Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Ο ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ

Φώτης Κόντογλου

Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996


Κάποιος καλὸς φίλος μου μοῦ χάρισε ἕνα μικρὸ εἰκονισματάκι σὲ σμάλτο ρούσικο, ἕνα ἐγκόλπιο, ποὺ παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀπὸ τὸ πίσω μέρος εἶναι καπλαντισμένο μὲ βελοῦδο, καὶ φαίνεται πὼς τὸ φοροῦσε κατάσαρκα στὸ λαιμό του κανένας ἅγιος ἄνθρωπος τῆς τσαρικῆς Ρωσίας.

Μὲ πολλὴ συγκίνηση δέχθηκα αὐτὸ τὸ δῶρο, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι πολὺ ἀγαπητὸς σὲ μένα, ὅπως εἶναι συμπαθέστατος καὶ σὲ ὅσους τὸν ξέρουνε. Κρέμασα λοιπὸν αὐτὸ τὸ εἰκονισματάκι στὸ εἰκονοστάσι μας, ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ἁγίους, ποὺ τοὺς παρακαλοῦμε στὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς μας, καὶ ποὺ ἀνάμεσά τους ξεχωρίζουνε ὁ ἅγιος Νικόλαος κι᾿ ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, κ᾿ οἱ νέοι ἢ νεοφανεῖς ἅγιοι, ὅπως οἱ ἅγιοι μάρτυρες Ραφαὴλ καὶ Νικόλαος, ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χιοπολίτης, ὁ ἅγιος Γεώργιος Ἰωαννίνων, ὁ ἅγιος Δαυΐδ ὁ Γέρων, ὁ ἅγιος Νεκτάριος κ.ἄ.

Τὸ σμαλτένιο εἰκονισματάκι ποὺ εἶπα, παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ ποὺ περπατᾶ μέσα στὸ δάσος, ἕνα γεροντάκι σκυφτό, ἀκουμπισμένο στὸ ραβδί του μὲ τὸ δεξὶ χέρι καὶ στ᾿ ἀριστερὸ βαστᾶ ἕνα κομποσκοίνι. Τὸ πρόσωπό του λαμποκοπᾶ ἀπὸ τὴν καλοσύνη, καὶ τὸ ρασοφορεμένο σῶμα του μὲ τὰ χοντροπάπουτσά του ἔχει μία σεβάσμια κι᾿ ἀξιαγάπητη κίνηση, γεμάτο ἁγιοσύνη καὶ πραότητα.

Αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους, γιατὶ γεννήθηκε στὸ Κοὺρκ κατὰ τὰ 1759 καὶ κοιμήθηκε στὰ 1833, δηλαδὴ ἔζησε στὸν ἴδιον καιρὸ μὲ τὸ δικό μας ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Τὸ κοσμικὸ ὄνομά του ἤτανε Προχόρ, δηλαδὴ Πρόχορος, κ᾿ ἤτανε τὸ τρίτο παιδὶ τῆς οἰκογένειάς του. Τὰ μεγαλύτερά του ἤτανε ἕνας ἀδελφὸς καὶ μία ἀδελφή. Ὁ πατέρας του ἤτανε πρακτικὸς κάλφας ποὺ ἔχτιζε ἐκκλησιές. Λίγο πρὶν νὰ γεννηθῆ ὁ Προχόρ, ἔπιασε νὰ χτίζη μία μεγάλη ἐκκλησία, μὰ δὲν πρόφταξε νὰ τὴν τελειώση, γιατὶ πέθανε. Ἀλλὰ ἡ γυναίκα του ἤτανε ἄξια κ᾿ εἶχε μάθει κοντά του κάμποσα ἀπὸ τὴν τέχνη του, κι᾿ ἅμα ἀπόμεινε χήρα, ἀνάλαβε ἐκείνη ν᾿ ἀποτελειώση τὴν ἐκκλησιά. Πολλὲς φορὲς ἔπαιρνε μαζί της καὶ τὸ μικρὸ Προχόρ, ποὺ ἔδειχνε μεγάλη ἀγάπη στὴν τέχνη τῶν γονιῶν του.

Ἀπὸ τότε φανέρωσε ὁ Θεὸς πὼς τὸν προώριζε γιὰ τὸ μεγαλύτερο πνευματικὸ ἀξίωμα ποὺ ὑπάρχει, δηλαδὴ νὰ γίνη ἅγιος. Καὶ τὸ φανέρωσε μὲ τοῦτον τὸν τρόπο: Ὁ Προχὸρ ἤτανε ἑφτὰ χρονῶν. Μιὰ μέρα τὸν πῆρε ἡ μητέρα τοῦ μαζί της στὴν ἐκκλησιὰ ποὺ ἔχτιζε. Τὴν ὥρα ποὺ ἀνεβαίνανε στὸ καμπαναριό, ὁ Προχὸρ παίζοντας, σὰν παιδί, παραπάτησε κ᾿ ἔπεσε ἀπὸ τόσο ψηλά, ποὺ θὰ σκοτωνότανε σίγουρα. Μὰ σὰν νὰ τὸν πιάσανε κάποια ἀόρατα χέρια, καὶ δὲν ἔπαθε τίποτα. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἔτυχε νὰ περνᾶ ἕνας θεοφοβούμενος ἄνθρωπος ποὺ εἶχε προορατικὴ χάρη, κ᾿ εἶπε στὴ μητέρα του πὼς ὁ Θεὸς ἔκανε ἐκεῖνο τὸ θαῦμα, γιατὶ προώριζε τὸ παιδὶ νὰ γίνη ἕνας μεγάλος ἅγιος.

Σὰν ἔγινε δέκα χρονῶν, ἀρρώστησε, κ᾿ ἔπαψε νὰ πηγαίνη στὸ σκολειό. Δὲν ἔφτανε ἡ ἀρρώστια, ἀλλὰ στενοχωριότανε περισσότερο ποὺ ἔχανε τὰ μαθήματα, ἐπειδὴ ἀγαποῦσε πολὺ τὰ γράμματα. Μιὰ νύχτα τὸν ἄκουσε ἡ μητέρα του νὰ μιλᾶ μὲ κάποιον. Σὰν τὸν ρώτησε, τῆς εἶπε πὼς εἶχε δὴ τὴν Παναγία, καὶ πὼς τοῦ εἶπε πὼς θὰ τὸν γιατρέψη. Ὅπως κ᾿ ἔγινε. Γιατί, ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγες μέρες περνοῦσε ἀπὸ τὸ σπίτι τοὺς μιὰ λιτανεία μὲ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, κ᾿ ἡ μητέρα τοῦ τὸν πῆγε καὶ τὴν ἀνασπάσθηκε. Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ παιδὶ ἔγινε ὁλότελα καλά.

Ἀπὸ τότε δὲν ἀπόλειπε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, καὶ κάθε μέρα διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο. Κάποτε συναπάντησε στὸ δρόμο ἐκεῖνον τὸν θεοφοβούμενον ἄνθρωπο ποὺ ἔτυχε τὴν ὥρα ποὺ γκρεμνίσθηκε ἀπὸ τὸ καμπαναριό, καὶ μὲ τὸν καιρὸ δέσανε στενὴ φιλία μεταξύ τους. Ὁ ἕνας ἐκμυστηρευότανε στὸν ἄλλον κάποια μυστηριώδη ὁράματα, μὰ δὲν τὰ λέγανε σὲ κανέναν ἄλλον, γιὰ νὰ μὴν τοὺς περιπαίζουνε. Ὡστόσο περνούσανε γιὰ «βλαμμένοι», ὅπως λένε τοὺς εὐλαβεῖς οἱ ἄπιστοι, μὰ ἐκεῖνοι δὲν δίνανε σημασία καὶ κάνανε τὸν ἀπανάγαθον, δηλαδὴ ἤτανε «οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί». Στὸν παληὸν καιρὸ σταθήκανε κάποιοι ἅγιοι, ποὺ κάνανε τὸν τρελὸ γιὰ τὸν Χριστό, ὥστε νὰ τοὺς περιφρονοῦνε οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ τοὺς ταπεινώνουνε, κ᾿ ἔτσι νὰ σβήνουν ὁλότελα τὸν ἐγωισμό τους καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά τους. Αὐτὴ ἡ ἄσκηση ἤτανε ἀπὸ τὶς πιὸ σκληρές, ὅπως οἱ στυλίτες, καὶ γιὰ τοῦτο «οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί» ἤτανε πολὺ λίγοι. Ὁ πιὸ σπουδαῖος στάθηκε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ποὺ ἐζοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ τοὺς σκύλους, κατὰ τὰ 450 μ.X., ὁ Συμεὼν ὁ Σύρος, ποὺ ἔζησε στὰ 550 μ.X. καὶ δυό-τρεῖς ἄλλοι. Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἔλεγε ὑστερώτερα πὼς σὲ τέτοιο σκληρὸ δρόμο ὁ Κύριος δὲν προσκαλεῖ ποτὲ ψυχὲς ἀδύνατες.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὑπῆρχε μεγάλη εὐλάβεια στὴ Ρωσία. Ἕνα πλῆθος ἄνθρωποι εἴχανε τὴν ψυχὴ καὶ τὴ διάνοιά τους γυρισμένη στὸν οὐρανό. Διαβάζανε τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ποὺ εἴχανε μεταφρασθῆ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, καθὼς καὶ τὰ μαρτύριά τους, προπάντων τῶν νεομαρτύρων μας ποὺ σφαζόντανε ἢ κρεμιόντανε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἰδιαίτερη ἀγάπη νοιώθανε γιὰ τοὺς ἀσκητάδες ποὺ εἴχανε ζήσει στὴν ἔρημο, προπάντων στὴν Αἴγυπτο, στὴ Συρία καὶ στὴν Παλαιστίνη, μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ σὲ σκισμάδες τῶν βουνῶν, τριγυρισμένοι ἀπὸ τὸν ἀτελείωτον ἄμμο. Στὴ χώρα τοὺς ὅμως δὲν ὑπήρχανε τέτοια πράγματα, παρὰ μοναχὰ ἀπέραντα μέρη δασωμένα, ἔρημα καὶ κεῖνα, μὰ ἀντὶ λιοντάρια καὶ κροκοδείλους εἴχανε ἄλλα ἀγρίμια, λύκους, ἀρκοῦδες, τσακάλια κ.ἄ. Ἐκεῖ, μέσα στὰ πυκνὰ δέντρα, κάνανε τὴν καλύβα τους ἀπὸ ξύλα κάποιοι ἀσκητάδες, καὶ μὲ τὸν καιρὸ σ᾿ ἐκεῖνα τὰ μέρη χτιζόντανε μοναστήρια.

Ὁ Προχὸρ διάβαζε τέτοια ἀσκητικὰ βιβλία, κ᾿ εἶχε πόθο ν᾿ ἀσκητέψη. Μάζευε στὸ σπίτι τοὺς τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς, κι᾿ ἀντὶ γιὰ παραμύθια ποὺ λέγανε γιὰ νὰ περάσουνε οἱ ἀτελείωτες ὧρες τῆς χειμωνιάτικης νύχτας, τοὺς διάβαζε αὐτὰ τὰ συναξάρια, ἢ τοὺς ἐξηγοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο.

Μὲ τὸν καιρό, ἀποφάσισε νὰ πάγη νὰ προσκυνήση στὸ Κίεβο, σ᾿ αὐτὴ τὴ ρωσικὴ Σιῶν, μὲ τὶς ἀμέτρητες ἐκκλησιὲς καὶ τὰ πολλὰ μοναστήρια. Ἐκεῖ ξομολογήθηκε τὸν πόθο του στοὺς καλόγηρους, καὶ κεῖνοι τοῦ εἴπανε νὰ πάγη νὰ καλογερέψη σ᾿ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκότανε στὸ Σάρωφ, στὴν περιφέρεια τοῦ Κούρκ. Γυρίζοντας στὸ σπίτι του, τὰ εἶπε ὅλα στὴ μητέρα του, καὶ κείνη συμφώνησε μαζί του, τὸν σταύρωσε μὲ ἕναν μπρούτζινο σταυρὸ ποὺ τὸν εἴχανε οἰκογενειακὸ κειμήλιο, καὶ τούδωσε τὴν εὐχή της. Αὐτὸν τὸ σταυρὸ ὁ Προχὸρ τὸν εἶχε μαζί του ὡς ποὺ πέθανε.

Ἔφυγε λοιπὸν ἀπὸ τὸ Κοὺρκ μαζὶ μ᾿ ἄλλους δυὸ φίλους του, ποὺ εἴχανε κι᾿ αὐτοὶ τὸν πόθο νὰ γίνουνε μοναχοί. Τραβήξανε λοιπὸν κ᾿ οἱ τρεῖς μαζί, μ᾿ ἕνα ταγάρι στὸν ὦμο καὶ μ᾿ ἕνα ραβδί, γιὰ νὰ πᾶνε στὸ Σάρωφ.

Τὸ μοναστήρι ἤτανε χτισμένο ἀπάνω σ᾿ ἕνα ψήλωμα ποὺ τὸ ζώνανε δυὸ ποτάμια, ὁ Σάτης κ᾿ ἡ Σάροβκα. Στὸν τόπο τοῦ μοναστηριοῦ βρισκότανε ἄλλη φορὰ ἕνα παλιὸ κάστρο. Τὸν καιρὸ ποὺ ξεχυθήκανε οἱ Τάταροι στὴ Ρωσία, χτυπήσανε κεῖνο τὸ κάστρο καὶ τὸ πήρανε, καὶ μέσα σ᾿ αὐτὸ κάθισε ὁ ἀρχηγός τους. Βρεθήκανε σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο κοντάρια, σπαθιά, σαγίτες κι᾿ ἄλλα παλαιὰ ἅρματα. Αὐτὰ τὰ μέρη τὰ βαστάξανε οἱ Τάταροι ὡς ἑκατὸ χρόνια. Ὕστερά τους διώξανε οἱ Ρῶσοι, καὶ κατὰ τὸν πόλεμο γκρεμνίσθηκε τὸ κάστρο καὶ ρήμαξε. Τὸ βουνὸ τὸ πνίξανε τὰ δέντρα ποὺ θεριέψανε, καὶ γίνηκε δάσος ἄγριο, γεμάτο θηρία. Τρακόσια χρόνια δὲν πάτησε ἐκεῖ πέρα ἄνθρωπος, ὡς ποὺ φάνηκε ἕνας ἀσκητὴς Ἰωάννης, κοντὰ στὰ 1700. Μὲ τὸν καιρό, πήγανε κοντά του κι᾿ ἄλλοι ἀσκητάδες καὶ γίνηκε μοναστήρι, αὐτὸ ποὺ πῆγε νὰ καλογερέψη ὁ Προχόρ.

Ὁ κανονισμὸς τοῦ μοναστηριοῦ ἤτανε σὰν τὸν κανονισμὸ ποὺ εἴχανε τὰ μοναστήρια στ᾿ Ἅγιον Ὅρος καὶ τ᾿ ἄλλα τῆς Ἀνατολῆς. Ἁπλὸς κι᾿ αὐστηρός. Ἀκτημοσύνη καὶ ἐργόχειρο γιὰ νὰ βγάζουνε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Δουλεύανε καὶ στὰ χωράφια, σπέρνανε, θερίζανε, ἁλωνίζανε. Κάποιοι ἀπ᾿ αὐτοὺς ἤτανε καὶ μαραγκοί, ἄλλοι πάλι ὑφαίνανε στὸν ἀργαλειὸ ἢ κάνανε σχοινιά. Τὰ χειμωνιάτικα ροῦχα τοὺς ἤτανε κανωμένα ἀπὸ προβιές, τὰ καλοκαιρινά τους ἀπὸ καννάβι. Ὁ ἡγούμενος δούλευε σὰν τοὺς ἄλλους, δίνοντας τὸ μάθημα τῆς ταπεινοφροσύνης. Οἱ ἀδελφοὶ ζούσανε μὲ μεγάλη σκληραγωγία, μὲ νηστεία, μ᾿ ἀγρυπνία, μὲ προσευχή. Ὅ,τι εἴχανε, τὸ μοιράζανε στοὺς φτωχούς, γύρω στὸ μοναστήρι. Ἡ ἐλεημοσύνη ἤτανε μία ἀπὸ τὶς πιὸ σπουδαῖες φροντίδες τους. Στὰ 1776 ἔπεσε πείνα στὸν τόπο, κι᾿ ὁ ἡγούμενος ἄνοιξε τὶς ἀποθῆκες τοῦ μοναστηριοῦ καὶ μοίραζε σιτάρι στοὺς πεινασμένους, ποὺ τρέχανε μερμηγκιὰ στὸ μοναστήρι. Κάθε μέρα περνούσανε ὡς χίλιοι πεινασμένοι.

Ὁ Προχὸρ ἔφταξε στὸ μοναστήρι στὶς 20 Νοεμβρίου τοῦ 1779, γεμάτος χαρὰ ἀπὸ τὸ περπάτημα ποὺ ἔκανε μέσα σὲ κείνη τὴν ἁγνὴ φύση. Χτύπησε τὴν πόρτα. Τὸν ὑποδεχτήκανε μὲ προθυμία. Ὁ ἡγούμενος ἤξερε τοὺς γονιοὺς τοῦ Προχόρ, ἐπειδὴ ἤτανε ἀπὸ τὸ Κούρκ, καὶ χάρηκε πολὺ σὰν εἶδε τὸ παιδί τους, καὶ μάλιστα σὰν τοῦ εἶπε πὼς ἤθελε νὰ καλογερέψη. Τότε ὁ Προχὸρ ἤτανε 19 χρονῶν, μεγαλόσωμος, γερός, μὲ ζωηρὰ γαλανὰ μάτια ποὺ καθρεφτίζανε τὴν ἁγνὴ καὶ καθαρὴ ψυχή του. Εἶχε ἀφήσει νὰ μεγαλώσουνε τὰ ξανθὰ μαλλιά του, ποὺ πέφτανε στοὺς ὤμους του, κι᾿ ἀπὸ τότε ἔμοιαζε σὰν ἅγιος. Εἶχε ἀπάνω του τὴ σφραγίδα ποὺ ἔχουνε οἱ λιγοστοὶ ἄνθρωποι, ποὺ γι᾿ αὐτοὺς εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς πὼς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ θέλημα σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀνδρός, ἀλλὰ γεννηθήκανε ἀπὸ τὸ Θεό.

Ἔγινε λοιπὸν ὁ Προχὸρ δόκιμος, κι᾿ ὅλοι οἱ μοναχοὶ τοῦ μοναστηριοῦ θαυμάζανε τὸ μεγάλο ζῆλο του, τὴν εὐλάβειά του καὶ τὴν ταπείνωσή του. Χαρά του ἤτανε νὰ κάνη τὶς πιὸ κοπιαστικὲς καὶ ταπεινωτικὲς δουλειές. Ἡ προσευχὴ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὸ στόμα του, κι᾿ ἀπὸ μέσα του ἔλεγε ὁλοένα τὴν καρδιακὴ προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν».

Ἀλλά, μ᾿ ὅλη τὴν αὐστηρότητα ποὺ βαστοῦσε ἀπάνω στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή του, στὴ συναναστροφή του ἤτανε πάντα ἀνοιχτόκαρδος καὶ χαρούμενος, «ἐν ἰλαρότητι». Συνήθιζε νὰ λέγη, σὰν γέρασε, πὼς δὲν εἶναι ἁμαρτία τὸ νὰ εἶναι κανένας γελαστὸς καὶ καλόκαρδος. «Τὸ πιὸ φοβερὸ πρᾶγμα γιὰ τὸν χριστιανό, ἔλεγε, εἶναι ἡ ἀπογοήτευση».

Τὸν βάλανε νεωκόρο, καὶ τὸν χειροθετήσανε ἀναγνώστη. Πρῶτος πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ καὶ τελευταῖος ἔβγαινε. Διάβαζε ἀκατάπαυστα τὸ Εὐαγγέλιο, ὄρθιος μπροστὰ στὶς εἰκόνες, μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ κατάνυξη. Ἔλεγε: «Τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δίνει προσοχὴ στὰ θεϊκὰ λόγια, εἶναι σὰν τὸ φύλακα ποὺ ξαγρυπνᾶ, ψηλὰ στὸν πύργο, ἀπάνω στὴν Ἱερουσαλὴμ τῆς καρδιᾶς του». Ἔλεγε ἀκόμα, σὰν γέρασε, πὼς ἡ ὑπομονὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες χάρες ποὺ ἀποχτᾶ ὁ χριστιανός, κατὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος «ἐν τῇ ὑπομονῇ κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν». Ὅσο αὐστηρὸς ἤτανε στὸν ἑαυτό του, τόσο ἐπιεικὴς καὶ συγκαταβατικὸς ἤτανε γιὰ τοὺς ἄλλους.

Ἀλλά, ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν κακοπάθηση, ἀρρώστησε. Πρήσθηκε ὅλο τὸ σῶμα του, καὶ κειτότανε στὸ κρεβάτι, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ἀκόμα εἰκοσιενὸς χρονῶν παλληκάρι. Τρία χρόνια ὑπόφερε τοὺς πόνους τῆς σκληρῆς ἀρρώστιας του, μὰ ὁ Θεὸς τὸν δοκίμαζε. Γι᾿ αὐτό, μιὰ μέρα ποὺ εἶχε μεταλάβει τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, εἶδε νὰ φανερώνεται μπροστά του ἡ Παναγία, μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη. Ἡ Παναγία πῆγε κοντά του κ᾿ εἶπε στοὺς ἀποστόλους: «Αὐτὸς ἐδῶ εἶναι δικός μας». Ὕστερα ἄγγιξε μὲ τὸ χέρι τῆς τὸν ἄρρωστο, καὶ χάθηκε. Ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα ἔγινε καλά.

Πῆρε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τὴν ἄδεια καὶ πῆγε στὴν πατρίδα του γιὰ νὰ συνάξη συνδρομές, «ἐλέη», ὅπως τὰ λένε στὰ μοναστήρια. Ἡ μητέρα τοῦ εἶχε πεθάνει. Βρῆκε μονάχα τὸν ἀδελφό του ποὺ εἶχε κληρονομήσει τὴν περιουσία τους, καὶ ποὺ τοῦ ἔδωσε κάμποσα χρήματα γιὰ νὰ χτίση ὁ Προχὸρ μιὰ ἐκκλησιά, κοντὰ στὸ κελλὶ ποὺ πέρασε τὴ βαρειὰ ἀρρώστια του, καὶ ποὺ τὴ γιάτρεψε ἡ Παναγία. Καὶ πράγματι χτίσθηκε, μαζὶ μ᾿ ἕνα σπίτι γιὰ τοὺς ἀρρώστους. Στὸ χτίσιμο βοήθησε κι᾿ ὁ ἴδιος ὁ Προχὸρ μὲ τὰ χέρια του.

Σὰν γύρισε στὸ μοναστήρι, ἔπιασε τὴν ἴδια ἄσκηση, ὡς ποὺ ἐκάρη μοναχός, μὲ τὸ ὄνομα Σεραφείμ, ποὺ εἶναι τὄνομα ποὺ ἔχουνε τὰ Ἀγγελικὰ Πνεύματα τῆς πρώτης τάξεως, καὶ ποὺ θὰ πῆ «πύρινα». Κατόπι χειροτονήθηκε διάκονος. Τὴ Μεγάλη Πέμπτη, κατὰ τὴ λειτουργία, ποὺ εἶχε πάρει κ᾿ ἐκεῖνος μέρος, εἶδε μέσα στὸ ἅγιο Βῆμα τὸν Χριστό, τριγυρισμένον ἀπὸ ἀρχαγγέλους καὶ ἀγγέλους. Ὁ μακάριος εἶχε δὴ καὶ πολλὰ ἄλλα μεγάλα θαύματα.

Σὰν πέθανε ὁ ἡγούμενος Παχώμιος, ποὺ ἀγαποῦσε τὸν Σεραφεὶμ σὰν παιδί του, πῆρε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸ νέο ἡγούμενο γιὰ νὰ ζήση ἀπομοναχιασμένος. Στὸ δάσος μέσα εἶχε κάνει ἀπὸ ἐλατόξυλα μία καλύβα, μιὰ «ἴσμπα», ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε δόκιμος, καὶ πήγαινε κ᾿ ἔκοβε ξύλα. Σ᾿ αὐτὴ τὴν καλύβα λοιπὸν πῆγε καὶ κλείσθηκε. Ἐκεῖ μέσα προσευχότανε, χωρὶς νὰ τὸν ταράζη κανένας. Ἀργότερα ἔλεγε: «Αἰσθανόμουνα νὰ μὲ σπρώχνη μία ὑπερφυσικὴ δύναμη, καὶ δὲν πίστευα πιὰ πὼς ζοῦσα ἀπάνω στὴ γῆ, τόση χαρὰ πλημμύριζε τὴν καρδιά μου».

Μέσα στὰ δάση τοῦ Σάρωφ ὑπήρχανε κι᾿ ἄλλοι ἀσκητάδες, ὁ ἕνας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον ὡς δυό-τρία βέρστια. Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς γνωρίζανε τὸν πάτερ Σεραφείμ, ἐπειδὴ ἤτανε κι᾿ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Κούρκ. Ἡ δική του καλύβα βρισκότανε σ᾿ ἕνα χαμοβούνι μὲ πυκνὰ δέντρα. Στὸ νοῦ τοῦ ὁλοένα εἶχε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, μέρα-νύχτα συλλογιζότανε τὰ διάφορα ἱστορικὰ τοῦ Κυρίου, μὲ θεϊκὸν ἔρωτα. Κι᾿ ἐπειδὴ βρισκότανε μακριὰ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, γιὰ νὰ θαρρῆ πὼς ζεῖ ἐκεῖ ποὺ ἔζησε σὰν ἄνθρωπος ὁ Χριστός, ἔδωσε διάφορα ὀνόματα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο στὰ μέρη ποὺ ἔκανε τὴν προσευχή του. Ἕνα μέρος τὸ ὀνόμασε «Ναζαρέτ», κ᾿ ἐκεῖ ἔψελνε τοὺς Χαιρετισμούς, ἕνα ἄλλο, ποὺ εἶχε μία σπηλιά, τὸ εἶπε «Βηθλεέμ», καὶ κεῖ μέσα προσκυνοῦσε τὸν Χριστὸ στὴ φάτνη, ἀνέβαινε σὲ ἕνα ψήλωμα καὶ διάβαζε τὴν «ἐπὶ τοῦ Ὅρους Ὁμιλία». Μέσα σ᾿ ἕνα λαγκάδι πήγαινε καὶ διάβαζε τὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο μὲ τὰ τελευταία λόγια τοῦ Χριστοῦ. Τὸ βασίλειό του εἶχε καὶ τὸ «Θαβώρ», τὸν «Γολγοθά» καὶ τὴ «Γεθσημανή». Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ εἶχε πάντα μαζί του μέσα στὸ ταγάρι του. «Δὲν εὐφραίνεται, ἔλεγε ὑστερώτερα, μοναχὰ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα δυναμώνει». Τὶς ὦρες ποὺ δὲν προσευχότανε, ἔκοβε ξύλα ἢ ἔσκαβε στὸ περιβολάκι του. Τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς γιορτὲς πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ μοναστηριοῦ καὶ κοινωνοῦσε. Τὶς περισσότερες φορὲς τὸν παρακαλούσανε οἱ μοναχοὶ νὰ μὴ φύγη ἀμέσως, γιὰ νὰ ἀκούσουνε τὰ ἁγιασμένα λόγια του. Γυρίζοντας πίσω στὴν κέλλα του, ἔπαιρνε παξιμάδι γιὰ ὅλη τὴ βδομάδα. Μὰ πάντα τοῦ περίσσευε. Τόδινε στὰ ἄγρια ζῶα ποὺ ἤτανε οἱ συντρόφοι του, λύκοι, ἀρκοῦδες, τσακάλια, ἀλεποῦδες, σαῦρες, φίδια κι᾿ ἄλλα, καθὼς καὶ στ᾿ ἀγαπημένα τοῦ τὰ πουλιά.

Ὡστόσο, κ᾿ ἕναν τέτοιον Ἅγιο δὲν τὸν ἄφηνε ὁ διάβολος ἀπείραχτον. Τὶς μεγάλες χειμωνιάτικες παγωμένες νύχτες, ποὺ φυσομανοῦσε ὁ ἀγέρας στὰ δέντρα, ἔνοιωθε νὰ σφίγγεται τὸ στῆθος του ἀπὸ τὸ φόβο. Τὸν ἔπιανε ἡ φοβερὴ κατάσταση ποὺ τὴ λένε οἱ ἀσκητάδες «ἀκηδία», δηλαδὴ παράλυση πνευματικὴ κι᾿ ἀπελπισία. Ἔνοιωθε πὼς τὸν πολεμοῦσε «ὁ δαίμων τῆς ἐρήμου», κ᾿ ἔκραζε στὸν Κύριο νὰ τὸν γλυτώση. Διάβαζε ταχτικὰ τὸ Μεσονυκτικό, τὸν Ὄρθρο, τὶς Ὧρες, τὸν Ἑσπερινό, ὅπως παραγγέλνει ἡ μοναχικὴ πολιτεία. Γιὰ νὰ νικήση τὸ φόβο, πήγαινε τὶς νύχτες καὶ στεκότανε ὄρθιος ἀπάνω σ᾿ ἕνα βράχο, βαθειὰ μέσα στὸ πυκνὸ καὶ κατασκότεινο δάσος, λέγοντας ὁλοένα: «Ὁ Θεός, ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ». Χίλια μερόνυχτα προσευχότανε γιὰ νὰ τὸν βοηθήση ὁ Θεὸς νὰ νικήση τὸ σατανᾶ. Τρία χρόνια ὁλόκληρα. Καὶ τότε κατατροπώθηκε ὁ πονηρός, κ᾿ εἰρήνεψε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἁγίου. Τρία χρόνια δὲν ἐπῆγε στὸ μοναστήρι, κ᾿ οἱ μοναχοὶ ἀπορούσανε τί ἔτρωγε. Φαίνεται πὼς θρεφότανε μ᾿ ἕνα χορτάρι ποὺ φύτρωνε στὸ δάσος, ἐπειδή, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, τὸ ἔδειξε σὲ μία ἀπὸ τὶς γερόντισσες ἑνὸς μοναστηριοῦ ποὺ βρισκότανε κοντὰ στὸ χωριὸ Ντιβεέβο, καὶ ποὺ τὸν εἴχανε στὰ γερατειά του πνευματικὸν πατέρα. Αὐτὸ τὸ χορτάρι τότρωγε χλωρὸ τὸ καλοκαίρι, καὶ τὸ διατηροῦσε ξερὸ γιὰ τὸ χειμώνα.

Πέρασε κάμποσον καιρὸ κλεισμένος στὴν καλύβα του, χωρὶς νὰ μιλᾶ ὁλότελα. Δὲν πήγαινε καθόλου στὸ μοναστήρι. Ἂν τύχαινε νὰ συναπαντήση κανέναν ἄνθρωπο στὸ δάσος, ἔσκυβε τὸ κεφάλι τοῦ ἴσαμε τὴ γῆ καὶ περίμενε νὰ περάση γιὰ ν᾿ ἀνασηκωθῆ. Τὸ φαγητὸ ποὺ τοῦ πηγαίνανε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, καὶ ποὺ τὸ βάζανε στὸ κατώφλι του, τὶς περισσότερες φορὲς τὸ βρίσκανε ἄγγιχτο. Ἐπειδὴ ἀνησυχούσανε στὴ μονή, ὁ ἡγούμενος πάτερ Νήφων τὸν κάλεσε νὰ γυρίση στὸ μοναστήρι. Ὁ ἅγιος ὑπάκουσε. Παρουσιάσθηκε στὸν ἡγούμενο, κ᾿ ὕστερα σφαλίσθηκε στὸ κελλί του, καὶ δὲν ξαναφάνηκε. Πέντε ὁλόκληρα χρόνια ἔμεινε κλεισμένος, κατὰ διαταγὴ τῆς Θεοτόκου, ὅπως εἶπε ἀργότερα. Καὶ πάλι ἡ Παναγία τοῦ παρουσιάσθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάψη τὸ κλείσιμό του.

Ἂν καὶ πρωτύτερα πηγαίνανε στὸ μοναστήρι πολλοὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, σὰν μαθεύτηκε πὼς ὁ Ἅγιος ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, πληθύνανε οἱ προσκυνητές, ποὺ τρέχανε γιὰ νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ «στάρετς». «Στάρετς» στὰ ρωσικὰ θὰ πῆ «γέροντας», «πνευματικός», «ξομολόγος». Ὁ ρωσικὸς λαὸς εἶχε πολὺν σεβασμὸ στοὺς «στάρετς», ὅπως ὁ δικός μας στοὺς «πνευματικούς». Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ καταλάβαινε τί εἶχε μέσα κάθε καρδιὰ ποὺ τὸν πλησίαζε, γιατὶ εἶχε λάβει τὴ χάρη νὰ εἰσχωρῆ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξομολογιόντανε, θαυμάζανε πὼς ἤξερε τὰ μυστικὰ τῆς ζωῆς τους, πρὶν νὰ τοῦ τὰ ποῦνε. Σ᾿ ὅλους εὐχότανε νὰ ἀποχτήσουν τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς. Ὁ Ἅγιος εἶχε καὶ προφητικὸ χάρισμα. Σὲ ὅσους τὸν ρωτοῦσαν πὼς μποροῦσε νὰ γνωρίζη τί εἶχε κάνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔλεγε: «Τέκνον μου, δὲν λέγω σ᾿ ὅποιον ἔρχεται σὲ μένα τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ ὅ,τι μὲ προστάζει ὁ Θεός». Σ᾿ ὅσους βλογοῦσε ἔδινε κι᾿ ἀπὸ ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ ταγάρι του, βουτηγμένο στὸ κρασί. Συχνὰ τοὺς ἄλειφε μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι τῆς Παναγίας.

Μιὰ μέρα τοῦ πήγανε ἕναν ἄρρωστο, ἕνα νέο παλληκάρι ποὺ τὸ λέγανε Μιχάλη Μαντούρωφ. Ὑπόφερνε ἀπὸ δυνατοὺς πόνους στὰ πόδια καὶ στεκότανε ὄρθιος μὲ δυσκολία. Μόλις εἶδε τὸν Ἅγιο, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν γιατρέψη. Ὁ Ἅγιος τὸν ρώτησε: «Πιστεύεις στὸ Θεό;» καὶ τὸν κοίταξε μὲ διαπεραστικὴ ματιά. «Πιστεύω», ἀποκρίθηκε ὁ ἄρρωστος. Τότε ὁ στάρετς τοῦ εἶπε νὰ βγάλη τὶς μπότες του, ἄλειψε τὰ πόδια του μὲ τὸ λάδι τοῦ καντηλιοῦ καὶ τούδωσε ἕνα-δυὸ κομματάκια ξερὸ ψωμί. Ὕστερά του εἶπε: «Περπάτηξε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Κι᾿ ὁ ἄρρωστος περπάτηξε, φχαριστώντας τὸν Ἅγιο. Κ᾿ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Δὲν σὲ θεράπευσα ἐγώ, τέκνον μου. Μοναχὰ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κάνη θαύματα. Αὐτὸν νὰ εὐχαριστήσης».

Ὁ Μαντούρωφ δὲν ἤξερε μὲ τί τρόπο νὰ δείξη τὴν εὐγνωμοσύνη του. Μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἐλευθέρωσε τοὺς σκλάβους του, κι᾿ ἀφιέρωσε ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ κτήματά του στὰ μοναστήρια τοῦ Ντιβεέβο.

Ὓστερ᾿ ἀπὸ τὸν Μαντούρωφ, θεράπευσε ὁ Ἅγιος κι᾿ ἄλλους, παράλυτους, κωφάλαλους, δαιμονιζόμενους, τυφλούς, καὶ μ᾿ ἄλλες ἀρρώστιες. Γύρω ἡ περιφέρεια ἤτανε ἀνάστατη. Ὁ Ἅγιος ἔγινε τὸ καταφύγιο κ᾿ ἡ παρηγοριὰ τῶν δυστυχισμένων.

Προφήτεψε γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ θὰ περνοῦσε ὁ λαός του, ὅπως κάνανε οἱ Προφῆτες γιὰ τοὺς Ἑβραίους. Ἡ Ρωσία σπαραζότανε στὸν καιρό του ἀπὸ πολιτικὲς καὶ θρησκευτικὲς ταραχές. Ἔλεγε: «Ὁ λαός μας μάκρυνε ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς σωτηρίας, καὶ τραβὰ κάθε μέρα τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ». Ἔλεγε ἀκόμα πὼς θὰ φεύγανε οἱ σταυροὶ ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες καὶ πὼς θὰ γκρεμνιζόντανε τὰ μοναστήρια. «Θὰ ἔρθη μία θλίψη, ἔλεγε, ποὺ δὲν παρουσιάσθηκε τέτοια ὅμοια ἀπὸ καταβολῆς τοῦ κόσμου. Κ᾿ οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι δὲν θὰ προφταίνουνε νὰ μαζεύουν τὶς ψυχὲς ἀπὸ τὴ γῆ». Ὅποτε μιλοῦσε γιὰ τέτοια πράγματα, τὸ πρόσωπό του σκυθρώπαζε καὶ πονοῦσε. Ἡ παρηγορία τοῦ ἤτανε ἡ προσευχή. Μέσα στὸ κελλί του δὲν εἶχε μήτε κρεβάτι, μήτε τζάκι, μὲ κεῖνο τὸ κρύο της Σιβηρίας. Εἶχε μοναχὰ ἕνα καντήλι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Κάθε βδομάδα διάβαζε μὲ τὴ σειρὰ ἀπὸ τὰ Τέσσερα Εὐαγγέλια, τὴ Δευτέρα ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον, τὴν Τρίτη ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρκον, τὴν Τετάρτη ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν, τὴν Πέμπτη ἀπὸ τὸ κατὰ Ἰωάννην, τὴν Παρασκευὴ τὴν ἀκολουθία τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τὸ Σάββατο τὴν ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Πάντων, καὶ τὴν Κυριακὴ μεταλάβαινε τὴ Θεία Κοινωνία.

Ἀδιάκοπα παρακαλοῦσε γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν προσευχὴ κι᾿ ἀπὸ τὰ δάκρυά του θύμωνε ὁ διάβολος καὶ τὸν χτυποῦσε στὸ σῶμα. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε πὼς ἐκεῖνα τὰ χτυπήματα καίγανε σὰν τὸ πυρωμένο σίδερο.

Πολλοὶ εἴδανε τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ νὰ στέκεται στὸν ἀγέρα, ἀπάνω ἀπὸ τὴ γῆ. Συχνὰ σκόρπιζε τὴν κακοκαιριά, πρόβλεπε τὴν πείνα κ᾿ εἰδοποιοῦσε τοὺς χωριάτες νὰ κάνουνε τὶς προμήθειές τους, ἔδιωχνε τὶς ἐπιδημίες καὶ πρόλεγε τοὺς πολέμους, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν Κριμαϊκὸ πόλεμο, καθὼς καὶ μ᾿ ἄλλα σπουδαῖα γεγονότα.

Ὅλη ἡ Ρωσία τὸν εἶχε γιὰ πατέρα καὶ γιὰ προστάτη της, ἀπὸ τ᾿ ἀρχοντικὰ ὡς τὴν πιὸ φτωχὴ ἴσμπα. Πολλὲς φορὲς οἱ προσκυνητὲς φτάνανε τὶς δυὸ χιλιάδες σὲ μιὰ μέρα ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ρωσίας, καὶ γεμίζανε τὸ δρόμο τοῦ Ἀρζαμᾶς ποὺ πήγαινε στὸ μοναστήρι. Ἄλλοι μὲ ἁμάξια, ἄλλοι μὲ καζάκες (ἕλκηθρα), κι᾿ ἄλλοι μὲ τὰ πόδια. Πολλοὶ περπατούσανε ὁλόκληρες βδομάδες.

Τὰ χαράγματα χτυπούσανε οἱ καμπάνες γιὰ τὸν ὄρθρο, ἄνοιγε ἡ μεγάλη ὀξώπορτα, κ᾿ οἱ προσκυνητὲς μπαίνανε μέσα στὴν αὐλή, σὰν ἀληθινὴ θάλασσα. Ὁ Ἅγιος ἔβγαινε σὲ λίγο ντυμένος μὲ ἄσπρο ράσο, καὶ τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ οὐρανοῦ.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ σὲ κάθε μεριὰ τῆς Ρωσίας ἔβλεπε κανένας στρατεύματα σὲ κίνηση, κι᾿ ὁ μεγάλος δρόμος βρισκότανε κοντὰ στὸ Σάρωφ. Πλῆθος στρατιῶτες μὲ τοὺς ἀξιωματικούς τους πηγαίνανε νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ τοὺς προστατεύη στὶς ἐκστρατεῖες τῆς Τουρκίας, τῆς Πολωνίας καὶ τοῦ Ναπολέοντα. Τὸ κήρυγμά του ἤτανε πολὺ ἁπλό: «Δίνε νὰ φάγη ὁ πεινασμένος. Δίνε νὰ πιῆ ὁ διψασμένος. Νὰ εἶσαι δίκαιος. Νὰ ἔχης εἰρηνικὴ κι᾿ ἀγαθὴ ψυχή».

Στὸ κελλάκι τοῦ μέσα ἤτανε ἀναμμένα πολλὰ κεριὰ εἰς μνήμην ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Τὸ καντηλάκι ἔφεγγε πάντα ἀκοίμητο μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἕνα σκαμνὶ κ᾿ ἕνας μικρὸς πάγκος ἤτανε γιὰ τοὺς προσκυνητές. Ἕνα ἄλλο σκαμνάκι ἤτανε τὸ κάθισμά του καὶ τὸ τραπέζι του. Χάμω ἤτανε ἁπλωμένο ἕνα σακκὶ σὲ μίαν ἄκρη, τὸ στρῶμα του. Εἶχε καὶ μία νεκρόκασα στὸ διάδρομο, ποὺ τὴν ἔσκαψε ὁ ἴδιος σ᾿ ἕνα δέντρο, γιὰ τὸν ἐνταφιασμό του, καὶ κεῖ μέσα κοιμότανε καμμιὰ φορά.

Ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὰ παιδάκια, ποὺ παίζανε μαζί του, σὰν νάτανε κ᾿ ἐκεῖνος μικρὸ παιδί. Τ᾿ ἀγκάλιαζε, τάσφιγγε στὸ στῆθος τοῦ λέγοντας συγκινημένος: «Μικροὶ θησαυροί μου!». Πολλὰ παιδιὰ θεραπεύονταν μ᾿ ἕνα λόγο του, ποὺ δὲν τὸν προσέχανε, πολλὲς φορές, οἱ δικοί τους. Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, ἂς ποῦμε, ἔβλεπε ἕνα ἄρρωστο παιδάκι, ποὺ τὸ φέρανε οἱ γονιοί του, πετσὶ καὶ κόκκαλο. Ἡ ματιὰ τοῦ Ἁγίου ἔπεφτε ἀπάνω του, τὸ ἔπαιρνε στὴν ἀγκαλιά του, τὸ φιλοῦσε κ᾿ ἔλεγε στοὺς γονιούς του: «Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ τὸ κάνη καλά», κ᾿ ὕστερα γύριζε πρὸς τοὺς ἄλλους ἀρρώστους. Σὲ λίγο μαθευότανε πὼς ἐκεῖνο τὸ παιδάκι εἶχε γίνει καλά.

Σὰν γύρισε ὁ πάτερ Σεραφεὶμ στὸ μοναστήρι, τρέξανε οἱ καλογρηὲς ἀπὸ τὸ Ντιβεέβο καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ τοὺς πάρη κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγησή του. Ὁ Ἅγιος ὠργάνωσε καλύτερα τὸ μοναστήρι τους, τοῦ ἔδωσε ἕναν καινούριον κανονισμό, καὶ κυβερνοῦσε τὶς μοναχὲς σύμφωνα μὲ τὶς διαταγὲς καὶ τὶς ὑποδείξεις ποὺ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν Παναγία. Ἡ ἐκκλησιὰ τοῦ μοναστηριοῦ ἤτανε τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐπειδὴ γύρω στὸ Ντιβεέβο εἶχε μεταλλεῖα ποὺ βγάζανε σίδερο, μαζευόντανε ἐκεῖ κάθε καρυδιᾶς καρύδι, μαχαιροβγάλτες, μπεκρῆδες καὶ κάθε παραλυσία. Σιγὰ-σιγά, αὐτὸς ὁ κολασμένος τόπος ἔγινε ἥσυχος κ᾿ εἰρηνικός, μὲ τὴ χάρη καὶ μὲ τὰ κηρύγματα τοῦ ἁγίου Σεραφείμ. «Ἡ Μεταμόρφωσις, ἔλεγε, μεταμόρφωσε αὐτὸν τὸν τόπο».

Ἡ ἀδελφή του Μιχάλη Μαντούρωφ, Ἑλένη, εἶχε γίνει μοναχή. Εἶχε μαζί της καὶ μία μικρὴ ὑπηρέτρια ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ἀποχωρισθῆ τὴν κυρά της. Μὰ τὸ κορίτσι ἀρρώστησε ἀπὸ φθίση. Ἡ Ἑλένη τόβαλε στὸ κρεβάτι της καὶ τὸ περιποιότανε νύχτα μέρα. Ὡστόσο, δὲν ἔζησε πολύ, κι᾿ ὁ θάνατός του πίκρανε πολὺ τὴν Ἑλένη, ποὺ ἔνοιωθε πὼς θὰ πέθαινε κι᾿ αὐτὴ γλήγορα. Ἡ μονάχη ἐπιθυμία τῆς ἤτανε νὰ μὴν πεθάνη πρὶν ἀπὸ τὸν πάτερ Σεραφείμ. Ὁ ἀδελφός της, ποὺ ἤτανε διαχειριστὴς τοῦ μοναστηριοῦ, ἔλειπε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, καὶ μάθανε πὼς ἤτανε καὶ κεῖνος ἄρρωστος, κ᾿ ἡ Ἑλένη ἔγινε χειρότερα. Εἶπε στὸ γέροντα πὼς ἤθελε νὰ πεθάνη, ἀντὶ τὸν ἀδελφό της. Μὰ σὲ λίγο ταράχθηκε καὶ φώναξε: «Πάτερ, φοβοῦμαι τὸ θάνατο!». Ὁ ἅγιος της εἶπε: «Τί ἔχουμε, τέκνον μου, νὰ φοβηθοῦμε ἀπὸ τὸ θάνατο; Γιὰ μᾶς ὁ θάνατος εἶναι μία αἰώνια χαρά». Τὴ ράντισε μὲ ἁγιασμὸ καὶ τὴν πῆγε ὡς τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ της. Ξάπλωσε στὸ κρεβάτι της καὶ δὲν ξανασηκώθηκε πιά. Ὁ θάνατός της στάθηκε ἁγιασμένος. Κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ἀποχαιρέτησε τὶς ἀδελφές, ζητώντας τὲς συγχώρηση, καὶ τὶς παρακάλεσε νὰ τὴν ντύσουν γιὰ τὴν κηδεία της. Πρὶν νὰ παραδώση τὸ πνεῦμα της, εἶπε πὼς ἔβλεπε τὸν Χριστὸ μέσα σὲ πύρινη λάμψη. Οἱ μοναχὲς πιάσανε νὰ κλαῖνε γύρω στὸ σκήνωμα, καὶ πήγανε κλαίγοντας κ᾿ εἴπανε στὸ στάρετς πὼς ἡ Ἑλένη κοιμήθηκε. Κ᾿ ἐκεῖνος τὶς εἶπε: «Ἀνόητα παιδιά μου, δὲν καταλαβαίνετε τίποτα! Λοιπὸν δὲν εἴδατε τὴν ψυχή της ποὺ πέταξε σὰν περιστέρι στοὺς οὐρανούς;»

Μὲ τὸν ἴδιο ἐξαίσιο τρόπο κοιμήθηκε κ᾿ ἡ Μαρία Μιλιούκωφ, μιὰ ἅγια μοναχὴ δεκαεννιὰ χρονῶν. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος ἔσκαψε τὴν κάσα τῆς μέσα σ᾿ ἕνα δέντρο δρῦ, κι᾿ ἔδωσε τὸ σάλι του γιὰ νὰ τυλίξουνε τὸ σῶμα της. Οἱ μοναχὲς ξεμπλέξανε τὰ ὡραῖα ξανθὰ μαλλιά της, ποὺ τὰ ἔκρυβε ἡ Μαρία μέσα στὸ καλογερικό της σκέπασμα, καὶ στὰ σταυρωμένα χέρια τῆς ἀκουμπήσανε τὴ Σύνοψη τοῦ πάτερ Σεραφείμ.

Ἡ Μαρία εἶχε μία μικρὴ ἀνηψιά, ποὺ τὴ δίδασκε ἡ Ἑλένη Μαντούρωφ γιὰ νὰ ἀκολουθήση τὴ μοναχικὴ πολιτεία. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε: «Εἶναι ἕνας ἔνσαρκος ἄγγελος. Ὡστόσο δὲν θὰ γίνη μοναχή, ἀλλὰ θὰ γίνη σύζυγος τοῦ Νικόλα Μοτοβίλωφ». Ὅπως κ᾿ ἔγινε. Ὁ Μοτοβίλωφ ἤτανε ἕνα ἀρχοντόπαιδο. Ὁ πατέρας του εἶχε μεγάλα κτήματα. Τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε μικρός, πήγαινε κ᾿ ἔπαιζε μὲ τὸν Ἅγιο στὸ κελλί του. Εἶχε πολὺ γερὸ μυαλό, καὶ συχνὰ ἔβαζε σὲ ἀμηχανία τοὺς δασκάλους του μὲ τὶς ἐρωτήσεις του. Σὰν ἔγινε παλληκάρι, ἀγάπησε ἕνα κορίτσι, ποὺ ὁ πατέρας του εἶχε κι᾿ αὐτὸς μεγάλα κτήματα, ποὺ συνορεύανε μὲ τοῦ Μοτοβίλωφ. Ἀλλὰ ὁ Νικόλας ἔπαθε ἄξαφνα μιὰ παράλυση, καὶ κόντεψε νὰ πεθάνη ἀπὸ τὸν καημό του. Μὰ ὁ Ἅγιος τὸν γιάτρεψε. Τοῦ εἶπε, μάλιστα, πὼς δὲν θὰ πάρη ἐκείνη ποὺ ἀγαποῦσε, ἀλλὰ τὴ μικρὴ Ἑλένη Μιλιούκωφ, ποὺ εἴπαμε, ὅπως καὶ τὴν πῆρε. Ἀπὸ τότε πήγαινε ταχτικὰ στὸ μοναστήρι, καὶ μιλοῦσε μὲ τὸ στάρετς. Ἔγραψε μάλιστα καὶ μία θαυμαστὴ συνομιλία ποὺ εἶχε μὲ τὸν Ἅγιο, καὶ τὸ χαρτὶ τὸ βρῆκε, ὕστερ᾿ ἀπὸ 70 χρόνια, μετὰ τὸ θάνατό του, ἡ χήρα του Ἑλένη, μέσα στὴν ἀποθήκη τῆς μονῆς, καὶ τὸ ἐμπιστεύθηκε σὲ ἕνα γνωστό της συγγραφέα, ποὺ δημοσίεψε αὐτὲς τὶς σημειώσεις στὴν «Ἐφημερίδα τῆς Μόσχας», στὰ 1903. Αὐτὴ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἔκθεση θὰ τὴ βάλουμε παρακάτω.

Ὁ πάτερ Σεραφεὶμ συνήθιζε νὰ πηγαίνη στὸ ἐρημητήρι τοῦ ὕστερα ἀπὸ τὸν ἑσπερινό της Κυριακῆς. Συχνὰ καθότανε ἐκεῖ πολλὲς μέρες. Ἐπειδὴ ὑπόφερνε ἀπὸ τὰ πόδια του καὶ κουραζότανε, καθότανε κοντὰ σὲ μιὰ πηγὴ γιὰ νὰ ξεκουραστῆ. Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ περνοῦσε κοντὰ ἀπὸ τὸ νερό, παρουσιάσθηκε μπροστά του ἡ Παναγία, καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι τῆς κατὰ τὸ μέρος ποὺ ἀνάβρυζε ἄλλη φορὰ τὸ νερό. Μονομιᾶς πετάχθηκε ἀπὸ τὸ χῶμα ἕνα συντριβάνι κατακάθαρο νερό, κ᾿ ἡ Θεοτόκος εἶπε στὸν Ἅγιο πὼς ἐκεῖνο τὸ νερὸ θὰ θεράπευε πολλούς.

Ἔχουμε πῆ παραπάνω πὼς ὁ Νικόλας Μοτοβίλωφ εἶχε γράψει κάποιες σημειώσεις ἀπὸ μία συνομιλία του μὲ τὸν ἅγιο Σεραφείμ, ποὺ βρεθήκανε ὕστερ᾿ ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια. Αὐτὴ ἡ συνομιλία ἔγινε κατὰ τὸ τέλος τοῦ Νοέμβρη τοῦ 1831, καὶ τὸ χειρόγραφο βρέθηκε στὰ 1901. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ Μοτοβίλωφ:

«Ἤτανε μία συννεφιασμένη μέρα. Χιόνι πολὺ εἶχε σκεπάσει τὴ γῆ, καὶ πέφτανε πυκνὲς οἱ ἄσπρες μπαμπακοῦρες. Ὁ πάτερ Σεραφεὶμ μ᾿ ἔβαλε νὰ καθίσω δίπλα του, ἀπάνω σ᾿ ἕνα κομμένο δέντρο, σ᾿ ἕνα ξέφωτο μέσα στὸ δάσος. Ὕστερά μου εἶπε: «Ὁ Θεός μου φανέρωσε πὼς στὰ παιδικὰ χρόνια σου ἤθελες νὰ μάθης ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Σὲ συμβουλεύανε νὰ πηγαίνης στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνης τὴν προσευχή σου στὸ σπίτι, νὰ δίνης ἐλεημοσύνη καὶ νὰ κάνης ὅλα τὰ καλὰ τὰ ἔργα, γιατὶ σ᾿ αὐτὰ βρίσκεται ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Μὰ δὲν σὲ ἱκανοποιούσανε αὐτὰ μοναχά. Λοιπόν σου λέγω πὼς ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, οἱ ἀγρυπνίες καὶ κάθε ἄλλο χριστιανικὸ ἔργο εἶναι πολὺ καλά. Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι νὰ κάνουμε μοναχὰ αὐτὰ τὰ ἔργα, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ σκοπὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ ἀληθινὸς προορισμὸς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νὰ ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Γνώριζε πὼς κανένα καλὸ ἔργο δὲν φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἂν δὲν γίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι μοναχὰ ἡ ἀπόκτηση τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἐγὼ τότε τὸν ρώτησα: «Τί ἐννοεῖς, πάτερ, λέγοντας ἀπόκτηση; Δὲν καταλαβαίνω καθαρά». Ὁ Ἅγιος μου εἶπε: «Ἀποκτῶ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ κερδίζω. Ξέρεις τί θὰ πῆ κερδίζω χρήματα. Ἀποκτῶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Στὴ ζωή, οἱ συνηθισμένοι ἄνθρωποι ἔχουνε γιὰ σκοπὸ νὰ κερδίσουνε χρήματα, καὶ κεῖνοι ποὺ στέκουνται πιὸ ψηλὰ στὴν κοινωνία, θέλουνε νὰ κερδίσουνε τιμὲς καὶ δόξα. Τὸ νὰ ἀποκτήση κανένας τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι σὰν νὰ κερδίζη ἕνα αἰώνιο ἀπόκτημα, τὴν αἰώνια ζωή, ἕνα θησαυρὸ ποὺ δὲν καταστρέφεται κι᾿ οὔτε χάνεται ποτέ. Κάθε καλὸ ἔργο, ποὺ κάνουμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίνει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα μας δίνει αὐτὴ τὴ χάρη ἡ προσευχή, γιατὶ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ προσευχηθῆ, πλούσιος ἢ φτωχός, ἄρχοντας ἢ χωριάτης, δυνατὸς ἢ ἀδύνατος, γερὸς ἢ ἄρρωστος, ἐνάρετος ἢ ἁμαρτωλός. Λοιπὸν ἂς συνάξουμε τὸ θησαυρὸ τῆς θεϊκῆς εὐσπλαχνίας. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζητᾶ νάβρη τὴ σωτηρία του καὶ ποὺ μετανοεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, μπορεῖ μὲ τὶς καλὲς πράξεις νὰ ἀποκτήση τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἐργάζεται μέσα μας καὶ μᾶς εἰσάγει στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ ὅλα τὰ πεσίματά μας, μ᾿ ὅλο τὸ σκοτάδι ποὺ περιζώνει τὴν ψυχή μας, ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μᾶς δόθηκε μὲ τὸ βάπτισμα, δὲν παύει νὰ λάμπη μέσα στὴν καρδιά μας μὲ τὸ φῶς τῆς μετανοίας. Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ σβήνει ὅλα τὰ σημάδια ποὺ ἀφήσανε τὰ παλιὰ ἁμαρτήματά μας καὶ μᾶς ντύνει μ᾿ ἕνα μανδύα ἄφθαρτον ποὺ εἶναι καμωμένος ἀπὸ τὴ χάρη». Τοῦ λέγω: «Πάτερ μου, μοῦ μιλᾶς γιὰ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ πὼς μπορῶ νὰ τὴ δῶ; Τὰ καλὰ τὰ ἔργα τὰ βλέπουμε, μὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πὼς μπορεῖ νὰ τὸ δὴ κανένας; Πῶς μπορῶ νὰ γνωρίσω ἂν βρίσκεται ἢ δὲν βρίσκεται μέσα μου;» Ὁ Ἅγιος μου ἀποκρίθηκε: «Ὅταν κατεβαίνη τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο καὶ εἰσχωρεῖ μέσα του, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπὸ μία χαρὰ ἀνέκφραστη, γιατὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μεταμορφώνει σὲ χαρὰ ὅ,τι ἀγγίξει. Φανερώνεται σὰν ἕνα ἀνιστόρητο φῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐκδηλώνεται ἡ θεϊκὴ ἐνέργεια. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γνωρίσανε μὲ τὶς αἰσθήσεις τοὺς τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τότε τὸν ρώτησα: «Πῶς θὰ μπορέσω νὰ τὸ δῶ κ᾿ ἐγὼ μὲ τὰ μάτια μου;» Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ὁ πάτερ Σεραφεὶμ ἔβαλε τὰ χέρια του στοὺς ὤμους μου καὶ μοῦ εἶπε: «Τέκνον μου, βρισκόμαστε κ᾿ οἱ δυό μας μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα... Γιατί δὲν θέλεις νὰ μὲ κοιτάξης;» «Πάτερ μου, τοῦ εἶπα, δὲν μπορῶ νὰ σὲ κοιτάξω. Τὰ μάτια σου βγάζουνε ἀστραπές. Τὸ πρόσωπό σου ἔχει γίνει πιὸ ἀστραφτερὸ ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ τὰ μάτια μου θαμπώσανε ἀπὸ τὸ φῶς». «Μὴ φοβᾶσαι, τέκνο τοῦ Θεοῦ, εἶπε ὁ γέροντας. Κ᾿ ἐσὺ εἶσαι ὁλόφωτος ὅπως εἶμ᾿ ἐγώ. Γιατὶ βρίσκεσαι μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ μὲ δῆς μὲ τὴν ὄψη ποὺ μὲ βλέπεις». Ἔσκυψε ἀπάνω μου καὶ μοῦ εἶπε σιγανὰ στὸ αὐτί: «Εὐχαρίστησε τὸν Ὕψιστο γιὰ τὴν ἄπειρη καλοσύνη του. Προσευχήθηκα μυστικὰ στὸν Κύριο καὶ εἶπα μέσα μου: Κύριε, ἀξίωσε τὸν νὰ ἰδῆ καθαρὰ μὲ τὰ σωματικὰ μάτια τοῦ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματός Σου, ποὺ τὴ φανερώνεις στοὺς δούλους σου ὅποτε καταδέχεσαι νὰ παρουσιασθὴς μέσα στὸ μεγαλοπρεπὲς φῶς τῆς δόξης Σου. Κι᾿ ὅπως βλέπεις, ὁ Κύριος ἀμέσως δέχθηκε τὴν προσευχὴ τοῦ τιποτένιου Σεραφείμ. Πόση εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ χρωστοῦμε στὸ Θεὸ γιὰ τοῦτο τὸ ἀνείπωτο δῶρο ποὺ μᾶς ἔδωσε! Μήτε οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου δὲν ἀξιώνονταν πάντα νὰ δοῦνε τέτοια φανερώματα τῆς ἀγαθότητός Του. Λοιπόν, τέκνον μου, κοίταξέ με ἐλεύθερα. Μὴ φοβᾶσαι, ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας».

Τότε πῆρα θάρρος ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ τὸν κοίταξα. Μὰ μ᾿ ἔπιασε τρόμος! Νὰ φαντασθῆς μέσα στὴ σφαίρα τοῦ ἥλιου τὸ καταμεσήμερο, ποὺ λαμποκοπᾶ μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή του, τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου. Βλέπεις νὰ σοῦ μιλᾶ, νὰ σαλεύουνε τὰ χείλια του, βλέπεις τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του ποὺ ἀλλάζει, ἀκοῦς τὴ φωνή του, νοιώθεις τὰ χέρια του ποὺ σὲ κρατοῦνε ἀπὸ τοὺς ὤμους, μὰ δὲν βλέπεις μήτε αὐτὰ τὰ χέρια, μήτε τὸ σῶμα τοῦ συνομιλητῆ σου, ἀλλὰ μοναχὰ μιὰ δυνατὴ φεγγοβολῆ ποὺ σὲ τυφλώνει καὶ ποὺ ἁπλώνει ὁλόγυρα, φωτίζοντας μὲ τὴ λάμψη τῆς τὸ χῶμα καὶ τὶς ἄσπρες μπαμπακοῦρες ποὺ πέφτουνε ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Ὁ Ἅγιος μὲ ρώτησε: «Τί αἰσθάνεσαι;» «Εἰρήνη καὶ ἠρεμία, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω», εἶπα. «Τί ἄλλο καταλαβαίνεις, τέκνον μου;» «Μιὰ ἀνείπωτη χαρὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιά μου». «Αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ αἰσθάνεσαι, τέκνον μου, δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ σὲ κείνη τὴ χαρὰ ποὺ γράφει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος· ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν᾿ (A´ Κορ. β´ 9). Ἐμεῖς πήραμε ἕναν ἀρραβώνα μοναχὰ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά, ἀλλὰ τί θὰ εἶναι ἄραγε ὁλόκληρη ἐκείνη ἡ χαρά; Τί αἰσθάνεσαι ἀκόμα, τέκνο τοῦ Θεοῦ;» «Μιὰ ἀνέκφραστη ζεστασιά». «Μὰ πῶς, τέκνον μου; Βρισκόμαστε μέσα στὸ δάσος, εἶναι χειμώνας, καὶ πατᾶμε ἀπάνω στὸ χιόνι. Ποιὰ λοιπὸν εἶναι αὐτὴ ἡ ζεστασιὰ ποὺ νοιώθεις;» «Εἶναι σὰν ἕνα ζεστὸ λουτρό. Ἀκόμα αἰσθάνομαι μία εὐωδία, ποὺ τὴ νοιώθω γιὰ πρώτη φορά». Ὁ Ἅγιος εἶπε: «Τὸ γνωρίζω, τὸ γνωρίζω, αὐτὸ ἴσια-ἴσια ἤθελα νὰ μοῦ πῆς. Αὐτὴ ἡ εὐωδία εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι᾿ αὐτὴ ἡ ζεστασιά, ποὺ μοῦ λές, δὲν εἶναι γύρω μας, ἀλλὰ μέσα μας. Αὐτὴ ζέσταινε τοὺς ἀσκητάδες καὶ δὲν φοβόντανε τὸ χειμωνιάτικο κρύο, γιατὶ ἡ χάρις ἤτανε τὸ ροῦχο ποὺ τοὺς προστάτευε. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μας. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε τώρα. Νά, αὐτὸ εἶναι νὰ βρίσκεται κανένας μέσα στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θὰ θυμᾶσαι τούτη τὴ χάρη ποὺ ἀξιώθηκες; Ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήση νὰ φυλάγης αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν καρδιά σου, γιατὶ δὲν δόθηκε μοναχὰ σὲ σένα νὰ τὰ γνωρίσης, ἀλλά, ἀπὸ σένα, σ᾿ ὁλόκληρον τὸν κόσμο. Πήγαινε λοιπὸν στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας».

Ἔφυγα, καὶ σὰν μάκρυνα λίγο, ἔστρεψα κ᾿ εἶδα πὼς ἐκεῖνο τὸ ἐξαίσιο ὅραμα δὲν εἶχε χαθῆ ἀκόμα. Ὁ γέροντας καθότανε ὅπως ἤτανε στὴν ἀρχή, καὶ τὸ ἀνέκφραστο φῶς, ποὺ εἶχα δὴ μὲ τὰ μάτια μου, τὸν ἔκανε νὰ φεγγοβολᾶ ὁλόκληρος».

Ὁ ἅγιος Σεραφείμ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴ μεγάλη ἀγάπη ποὺ εἶχε ὁ λαὸς γι᾿ αὐτόν, ὡστόσο εἶχε πιῆ καὶ πολλὲς πίκρες. Ὄχι μοναχὰ κάθε ἅγιος θὰ τραβήξη βάσανα, θλίψεις καὶ διωγμούς, ἀλλὰ κι᾿ ὁ κάθε χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὰ χριστιανός, ἂν δὲν περάση ἀπὸ κάποιο μαρτύριο, ἂν δὲν ἀκούση βρισιὲς καὶ συκοφαντίες, ἂν δὲν πάθη ἐξευτελισμοὺς καὶ περιπαίγματα, κατὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάδες του: «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Οἱ πονηροὶ καὶ σαρκικοὶ ἄνθρωποι δὲν τὸν χωνεύανε, γιατὶ ὁ κόσμος τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν θαύμαζε. Τὸν κατηγορούσανε κι᾿ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Σάρωφ. Ἀκόμα κ᾿ οἱ μοναχὲς στὸ Ντιβεέβο εἴχανε χωριστεῖ σὲ δυὸ κόμματα, καὶ κομματάρχης στὸ ἕνα, ποὺ μισοῦσε τὸν Ἅγιο, ἤτανε ἕνας νεαρὸς δόκιμος, ἕνα πνευματικὸ τέκνο του, ποὺ ἔκανε ψεύτικα πὼς ἀγαποῦσε τὸ γέροντά του, ἐνῶ ἔσκαβε τὸ λάκκο του.

Κατὰ τὰ 1831, δυὸ μέρες πρὶν ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ Ἅγιος εἶχε πληροφορία ἄνωθεν πὼς θὰ τοῦ φανερωνότανε ἡ Παναγία τὴ νύχτα τῆς γιορτῆς της. Ἐκείνη τὴ νύχτα πιάσανε τὴν προσευχὴ ὁ Ἅγιος μαζὶ μὲ μιὰ εὐσεβέστατη μοναχὴ Εὐπραξία. Ἄξαφνα, ἐκεῖ ποὺ προσευχότανε, ἄκουσε ἡ Εὐπραξία μιὰ βουὴ καὶ ψαλμωδίες ποὺ ἐρχόντανε ἀπὸ ψηλά. Ὕστερα εἶδε ἕνα θαμπωτικὸ φῶς κ᾿ ἔνοιωσε στὸν ἀγέρα μία γλυκειὰ εὐωδία. Ἀνατρίχιασε σὰν εἶδε τὸν Ἅγιο ν᾿ ἁπλώνη τὰ χέρια του καὶ νὰ φωνάζη «Θεομήτωρ Πανάχραντε!». Ἡ μοναχὴ εἶδε δυὸ Ἀγγέλους ποὺ προπορευόντανε ἀπὸ τὴν Παναγία, κι᾿ ἀπὸ πίσω τῆς ἀκολουθούσανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης καὶ δώδεκα παρθενομάρτυρες. Τὸ κελλὶ ἄστραφτε ἀπὸ ἕνα φῶς οὐράνιο, κι᾿ οἱ τοῖχοι εἴχανε χαθῆ. Τὸ φῶς ἔγινε τόσο δυνατὸ ποὺ ξεπερνοῦσε τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου. Ἡ Εὐπραξία τυφλώθηκε ἀπὸ τὴ φωτοχυσία, κ᾿ ἔπεσε χάμω σὰν κεραυνόπληκτη. Τῆς φάνηκε σὰν νἄκουγε ἀπὸ μακριὰ τὴν Παναγία νὰ μιλᾶ μὲ τὸν Ἅγιο, χωρὶς νὰ καταλαβαίνη τί λέγανε. Μοναχὰ ξεχώρισε τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ εἶπε ἡ Παναγία στὸν ἅγιο Σεραφείμ: «Σύντομα, τέκνον μου, θὰ εἶσαι μαζί μας». Ὕστερα ἡ Θεοτόκος σήκωσε ἀπάνω τὴν Εὐπραξία καὶ τῆς ἔδειξε τὶς ἅγιες μάρτυρες ποὺ ἤτανε μαζί της καὶ ποὺ μαρτυρήσανε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ της, λέγοντάς της: «Μαρτύριο δὲν εἶναι μοναχὰ ἡ θυσία τοῦ σώματος, ἀλλὰ κι᾿ ὁ πόνος ποὺ ὑποφέρει ἡ ψυχὴ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου». Τέσσαρες ὦρες βάσταξε αὐτὴ ἡ ὅραση. Ὁ Ἅγιος εἶπε στὴν Εὐπραξία πὼς ἤτανε ἡ δωδέκατη φορὰ ποὺ εἶδε τὴν Παναγία.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἤτανε ἑβδομήντα τριῶν χρονῶν. Συχνὰ ἔλεγε μοναχός του: «Τὸ σῶμα μου εἶναι πιὰ νεκρό, μὰ ἡ ψυχή μου εἶναι σὰν νὰ γεννήθηκα τώρα». Προαισθανότανε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Προσκάλεσε τὸν πνευματικό του μοναστηριοῦ τοῦ Ντιβεέβο πάτερ Βασίλειο, καὶ τοῦ παράδωσε τὰ ἐπιμάνικά του καὶ τὴν κυβέρνηση τοῦ μοναστηριοῦ.

Ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὴν ἀποδημία του. Εἶπε νὰ τὸν βάλουνε στὴ νεκρόκασα ποὺ εἶχε ἑτοιμασμένη καὶ νὰ θέσουνε στὸ στῆθος τοῦ τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Σεργίου ποὺ βλέπει νὰ φανερώνεται ἡ Παναγία. Ἔβαλε καὶ μία πέτρα γιὰ σημάδι στὸ μέρος ποὺ ἤθελε νὰ τὸν θάψουνε, κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου. Τὴν πρωτοχρονιὰ τοῦ 1833, ποὺ ἔτυχε Κυριακή, πῆγε στὸ παρεκκλήσι τοῦ νοσοκομείου, ἀνασπάσθηκε ὅλες τὶς εἰκόνες, κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, κι᾿ ἀποχαιρέτησε ὅλους τοὺς πατέρες ποὺ βρισκόντανε τότε στὸ μοναστήρι. Τὸ βράδυ ὁ πάτερ Παῦλος, ποὺ καθότανε στὸ διπλανὸ κελλί, τὸν ἄκουσε νὰ ψέλνη ἀναστάσιμα τροπάρια. Τὴν ἄλλη μέρα, κατὰ τὶς ἐξ τὸ πρωί, πηγαίνοντας ὁ πάτερ Παῦλος στὴν ἐκκλησία γιὰ τὴ λειτουργία, κατάλαβε μία μυρουδιὰ ἀπὸ καπνὸ νὰ βγαίνη ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Ἁγίου. Χτύπησε τὴν πόρτα, δὲν ἐπῆρε ἀπάντηση. Πῆγε τότε καὶ φώναξε τοὺς γέροντες, κι᾿ ἀνοίξανε τὴν πόρτα, νομίζοντας πὼς ὁ Ἅγιος εἶχε φύγει στὴν ἔρημο, κατὰ τὴ συνήθειά του, κι᾿ ἄφησε τὰ κεριὰ ἀναμμένα. Ἐπειδὴ ἤτανε ἀκόμα σκοτεινά, στὴν ἀρχὴ δὲν εἴδανε πὼς ὁ Ἅγιος ἤτανε μέσα. Μὰ σὰν ἀνάψανε φῶς, τὸν εἴδανε γονατισμένον μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα ἀπάνω στὸ στῆθος του καὶ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια του. Μπροστά του ἤτανε ἕνα Εὐαγγέλιο ἀνοιχτό, μὲ τὰ φύλλα καμένα στὶς γωνιές. Τρέξανε νὰ πάρουνε χιόνι γιὰ νὰ τὰ σβήσουνε. Στὴν ἀρχὴ νομίσανε πὼς ὁ Ἅγιος ἤτανε ἀποκοιμισμένος ἀπὸ τὴν κούραση κι᾿ ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, ἐπειδὴ τὸ σῶμα τοῦ ἤτανε ἀκόμα ζεστό. Ἀλλά, σὰν θελήσανε νὰ τὸν ξυπνήσουνε, εἴδανε πὼς ἐκείνη ἡ ἁγιασμένη κι᾿ ἀγγελικὴ ψυχὴ εἶχε πετάξει ἀπὸ τὸ σῶμα ποὺ ἤτανε φυλακωμένη, καὶ πῆγε στὴν ἀληθινὴ ζωή. Τότε θυμηθήκανε μία προφητεία τοῦ γέροντα, ποὺ εἶχε πῆ πὼς μὲ τὴ φωτιὰ θὰ φανερωνότανε ὁ θάνατός του.

Βάλανε τὸ σκήνωμα στὴ νεκρόκασα ποὺ τὴν εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἴδιος, καὶ τὸ πήγανε στὴ μεγάλη ἐκκλησία τοῦ μοναστηριοῦ. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα, κ᾿ ἡ ἐκκλησία γέμισε ἀπὸ προσκυνητὲς ποὺ φτάξανε ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, κι᾿ ὅλο φθάνανε καινούριοι. Ὀχτὼ μέρες ἔμεινε τὸ ἅγιο λείψανο γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ προσκυνήσουνε ὅλοι. Ἕνας ἐρημίτης εἶδε, τὰ χαράγματα τῆς 2ας Ἰανουαρίου, τὴν ψυχὴ τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ νὰ ἀνεβαίνη μὲ λάμψη στὸν οὐρανό, καὶ τὸ εἶπε στὸν ὑποτακτικό του.

Ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε ἅγιο στὰ 1903, δηλαδὴ ὕστερα ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια, στὶς 19 Ἰουλίου. Κείνη τὴ μέρα χτύπησε ἡ μεγάλη καμπάνα τῆς μονῆς τοῦ Σάρωφ, ποὺ καλοῦσε τοὺς πιστοὺς στὴν τελετή. Παρεκτὸς ἀπὸ τὸ καθολικὸ (τὴ μεγάλη ἐκκλησία), ὅλη ἡ μεγάλη αὐλὴ τῆς μονῆς ἤτανε γεμάτη κόσμο. Ἤτανε βράδυ, κι᾿ ὅλοι βαστούσανε ἀναμμένα κεριά, σὰν νὰ καιγόντανε ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἁγίου Σεραφείμ. Ὅλα τὰ μάτια ἤτανε δακρυσμένα σὲ κείνη τὴ μυσταγωγία. Τὰ ἅγια λείψανα ποὺ εὐωδιάζανε, ἤτανε βαλμένα σὲ μία λειψανοθήκη ἀπὸ κυπαρισσόξυλο, μέσα σ᾿ ἕνα μαρμαρένιο κουβούκλιο ποὺ εἶχε στὶς γωνιὲς τοῦ τέσσερα Σεραφείμ. Πολλὰ θαύματα γινήκανε κατὰ τὴν ἀκολουθία καὶ κατὰ τὶς ἄλλες μέρες. Πρὶν νὰ κοιμηθῆ εἶχε κάνει ζωντανὸς 94 θεραπεῖες.

Αὐτὸς εἶναι ὁ βίος, οἱ ἀγῶνες καὶ ἡ μακαρία κοίμηση τοῦ ἁγίου Σεραφείμ, ποὺ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἁγίους της Ρωσίας. Ἡ δόξα του δὲν εἶναι ἐπίγεια καὶ πρόσκαιρη, ἀλλὰ οὐράνια κ᾿ αἰώνια, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔλεγε τὸν ἑαυτό του «φτωχὸ Σεραφεὶμ καὶ ταπεινὸ δοῦλο τῆς Παναγίας». Ὅσα χρόνια κι᾿ ἂν περάσουν, αὐτὸς ὁ πολυαγαπημένος ἅγιος θὰ εἶναι ὁλοζώντανος μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι ἅγιοι κι᾿ ἀγαπημένοι. Μὰ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ εἶναι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἁγίους ποὺ ἤτανε χαρούμενοι σὰν τὰ παιδιά, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε: «Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ π. ΣΤΑΥΡΟ ΚΟΦΙΝΑ





Μια συζήτηση της συντροφιάς των Παμ. Ταξιαρχών Μοσχάτου
με τον π. Σταύρο Κoφινά.

π. Χρ.: Εί­πα στον πα­πα - Σταύ­ρο ό­τι δι­α­βά­σα­με την ομιλία του για την μο­να­ξιά (βλέ­πε στό τέ­λος - post 9/9/2007 - την ομιλία στο Β΄Συνέδριο Ορθοδόξου Νεολαίας «Μέλη της Εκκλησίας - Πολίτες του κόσμου», που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, 12 -16 Ιουλίου ), και ότι κάναμε συζήτηση μετά και α­πό ε­κεί μου ήρ­θε η ι­δέ­α να τον κα­λέ­σουμε. Πρό­τει­να να εν­το­πί­σου­με το θέ­μα στην μο­να­ξιά στις σχέ­σεις των ζευ­γα­ρι­ών εν­τός και ε­κτός γά­μου και, αν προ­κύ­ψει και γε­νι­κό­τε­ρα, στις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων.

Σαν σκέ­ψη, ό­χι για να κα­τευ­θύ­νω τη συ­ζή­τη­ση, λέ­ω ό­τι κά­θε άν­θρω­πος μπαί­νει με την ι­δι­ω­τι­κό­τη­τά του μέ­σα στη σχέ­ση και, αν δεν την ξε­πε­ρά­σει, ζει μο­να­ξιά μέ­σα στο γά­μο… Εί­πα στα παι­διά να μι­λή­σου­νε και να ρω­τή­σουν ό,τι σκε­φτούν, να κά­νουν ε­ρω­τή­σεις ό­σο τολ­μη­ρές θέ­λου­ν, α­φού μας πεις κι ε­σύ πάτερ δυ­ο σκέ­ψεις πρώ­τα για να ξε­κι­νή­σου­με…

π. Σταύ­ρος: Πρώ­τα α­πό ό­λα, ευ­χα­ρι­στώ που με κα­λέ­σα­τε. Δεύ­τε­ρον, δεν συ­νη­θί­ζω να μι­λά­ω στους αν­θρώ­πους, συ­νή­θως μι­λά­ω α­φού α­κού­σω και κά­πο­τε μου εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο να μι­λή­σω. Θα σας πω κά­ποι­ες σκέ­ψεις σε σχέ­ση με το γά­μο και ό­χι μό­νο για τη μο­να­ξιά μέ­σα στο γά­μο αλ­λά γε­νι­κό­τε­ρα.

Πρώ­τα α­π’ ό­λα, υ­πάρ­χει τε­ρά­στια δυ­σκο­λί­α σή­με­ρα με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων, για­τί δεν γνω­ρί­ζον­ται με­τα­ξύ τους. Πα­λιά δεν ή­ταν έ­τσι. Για ε­μάς (ε­μέ­να και την πα­πα­διά) που με­γα­λώ­σα­με στο ε­ξω­τε­ρι­κό, δεν ή­ταν κα­θό­λου έ­τσι, με την έν­νοι­α ό­τι εί­χα­με την ευ­και­ρί­α μέ­σα α­πό συγ­κεν­τρώ­σεις, πα­νη­γύ­ρια, συ­νε­λεύ­σεις, συ­νέ­δρια, να γνω­ρί­ζου­με παι­διά α­π’ ό­λη την πε­ρι­φέ­ρεια, μια τε­ρά­στια πε­ρι­φέ­ρεια. Κι οι γο­νείς μας γνώ­ρι­ζαν τους γο­νείς τους. Υ­πήρ­χε αυ­τή η κοι­νω­νι­κή ε­νό­τη­τα. Σή­με­ρα δεν υ­πάρ­χει.

Έ­πει­τα, σή­με­ρα φαί­νε­ται ό­τι λι­γο­στεύ­ουν οι χώ­ροι ό­που μπο­ρού­με να λει­τουρ­γή­σου­με αν­θρώ­πι­να. Ρω­τά­ω νέ­ους «πού πά­τε να γνω­ρί­σε­τε αν­θρώ­πους;», λέ­νε «στο μπαρ, στην κα­φε­τέ­ρια», ό­που ό­μως δεν υ­πάρ­χει ο­μα­δι­κή δι­α­σκέ­δα­ση. Υ­πάρ­χει ου­σι­α­στι­κά έ­νας χώ­ρος α­το­μι­κός ό­που κά­θε­σαι και ί­σως πας με μια δι­κή σου πα­ρέ­α, δεν υ­πάρ­χει ό­μως αυ­τή η ε­πι­κοι­νω­νί­α με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων.

Τρί­τον, ε­πει­δή με­γα­λώ­νου­με μέ­σα σ’ αυ­τήν την α­κοι­νω­νη­σί­α, κου­βα­λά­με μέ­σα μας μια μο­να­ξιά, γνω­ρί­ζου­με κά­ποι­ον και φαί­νε­ται ό­τι πε­ρι­μέ­νου­με α­πό αυ­τή τη σχέ­ση να κα­λύ­ψει τα πάν­τα, το ο­ποί­ο φυ­σι­κά δεν γί­νε­ται. Έ­τσι, γρή­γο­ρα α­πο­γο­η­τεύ­ε­ται κα­νείς α­πό τη σχέ­ση, για­τί όν­τως ο άλ­λος δεν μπο­ρεί να κα­λύ­ψει τα πάν­τα.

Υ­πάρ­χει και το α­κρι­βώς αν­τί­θε­το, κά­ποι­ος πα­γι­δεύ­ε­ται σε μί­α σχέ­ση, ό­που εί­ναι μό­νο «ε­γώ κι ε­σύ», κα­νέ­νας άλ­λος, ή ε­λά­χι­στοι άλ­λοι. Δεν εν­τάσ­σε­ται αυ­τό μέ­σα σ’ έ­να κοι­νω­νι­κό πλαί­σιο και πά­λι βρα­χυ­κυ­κλώ­νει για­τί δεν εμ­πλου­τί­ζε­ται η σχέ­ση. Δεν τρο­φο­δο­τεί­ται. Με αυ­τό τον τρό­πο, α­φαι­ρεί­ται α­πό τη σχέ­ση η ί­δια η ε­λευ­θε­ρί­α, που πρέ­πει να υ­πάρ­χει, ώ­στε να υ­πάρ­χει δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα. Έ­τσι, δη­μι­ουρ­γεί­ται αυ­τό που λέ­με στην ψυ­χο­λο­γι­κή ο­ρο­λο­γί­α «συ­νε­ξάρ­τη­ση». Πια ο έ­νας στη­ρί­ζε­ται α­πό­λυ­τα στον άλ­λο και υ­πάρ­χει με­τά ο φό­βος ό­τι «αν ε­γώ κά­νω δύ­ο βή­μα­τα πί­σω, ο άλ­λος θα πέ­σει» ή «αν αυ­τός κά­νει δύ­ο βή­μα­τα πί­σω, α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό μέ­να δη­λα­δή, ε­γώ θα πέ­σω». Υ­πάρ­χει και ο φό­βος και η ε­νο­χή που ε­ναλ­λάσ­σον­ται με­τα­ξύ τους. Ε­πεί­τα βέ­βαι­α έρ­χε­ται και ο θυ­μός που σε πα­γι­δεύ­ει, δη­λα­δή δεν α­φή­νει να υ­πάρ­χει ε­λεύ­θε­ρη ε­πι­κοι­νω­νί­α.

Πα­ρα­τη­ρώ, ε­πί­σης, στις σχέ­σεις - και το εί­πα αυ­τό στο συ­νέ­δριο, ό­ταν μι­λά­γα­με για τον γά­μο - ό­τι πια δεν υ­πάρ­χει ου­σι­α­στι­κά ε­πι­κοι­νω­νί­α μέ­σα στο γά­μο. Ζού­με πα­ράλ­λη­λες ζω­ές χω­ρίς να υ­πάρ­χει συ­νύ­φαν­ση των σχέ­σε­ων. Πώς γί­νε­ται αυ­τό πρα­κτι­κά; Έρ­χον­ται ζευ­γά­ρια σε μέ­να, μι­λά­με, α­να­λύ­ου­με τα ψυ­χο­λο­γι­κά, τα δυ­να­μι­κά, πώς μα­λώ­νει ο έ­νας, πώς μα­λώ­νει ο άλ­λος και ξαφ­νι­κά α­να­κα­λύ­πτω ό­τι αυ­τό το ζευ­γά­ρι δεν τρώ­ει μα­ζί πο­τέ. Μό­νο Κυ­ρια­κή και πο­τέ στο σπί­τι. Ή θα πά­νε στη μα­μά ή θα βγουν έ­ξω. Ο έ­νας έρ­χε­ται σπί­τι του στις 5, θα φά­ει στις 5, ο άλ­λος έρ­χε­ται στις 8, θα φά­ει κι αυ­τός μό­νος του. Μέ­χρι τό­τε και οι δύ­ο ψό­φιοι εί­ναι, η μί­α κά­νει τις δου­λει­ές του σπι­τιού, ο άλ­λος χα­ζεύ­ει. Πά­νε και κοι­μούν­ται και με­τά πε­ρι­μέ­νουν ό­τι θα κά­νουν και έ­ρω­τα. Δεν γί­νε­ται.

Ε­πο­μέ­νως, δεν υ­πάρ­χει πια ού­τε καν ε­πι­κοι­νω­νί­α, ου­σι­α­στι­κή ε­πι­κοι­νω­νί­α, ε­πει­δή δεν υ­πάρ­χει ο χώ­ρος και ο χρό­νος να συ­νυ­πάρ­χουν. Συν ό­τι πά­λι αυ­τό το ζευ­γά­ρι δεν έ­χει ση­μεί­ο α­να­φο­ράς σε μί­α κοι­νό­τη­τα έ­ξω α­πό αυ­τούς, σε αν­θρώ­πους έ­ξω α­πό αυ­τούς. Και δεν μι­λά­ω α­πλώς να έ­χου­με σχέ­σεις με­τα­ξύ μας με άλ­λα ζευ­γά­ρια. Ση­μαν­τι­κό εί­ναι κι αυ­τό. Μι­λά­ω ό­μως για κά­τι που το ζευ­γά­ρι έ­χει ση­μεί­ο α­να­φο­ράς έ­ξω α­π’ αυ­τό, που, για μέ­να και για μας που πι­στεύ­ου­με στον Ι­η­σού Χρι­στό, εί­ναι η Εκ­κλη­σί­α. Ό­σο λεί­πει αυ­τό, τό­ση μο­να­ξιά θα υ­πάρ­χει στο γά­μο, τό­σο α­πο­κομ­μέ­νοι, τό­σο μό­νοι θα αι­σθαν­θού­με να ση­κώ­σου­με τα βά­ρη που υ­πάρ­χουν μέ­σα σε μί­α σχέ­ση.

Ε­πί­σης, υ­πάρ­χει α­να­σφά­λεια για να μπεις στο γά­μο, ε­πει­δή υ­πάρ­χει αυ­τό το τε­ρά­στιο πο­σο­στό δι­α­ζυ­γί­ων. Ξέ­ρου­με ό­τι στις α­στι­κές πε­ρι­ο­χές της Ελ­λά­δος η α­να­λο­γί­α δι­α­ζυ­γί­ων – γά­μων εί­ναι πια 1:2. Ά­μα βά­λου­με την ε­παρ­χί­α (1:4, 1:5), το κά­νου­με 1:2,5. Του χρό­νου η α­να­λο­γί­α θα εί­ναι α­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρη, δη­λα­δή 1:1,9. Με­τά θα πά­ει σχε­δόν μι­σά-μι­σά. Αυ­τό δη­μι­ουρ­γεί τε­ρά­στια α­να­σφά­λεια και μο­να­ξιά. Συν ό­τι ό­σο με­γα­λώ­νεις και ό­σο δεν υ­πάρ­χει αυ­τή η κοι­νω­νι­κή α­να­φο­ρά, α­πο­μο­νώ­νε­σαι στο σπί­τι σου. Και ό­σο α­πο­μο­νώ­νε­σαι, τό­σο αυ­ξά­νον­ται οι κρί­σεις πα­νι­κού, το άγ­χος, η αί­σθη­ση ό­τι εί­σαι μό­νος τε­λεί­ως, «τι θα γί­νει αν πά­θω ε­γώ τί­πο­τα» και ού­τω κα­θε­ξής.

Αυ­τές εί­ναι εν ο­λί­γοις οι δι­κές μου α­νη­συ­χί­ες. Δεν ξέ­ρω πώς τα α­κού­τε, θα ή­θε­λα πε­ρισ­σό­τε­ρο να μου πεί­τε ε­σείς πά­νω σ’ αυ­τά… Θέ­λω να ρω­τή­σω, ε­φό­σον δι­α­βά­σα­τε το κεί­με­νο, τι εί­ναι αυ­τό που σας ά­ρε­σε στο κεί­με­νο ή τι δεν σας ά­ρε­σε… Να κά­νω κι ε­γώ μί­α ε­ρώ­τη­ση σ’ ε­σάς…

Η Ελ. λέ­ει ό­τι της ά­ρε­σε η ευ­στο­χί­α του κει­μέ­νου, εί­δε το γά­μο της μέ­σα α­πό αυ­τό και έ­νι­ω­σε λι­γό­τε­ρο μό­νη.

Ο Γ. μι­λά­ει για τη δυ­σκο­λί­α που έ­χει να εί­ναι μό­νος­ μέ τον ε­αυ­τό του και την εν­τύ­πω­ση που του έ­κα­νε το κεί­με­νο, στο ό­τι μό­νο ό­ταν εί­σαι μό­νος, μπο­ρείς να συ­ναν­τή­σεις το Θε­ό. Λέ­ει ό­τι στη σχέ­ση του με τη γυ­ναί­κα του άλ­λο­τε έ­χει κα­λή δι­ά­θε­ση να εί­ναι μα­ζί και άλ­λο­τε ό­χι.

π. Σταύ­ρος: Να ρω­τή­σω: μέ­σα στο γά­μο υ­πάρ­χει ο χώ­ρος που μπο­ρείς να μεί­νεις μό­νος; Για­τί υ­πάρ­χει μί­α τά­ση που λέ­ει ό­τι εί­μα­στε μα­ζί και πρέ­πει να εί­μα­στε πάν­τα μα­ζί. Δη­λα­δή, μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να μεί­νει λί­γο μό­νος με τον ε­αυ­τό του; Βέ­βαι­α, πολ­λές φο­ρές αυ­τό μπο­ρεί να εί­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κό. Δη­λα­δή, ό­ταν ο άν­τρας εί­ναι στη δου­λειά και η γυ­ναί­κα εί­ναι συ­νέ­χεια στο σπί­τι, εί­ναι μό­νη της. Κι ε­κεί ί­σως δη­μι­ουρ­γεί­ται έ­να πρό­βλη­μα, α­πό την ά­πο­ψη ό­τι έρ­χε­ται ο άν­τρας που εί­ναι ό­λη μέ­ρα στη δου­λειά και με κό­σμο και θέ­λει να πά­ει σπί­τι να η­συ­χά­σει ε­νώ η γυ­ναί­κα, που ή­ταν ή­συ­χη ό­λη μέ­ρα, θέ­λει να δει κό­σμο, έ­χει α­παι­τή­σεις α­πό τον άν­τρα να εί­ναι μα­ζί της. Τό­τε δη­μι­ουρ­γεί­ται έν­τα­ση. Πρέ­πει, ό­μως, να υ­πάρ­χει ι­σορ­ρο­πί­α σ’ αυ­τό, μου φαί­νε­ται.

Μι­λά­ει ο Γ.. για τις α­παι­τή­σεις που έ­χει ε­κεί­νος α­πό τους άλ­λους μέ­σα στις σχέ­σεις του.

π. Σταύ­ρος: Η πα­γί­δα εί­ναι ό­τι συ­νή­θως φτι­ά­χνου­με σχέ­σεις και ζη­τά­με α­πό τον άλ­λο. Εί­ναι με­γά­λη πα­γί­δα, για­τί σε μια σχέ­ση δεν ζη­τάς α­πό τον άλ­λο. Σε μί­α σχέ­ση ου­σι­α­στι­κά θες να δεις τι μπο­ρείς να δώ­σεις, ο κα­θέ­νας τι μπο­ρεί να δώ­σει στη σχέ­ση.

Υ­πάρ­χει μί­α θε­ω­ρί­α (εί­ναι δι­κή μου νο­μί­ζω, δεν την έ­χω δι­α­βά­σει που­θε­νά): Ε­γώ γνω­ρί­ζω τη γυ­ναί­κα μου και η γυ­ναί­κα μου γνω­ρί­ζει ε­μέ­να και εί­ναι να φτι­ά­ξου­με μί­α σχέ­ση. Η σχέ­ση ου­σι­α­στι­κά εί­ναι έ­ξω α­πό μας. Δη­λα­δή, εί­ναι σαν να έ­χω πη­λό και να πρέ­πει να δι­α­μορ­φώ­σω τον πη­λό σε σχέ­ση. Τώ­ρα, ε­γώ θα βο­η­θή­σω, αυ­τή θα βο­η­θή­σει, ο έ­νας θα βά­λει το χέ­ρι του ε­δώ, ο άλ­λος θα βά­λει το χέ­ρι του ε­κεί, ο έ­νας θα γυ­ρί­σει τον τρο­χό, ο άλ­λος θα βά­λει το νε­ρό…έ­λα να το φτι­ά­ξου­με…και αυ­τή εί­ναι η σχέ­ση μας.

Δυ­στυ­χώς, δεν βλέ­που­με έ­τσι τη σχέ­ση. Συ­νή­θως εί­ναι «φτιά­ξε κά­τι για μέ­να».

Μι­λά­ει η Α. για το φό­βο που νοι­ώ­θει ό­ταν μέ­νει μό­νη με τον ε­αυ­τό της.

π. Σταύ­ρος: Έ­χε­τε συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τι σας τρο­μά­ζει ό­μως; Για­τί εί­ναι πο­λύ ση­μαν­τι­κό.

Η Α. λέ­ει ό­τι την τρο­μά­ζει το να βλέ­πει τα χά­λια της.

π. Σταύ­ρος: Κοί­τα­ξε, ό­σο δεν εί­σαι σε ε­πα­φή με τον ε­αυ­τό σου, όν­τως νοι­ώ­θεις μό­νος σου με τον ε­αυ­τό σου. Δη­λα­δή, ό­σο πλη­σιά­ζεις τον ε­αυ­τό σου και συμ­βι­βά­ζε­σαι με αυ­τόν, όν­τως μπο­ρείς να μεί­νεις και μό­νος με τον ε­αυ­τό σου. Αυ­τό που εί­πα και στην ο­μι­λί­α εί­ναι ό­τι τό­τε μπο­ρού­με να γνω­ρί­σου­με τη μο­να­δι­κό­τη­τά μας, ποι­οι εί­μα­στε.

Μι­λά­ει ο Ζ. για έ­να αί­σθη­μα αυ­τάρ­κειας που αι­σθά­νε­ται ό­ταν μέ­νει μό­νος του.

π. Σταύ­ρος: Πρέ­πει να μεί­νεις πε­ρισ­σό­τε­ρο μό­νος σου (γέ­λια). Ναι, υ­πάρ­χει αυ­τός ο κίν­δυ­νος, αλ­λά αυ­τό που κά­νει το να μεί­νεις μό­νος σου εί­ναι να σε φέ­ρει σε ε­πα­φή με την ε­ρώ­τη­ση αν υ­πάρ­χου­με ή δεν υ­πάρ­χου­με και να σε φέ­ρει ά­με­σα στη σχέ­ση με τον θά­να­το. Και ε­κεί δεν μπο­ρού­με να ζού­με στο ψέ­μα ό­τι εί­μα­στε κά­τι. Ζού­με στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­τι δεν εί­μα­στε τί­πο­τα. Τό­τε όν­τως μπο­ρού­με να δού­με τον ε­αυ­τό μας μ’ αυ­τό που εί­μα­στε, με ό­λα τα ε­λατ­τώ­μα­τα. Αυ­τό που λες ε­σύ εί­ναι ό­τι «μπο­ρώ να νι­κή­σω τα πάν­τα». Ε­νώ μπρο­στά στο θά­να­το, δεν μπο­ρείς να νι­κή­σεις τί­πο­τα.

Νο­μί­ζω ό­τι αυ­τό εί­ναι και μέ­σα στην πα­ρά­δο­σή μας. Δη­λα­δή, δεν εί­ναι τυ­χαί­ο που στους μο­να­χούς η ά­σκη­σή τους εί­ναι να μεί­νουν μό­νοι τους μπρο­στά στο γε­γο­νός του θα­νά­του. Βλέ­που­με την ει­κό­να του Α­γί­ου Σι­σώ­η που εί­ναι πά­νω α­πό τον τά­φο. Υ­πάρ­χει η πα­ρά­δο­ση ό­τι μέ­σα στα κε­λιά των μο­να­χών βά­ζα­νε νε­κρο­κε­φα­λές. Ό­λα αυ­τά εί­ναι υ­πεν­θύ­μι­ση του τι πραγ­μα­τι­κά εί­μα­στε μπρο­στά στο γε­γο­νός του θα­νά­του.

Ζ.: Νοι­ώ­θει, δη­λα­δή, κα­νείς ό­τι δεν μπο­ρεί να αυ­το­δι­και­ώ­νε­ται…

π. Σταύ­ρος: Ναι, νοι­ώ­θει ό­τι δεν μπο­ρεί να τα κου­μαν­τά­ρει ό­λα. Δεν μπο­ρεί να τα έ­χει ό­λα. Η δύ­να­μή του εί­ναι πο­λύ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη.

Ζ.: Και τό­τε μπο­ρεί να α­πλώ­σει τα χέ­ρια και προς τους άλ­λους και προς το Θε­ό;

π. Σταύ­ρος: Μό­νο τό­τε.

π. Χρ.: Να πω κι ε­γώ κά­τι θέ­λω. Εί­χα μια εμ­πει­ρί­α μι­κρός, α­πό αυ­τές που με ση­μα­δέ­ψα­νε. Συ­νή­θι­ζα να πη­γαί­νω συ­χνά στο Ά­γιο Ό­ρος και εί­χα γνω­ρι­στεί με δι­α­φό­ρους ε­κεί. Ή­ξε­ρα, λοι­πόν, έ­να μο­να­χό σ’ έ­να κε­λί. Κά­ποι­α φο­ρά, ε­πει­δή μου ‘χε εμ­πι­στο­σύ­νη, μου λέ­ει: «ε­γώ θα λεί­ψω κά­ποι­ες μέ­ρες. Πά­ρε το κλει­δί, ε­κεί εί­ναι οι ντο­μά­τες, ά­μα έρ­θει κά­νας άν­θρω­πος…»

Ε­γώ λα­ϊ­κός ή­μου­να. Εί­χα ό­λον τον εν­θου­σια­σμό της νε­ό­τη­τας, ή­ταν και τα χρό­νια α­να­γέν­νη­σης στο Ά­γιο Ό­ρος… Ό­ταν έ­φυ­γε, εί­χα πο­λύ με­γά­λη χα­ρά. Κά­θι­σα 3-4 ώ­ρες, α­πό­λυ­τη ευ­τυ­χί­α. Κα­θώς άρ­χι­σε να περ­νά­ει η μέ­ρα, άρ­χι­σα να νοι­ώ­θω πο­λύ με­γά­λη θλί­ψη. Δεν μπο­ρού­σα να κα­τα­λά­βω για­τί. Δεν εί­χα και την κρί­ση ε­νός με­γά­λου αν­θρώ­που, τρι­αν­τά­ρη, σα­ραν­τά­ρη… ή­μουν νέ­ος. Κά­ποι­α στιγ­μή, ξέ­σπα­σα σε κλά­μα­τα. Δεν εί­χα ξα­να­πά­θει τέ­τοι­ο πράγ­μα. Άρ­χι­σα να κλαί­ω πά­ρα πο­λύ.

Μέ­χρι να βρα­διά­σει (ε­γώ δεν φο­βό­μου­να ού­τε το σκο­τά­δι, ού­τε τη νύ­χτα να μέ­νω μό­νος μου), κά­πως συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ό­τι δεν μου ά­ρε­σε κα­θό­λου που ή­μου­να μό­νος μου. Στην ου­σί­α εί­χα πά­ει ε­κεί για να εί­μαι με πα­ρέ­α, με τον μο­να­χό και με ό­σους άλ­λους περ­νού­σαν και να ‘μαι κα­λά. Ε­νώ εί­χα ξε­κι­νή­σει να πά­ω ε­κεί με χα­ρά, έ­κλαι­γα ε­πί ώ­ρα. Ε­κεί συ­νει­δη­το­ποί­η­σα για πρώ­τη φο­ρά στη ζω­ή μου ό­τι δεν μ’ ά­ρε­σε να εί­μαι μό­νος μου. Για­τί ή­μου­να πάν­τα με αν­θρώ­πους. Έκλαψα πολύ. Και αυ­τή ή­ταν η αρ­χή της συ­νει­δη­το­ποί­η­σης (και κά­ποι­ες άλ­λες τέ­τοι­ες φο­ρές), που κα­τά­λα­βα ό­τι ο άν­θρω­πος που δεν αν­τέ­χω πά­νω α­π’ ό­λους, εί­ναι ο ε­αυ­τός μου.

Μι­λά­ει η Στ. για τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή μο­να­ξιά που νοι­ώ­θει α­κό­μα και ό­ταν εί­ναι μα­ζί με άλ­λους αν­θρώ­πους.

π. Σταύ­ρος: Έ­να τρα­γού­δι λέ­ει «ο μο­να­χός ο άν­θρω­πος, ό­ταν εί­ναι με άλ­λους που γε­λά­νε, νοι­ώ­θει δύ­ο φο­ρές μό­νος». Υ­πάρ­χει μια δι­α­φο­ρά στο να νοι­ώ­θεις μο­να­ξιά και να εί­σαι όν­τως μό­νος. Αν υ­πάρ­χουν οι σχέ­σεις που υ­πάρ­χουν, τό­τε αν­τέ­χεις αυ­τό και μά­λι­στα σε βά­ζει να ε­κτι­μή­σεις και τις σχέ­σεις πε­ρισ­σό­τε­ρο, τις βά­ζεις σε κα­λύ­τε­ρη προ­ο­πτι­κή. Αν δεν υ­πάρ­χουν, όν­τως το να εί­σαι μό­νος προ­κα­λεί μο­να­ξιά.

Ο πα­τήρ Δο­σί­θε­ος μου έ­γρα­ψε έ­να γράμ­μα με­τά την ο­μι­λί­α και μου λέ­ει ό­τι οι μο­να­χοί δεν νοι­ώ­θουν α­πό­λυ­τα μό­νοι τους για­τί έ­χουν τους α­γί­ους. Εν­τά­ξει. Και βέ­βαι­α λέ­ει ό­τι ό­σοι δεν έ­χουν αυ­τό εί­ναι όν­τως δυ­στυ­χι­σμέ­νοι. Αλ­λά ε­πι­μέ­νω ό­τι πριν το βι­ώ­σεις αυ­τό, χρει­ά­ζε­ται να βι­ώ­σεις το πρώ­το στά­διο, το να εί­σαι με τον ε­αυ­τό σου, να εί­σαι μπρο­στά στο θά­να­το. Τό­τε θα βά­λεις αυ­τή τη ζω­ή σε σω­στή προ­ο­πτι­κή. Τό­τε θα α­να­γνω­ρί­σεις ό­τι υ­πάρ­χει κά­τι άλ­λο, πέ­ρα α­πό αυ­τό που ζού­με. Συ­νή­θως δεν το κά­νου­με αυ­τό και τό­τε νοι­ώ­θου­με πε­ρισ­σό­τε­ρη μο­να­ξιά. Συ­νή­θως πε­ρι­ο­ρί­ζου­με τη ζω­ή σε αυ­τό που ζού­με και ό­χι σε κά­τι άλ­λο.

Στο Ευ­αγ­γέ­λιο που δι­α­βά­σα­με την Κυ­ρια­κή, λέ­ει ο νε­α­ρός «τι μπο­ρώ να κά­νω για να α­πο­κτή­σω την αι­ώ­νια ζω­ή;» κι α­παν­τά ο Χρι­στός «ά­μα θέ­λεις να α­πο­κτή­σεις τη ΖΩΗ, τό­τε να τη­ρή­σεις τις εν­το­λές». Δεν λέ­ει την αι­ώ­νια ζω­ή. Λέ­ει τη ζω­ή, την πραγ­μα­τι­κή ζω­ή, η ο­ποί­α δεν εί­ναι μό­νο η ζω­ή που ζού­με. Αυ­τό που ζού­με δεν εί­ναι ζω­ή, εί­ναι ζω­ή μπρο­στά στο θά­να­το. Αλ­λά για να φτά­σεις σ’ αυ­τό, πρέ­πει να εν­νο­ή­σεις τι θα πει να εί­σαι μό­νος, πρέ­πει να α­πο­κτή­σεις το φό­βο ό­τι θα πε­θά­νεις, ό­τι μπο­ρεί να πε­θά­νεις μό­νος σου, που εί­ναι ο χει­ρό­τε­ρος φό­βος. Προ­σπα­θού­με να λύ­σου­με ό­λα τα άλ­λα χω­ρίς να δού­με αυ­τό. Ε, δεν λύ­νον­ται.

Η Ειρ. μι­λά­ει για το πώς βί­ω­σε το θά­να­το του πα­τέ­ρα της, ό­που λέ­ει ό­τι προ­σευ­χό­με­νη δεν έ­νοι­ω­σε μο­να­ξιά.

π. Σταύ­ρος: Δεν μι­λά­ω γι’ αυ­τό. Μι­λά­ω για ό­ταν εί­μα­στε με τον ε­αυ­τό μας.

Ειρ.: Ό­ταν σκε­φτό­μα­στε το δι­κό μας θά­να­το δη­λα­δή…

π. Σταύ­ρος: Ό­ταν σκε­φτό­μα­στε το δι­κό μας το θά­να­το, αλ­λά και ό­ταν σκε­φτό­μα­στε τι εί­μα­στε ε­μείς μπρο­στά στο θά­να­το. Κοί­τα­ξε, έ­χου­με μί­α αί­σθη­ση παν­το­δυ­να­μί­ας και πρέ­πει να σπά­σει αυ­τό. Ο μό­νος τρό­πος να σπά­σει, εί­ναι να δού­με το θά­να­το. Ό­λος ο κό­σμος προ­σπα­θεί να τον α­πο­φύ­γει. Ό­λοι ό­μως κά­πο­τε θα πε­θά­νου­με. Ό­λοι προ­σπα­θούν να ε­λέγ­χουν α­κό­μα και τις και­ρι­κές συν­θή­κες κι έρ­χε­ται έ­νας καύ­σω­νας και τα καί­ει ό­λα. Προ­σπα­θού­με να φτι­ά­ξου­με μια ζω­ή πο­λύ πα­ρα­δει­σέ­νια ώ­στε να α­πο­φύ­γου­με τον ου­σι­α­στι­κό φό­βο και τη θλί­ψη. Δεν μπο­ρού­με ό­μως να ξε­φύ­γου­με α­πό τον πό­νο και τη θλί­ψη.

Όν­τως ο πό­νος και η θλί­ψη δη­μι­ουρ­γούν μο­να­ξιά. Δεν μπο­ρείς ε­σύ α­πό­λυ­τα να πά­ρεις τον πό­νο τον δι­κό μου. Εί­ναι δι­κός μου πό­νος. Ό­ταν πο­νά­ει το χέ­ρι μου, πο­νά­ει το χέ­ρι μου. Δεν πο­νά­ει το δι­κό σου. Μπο­ρώ να σου πω πώς εί­ναι, μπο­ρεί να μου πεις ό­τι πό­νε­σε κά­πο­τε και το δι­κό σου. Ό­μως του κα­θε­νός ο πό­νος εί­ναι κά­τι δι­κό του, α­πο­κλει­στι­κό του.

Ο Χρι­στός σταυ­ρώ­νε­ται και λέ­με ό­τι παίρ­νει τον πό­νο, βι­ώ­νει το θά­να­το. Ε­μείς χρει­ά­ζε­ται να ταυ­τι­στού­με με τον πό­νο και το θά­να­το του Χρι­στού, που δεν ή­ταν έ­νας δι­κός Του πό­νος. Αυ­τός πό­νε­σε για­τί αυ­τός ο κό­σμος ή­ταν και εί­ναι στην α­μαρ­τί­α. Ή­ταν έ­ξω α­πό τον ί­διο τον ε­αυ­τό Του ο πό­νος. Ο μό­νος τρό­πος για να υ­περ­βού­με τον πό­νο, εί­ναι να βγού­με έ­ξω α­πό αυ­τόν και να πού­με ό­τι ό­λος ο πό­νος συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σ’ έ­να γε­νι­κό­τε­ρο πό­νο. Μό­νο έ­τσι μπο­ρού­με να α­πο­φύ­γου­με το πρό­βλη­μα της μο­να­ξιάς, να ξε­φύ­γου­με α­πό τη μο­να­ξιά που προ­κα­λεί ο πό­νος.

Α.: Αν δεν συμ­φι­λι­ω­θού­με με την ι­δέ­α του πό­νου, μπο­ρού­με να έ­χου­με ου­σι­α­στι­κή σχέ­ση με το Χρι­στό;

π. Σταύ­ρος: Ο μη­χα­νι­σμός του να προ­σπα­θή­σου­με να α­πο­φύ­γου­με τον πό­νο εί­ναι έ­νας μη­χα­νι­σμός που ί­σως εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος, ώ­στε ο ί­διος ο ψυ­χο­σω­μα­τι­κός ορ­γα­νι­σμός μας να μπο­ρεί να αν­τι­με­τω­πί­σει τον πό­νο. Δη­λα­δή, κά­νεις δύ­ο βή­μα­τα πί­σω, ώ­στε να μπο­ρείς να τον αν­τι­με­τω­πί­σεις. Αυ­τό εί­ναι κά­πως α­πα­ραί­τη­το. Αν κά­ποι­ος σου πει κά­τι πο­λύ δυ­σά­ρε­στο, υ­πάρ­χει έ­να σοκ, μια άρ­νη­ση στην αρ­χή. Αυ­τό εί­ναι α­πα­ραί­τη­το. Α­πό ‘κει και πέ­ρα τι γί­νε­ται. Για­τί ά­μα ε­πι­μεί­νει ο πό­νος, δεν μπο­ρείς να τον α­πο­φύ­γεις, θα εί­ναι ε­κεί.

Τώ­ρα έρ­χον­ται πολ­λά πράγ­μα­τα στη σκέ­ψη μου. Άλ­λο πράγ­μα ο σω­μα­τι­κός πό­νος, κι άλ­λο ο ψυ­χι­κός πό­νος, ο συ­ναι­σθη­μα­τι­κός πό­νος. Γε­νι­κό­τε­ρα βέ­βαι­α, εί­μα­στε φυ­γό­πο­νοι και νο­μί­ζω γι’ αυ­τό α­πο­φεύ­γου­με και το να εί­μα­στε μό­νοι μας, γι’ αυ­τό βά­ζου­με και τις δυ­να­τές μου­σι­κές. Θέ­λου­με να εί­μα­στε δια­ρκώς με κό­σμο ώ­στε να α­πο­φύ­γου­με το ου­σι­α­στι­κό βί­ω­μα του πό­νου.

Δεν ξέ­ρω, α­πό την άλ­λη, αν μπο­ρού­με να συμ­φι­λι­ω­θού­με με τον πό­νο. Εί­ναι σαν να πεις «να συμ­φι­λι­ω­θώ με το θά­να­το». Υ­πάρ­χει ε­δώ έ­να πρό­βλη­μα. Ο πα­τήρ Σμέ­μαν, έ­νας πε­ρί­φη­μος θε­ο­λό­γος, λέ­ει ό­τι δεν μπο­ρού­με να συμ­φι­λι­ω­θού­με με το θά­να­το για­τί ο θά­να­τος δεν ή­τα­νε μέ­ρος της ζω­ής μας. Δεν πι­στεύ­ω ό­τι υ­πάρ­χει αυ­τή η δυ­να­τό­τη­τα, ό­τι μπο­ρού­με όν­τως να συμ­φι­λι­ω­θού­με με αυ­τό. Α­πό ‘κει και πέ­ρα, το θέ­μα εί­ναι τι κά­νου­με ε­φό­σον τον έ­χου­με.

Και εί­πα. Το έ­να εί­ναι να μην α­πο­μο­νω­θού­με στον πό­νο μας. Πι­στεύ­ω ό­τι ο άν­θρω­πος έ­χει μί­α τά­ση να α­πο­μο­νω­θεί στον πό­νο του, να γί­νει πο­λύ ε­γω­κεν­τρι­κός και α­πω­θη­τι­κός και να ο­πι­σθο­δρο­μή­σει σε έ­να μω­ρό, ας πού­με, που δια­ρκώς κλαί­ει, κλαί­ει, κλαί­ει για τον ε­αυ­τό του. Αυ­τός εί­ναι έ­νας πει­ρα­σμός, τε­ρά­στιος πει­ρα­σμός. Ε­γώ μπο­ρώ να νοι­ώ­θω τη μο­να­ξιά μου και να μην δω τη μο­να­ξιά του άλ­λου και τις δυ­σκο­λί­ες του άλ­λου και να μεί­νω μό­νο με τον ε­αυ­τό μου. Αυ­τό εί­ναι πο­λύ ε­πι­κίν­δυ­νο. Γι’ αυ­τό η Εκ­κλη­σί­α μάς βγά­ζει α­πό τη μό­νω­ση και μας φέρ­νει στην ευ­χα­ρι­στια­κή ζω­ή, ώ­στε να δού­με ό­τι «τα βά­ρη των άλ­λων βα­στά­ζε­τε», υ­πάρ­χει θλί­ψη γύ­ρω μας, πρέ­πει να αλ­λη­λο­ϋ­πο­στη­ρι­χθού­με.

Το άλ­λο εί­ναι αυ­τό που εί­πα, δη­λα­δή να εν­τάσ­σου­με τον πό­νο τον προ­σω­πι­κό μας σ’ έ­να ευ­ρύ­τε­ρο πό­νο. Ο ου­σι­α­στι­κός πό­νος εί­ναι ε­πει­δή εί­μαι πο­λύ μα­κριά α­πό τον Ι­η­σού Χρι­στό. Κά­πως έ­τσι με­τα­φρά­ζε­ται αυ­τό το πράγ­μα. Ε­πει­δή οι έν­νοι­ες αυ­τές εί­ναι α­φη­ρη­μέ­νες, πολ­λές φο­ρές πρέ­πει να το κά­νου­με πιο συγ­κε­κρι­μέ­νο. Ό­μως προ­σέξ­τε, ε­πει­δή εί­μα­στε σε εκ­κλη­σι­α­στι­κό χώ­ρο, δεν λέ­ω ό­τι πρέ­πει να πο­νέ­σου­με για να νοι­ώ­σου­με τον Ι­η­σού Χρι­στό ή ό­τι πρέ­πει να πο­νέ­σου­με ώ­στε να κα­θα­ρι­στού­με α­πό τις ε­νο­χές μας, να ε­ξι­λε­ω­θού­με α­πό τις α­μαρ­τί­ες μας. Δεν το λέ­ω αυ­τό και πι­στεύ­ω ό­τι δεν εί­ναι α­πό­λυ­τα ορ­θό­δο­ξο.

Δι­ά­βα­σα προ­χθές πως έ­λε­γε ο ά­γιος Παφ­νού­τιος ό­τι εί­χε έ­να έκ­ζε­μα στο πό­δι του και ευ­χα­ρί­στη­σε το Θε­ό για­τί, λέ­ει, «με τον πό­νο που εί­χα στο πό­δι μου, κα­θά­ρι­σα και την ψυ­χή μου». Αλ­λά τι ση­μαί­νει αυ­τό; Δεν ση­μαί­νει ό­τι πλή­ρω­σε μια τι­μή για τις α­μαρ­τί­ες του. Ση­μαί­νει α­κρι­βώς αυ­τό που εί­πα ε­γώ, πως σκέ­φτη­κε ποι­ος εί­ναι αυ­τός μπρο­στά στη φθο­ρά. Τα έ­βα­λε ό­λα σε μί­α προ­ο­πτι­κή και κα­θά­ρι­σε λί­γο τον ε­αυ­τό του α­πό αυ­τή την πλά­νη. Αυ­τό ση­μαί­νει. Ό­χι την έν­νοι­α της τι­μω­ρί­ας. Το λέ­ω για­τί μπο­ρεί να σας μπει στο νου κά­τι τέ­τοι­ο, το ξε­κα­θα­ρί­ζω.

Ό­ταν περ­νά­ω μια δυ­σκο­λί­α, σω­μα­τι­κή ή ψυ­χο­λο­γι­κή, όν­τως μου δί­νε­ται μί­α δυ­να­τό­τη­τα να γνω­ρί­σω τον Ι­η­σού Χρι­στό στ’ α­λή­θεια. Να γνω­ρί­σω αυ­τό που λέ­ει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος, που λέ­ει ο Χρι­στός στο Ευ­αγ­γέ­λιο που δι­α­βά­σα­με προ­χθές: ό­τι τα πάν­τα εί­ναι δυ­να­τά α­πό το Θε­ό. Τί­πο­τα δεν εί­ναι δυ­να­τό α­πό τον ε­αυ­τό μας. Αυ­τή εί­ναι η κά­θαρ­ση που πρέ­πει να κά­νου­με.

Ρω­τά­ει η Σ. το πώς μπο­ρεί να συ­ναι­σθαν­θεί το θά­να­το.

π. Σταύ­ρος: Να δι­α­κο­νή­σεις έ­να η­λι­κι­ω­μέ­νο, έ­να άρ­ρω­στο. Δυ­στυ­χώς εί­μα­στε πο­λύ μα­κριά. Έ­χου­με τα στε­γα­νά μας. Οι η­λι­κι­ω­μέ­νοι και οι άρ­ρω­στοι πά­νε στα νο­σο­κο­μεί­α. Εί­μα­στε πο­λύ μα­κριά. Ά­μα πρέ­πει να κα­θα­ρί­σεις έ­ναν άρ­ρω­στο ή να τον μυ­ρί­σεις… Λέ­ει ο ά­γιος Ι­σα­άκ ο Σύ­ρος ό­τι μό­νο ό­ταν μυ­ρί­σεις τον άρ­ρω­στο, θα κα­τα­λά­βεις ό­τι κι ε­σύ βρω­μάς. Τα λέ­ω αυ­τά για­τί ή­μου­να ι­ε­ρέ­ας σε νο­σο­κο­μεί­ο δώ­δε­κα χρό­νια και τα ‘χω βι­ώ­σει. Και πά­λι ζω στην ψευ­δαί­σθη­ση, ό­πως κι ε­σύ, ό­τι θα ζή­σω πάν­το­τε.

Μι­λά­ει η Α. για τη μο­να­ξιά που νοι­ώ­θει στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά της μό­νη στο σπί­τι.

π. Σταύ­ρος: Κοί­τα­ξε, πά­λι λέ­ω, πρέ­πει να υ­πάρ­χει μί­α ι­σορ­ρο­πί­α στο να εί­σαι με τον ε­αυ­τό σου και να εί­σαι με τους άλ­λους. Τα δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα που θα σου δώ­σω εί­ναι ό­τι ο μο­να­χός που εί­ναι στην έ­ρη­μο, πα­ρό­λο που μπο­ρεί να έ­χει κά­που μό­νος του μί­α σκή­τη, αυ­τό το σπί­τι συν­δέ­ε­ται μ’ έ­να με­γα­λύ­τε­ρο μο­να­στή­ρι. Υ­πάρ­χει δη­λα­δή α­να­φο­ρά σε μια κοι­νό­τη­τα, δεν εί­ναι α­πό­λυ­τα μό­νος του. Ό­ταν ξε­κι­νά­ει η με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή, στα μο­να­στή­ρια το πρώ­το τρι­ή­με­ρο δεν τρώ­νε, δεν μι­λά­νε. Ου­σι­α­στι­κά ζού­νε με­τα­ξύ του κε­λιού και της εκ­κλη­σί­ας. Υ­πάρ­χει η σι­ω­πή κα­θώς εί­σαι μό­νος σου στο κε­λί, ό­μως πας και στην εκ­κλη­σί­α.

Αυ­τό που πρέ­πει να ρω­τή­σεις τον ε­αυ­τό σου, ό­ταν εί­σαι μό­νη, εί­ναι αν έ­χεις αυ­τό που εί­πα πριν, έ­να ση­μεί­ο α­να­φο­ράς έ­ξω α­πό σέ­να. Για μέ­να αυ­τό εί­ναι η Εκ­κλη­σί­α. Η πραγ­μα­τι­κή Εκ­κλη­σί­α ό­μως. Οι άν­θρω­ποι, οι σχέ­σεις. Για­τί, ό­πως εί­πε και ο κύ­ριος κα­θη­γη­τής νω­ρί­τε­ρα, μπο­ρώ να μέ­νω μό­νος μου και να σκέ­φτο­μαι την οι­κο­γέ­νειά μου. Εί­ναι ε­κεί, για μέ­να, το ξέ­ρω. Μπο­ρεί να εί­μαι μό­νος μου και να σκέ­φτο­μαι ό­τι έ­χω πέν­τε αν­θρώ­πους σ’ ό­λο τον κό­σμο, που μπο­ρεί να μην εί­ναι μό­νο στην Ελ­λά­δα και την Α­θή­να, αλ­λά εί­ναι ε­κεί, με σκέ­φτον­ται. Βέ­βαι­α δεν μπο­ρεί αυ­τό να εί­ναι μό­νο στυ­γνή σκέ­ψη, πρέ­πει να υ­πάρ­χει και η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μια ε­πα­φή.

Ο Χρι­στός εί­χε μί­α ι­σορ­ρο­πί­α στη ζω­ή Του. Ή­ταν στο βου­νό μό­νος Του, συ­νο­μι­λού­σε με τον Πα­τέ­ρα Του˙ με­τά κα­τέ­βαι­νε στον κό­σμο, έ­κα­νε θαύ­μα­τα. Αλ­λά υ­πήρ­χε ι­σορ­ρο­πί­α. Δεν ή­ταν α­πό­λυ­τα μό­νος Του. Ή­ταν με τον Πα­τέ­ρα Του.

Μι­λά­ει ο Τ. για το πώς βι­ώ­νει τη μο­να­ξιά.

Μι­λά­ει η Ο. για το ση­μεί­ο που της έ­κα­νε εν­τύ­πω­ση στο κεί­με­νο και την άρ­νη­ση που έ­χει στο να δει τον ε­αυ­τό της.

π. Σταύ­ρος: Λέ­ω ό­τι βο­λευ­ό­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο στο να μας πει ο άλ­λος τι να κά­νου­με, πα­ρά να μας βο­η­θή­σει να γνω­ρί­σου­με τι εί­μα­στε. Η πα­γί­δα εί­ναι ό­τι αρ­νού­μα­στε να α­να­λά­βου­με την ευ­θύ­νη του ε­αυ­τού μας. Θέ­λου­με πάν­το­τε κά­ποι­ος άλ­λος να α­να­λά­βει την ευ­θύ­νη του ε­αυ­τού μας. Μα ό­ταν πρέ­πει να α­πο­φα­σί­σω για τον ε­αυ­τό μου, εί­ναι μια δι­κή μου α­πό­φα­ση. Δεν μπο­ρεί να α­πο­φα­σί­σει άλ­λος για μέ­να. Ω­στό­σο, για κά­ποι­ο λό­γο, ό­σο περ­νά­ει ο και­ρός, δεν θέ­λω να α­να­λά­βω τις ευ­θύ­νες μου.

Λέ­με για την υ­πα­κο­ή. Ο γέ­ρον­τας, η υ­πα­κο­ή… Αυ­τό ό­μως εί­ναι πλά­νη. Υ­πα­κο­ή δεν εί­ναι να βά­λου­με κά­ποι­ον άλ­λο να πά­ρει α­πό­φα­ση για μας. Και στην υ­πα­κο­ή, την κου­ρά δη­λα­δή που γί­νε­ται, παίρ­νεις την α­πό­φα­ση ε­σύ να γί­νει η κου­ρά. Σου δί­νει ο ε­πί­σκο­πος, ο ι­ε­ρέ­ας που κά­νει την κου­ρά, τρεις φο­ρές το ψα­λί­δι αν θέ­λεις να το κά­νεις ή ό­χι. Και το δί­νεις στη γε­ρόν­τισ­σα ή στο γέ­ρον­τα. Δη­λα­δή, και ε­κεί εί­ναι δι­κή σου α­πό­φα­ση. Και ε­κεί πάν­τα έ­νας πε­πει­ρα­μέ­νος γέ­ρον­τας-γε­ρόν­τισ­σα εί­ναι πο­λύ προ­σε­κτι­κός πώς θα χει­ρι­στεί αυ­τό το εί­δος της υ­πα­κο­ής.

Η υ­πα­κο­ή δεν εί­ναι υ­πα­κο­ή για την υ­πα­κο­ή, έ­χει λό­γο. Και ο λό­γος εί­ναι να γνω­ρί­σεις όν­τως πό­σο α­δύ­να­μος εί­ναι ο ε­αυ­τός σου. Δη­λα­δή, να πα­ρα­δώ­σεις το θέ­λη­μά σου σ’ Αυ­τόν, να πα­ρα­δώ­σεις το θέ­λη­μά σου προς την α­γά­πη. Μό­νο γι’ αυ­τό κά­νου­με υ­πα­κο­ή, ό­χι για άλ­λους λό­γους. Σή­με­ρα προ­σπα­θού­με να α­πο­φύ­γου­με την ευ­θύ­νη και αυ­τό δη­μι­ουρ­γεί έ­να τε­ρά­στιο πρό­βλη­μα. Έ­χω ευ­θύ­νη γι’ αυ­τό που εί­μαι, γι’ αυ­τό που κά­νω. Λέ­με για την οι­κο­γέ­νεια, πως με­γα­λώ­σα­με έ­τσι… Αλ­λά σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, έ­χου­με ευ­θύ­νη για το τι θα κά­νου­με α­πό ‘κει και πέ­ρα.

Η Α. ρω­τά­ει πώς γί­νε­ται να αι­σθα­νό­μα­στε παν­το­δύ­να­μοι και ταυ­τό­χρο­να να ζη­τά­με α­πό κά­ποι­ον άλ­λο να μας πει τι να κά­νου­με.

Στ.: Αν η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή μο­να­ξιά που νοι­ώ­θου­με εί­ναι α­πόρ­ροι­α της συμ­πε­ρι­φο­ράς του άλ­λου, ποι­α ευ­θύ­νη μπο­ρού­με να πά­ρου­με ;

π. Σταύ­ρος: Δεν εί­ναι ευ­θύ­νη το πό­σο ε­σύ α­κό­μα θα ε­πεν­δύ­σεις σ’ αυ­τή τη σχέ­ση; Ή και τι άλ­λο θα κά­νεις στη ζω­ή σου, πα­ρ’ ό­λη αυ­τή τη σχέ­ση;

Στ.: Κι αν αι­σθά­νε­σαι πλη­γω­μέ­νος;

π. Σταύ­ρος: Στον πλη­γω­μέ­νο υ­πάρ­χει ου­σι­α­στι­κά και θυ­μός. Πό­σο μπο­ρείς να α­πο­δε­χτείς τον άλ­λο γι’ αυ­τό που εί­ναι, να δώ­σεις τέρ­μα στην ορ­γή σου και με­τά να δεις αν μπο­ρείς να συμ­βι­ώ­σεις μ’ αυ­τό που εί­ναι ο άλ­λος και να μην προ­σπα­θείς να τον αλ­λά­ξεις; Νο­μί­ζω ό­τι στις σχέ­σεις προ­σπα­θού­με να αλ­λά­ξου­με τον άλ­λο και να τον φέ­ρου­με στα μέ­τρα μας. Πλη­γω­νό­μα­στε για­τί δεν εί­ναι αυ­τό που πε­ρι­μέ­νου­με ό­τι θα εί­ναι. Κά­πο­τε πρέ­πει να το στα­μα­τή­σου­με αυ­τό και να δού­με ό­τι αυ­τός ο άλ­λος εί­ναι αυ­τός που εί­ναι.

Στ.: Δεν πρέ­πει ό­μως και ο άλ­λος να το δει αυ­τό;

π. Σταύ­ρος: Μπο­ρεί να μην το θέ­λει, να μην μπο­ρεί. Και αυ­τό εί­ναι μέ­σα στο πα­κέ­το, να μην μπο­ρεί να το κά­νει. Πρέ­πει να πεις: «αυ­τός εί­ναι, δεν μπο­ρεί, δεν θέ­λει να το κά­νει, αυ­τό δεν αλ­λά­ζει, πρέ­πει να το δε­χτώ». Και πρέ­πει να πά­ρεις την α­πό­φα­ση: «ε­γώ θα μεί­νω μα­ζί του ή δεν θα μεί­νω;» Αλ­λά εί­ναι δι­κή σου α­πό­φα­ση. Δεν εί­ναι του παπ­πού­λη. Παίρ­νεις την α­πό­φα­ση και λες «Συ, Κύ­ρι­ε, να με βο­η­θή­σεις».

Ε­γώ πι­στεύ­ω ό­τι ο Θε­ός δια­ρκώς μας ξε­λα­σπώ­νει. Πέ­φτου­με σε λακ­κού­βες και αυ­τός μας βγά­ζει. Κα­τά­λα­βες τι σου λέ­ω; Έ­τσι ξε­κί­νη­σα. Ό­ταν μι­λά­με για μο­να­ξιά, πρέ­πει να δού­με τι προσ­δο­κί­ες έ­χου­με α­πό τον άλ­λο κι αν αυ­τές οι προσ­δο­κί­ες πραγ­μα­τι­κά αν­τα­πο­κρί­νον­ται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του άλ­λου. Για­τί ε­γώ βρί­σκω κά­ποι­ον και τον έ­χω βά­λει στο μυα­λό μου να εί­ναι Ταρ­ζάν κι ο κα­κο­μοί­ρης εί­ναι μί­α γά­τα. Κι ό,τι να κά­νεις θα πα­ρα­μέ­νει έ­νας κα­κο­μοί­ρης.

Μι­λά­ει η Β. για τη σχέ­ση με τον άν­τρα της, για τις δι­α­φο­ρε­τι­κές φά­σεις α­πό τις ο­ποί­ες έ­χει πε­ρά­σει αυ­τή η σχέ­ση και για μια μό­νι­μη δι­α­φω­νί­α στο τι νο­μί­ζει ο κα­θέ­νας ό­τι εί­ναι σχέ­ση, ό­που εί­ναι σαν να συγ­κρού­ον­ται «τα δι­α­φο­ρε­τι­κά τα­ξι­κά τους συ­στή­μα­τα».

π. Σταύ­ρος: Έ­χε­τε πο­λύ πα­ρά­ξε­νο τρό­πο να εκ­φρά­ζε­τε α­γά­πη με­τα­ξύ σας! Ο­ρι­σμέ­να ζευ­γά­ρια εκ­φρά­ζουν α­γά­πη με τις δι­α­φω­νί­ες τους. Τους α­ρέ­σει αυ­τή η έν­τα­ση.

Β.: Δεν μου α­ρέ­σει αυ­τή η ε­ξή­γη­ση.

π. Σταύ­ρος: Δεν εί­ναι ε­ξή­γη­ση, εί­ναι πα­ρα­τή­ρη­ση.

Η Β. μι­λά­ει πά­λι για τις συγ­κρού­σεις στη σχέ­ση της που έ­χουν να κά­νουν με το ό­τι ο κα­θέ­νας βλέ­πει δι­α­φο­ρε­τι­κά τη σχέ­ση. «Εί­ναι σαν να φτι­ά­χνε­ται μια άλ­λου εί­δους μο­να­ξιά ε­κτός α­πό την προ­σω­πι­κή σου, ό­ταν εί­σαι με τον άλ­λο. Σαν να εί­ναι μια μο­να­ξιά των σχέ­σε­ων.»

π. Σταύ­ρος: Δεν θέ­λω να πέ­σω σε ψυ­χα­να­λυ­τι­κές α­τρα­πούς, αλ­λά θα το κά­νω. Δεν μπο­ρού­με να πά­με πο­λύ βα­θιά σε μια τέ­τοι­α συ­ζή­τη­ση, αλ­λά δι­ε­ρω­τώ­μαι τι εί­ναι αυ­τό που ζη­τά­τε. Εί­ναι α­πό το γά­μο αυ­τό που ζη­τά­τε ή κά­τι άλ­λο κου­βα­λά­τε, θέ­λε­τε να λύ­σε­τε α­πό το πα­ρελ­θόν σας και προ­σπα­θεί­τε να το βρεί­τε μέ­σα στο γά­μο σας;

Πολ­λές φο­ρές προ­σπα­θού­με να κα­λύ­ψου­με τα κε­νά του πα­ρελ­θόν­τος μέ­σα α­πό το γά­μο, τα ο­ποί­α δεν κα­λύ­πτον­ται. Αν δεν εί­χα πα­τέ­ρα, αν δεν εί­χα μη­τέ­ρα π.χ. - το πιο α­κραί­ο - και προ­σπα­θώ αυ­τό να το βρω στον άν­τρα μου, στη γυ­ναί­κα μου, θα α­πο­τύ­χει ο γά­μος για­τί πο­τέ δεν μπο­ρεί ο άλ­λος να γί­νει ο πα­τέ­ρας κι η μη­τέ­ρα μου. Για­τί έ­νας ή­ταν ο πα­τέ­ρας μου, μί­α ή­ταν η μη­τέ­ρα μου. Αν δεν εί­χα κα­λή οι­κο­γε­νεια­κή ζω­ή πριν α­πό το γά­μο, δεν μπο­ρώ να το κα­λύ­ψω α­πό­λυ­τα, δη­λα­δή να συμ­πλη­ρώ­σω τα χα­μέ­να χρό­νια μέ­σα στο γά­μο μου. Δεν ξέ­ρω αν αυ­τό έ­χει σχέ­ση με σας αλ­λά μου φαί­νε­ται προ­σπα­θεί­τε να κα­λύ­ψε­τε μέ­ρη τα ο­ποί­α δεν α­νή­κουν σε αυ­τό το γά­μο. Και ε­κεί κά­ποι­ος πρέ­πει να πει να δώ­σει τέ­λος σ’ αυ­τά.

Ξέ­ρε­τε, πέ­φτου­με στην πα­γί­δα του τι θέ­λου­με να εί­ναι ο γά­μος και ό­χι τι εί­ναι. Και χά­νου­με ευ­και­ρί­ες, για­τί μπο­ρώ να πα­ρα­πο­νι­έ­μαι δια­ρκώς για αυ­τό που δεν εί­ναι ο άλ­λος και να χά­σω αυ­τό που εί­ναι. Εν­τά­ξει, αν δεν μα­γει­ρεύ­ει το κο­τό­που­λο κα­λά και μα­γει­ρεύ­ει το ψά­ρι, θα πω του­λά­χι­στον μα­γει­ρεύ­ει το ψά­ρι. Ε, ναι ρε παι­διά. Ά­μα έ­χω έ­να σπί­τι και δεν έ­χει τί­πο­τα κα­λό, του­λά­χι­στον θα προ­σπα­θή­σω να βρω κά­τι. Αν ό­χι, θα ση­κω­θώ και θα φύ­γω.

Ξα­να­μι­λά­ει η Β. και ο π. Σταύ­ρος την δι­α­κό­πτει.

π. Σταύ­ρος: Προ­σέξ­τε, για­τί στα ε­φτά χρό­νια γά­μου, όν­τως υ­πάρ­χει κρί­ση. Ά­μα δεν το λύ­σε­τε ε­δώ, στα δέ­κα χρό­νια θα γί­νει έ­κρη­ξη. Στα πρώ­τα δύ­ο χρό­νια, προ­σπα­θού­με κά­πως να τα μπα­λώ­σου­με, να ζού­με στο ό­νει­ρο, στην ψευ­δαί­σθη­ση ό­τι ό­λα θα πά­νε κα­λά. Με­τά τα δύ­ο χρό­νια, αρ­χί­ζου­με και λέ­με «ε­μείς δεν πά­με κα­λά». Με­τά, προ­σπα­θού­με να τ’ αλ­λά­ξου­με, βλέ­που­με ό­τι δεν αλ­λά­ζουν και με­τά πα­θαί­νου­με κρί­ση.

Β.: Ε­γώ βλέ­πω ό­τι ό­λοι κά­νου­με το παν για να α­πο­κτή­σου­με μια σχέ­ση και, ό­ταν την α­πο­κτή­σου­με, εί­ναι σαν να κά­νου­με το παν για να μην σχε­τι­στού­με, σαν να μην αλ­λά­ζου­με.

π. Σταύ­ρος: Θα το ξα­να­πώ και δεν μπο­ρώ να πά­ω πα­ρα­πά­νω. Προ­σέξ­τε τι φο­βά­στε α­πό το πλη­σί­α­σμα. Υ­πάρ­χει κά­τι που κά­νει τον κα­θέ­να να φο­βά­ται το πλη­σί­α­σμα. Η Α­λε­ξί­ου έ­χει βγά­λει έ­να δί­σκο που τρα­γου­δά­ει έ­να τρα­γού­δι του Ι­ω­αν­νί­δη, «Ο βυ­θός». Το ξέ­ρε­τε; Να το α­κού­σε­τε.

Ο Βυθός

Πέρασαν μέρες, χωρίς να σ’ το πω το σ' αγαπώ δυο μόνο λέξεις

αγάπη μου πώς θα μ' αντέξεις είμαι παράξενο παιδί σκοτεινό

Πέρασαν μέρες χωρίς να σε δω κι αν σε πεθύμησα δεν ξέρεις

κοντά μου πάντα θα υποφέρεις σ’ το είχα πει ένα πρωί βροχερό

Θα σβήσω το φως κι όσα δεν σου 'χω χαρίσει σ’ ένα χάδι θα σου τα δώσω

κι ύστερα πάλι θα σε προδώσω μες του μυαλού μου το μαύρο βυθό

Θα κλάψεις ξανά που μόνη θα μείνεις κι εγώ πιο μόνος και από μένα

μες σε δωμάτια κλεισμένα το πρόσωπό σου θα ονειρευτώ γιατί μες στ' όνειρο μόνος ζω

Στα σοβαρά μην με παίρνεις είν' το μυαλό μου θολό, είναι κι ο κόσμος μου αστείος

κι όταν με βαρεθείς τελείως ψάξε αλλού να με βρεις όπως με θες

Κι εγώ που αγάπησα πάλι την ιδέα σου μόνο και κάποιο στίχο που σου μοιάζει

κοιτάζω έξω και χαράζει έγινε το αύριο πάλι χθες.

Μι­λά­ει ο Γ. για το πό­σο δύ­σκο­λο του εί­ναι να μέ­νει μό­νος του.

π. Σταύρος: Αυτό το είπα και στο συνέδριο. Πρέπει να προσπαθήσουμε συνειδητά ώστε να αφήσουμε το χώρο και το χρόνο να εί­μα­στε μό­νοι μας. Ο­μοί­ως πρέ­πει να δη­μι­ουρ­γή­σου­με συ­νει­δη­τά και το χώ­ρο ό­που θα κά­νου­με προ­σευ­χή και να μέ­νου­με μό­νοι μας με το Θε­ό. Ου­σι­α­στι­κά. Πέν­τε λε­πτά, πέν­τε λε­πτά. Τρί­α λε­πτά, τρί­α λε­πτά. Αλ­λά πρέ­πει να βά­λου­με τον πι­σι­νό μας κά­τω και να μεί­νου­με ε­κεί. Εί­ναι πο­λύ πρα­κτι­κό και ου­σι­α­στι­κό.

Ε.: Αυ­τό, δη­λα­δή, ο­ρί­ζε­τε ως μο­να­ξιά; Δεν εί­ναι το να δι­α­βά­ζεις βι­βλί­α ή…

π. Σταύ­ρος: Ό­χι. Για μέ­να μο­να­ξιά εί­ναι να μεί­νεις α­κί­νη­τος με τον ε­αυ­τό σου. Ή του­λά­χι­στον, να εί­σαι ε­σύ με το Θε­ό. Εί­ναι ου­σι­α­στι­κό αυ­τό και το ξε­χνά­με. Ό­πως εί­πα και στην ο­μι­λί­α, ε­πι­βάλ­λε­ται να ξα­να­γυ­ρί­σου­με σε αυ­τή την κα­τά­στα­ση που ή­ταν ο Α­δάμ και η Εύ­α που ή­ταν μό­νοι τους με τον μο­να­δι­κό Θε­ό. Μό­νος με τον Μό­νο. Αυ­τό χρει­ά­ζε­ται για την πραγ­μα­τι­κή μό­νω­ση - μο­να­ξιά. Να εί­μα­στε μό­νοι μας με την έν­νοι­α ό­χι της μο­να­ξιάς αλ­λά της μο­να­δι­κό­τη­τάς μας. Να γνω­ρί­σου­με τι εί­μα­στε.

Μ.: Εν­νο­εί­τε να μπού­με σε μια συ­νο­μι­λί­α με το Θε­ό, να α­πευ­θυν­θού­με σ’ Αυ­τόν;

π. Σταύ­ρος: Ό­ταν δι­α­βά­ζεις τους Ψαλ­μούς, συ­νο­μι­λείς με το Θε­ό, με τον ε­αυ­τό σου, πά­λι με το Θε­ό… έ­να α­να­κά­τε­μα. Ο ση­με­ρι­νός άν­θρω­πος προ­σπα­θεί να λύ­σει το πρό­βλη­μα της μο­να­ξιάς του χω­ρίς να γυ­ρί­σει σε αυ­τή την πρω­ταρ­χι­κή κα­τά­στα­ση του αν­θρώ­που. Γι’ αυ­τό δυ­στυ­χεί. Γι’ αυ­τό και ό­ποι­ος δεν δέ­χε­ται την α­γά­πη του Θε­ού μέ­νει μό­νος του.

Σ.: Ο Θε­ός για­τί έ­φτια­ξε την Εύ­α; Για να μην εί­ναι μό­νος του ο Α­δάμ;

π. Σταύ­ρος: Δεν εί­ναι κα­λό να εί­ναι μό­νος του ο άν­θρω­πος. Έ­τσι δεν εί­ναι;

Σ.: Αλ­λά εί­χε κα­λή σχέ­ση ο Α­δάμ με το Θε­ό. Δεν ή­ταν α­νάγ­κη να έ­χει την Εύ­α για τη σχέ­ση του με το Θε­ό…

π. Σταύ­ρος: Φαί­νε­ται ό­τι υ­πήρ­χε η α­νάγ­κη. Στο Θε­ό υ­πάρ­χει τρι­α­δι­κό­τη­τα. Δεν μπο­ρού­με να πέ­σου­με στην πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κή αν­τί­λη­ψη ό­τι μπο­ρεί να βρει κα­νείς μό­νος του το Θε­ό. Βρί­σκει το Θε­ό αλ­λά εκ­φρά­ζε­ται μέ­σω της Εκ­κλη­σί­ας, μέ­σω της ευ­χα­ρι­στί­ας, μέ­σω της φι­λο­ξε­νί­ας, με την ευ­ρύ­τε­ρη έν­νοι­α, και της φι­λαν­θρω­πί­ας.

Ρω­τά­ει η Ε. μέ­χρι ποι­ο ση­μεί­ο μπο­ρεί να ζη­τά­ει πράγ­μα­τα α­πό τον άλ­λο (τον άν­τρα της) χω­ρίς να προ­δί­δει τον ε­αυ­τό της.

π. Σταύ­ρος: Εί­πα κά­τι πριν και θα το ξα­να­πώ. Αν­τί να ρω­τή­σεις αυ­τό, να ρω­τή­σεις ε­σύ πό­σο κα­λύ­πτεις τα κε­νά του. Και να α­νη­συ­χή­σεις για­τί δεν τα κα­λύ­πτεις. Να μην εί­σαι α­φε­λής. Αν δεν τα κα­λύ­ψεις, θα τον χά­σεις. Μπο­ρεί να μην τον χά­σεις ου­σι­α­στι­κά, δη­λα­δή να μη σε χω­ρί­σει, αλ­λά συ­ναι­σθη­μα­τι­κά.

Ε.: Υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση δύ­ο άν­θρω­ποι να εί­ναι σε δι­α­φο­ρε­τι­κή φά­ση μέ­σα στη σχέ­ση τους;

π. Σταύ­ρος: Βέ­βαι­α. Αυ­τό που με­τρά­ει εί­ναι πό­σο μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να χα­ρεί τη φά­ση του άλ­λου και συγ­χρό­νως ο κα­θέ­νας στη φά­ση του να μην πα­ρα­πλα­νη­θεί τό­σο που να χά­σει τον άλ­λο. Κά­που πρέ­πει να υ­πάρ­χει και ε­πι­κοι­νω­νί­α. Αν ο έ­νας τρα­βά­ει το δρό­μο του και πά­ει, ο άλ­λος θα πει «για στά­σου, τι εί­μα­στε ε­δώ;». Να χα­ρείς τη φά­ση του άλ­λου και ο κα­θέ­νας στη φά­ση του να μην ξε­χά­σει τον άλ­λο. Ε­ξάλ­λου, πάν­το­τε ό­λοι μας στη φά­ση μας εί­μα­στε!

Μι­λά­ει ο Ξ. για την τά­ση του να α­πο­μο­νώ­νε­ται με τις δι­ά­φο­ρες α­σχο­λί­ες του, τη δυ­σκο­λί­α του να σχε­τι­στεί γε­νι­κά με τους άλ­λους και με τη γυ­ναί­κα του, αλ­λά και για την προ­σπά­θεια που κα­τα­βάλ­λει για να μπο­ρέ­σει αυ­τό να το αλ­λά­ξει.

π. Σταύ­ρος: Μί­α βα­σι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση για την ε­πι­κοι­νω­νί­α εί­ναι η δυ­να­τό­τη­τα που έ­χει ο κα­θέ­νας να εμ­πι­στευ­τεί τον άλ­λο. Το θέ­μα της εμ­πι­στο­σύ­νης εί­ναι πο­λύ βα­θύ ζή­τη­μα, για­τί δεν εί­ναι μό­νο ο άλ­λος που έ­χου­με α­πέ­ναν­τί μας, αλ­λά εί­ναι και οι εμ­πει­ρί­ες που έ­χου­με βι­ώ­σει στη ζω­ή.

Η εμ­πι­στο­σύ­νη χτί­ζε­ται στο πό­σο α­πο­δε­κτός εί­μαι α­πό το γύ­ρω πε­ρι­βάλ­λον, πό­σο ο άλ­λος με δέ­χε­ται με τα κα­λά μου και με τα κα­κά μου. Ό­χι ό­τι πάν­το­τε α­πο­δέ­χο­μαι αυ­τά που κά­νει ο άλ­λος, ό­μως πα­ρ’ ό­λα αυ­τά τον δέ­χο­μαι και τον α­γα­πά­ω. Πό­ση α­πόρ­ρι­ψη έ­χει φά­ει γι’ αυ­τό που εί­ναι, γι’ αυ­τό που έ­χει κά­νει; Πό­σο μπο­ρεί ο άλ­λος να αρ­χί­σει να εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος; Ό­λα αυ­τά παί­ζουν ρό­λο στο πό­ση εμ­πι­στο­σύ­νη μπο­ρεί να έ­χεις στον άλ­λο. Χρει­ά­ζε­ται κα­νείς να εμ­βα­θύ­νει στον ε­αυ­τό του, να δει αυ­τό, να το λύ­σει, ώ­στε να προ­χω­ρή­σει. Αν δεν το κά­νεις αυ­τό, θα δυ­σκο­λευ­τείς πά­ρα πο­λύ να α­πο­κτή­σεις ε­πι­κοι­νω­νί­α.

Μι­λά­ει η Μ. για το πώς βι­ώ­νει τη σχέ­ση της με τον άν­τρα της και για την προ­σπά­θεια που κά­νει να μέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο μό­νη με τον ε­αυ­τό της.

Ζ.: Θέ­λω να ρω­τή­σω σχε­τι­κά α­φε­νός μ’ αυ­τό που εί­πα­τε να βλέ­πει κα­νείς ποι­ες α­νάγ­κες θέ­λει ο άλ­λος να του κα­λυ­φθούν και α­φε­τέ­ρου γι’ αυ­τό που εί­πα­τε στη Βά­σω ό­τι δεν πρέ­πει κά­ποι­ος να πε­ρι­μέ­νει μέ­σα στη σχέ­ση να κα­λύ­ψει κά­ποι­ες α­νάγ­κες του…

π. Σταύ­ρος: Να ξε­κα­θα­ρί­σω. Δεν εί­πα ό­τι δεν θα έ­πρε­πε να εκ­φρά­σω τις α­νάγ­κες μου. Άλ­λο να πω ό­τι «ξέ­ρεις, θέ­λω μπαρ­μπού­νια σή­με­ρα» ή «θέ­λω να βγού­με έ­ξω α­πό­ψε». Πρέ­πει να το πω. Ο άλ­λος δεν μπο­ρεί να ξέ­ρει τι θέ­λω, αν δεν του πω. Άλ­λο να το πω ό­μως και άλ­λο να το α­παι­τή­σω. Αν ο κα­θέ­νας εί­ναι ει­λι­κρι­νής με τον ε­αυ­τό του και ει­λι­κρι­νής με τον άλ­λο για αυ­τό που θέ­λει, αυ­τό θα ξε­κι­νή­σει έ­να δι­ά­λο­γο και μια ε­πι­κοι­νω­νί­α. Πα­ρά­δειγ­μα «ε­γώ θέ­λω να πά­ω ΜcDonalds, ε­σύ θέ­λεις να πας Goodys, πού θα πά­με;». Πρέ­πει να το πω αυ­τό. Μπο­ρεί κά­που να μην έ­χω ε­πι­θυ­μί­α. Μπο­ρεί να πω «ό­που θες ε­σύ». Αλ­λά κά­που θα ‘χω ε­πι­θυ­μί­α. Θα το πω. Και ο άλ­λος θα μ’ α­κού­σει. Χρει­ά­ζε­ται αυ­τή η ε­πι­κοι­νω­νί­α.

Δεν εί­πα «κό­βω τις α­νάγ­κες μου, να μην πω τις ε­πι­θυ­μί­ες μου». Για­τί ά­μα ε­σύ εί­σαι αυ­τό που ου­σι­α­στι­κά θέ­λεις και αυ­τό που θέ­λεις εί­ναι αυ­τό που ου­σι­α­στι­κά εί­σαι, τό­τε θα εί­μα­στε και οι δύ­ο ει­λι­κρι­νείς, θα υ­πάρ­χει ει­λι­κρι­νής σχέ­ση. Τώ­ρα αν εί­ναι βι­ώ­σι­μη ή ό­χι, αυ­τό εί­ναι άλ­λο.

Συ­νή­θως, ξε­κι­νά­με τις σχέ­σεις και δεν λέ­με αυ­τό που εί­μα­στε και θέ­λου­με, ώ­στε ο άλ­λος να μην μας δει με κα­κό μά­τι, να μη νο­μί­σει ό­τι εί­μα­στε πα­ρά­ξε­νοι. Ξαφ­νι­κά, μπαί­νου­με στο γά­μο και λέ­με «ωχ, αυ­τός εί­σαι; Για­τί δεν μου το εί­πες πριν το γά­μο;». Ου­σι­α­στι­κά, αυ­τό που θέ­λου­με να κα­λύ­ψου­με εί­ναι τη χα­μη­λή μας αυ­το­ε­κτί­μη­ση, αυ­τό που νοι­ώ­θου­με ό­τι δεν εί­μα­στε, ό­χι αυ­τό που εί­μα­στε. Και προ­σπα­θού­με να προ­βά­λου­με κά­τι άλ­λο α­πό αυ­τό που πραγ­μα­τι­κά εί­μα­στε. Τό­τε αρ­χί­ζει η δυ­σκο­λί­α, για­τί .......... Δεν εί­μα­στε ει­λι­κρι­νείς.

Πι­στεύ­ω στην ει­λι­κρί­νεια α­πό την πρώ­τη στιγ­μή. Εί­χα έ­να φί­λο ψυ­χί­α­τρο που μου έ­λε­γε ό­τι, πριν παν­τρευ­τούν με τη γυ­ναί­κα του, εί­χα­νε γρά­ψει έ­να κα­τά­λο­γο τι ή­θε­λε ο κα­θέ­νας. Συμ­φω­νώ. Α­πό ‘κει και πέ­ρα, εί­ναι πό­σο μπο­ρεί κα­νείς να υ­πο­χω­ρή­σει και να συμ­βι­βα­στεί. Ά­μα δεν μπο­ρείς, δεν μπο­ρείς.

Ζ.: Βα­σι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση σ’ αυ­τό εί­ναι να προ­σπα­θή­σεις να μά­θεις και το τι θέ­λεις…

π. Σταύ­ρος: Ά­μα δεν έ­χεις μά­θει τι θέ­λεις και τι εί­σαι, μην παν­τρευ­τείς α­κό­μα. Α­πό­λυ­τα δεν θα το μά­θεις, ό­μως πρέ­πει να υ­πάρ­χει μί­α βά­ση. Κι αυ­τό δυ­σκο­λεύ­ε­ται σή­με­ρα, για­τί πολ­λοί νέ­οι άν­θρω­ποι δυ­σκο­λεύ­ον­ται να βά­λουν στό­χους στη ζω­ή τους. Ε­μείς ξε­κι­νή­σα­με με έ­να ό­νει­ρο ο κα­θέ­νας. Δη­λα­δή, ή­ξε­ρα τι ή­θε­λα να γί­νω. Μι­λά­ω για τον ε­αυ­τό μου. Εί­χα ε­πι­θυ­μί­ες. Ή­ξε­ρα κά­πως τι ή­θε­λα α­πό οι­κο­γε­νεια­κή ζω­ή.

Σή­με­ρα, δυ­στυ­χώς, οι στό­χοι δεν εί­ναι πάν­τα ε­φι­κτοί. Α­πό τα πιο α­πλά το μα­θαί­νεις αυ­τό, πο­λύ νω­ρίς μά­λι­στα. Θέ­λεις να πας σ’ αυ­τή τη σχο­λή, αλ­λά δη­λώ­νεις και τις άλ­λες χί­λι­ες σχο­λές μην τυ­χόν και δεν μπεις ε­κεί που θέ­λεις. Το πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι ό­τι δεν θα μπεις ε­κεί που θέ­λεις. Και με­τά δεν θα βρεις τη δου­λειά που θέ­λεις. Και πά­ει λέ­γον­τας. Πρέ­πει να εί­σαι πο­λύ τυ­χε­ρός σή­με­ρα να σου γί­νουν ό­λα α­μέ­σως, να βρεις αυ­τό που θέ­λεις.

Κά­που ο νέ­ος σή­με­ρα μα­ται­ώ­νε­ται με την μα­ταί­ω­ση των ε­πι­θυ­μι­ών του σε μα­κρο­πρό­θε­σμους στό­χους κι αυ­τό, νο­μί­ζω, προ­σπα­θεί να κα­λύ­ψει με τω­ρι­νές α­παι­τή­σεις. «Ε­γώ θέ­λω αυ­τό τώ­ρα, ε­δώ και τώ­ρα, για­τί ξέ­ρω ό­τι μα­κρο­πρό­θε­σμα δεν θα βρω τί­πο­τα. Ό,τι βρω σή­με­ρα. Ξέ­ρω ό­τι αύ­ριο δεν πρό­κει­ται να πε­τύ­χω και πολ­λά πράγ­μα­τα. Δεν μου εγ­γυά­ται κα­νείς τί­πο­τα. Ού­τε πια έ­να κα­λό γά­μο. 1:2. Δεν εί­ναι εγ­γύ­η­ση αυ­τό.»

Κά­νει η Ε. δύ­ο ε­ρω­τή­σεις: για το κα­τά πό­σο αυ­τό που θέ­λει τώ­ρα ο άλ­λος μπο­ρεί στο μέλ­λον να αλ­λά­ξει και για το πώς μπο­ρεί κα­νείς να ξε­πε­ρά­σει το θά­να­τοι του αν­θρώ­που με τον ο­ποί­ο εί­ναι μα­ζί. Κα­τα­λή­γει πως το πρώ­το εί­ναι θέ­μα εμ­πι­στο­σύ­νης στον άλ­λον και στο Θε­ό.

π. Σταύ­ρος: Στη σχέ­ση σου με τον μπαμ­πά σου που πέ­θα­νε, θα έ­λε­γα ό­τι χρει­ά­ζε­ται να βι­ώ­σεις τη σχέ­ση μα­ζί του με έ­ναν πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Μι­λά­ω και για ε­σέ­να και για τη μα­μά. Να βι­ώ­σει τον μπαμ­πά και τη σχέ­ση τους μ’ έ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Για­τί, αν όν­τως πι­στεύ­εις στην Α­νά­στα­ση, αν πι­στεύ­εις ό­τι ο θά­να­τος έ­χει όν­τως ητ­τη­θεί, τό­τε αυ­τό αλ­λά­ζει τη σχέ­ση. Εί­ναι και μια συ­νέ­χεια της σχέ­σης που έ­χα­σες.

Σ.: Πώς βρί­σκου­με την ι­σορ­ρο­πί­α α­νά­με­σα στη μο­να­ξιά και στο να εί­μαι με κά­ποι­ον, ώ­στε να μην γί­νει η μο­να­ξιά α­πο­ξέ­νω­ση αλ­λά ευ­και­ρί­α να α­σχο­λη­θώ με τον ε­αυ­τό μου και με τη σχέ­ση μου με το Θε­ό;

π. Σταύ­ρος: Μα εί­πα να έ­χει κα­νείς ση­μεί­ο α­να­φο­ράς έ­ξω α­πό τον ε­αυ­τό του, κά­τι που θα φέ­ρει την ι­σορ­ρο­πί­α. Και εί­πα, για μας τους χρι­στια­νούς εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή εκ­κλη­σι­α­στι­κή, ευ­χα­ρι­στια­κή κοι­νό­τη­τα. Ό­ταν ση­μά­νει η καμ­πά­να, ση­μαί­νει για να πά­με να προ­σευ­χη­θού­με. Λέ­ει «βγες α­πό τη μο­να­ξιά σου, έ­λα στην Εκ­κλη­σί­α. Έ­λα ζή­σε α­νά­με­σα στους α­γί­ους ε­δώ και τους ε­που­ρα­νί­ους α­γί­ους.»

Ο Α. ρω­τά­ει για το τι κά­νει η εκ­κλη­σί­α σή­με­ρα για ό­λους αυ­τούς τους αν­θρώ­πους που ζού­νε τη μο­να­ξιά μέ­σα στις πό­λεις.

π. Σταύ­ρος: Κοί­τα­ξε, η Ελ­λά­δα εί­χε έ­να πο­λύ κα­λό κι αυ­τό για μέ­να εί­ναι ό­τι ή­μα­σταν ό­λοι Έλ­λη­νες, εί­χα­με τη θρη­σκεί­α μας, την εκ­κλη­σί­α μας, εί­χα­με το χω­ριό κι ό­λα αυ­τά που ξέ­ρα­με… Δεν φρόν­τι­σε η α­στι­κή εκ­κλη­σί­α να προ­λά­βει τις λε­πτο­μέ­ρει­ες και γι’ αυ­τό έ­χου­με το χά­ος που έ­χου­με.

Αυ­τό που έ­χεις (δηλ την ε­νο­ρια­κή ζω­ή), εί­ναι πο­λύ­τι­μο αλ­λά εί­ναι α­φύ­σι­κο ου­σι­α­στι­κά. Δη­λα­δή, μια ε­νο­ρί­α εί­ναι μια κοι­νό­τη­τα αν­θρώ­πων, ό­που ζει ο έ­νας κον­τά στον άλ­λο. Η έν­νοι­α της ε­νο­ρί­ας εί­ναι μέ­σα σε ο­ρι­σμέ­να πλαί­σια, ό­ρια. Πρέ­πει, λοι­πόν, να δού­με πώς αλ­λι­ώς θα το βι­ώ­σει αυ­τό. Προ­σπα­θού­με. Αλ­λά ζού­με σε μί­α πο­λύ με­τα­βα­τι­κή πε­ρί­ο­δο στην Εκ­κλη­σί­α μας. Υ­πάρ­χει διάφορες κοι­νό­τη­τες, αλλά δεν εί­ναι ό­πως ή­ταν στο πα­ρελ­θόν. Νο­μί­ζω ό­τι εί­ναι ξε­κά­θα­ρη η α­πάν­τη­ση. Εί­ναι α­κό­μα πιο ξε­κά­θα­ρη στο ε­ξω­τε­ρι­κό, για μέ­να. Ε­κεί υ­πάρ­χει μια εκ­κλη­σί­α και σε ε­κα­τό μέ­τρα γύ­ρω α­πό την εκ­κλη­σί­α ξέ­ρει ο έ­νας τον άλ­λο, αυ­τόν που πέ­θα­νε, αυ­τόν που γέν­νη­σε… Προ­σεύ­χον­ται μα­ζί, κά­νουν πράγ­μα­τα μα­ζί. Ε­δώ στην Ελ­λά­δα, δυ­στυ­χώς, έ­χου­με ξε­φύ­γει α­πό αυ­τό, έ­χει γί­νει τυ­πο­λα­τρί­α η ε­νο­ρί­α, εί­ναι ο χώ­ρος α­πλώς για τη λα­τρεί­α.

Ό­πως έ­λε­γα στην πα­πα­διά μου, έ­χου­με φτά­σει πά­λι στο ση­μεί­ο που λέ­ει ο νε­α­ρός στο Ευ­αγ­γέ­λιο «πώς να α­πο­κτή­σου­με την αι­ώ­νια ζω­ή;» και ο Κύ­ριος α­παν­τά «να δι­α­τη­ρή­σεις τις εν­το­λές, ου κλέ­ψεις, ου μοι­χεύ­σεις, ου ψευ­δο­μαρ­τυ­ρή­σεις, α­γά­πα τον πα­τέ­ρα σου και τη μη­τέ­ρα σου, α­γά­πα τον πλη­σί­ον σου ως ε­αυ­τόν». Για­τί λέ­ει τις τε­λευ­ταί­ες πέν­τε εν­το­λές και δεν λέ­ει τις πρώ­τες πέν­τε; Για­τί οι Ι­ου­δαί­οι εί­χα­νε ξε­χά­σει τις τε­λευ­ταί­ες πέν­τε. Εί­χαν ε­στιά­σει μό­νο στη λα­τρεί­α, στη θυ­σί­α, στα εί­δω­λα και τί­πο­τα άλ­λο. Κά­που ε­κεί έ­χου­με μεί­νει κι ε­μείς, σαν τους Φα­ρι­σαί­ους. Λοι­πόν, να πού­με Α­μήν!