Τρίτη, 24 Απριλίου 2007

Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ

Ἕνας ἥρωας ποιητικὸς καὶ τραγικὸς

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Δημήτρη Σταμέλου, Ὁ Θάνατος τοῦ Καραϊσκάκη, Συμπτωματικὸ γεγονὸς ἤ ὀργανωμένη δολοφονία; Ἐκδ. Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σια Α.Ε., Ἀθήνα 2000.


[...] Γιὸς μιᾶς καλόγριας κ' ἑνὸς κλεφτοκαπετάνιου, μπαίνει νωρὶς στὸ κλέφτικο ἀσκέρι τοῦ Κατσαντώνη. Ὕστερα ἀπὸ τὸν τραγικὸ χαμὸ τοῦ Κατσαντώνη καὶ τὴ διάλυση τοῦ ἀσκεριοῦ του, θητεύει στὸν Ἄλῆ. Μὲ τὴν κήρυζη τῆς Ἐπανάστασης μπαίνει στὸν Ἀγώνα καὶ πρωτοστατεῖ σὲ πολλὲς καὶ σημαντικὲς μάχες. Ἀνυποχώρητος, ἄδολος, ἄμαθος ἀπὸ πολιτικὲς ραδιουργίες, μὲ τὸν ξάστερο λόγο του, ἀντιμάχεται, μὲ τὴν τόλμη του, τὶς κάθε εἴδους σκοπιμότητες. Τὸ φιλελεύθερο πνεῦμα του, τὸ ἀτίθασο τοῦ χαρακτῆρα του, ἐνοχλεῖ τοὺς πολιτικοὺς καὶ κύρια τὸ Μαυροκορδάτο, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὸν ἐντάξουν στὶς προθέσεις τους. Καταδιώκεται, δικάζεται καὶ καταδικάζεται ὡς προδότης τῆς πατρίδας καὶ διώχνεται στὶς ὀρεινὲς περιοχὲς τῶν Ἀγράφων. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀγώνας κινδυνεύει οἱ διῶκτες του τὸν ἀποζητοῦν ὡς σωτήρα. Καὶ τότε δείχνει τὸ μεγαλεῖο τῆς εὐφυΐας, τῆς λεβεντιᾶς, τοῦ γνήσιου πατριωτισμοῦ του, σὲ συγκρούσεις μὲ τοὺς Τούρκους νικηφόρες, κορυφαῖες καὶ καθοριστικὲς γιὰ τὸ στέριωμα τῆς λευτεριᾶς. Πάνω στὴν ὁλόφωτη λάμψη του χάνεται ἄδοξα καὶ κάτω ἀπὸ περίεργες συνθῆκες στὸ Φάληρο, συνθῆκες ποὺ ἀκριβῶς πρόκειται νὰ διερευνηθοῦν στὸ ἔργο τοῦτο.

Ὁ Καραϊσκάκης εἶναι μία ἔκφραση τοῦ ἑλληνικοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι καὶ τοῦ ποιητικοῦ μύθου. Κ' ἔτσι τὸν βλέπουμε μέσα στὸ χρόνο. Ἔτσι, στὸ σύντομο τοῦτο εἰσαγωγικὸ σημείωμα δὲν πρόκειται νὰ καταγράψουμε τὰ ἐγκώμια Ἑλλήνων καὶ ξένων γιὰ τὴ μορφή, τὴν ἰδιοσυγκρασία καὶ τὸ ἔργο του. Αὐτὸ θὰ γίνει στὴν κατάλληλη περίπτωση καὶ στὴ συνολικὴ θεώρησή του. Ὡστόσο ὁ κορυφαῖος τοῦ Εἰκοσιένα ἀποτελεῖ ἔναυσμα ἔμπνευσης γιὰ τοὺς ποιητές, ποὺ διαβλέπουν στὸ πρόσωπό του στοιχεῖα ὁμηρικῶν ἡρώων καὶ προσπαθοῦν νὰ τὰ συλλάβουν στὴν κύρια σύστασή τους. Αὐτὸ τὸ πέρασμα μιᾶς συγκεκριμένης ἱστορικῆς μορφῆς μέσα στὸν ποιητικὸ καὶ λαϊκὸ ἐξομολογητικὸ λόγο καὶ μύθο εἶναι ποὺ ἔκανε καὶ τὸ ζωγράφο
Θεόφιλο νὰ λέει σὰν τὸν ρωτοῦσαν γιὰ τὸν Καραϊσκάκη πὼς ἦταν «δυὸ φορὲς πιὸ μεγάλος ἀπὸ τὸν Ἅι-Γιώργη».(1)

Ὁ Ἰωάννης Ζαμπέλιος στὴν ἐπώνυμη τραγωδία του προτρέπει στὸ τέλος μὲ τὰ λόγια του χοροῦ ὄχι δάκρυα, ἀλλὰ μίμηση τοῦ ἔργου του, ἀνάμνηση δημιουργική τῆς πολεμικῆς του δράσης καὶ τῆς στωϊκότητας μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετώπισε τὸ θάνατο,(2) ὡραῖος καὶ ἀγέρωχος, γνωρίζοντας πολλά, ἀλλὰ κρατώντας τὴν πίκρα του, πεθαίνοντας στὴν πίκρα του, γιὰ νὰ μὴ βλάψει σὲ τίποτα τὸ Γένος καὶ τὸν Ἀγώνα.

Ὁ Ἀχιλλέας Παράσχος τὸν ἀναπολεῖ νἄρχεται ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο μὲ τ' ἅρματά του, σὰν ἀστροπελέκι, ἀητὸ καὶ λιοντάρι καὶ ν' ἀκολουθεῖ ξοπίσω του ἀσκέρι μὲ παλικάρια, ἀπὸ τὴ Ρούμελη, τὸ Μοριά, τὸν Ψηλορείτη καὶ τὴν Πίνδο κι ὅλοι νὰ τὸν κοιτάζουνε μὲ σέβας, «τὸν Ἀρχηγὸ τῶν Ἀρχηγῶν». Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐτοῦτο. Κ' ὕστερα, ἀφοῦ μιλήσει γιὰ παλικαριὲς καὶ θυσίες, γιὰ καινούρια δεινὰ τῆς πατρίδας, τοῦ λέει νὰ προσμένει τὸ νέο κάλεσμα γιὰ νἄρθει νὰ ὁδηγήσει τὸ Γένος σὲ μιὰ ἀναγεννητικὴ πορεία.(3)

Ὁ Παναγιώτης Σοῦτσος στὸ λυρικό του δράμα ποὺ ἀφιέρωσε στὸν ἥρωα βάζει στὸ χορὸ νὰ πεῖ νὰ φέρουν τὸ νεκρό του σῶμα καὶ νὰ τὸ τοποθετήσουν στὴν Ἀκρόπολη, στὰ Προπύλαια, γιὰ ν' ἀποχαιρετήσει «τοὺς ὁμοίους του μεγάλους τῶν αἰώνων τῶν ἀρχαίων», ὁ μάρτυρας τῆς «Πίστεως καὶ τῆς Ἐλευθερίας» ποὺ καὶ νεκρὸς θὰ κονταροχτυπιέται μὲ «τῶν βαρβάρων τὰς ἀγέλας», μὲ τή ματωβαμένη λευκή του φουστανέλλα, ὁ «μέγας» ὅπως ἀποκαλεῖ τὸν Καραϊσκάκη.(4)

Ὁ Γεώργιος Στρατήγης ἐπισημαίνει τὴ λατρεία τοῦ λαοῦ στὸ πρόσωπό του ποὺ τὸν δοξάζει σὰν ἡμίθεο καὶ πὼς ἀπὸ κεῖνον θ' ἀκούει χρησμοὺς καὶ νὰ ἐλπίζει, ἔτσι, καλύτερες μέρες γιὰ τὸ ἔθνος.(5)

Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία τὸ γεγονὸς πὼς οἱ ποιητὲς τὸν ἀνακαλοῦν στὴ μνήμη ὄχι μονάχα γιὰ νὰ ἐξυμνήσουν τὶς παλικαριὲς καὶ τὶς ἀρετές του, ἀλλὰ καὶ τὸν καλοῦν νὰ ὁδηγήσει τὸ Γένος σὲ νέες ἐξορμήσεις, ποὺ εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου ποὺ βρίσκεται ἀκόμα κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία. Γίνεται ἡ ἀνάμνηση δημιουργικὴ πνοή, ὅπως ὁλόκληρη ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του.

Ὁ Παλαμᾶς λογάριαζε πάντα νὰ γράψει ἕνα πολύστιχο τραγούδι γιὰ τὸν Καραϊσκάκη καὶ τὄχε καημὸ ποὺ ὅλο κι ἀνέβαλε καὶ τελικὰ δὲν τὸ κατάφερε. Μᾶς ἔδωσε μερικοὺς στίχους γιὰ τὸν ἥρωα, μὰ τὸ ἔπος ποὺ προσδοκοῦσε δὲν ἔγινε. Σὲ μιὰ συνέντευξή του τὸ 1923, εἶχε πεῖ: «Ἑτοιμάζω τὸ "Τραγοῦδι τοῦ Καραϊσκάκη". Αὐτὸν τὸν ἥρωα τὸν θεωρῶ προσωπικότητα ἰσχυρὴ καὶ περίπλοκη, γεμάτη ἀντιθέσεις. Δὲν ξέρω ἂν ἀπάνω στὸ θέμα αὐτὸ θὰ πῶ τὸν τελευταῖο λόγον ἐγώ. Ἀλλὰ ἀπάνω στὸ πρόσωπο τοῦ Καραϊσκάκη συγκεντρώνω τὰ ὄνειρα τῆς φυλῆς μου».(6)

Ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ περασμένου αἰώνα, σκιαγραφώντας ὁ Παλαμᾶς τὸν Καραϊσκάκη, κατέληγε: «Ὁ Καρλάϊλ ὁρίζει τὸν μέγαν ἄνδρα ὡς τὸν "σωτῆρα τῆς ἐποχῆς του". Ὁ Καραϊσκάκης εἶναι ὁ μέγας ἀνήρ τοῦ Καρλάϊλ».(7) Ἀρκετὰ χρόνια ἀργότερα, στὰ 1927, ἐπισημαίνοντας πὼς «οἱ μεγάλοι μας λυρικοί, ὁ Σολωμὸς καὶ ὁ Κάλβος, εἶναι σὰ νὰ μὴν τὸ ὑποπτεύονται τὸ μεγαλεῖο τοῦ Καραϊσκάκη» καὶ πὼς «εἶναι ἀξιοσημείωτο πὼς ὁ Καραϊσκάκης δὲν τὴν ἀπασχόλησε τὴν ποίησή μας, ὅσο ἔπρεπε», θὰ γράψει:

« Ἀπάνω ἀπ' ὅλους ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης παρουσιάζεται πάντα στὴ σκέψη μου ὡς κατ' ἐξοχὴν ἐπικολυρικός, πρωταγωνιστὴς τῆς ἐθνικῆς τραγωδίας τῶν ἑφτὰ χρόνων, ἀσύγκριτος, μυστηριακός, διπρόσωπος, αἰνιγματικός, γερὴ ἀτίθαση ψυχή, τιθασευμένη στὸ τέλος ἀπὸ μόνη τὴν ἰδέα τῆς Πατρίδας, πειθαρχικὸς ὁ ἀπειθάρχητος, μέσα στὸ κατασκαμμένο ἀπὸ τὸν πυρετὸ κορμί, λογισμὸς ποὺ ἀνεβοκατεβαίνει συγκρατητὰ ἀπὸ τῆς προδοσίας τὸν πειρασμὸ στὴν ἰδέα τῆς θυσίας, ὁ ἀρχηγὸς καὶ ὁ πρῶτος καπετάνιος, ὀρθός, ἀλύγιστος, ὅταν ὅλα τριγύρω του, πρόσωπα καὶ πράγματα, στρατιῶτες καὶ πολίτες ἔπεφταν γονατισμένοι, ὁ πατέρας... Ὁ ἄγγελος καὶ ὁ δαίμονας μέσα του εἴτανε δίδυμο πρόσωπο. Συμπλήρωνε τὸ ἕνα τὸ ἄλλο... Ἥρωας ποιητικός».(8)

Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς κι ὁ Παλαμᾶς συνδέει τὴν παρουσία τοῦ Καραϊσκάκη μὲ τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθόν, μὲ τὴν ἀτομικὴ καὶ τὴν ἱστορικὴ ἀγρύπνια, γράφοντας:

«Στὰ 1918, στὴ 22 τοῦ Μάρτη, ξημερώνοντας, γιορτὴ τῆς Ἀνάληψης εἶδα στὸν ὕπνο μου τὸ στρατηγὸ Καραϊσκάκη. Εἴμαστε πολιορκημένοι στὸ Μεσολόγγι, κατέβηκε ἀπὸ τὸ βουνὸ ποὺ φωτίστηκε ἔξαφνα μὲ τὸ κατέβασμά του• κατέβαινε νὰ μᾶς γλυτώση. Ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους τῆς συντροφιᾶς του ὁπλαρχηγοὺς καὶ προεστούς, ὅλος κίνηση καὶ φλόγα. Τοῦ παρουσιάστηκα, τοῦ φίλησα τὸ χέρι, μοῦ εἶπε κάποιο λόγο ποὺ δὲν τὸν καλοάκουσα ἢ ποὺ δὲν τὸν θυμοῦμαι πιά. Πῆρα θάρρος, εἶπα μὲ τὸ νοῦ μου: "Πόσο φαίνεται πὼς διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους!" Πήγαινα νὰ πολεμήσω, περίμενα ὥρα τὴν ὥρα τὸ βόλι τοῦ Τούρκου, καὶ γυρίζοντας πρὸς τὸ σύντροφό μου, τὸν παραστάτη μου στὴ γραμμή, τοῦ εἶπα: "Φίλησέ με γιατ' ἴσως εἶναι ἡ στερνὴ φορά• θὰ μᾶς πάρη τὸ βόλι", καὶ σκύψαμε καὶ φιληθήκαμε».(9)

Κατεβαίνει ἀληθινὰ ὁ Καραϊσκάκης μέσα ἀπὸ τὸ χρόνο, θεματοφύλακας ἀξιῶν καὶ προσδοκιῶν τοῦ Γένους, ὁ «Ἀχιλλέας τῆς Ρωμιοσύνης» ὅπως τὸν ἀποκάλεσε ὁ Παλαμᾶς ποὺ ζεῖ «στὴν ἄρρωστή του σάρκα τῆς Φυλῆς ἡ μοῖρα».(10) Νιώθουμε τὴ λαχτάρα καὶ τὴν πίκρα καὶ τὴν ἀπαντοχή του, τὴ φλόγα του γιὰ τὴν ἀλήθεια. Σὲ τούτη τὴ φλόγα ποὺ καὶ μᾶς συνεπαίρνει στὴν ὁρμὴ της ρίχνουμε καὶ τὸ δικό μας τὸ κλωνάρι, γιὰ νὰ φωτιστεῖ, ὅσο γίνεται πιὸ λαμπερά, ὁ τραγικὸς χαμός του.





Σημειώσεις

1. Ὀ. Ἐλύτη, Ἀνοιχτὰ χαρτιά, Ἀθήνα 1982, σ. 198.

2. Ἰ. Ζαμπέλιου, Γεώργιος Καραϊσκάκης, τραγωδία ἕκτη, ἐν Ἀθήναις 1843, σ. 76-77.

3. Ἀ. Παράσχου, Ἀνέκδοτα ποιήματα, τόμ. Α΄, Ἀθήνησι 1904, σ. 174-181. Τὸ ποίημα, γραμμένο τὸ 1894, ἔχει τίτλο: «Εἰς τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ Στρατάρχου Γεωργίου Καραϊσκάκη», καὶ προοριζόταν ν' ἀπαγγελθεῖ σὲ ἀποκαλυπτήρια ἀνδριάντα τοῦ ἥρωα στὸν Πειραιᾶ.

4. Π Σούτσου, Ποιήματα, ἐν Ἀθήναις 1915, σ. 129-173, ὅπου τὸ λυρικὸ δράμα σὲ τρεῖς πράξεις.

5. Γ.Κ. Στρατήγη, «Εἰς τὸν ἀνδριάντα τοῦ Καραϊσκάκη», Κωνστ. Φ. Σκόκου (ἐπιμ.), Ἐθνικὸν Ἡμερολόγιον 1896, σ. 70-72.

6. Κ.Σ. Κώνστα, «Ὁ Καραϊσκάκης στὴ ψυχὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ», Στερεὰ Ἑλλάς, Σεπτέμβριος 1969, σ. 17.

7. Κωστῆ Παλαμᾶ, Ἅπαντα, τόμ. ΙΣΤ΄, Ἀθήνα 1984, σ. 340.

8. Κωστῆ Παλαμᾶ, «Ὁ γιὸς τῆς Καλογριᾶς», Κυριακή, τοῦ Ἐλευθέρου Βήματος, 27.3.1927 καὶ Ἅπαντα, τόμ. ΙΓ΄, Ἀθήνα 1972, σ. 179, 181.

9. Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, τόμος 13ος, σ. 178.

10. Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, τόμ. Ζ΄, Ἀθήνα 1972, σ. 421. Οἱ στίχοι ἀπὸ τὰ «Δεκατετράστιχα» ποὺ πρωτοκυκλοφόρησαν στὰ 1919. Ὁ θάνατος τοῦ πολέμαρχου ἔγινε ποιητικὸς θρῆνος καὶ στὸν ἁπλὸ ἄνθρωπο. Ναύτης γράφει ὁλόκληρη τραγωδία, ἕνα χρόνο μετὰ τὸ θάνατό του. Βλ. Γ. Ἀναξαγόρα, Ὁ θάνατος τοῦ Καραϊσκάκη ἤ ἡ Διάλυσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοπέδου εἰς τὴν Ἀττικήν, τραγωδία συνθεθεῖσα ἀπὸ τὸν..., ἐν Λιβόρνῳ 1828.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2007

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ

Γέροντος Πορφυρίου

Η αγάπη προς τον αδελφό καλλιεργεί την αγάπη προς τον Θεό

Ένα είναι το ζητούμενο στη ζωή μας, η αγάπη, η λατρεία στον Χριστό και η αγάπη στους συνανθρώπους μας. Να είμαστε όλοι ένα με κεφαλή τον Χριστό. Έτσι μόνο θ’ αποκτήσομε την χάρι, τον ουρανό, την αιώνια ζωή.

Η αγάπη προς τον αδελφό καλλιεργεί την αγάπη προς τον Θεό. Είμαστε ευτυχισμένοι, όταν αγαπήσομε όλους τους ανθρώπους μυστικά. Θα νιώθομε τότε όλοι μας αγαπούν. Κανείς δεν μπορεί να φθάσει στον Θεό, αν δεν περάσει απ’ τους ανθρώπους. Γιατί, «ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;». Ν’ αγαπάμε, να θυσιαζόμαστε για όλους ανιδιοτελώς, χωρίς να ζητάμε ανταπόδοση. Τότε ισορροπεί ο άνθρωπος. Μια αγάπη που ζητάει ανταπόδοση είναι ιδιοτελής. Δεν είναι γνήσια, καθαρή, ακραιφνής.

Να τους αγαπάτε και να τους συμπονάτε όλους. «Και είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη· υμείς δε εστε μέλη Χριστού και μέλη εκ μέρους». Αυτό είναι Εκκλησία· εγώ, εσύ, αυτός, ο άλλος να αισθανόμαστε ότι είμαστε μέλη Χριστού, ότι είμαστε ένα. Η φιλαυτία είναι εγωισμός. Να μη ζητάμε, «εγώ να σταθώ, εγώ να πάω στον Παράδεισο», αλλά νιώθομε για όλους αυτή την αγάπη. Καταλάβατε; Αυτό είναι ταπείνωση.

Έτσι, αν ζούμε ενωμένοι, θα είμαστε μακάριοι, θα ζούμε στον Παράδεισο. Ο κάθε διπλανός μας, ο κάθε πλησίον μας είναι «σαρξ εκ της σαρκός μας». Μπορώ ν’ αδιαφορήσω γι’ αυτόν, μπορώ να τον πικράνω, μπορώ να τον μισήσω; Αυτό είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της Εκκλησίας μας. Να γίνομε όλοι ένα εν Θεώ. Αν αυτό κάνομε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτα καλύτερο δεν υπάρχει απ’ αυτή την ενότητα. Αυτό είναι η Εκκλησία. Αυτό είναι η Ορθοδοξία. Αυτό είναι ο Παράδεισος. Ας διαβάσομε απ’ τον Ευαγγελιστή Ιωάννη την Αρχιερατική Προσευχή. Προσέξτε τους στίχους: «ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς.... ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι... ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς εν εσμέν... ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν... ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού».

Βλέπετε; Το λέει και το ξαναλέει. Τονίζει την ενότητα. Να είμαστε όλοι ένα, ένα με κεφαλή τον Χριστό! Όπως ένας είναι ο Χριστός με τον Πατέρα και τον Υιό. Εδώ κρύβεται το μεγαλύτερο βάθος τους μυστηρίου της Εκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δεν λέγει κάτι τέτοιο. Κανείς δεν ζητάει αυτή τη λεπτότητα που ζητάει ο Χριστός, να γίνομε όλοι ένα συν Χριστώ. Εκεί βρίσκεται το πλήρωμα. Σ’ αυτή την ενότητα, σ’ αυτή την αγάπη, την εν Χριστώ. Καμία διάσπαση εκεί δεν χωράει, κανείς φόβος. Ούτε θάνατος, ούτε διάβολος, ούτε κόλαση. Μόνο αγάπη, χαρά, ειρήνη, λατρεία Θεού. Μπορείς να φθάσεις να λες τότε με τον Απόστολο Παύλο: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».

Μπορούμε πολύ εύκολα να φθάσομε σ’ αυτό το σημείο. Αγαθή προαίρεση χρειάζεται κι ο Θεός είναι έτοιμος να έλθει μέσα μας. «Κρούει την θύραν» και «καινά ποιεί πάντα», όπως λέγει στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Μεταβάλλεται η σκέψη μας, απαλλάσσεται από την κακία, γίνεται πιο καλή, πιο αγία, πιο εύστροφος. Αν, όμως, δεν ανοίξομε του κρούοντος την θύραν, αν δεν έχομε εκείνα που θέλει Αυτός, αν δεν είμαστε άξιοί Του, τότε δεν μπαίνει στην καρδιά μας. Για να γίνομε όμως άξιοί Του, πρέπει ν’ αποθάνομε κατά τον παλαιό άνθρωπο, για να μην αποθάνομε ποτέ πλέον. Τότε θα ζούμε εν Χριστώ ενσωματωμένοι με όλο το σώμα της Εκκλησίας. Έτσι θα έλθει η θεία χάρις. Και άμα θα έλθει η χάρις, θα μας τα δώσει όλα.

Στο Άγιον Όρος είδα κάποτε κάτι που μου άρεσε πολύ. Μέσα σε μία βάρκα στη θάλασσα μοναχοί κρατούσαν διάφορα ιερά αντικείμενα. Καταγόταν ο καθένας από διαφορετικό τόπο, εν τούτοις έλεγαν, «αυτό είναι δικό μας» και όχι «δικό μου».

Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς

Υπεράνω όλων η αγάπη. Εκείνο που πρέπει να μας απασχολεί, παιδιά μου, είναι η αγάπη για τον άλλο, η ψυχή του. Ό,τι κάνομε, προσευχή, συμβουλή, υπόδειξη, να το κάνομε με αγάπη. Χωρίς την αγάπη η προσευχή δεν ωφελεί, η συμβουλή πληγώνει, η υπόδειξη βλάπτει και καταστρέφει τον άλλον, που αισθάνεται αν το αγαπάμε ή δεν τον αγαπάμε και αντιδρά αναλόγως. Αγάπη, αγάπη, αγάπη! Η αγάπη στον αδελφό μας προετοιμάζει ν’ αγαπήσομε περισσότερο τον Χριστό. Ωραίο δεν είναι;

Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς, αδιαφορώντας για τη στάση τους. Όταν έλθει μέσα μας η χάρις του Θεού, δεν θα ενδιαφερόμαστε αν μας αγαπάνε ή όχι, αν μας μιλάνε με καλοσύνη. Θα νιώθομε την ανάγκη εμείς να τους αγαπάμε όλους. Είναι εγωισμός να θέλομε οι άλλοι να μας μιλάνε με καλοσύνη. Ας μη μας στενοχωρεί το αντίθετο. Ας αφήσομε τους άλλους να μας μιλάνε όπως αισθάνονται. Ας μη ζητιανεύομε την αγάπη. Επιδίωξή μας να είναι ν’ αγαπάμε και να προσευχόμαστε με όλη μας την ψυχή για κείνους. Τότε θα προσέξομε ότι όλοι θα μας αγαπάνε χωρίς να το επιδιώκομε, χωρίς καθόλου να ζητιανεύομε την αγάπη τους. Θα μας αγαπάνε ελεύθερα και ειλικρινά από τα βάθη της καρδιάς τους χωρίς να τους εκβιάζομε. Όταν αγαπάμε χωρίς να επιδιώκομε να μας αγαπάνε, θα μαζεύονται όλοι κοντά μας σαν τις μέλισσες. Αυτό ισχύει για όλους μας.

Αν ο αδελφός σου σ’ ενοχλεί, σε κουράζει, να σκέπτεσαι: «Τώρα με πονάει το μάτι μου, το χέρι μου, το πόδι μου· πρέπει να το περιθάλψω μ’ όλη μου την αγάπη». Να μη σκεπτόμαστε, όμως, ούτε ότι θα αμειφθούμε για τα δήθεν καλά, ούτε ότι θα τιμωρηθούμε για τα κακά που διαπράξαμε. Έρχεσαι εις επίγνωσιν αληθείας, όταν αγαπάεις με την αγάπη του Χριστού. Τότε δεν ζητάεις να σ’ αγαπάνε· αυτό είναι το σωστό. Από μας εξαρτάται να σωθούμε. Ο Θεός το θέλει. Όπως λέει η Αγία Γραφή: «... πάντας θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».

Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς

Όταν κάποιος μας αδικήσει μ’ οποιονδήποτε τρόπο, με συκοφαντίες, με προσβολές, να σκεπτόμαστε ότι είναι αδελφός μας που τον κατέλαβε ο αντίθετος. Έπεσε θύμα του αντιθέτου. Γι’ αυτό πρέπει να τον συμπονέσομε και να παρακαλέσουμε τον Θεό να ελεήσει κι εμάς κι αυτόν· κι ο Θεός θα βοηθήσει και τους δύο. Αν, όμως, οργισθούμε εναντίον του, τότε ο αντίθετος από κείνον θα πηδήσει σ’ εμάς και θα μας παίζει και τους δύο. Όποιος κατακρίνει τους άλλους, δεν αγαπάει τον Χριστό. Ο εγωισμός φταίει. Από κει ξεκινάει η κατάκριση. Θα σας πω ένα μικρό παράδειγμα.

Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται μόνος του στην έρημο. Δεν υπάρχει κανείς. Ξαφνικά ακούει κάποιον από μακριά να κλαίει και να φωνάζει. Πλησιάζει κι αντικρίζει ένα φοβερό θέαμα: μία τίγρις έχει αρπάξει έναν άνθρωπο και τον καταξεσχίζει με μανία. Εκείνος απελπισμένος ζητάει βοήθεια. Σε λίγα λεπτά θα τον κατασπαράξει. Τι να κάνει, για να τον βοηθήσει; Να τρέξει κοντά του; Πως; Αυτό είναι αδύνατον. Να φωνάξει; Ποιον; Κανείς άλλος δεν υπάρχει. Μήπως θα πάρει καμιά πέτρα να τήνε ρίξει στον άνθρωπο και να τον αποτελειώσει; «Όχι, βέβαια!», θα πούμε. Κι όμως αυτό είναι δυνατόν να γίνει, όταν δεν καταλαβαίνομε ότι ο άλλος που μας φέρεται άσχημα κατέχεται από τον διάβολο, την τίγρη. Μας διαφεύγει ότι, όταν κι εμείς τον αντιμετωπίζομε χωρίς αγάπη, είναι σαν να του ρίχνομε πέτρες πάνω στις πληγές του, οπότε του κάνομε πολύ κακό και η «τίγρις» μεταπηδάει σ’ εμάς και κάνομε κι εμείς ό,τι εκείνος και χειρότερα. Τότε, λοιπόν, ποια είναι η αγάπη που έχομε για τον πλησίον μας και, πολύ περισσότερο, για τον Θεό;

Να αισθανόμαστε την κακία του άλλου σαν αρρώστια που τον βασανίζει και υποφέρει και δεν μπορεί να απαλλαγεί. Γι’ αυτό να βλέπομε τους αδελφούς μας με συμπάθεια και να τους φερόμαστε με ευγένεια λέγοντας μέσα μας με απλότητα το «Κύριε Ιησού Χριστέ», για να δυναμώσει με τη θεία χάρι η ψυχή μας και να μην κατακρίνομε κανένα. Όλους τους αγίους να τους βλέπομε. Όλοι μας μέσα φέρομε τον ίδιο παλαιό άνθρωπο. Ο πλησίον, όποιος κι αν είναι, είναι «σαρξ εκ της σαρκός μας», είναι αδελφός μας και «μηδενί μηδέν οφείλομεν, ει μη το αγαπάν αλλήλους», σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο. Δεν μπορούμε ποτέ να κατηγορήσομε τους άλλους, γιατί «ουδείς την εαυτού σάρκα εμίσησεν».

Όταν κάποιος έχει ένα πάθος, να προσπαθούμε να του ρίχνομε ακτίνες αγάπης και ευσπλαγχνίας, για να θεραπεύεται και να ελευθερώνεται. Μόνο με την χάρι του Θεού γίνονται αυτά. Να σκέπτεσθε ότι αυτός υποφέρει περισσότερο από εσάς. Στο κοινόβιο, όταν κάποιος φταίει, να μην του πούμε ότι φταίει. Να στεκόμαστε με προσοχή, σεβασμό και προσευχή. Εμείς να προσπαθούμε να μην το κάνομε το κακό. Όταν υπομένομε την αντιλογία του αδελφού, λογίζεται μαρτύριο. Να το κάνομε με χαρά.

Ο χριστιανός είναι ευγενής. Να προτιμάμε ν’ αδικούμαστε. Άμα έλθει μέσα μας το καλό, η αγάπη, ξεχνάμε το κακό που μας κάνανε. Εδώ κρύβεται το μυστικό. Όταν το κακό έρχεται από μακριά, δεν μπορείτε να το αποφύγετε. Η μεγάλη τέχνη είναι, όμως, να το περιφρονήσετε. Με την χάρι του Θεού, ενώ θα το βλέπετε, δεν θα σας επηρεάζει, διότι θα είστε πλήρεις χάριτος.

Στο Πνεύμα του Θεού όλα είναι αλλιώτικα. Εκεί κανείς τα δικαιολογεί στους άλλους όλα. Όλα! Τι είπαμε; «Ο Χριστός βρέχει επί δικαίους και αδίκους». Εγώ εσένα βγάζω φταίχτη, έστω κι αν μου λες ότι φταίει ο τάδε ή η τάδε. Τελικά σε κάτι φταίεις και το βρίσκεις, όταν σου το πω. Αυτή τη διάκριση ν’ αποκτήσετε στη ζωή σας. Να εμβαθύνετε στο καθετί και να μην τα βλέπετε επιφανειακά. Αν δεν πάμε στον Χριστό, αν δεν υπομένομε, όταν πάσχομε αδίκως, θα βασανιζόμαστε συνέχεια. Το μυστικό είναι ν’ αντιμετωπίζει κανείς τις καταστάσεις με πνευματικό τρόπο. Κάτι παρόμοιο γράφει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:

«’’Όλους τους πιστούς οφείλομε να τους βλέπομε σαν ένα και να σκεπτόμαστε ότι στον καθένα από αυτούς είναι ο Χριστός. Και να έχομε για τον καθένα τέτοια αγάπη, ώστε να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσομε για χάρη του και τη ζωή μας. Γιατί οφείλομε να μη λέμε, ούτε να θεωρούμε κανένα άνθρωπο κακό, αλλά όλους να τους βλέπομε ως καλούς. Κι αν δεις έναν αδελφό να ενοχλείται από πάθη, να μην τον μισήσεις αυτόν· μίσησε τα πάθη που τον πολεμούν. Κι αν τον δεις να τυραννείται από επιθυμίες και συνήθειες προηγουμένων αμαρτιών, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μην τυχόν δοκιμάσεις και συ πειρασμό, αφού είσαι από υλικό που εύκολα γυρίζει από το καλό στο κακό’’. Η αγάπη προς τον αδελφό σε προετοιμάζει ν’ αγαπήσεις περισσότερο τον Θεό. Το μυστικό, λοιπόν, της αγάπης προς τον Θεό είναι η αγάπη προς τον αδελφό. Γιατί, αν δεν αγαπάεις τον αδελφό σου που τον βλέπεις, πως είναι δυνατόν ν’ αγαπάεις τον Θεό που δεν Τον βλέπεις; ‘’Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;’’».

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2007

ΕΠΕΘΥΜΗΣΕ ΠΟΡΝΗ...

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

« Ότε της Εκκλησίας έξω ευρεθείς Ευτρόπιος …»

Πόρνη επιθυμούσε ο Θεός; Ναι πόρνη. Εννοώ τη δική μας φύση. Ήταν τρανός και αυτή ταπεινή. Τρανός όχι στη θέση αλλά στη φύση. Πεντακάθαρος ήταν, ακατάστρευτη η ουσία του, άφθαρτη η φύση του. Αχώρητος στο νου, αόρατος, άπιαστος από τη σκέψη, υπάρχοντας παντοτεινά, μένοντας απαράλλακτος. Πάνω από τους αγγέλους, ανώτερος από τις δυνάμεις των ουρανών. Νικώντας τη λογική σκέψη, ξεπερνώντας τη δύναμη του μυαλού, αδύνατο να τον δεις, μόνο να τον πιστέψεις …

Έριχνε το βλέμμα του στη Γη και την έκανε να τρέμει … Ποτάμια έβγαζε στην έρημο … Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Για να την αναπλάσει από πόρνη σε παρθένα. Για να γίνει ο νυμφίος της. Τι κάνει; Δεν της στέλνει κάποιον από τους δούλους του, δεν στέλνει άγγελο στην πόρνη, δεν στέλνει αρχάγγελο, δεν στέλνει τα χερουβείμ, δεν στέλνει τα σεραφείμ. Αλλά καταφθάνει αυτός ο ίδιος ο ερωτευμένος.

Επεθύμησε πόρνη. Και τι κάνει; Επειδή δεν μπορούσε να ανέβει εκείνη στα ψηλά, κατέβηκε στα χαμηλά. Έρχεται στην καλύβα της. Τη βλέπει μεθυσμένη. Και με ποιό τρόπο έρχεται; Όχι με ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται εντελώς ίδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και του φύγει. Τη βρίσκει καταπληγωμένη, εξαγριωμένη, από δαίμονες κυριευμένη. Και τι κάνει; Την παίρνει και την κάνει γυναίκα του. Και τι δώρα της χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιο δαχτυλίδι; Το Άγιο Πνεύμα.

Έπειτα λέγει. Δεν σε φύτεψα στον Παράδεισο; -

- Του λέγει, ναι.

- Και πώς ξέπεσες από εκεί; -

- ΄Ήλθε και με πήρε ο Διάβολος από τον Παράδεισο. –

Φυτεύτηκες στον Παράδεισο και σε έβγαλε έξω. Να, σε φυτεύω μέσα μου. Δεν τολμά να με πλησιάσει εμένα. Ο ποιμένας σε κρατάει και ο λύκος δεν έρχεται πια.

- Αλλά είμαι, λέγει, αμαρτωλή και βρώμικη.

- Μη μου σκοτίζεσαι, είμαι γιατρός. Δώσε μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τι κάνει. Ήλθε να πάρει την πόρνη, όπως αυτή – το τονίζω – ήταν βουτηγμένη στη βρώμα. Για να μάθεις τον έρωτα του Νυμφίου. Αυτό χαρακτηρίζει τον ερωτευμένο: το να μη ζητάει ευθύνες για αμαρτήματα, αλλά να συγχωρεί λάθη και παραπατήματα.

- Πιο πριν ήταν κόρη των δαιμόνων, κόρη της Γης, ανάξια για τη Γη. Και τώρα έγινε κόρη του βασιλιά. Και αυτό γιατί έτσι θέλησε ο ερωτευμένος μαζί της. Γιατί ο ερωτευμένος δεν πολυνοιάζεται για τη συμπεριφορά του. Ο έρωτας δεν βλέπει ασχήμια. Γι’ αυτό και ονομάζεται έρωτας, επειδή πολλές φορές αγαπά και την άσχημη. Έτσι έκανε και ο Χριστός. Άσχημη είδε και την ερωτεύτηκε και την ανακαινίζει.

- Την πήρε ως γυναίκα, και ως κόρη του την αγαπά, και ως δούλα του την φροντίζει, και ως παρθένα την προστατεύει, και ως παράδεισο την τειχίζει, και ως μέλος του σώματός του την περιποιείται. Τη φροντίζει ως κεφαλή της που είναι, τη φυτεύει ως ρίζα, την ποιμαίνει ως ποιμένας. Ως νυμφίος την παίρνει γυναίκα του, και ως εξιλαστήριο θύμα την συγχωρεί, ως πρόβατο θυσιάζεται, ως νυμφίος τη διατηρεί μέσα στην ομορφιά, ως σύζυγος φροντίζει να μην της λείψει τίποτα.

- Ώ, Συ Νυμφίε, που ομορφαίνεις την ασχήμια της νύφης!