη­λα­φή­σου­με έ­ναν άλ­λο τρό­πο ζω­ής. Ο γέ­ρον­τας Πορ­φύ­ριος πρό­τει­νε σ’ ό­ποι­ον εί­χε βα­ριά την καρ­διά να πά­ει στην ύ­παι­θρο, να ε­πι­σκε­φτεί έ­να μο­να­στη­ρά­κι στην ε­ξο­χή, ν’ α­φή­σει την καρ­διά του να υ­μνή­σει τον Θε­ό. Κον­τά στην φύ­ση η δο­ξο­λο­γί­α βγαί­νει πιο εύ­κο­λα α­πό την ψυ­χή, θαυ­μά­ζει ο άν­θρω­πος τα έρ­γα του Θε­ού, την ο­μορ­φιά της πλά­σης. Ευ­και­ρί­α να ζή­σου­με λι­τά, χω­ρίς τα πε­ριτ­τά που συσ­σω­ρεύ­σα­με στην πό­λη, να προ­σπα­θή­σου­με (ε­πι­τέ­λους) να ε­πι­κοι­νω­νή­σου­με με τα α­γα­πη­μέ­να μας πρό­σω­πα, να στο­χα­στού­με πά­νω σ’ ό­λα αυ­τά που συ­νή­θως τον υ­πό­λοι­πο χρό­νο θέ­λου­με να ξε­χά­σου­με, να γνω­ρί­σου­με λί­γο τον ε­αυ­τό μας, να ο­μο­λο­γή­σου­με τις α­δυ­να­μί­ες μας, να α­να­ζη­τή­σου­με τον χα­μέ­νο χρό­νο, να με­λε­τή­σου­με, να προ­σευ­χη­θού­με, ν’ α­πο­ζη­τή­σου­με τον Χρι­στό που τό­σο λεί­πει α­πό την ζω­ή μας.

Σάβ­βα­το βρά­δυ, αρ­χές Σε­πτεμ­βρί­ου. Το βου­η­τό της πό­λης σκε­πά­ζει τα λό­για. Άλ­λο έ­να κα­λο­καί­ρι πέ­ρα­σε, άλ­λος έ­να φθι­νό­πω­ρο θα­’ρ­θει. Στα χεί­λη έρ­χε­ται η ι­κε­σί­α του Α­γί­ου Με­λω­δού: Ή­λι­ε ά­δυ­τε, ά­σβη­στε, α­κα­τά­λη­πτε, Ε­σύ που στους Μάρ­τυ­ρες λάμ­πεις, και την ψυ­χή μου κα­τα­φώ­τι­σε...


π. Χρι­στό­δου­λος Μπί­θας