Σάββατο, 19 Μαΐου 2007

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ: Tο άγνωστο ελληνικό ολοκαύτωμα

Η γενοκτονία των Ποντίων ( 1916 – 1923 ) με 353.000 νεκρούς αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του αιώνα μας.

Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί.

Πως και πότε διαπράχθηκε η γενοκτονία;

Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ( 1461 ) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση – γενοκτονία του αιώνα μας.

Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαριθεί σε τρεις περιόδους.

· Η πρώτη αρχίζει με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 και λήγει στα μέσα του 17ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι κρατούν μάλλον ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου.

· Η δεύτερη αρχίζει στα μέσα του 17ου αιώνα και λήγει με το τέλος του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου. Χαρακτηρίζεται με τη θρησκευτική βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται οι ομαδικοί εξισλαμισμοί των ελληνικών πληθυσμών.

· Η τελευταία περίοδος, που τελειώνει το 1922 υποδιαιρείται σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη αρχίζει με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774. Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανώντους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.

Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.

Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μούσταφα Κεμάλ ( 1919 – 1923 ).

Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο « Ένωση και Πρόοδος » ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.

Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές.

Κατ΄ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.

Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου.

Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.

Σύμφωνα με μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής: « Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια. Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα ... ».

Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολίσεις των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.

Το τελικό πλήγμα.

Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. Εκείνος ο διωγμός υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.

Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.
Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας.

Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του αμάχου πληθυσμού. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο.

Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Το τέλος του Πόντου πλησιάζει. Οι φωνές λιγοστεύουν.

Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων.

Η μοίρα αυτή απετράπη με ένα εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο: με τις; γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, με την υποχρεωτική έξοδο όσων επιβίωσαν και με τη βίαιη τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων, όπως οι Κούρδοι, που συνέχισαν να παραμένουν στην τουρκική, πλέον, επικράτεια.

Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα. Ακολουθεί μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ενός ανθρώπου που έζησε τη μεγάλη ανθρωποσφαγή.

Ένα χωριό των Κοτυώρων

Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδοσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:

"Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν' αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος... Αλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ' αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει... Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι' οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.

Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξεσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλοιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.

Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ' όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Ετσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.

Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι' έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπεδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι' ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την "πατριωτική" του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.

Η πυρπόληση

Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλλες άλλες με τους γέρους γονείς κι' άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.

Οταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ' οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.

Κι' όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι' οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι' αντιβούϊζε στα γύρω βουνά και δάση...

Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής... επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν' ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι' απ' έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.

Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κράυγαζαν "μάνα, μανίτσα!". Οι κοπέλλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι' άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ' αυτιά, φωνές μανιακές και κλάμματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους - χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.

Μερικές γυναίκες και κοπέλλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατήρι τους - πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.

Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι' έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι' ακούγονταν μονο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν".

Μαρτυρίες Σοβιετικών

Οι σοβιετικοί υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Πιθανότατα, οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή τους Επανάσταση.

Οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους. Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά των ελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.

O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: "Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο... Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι' αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του... Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου". Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Οταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους. Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακύρησσε: "... oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα". Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.

Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: "...όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ' όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή."

Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, "βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες". Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.

Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: "Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ' όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου..." Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις "επισημάνσεις" του Φρούνζε: "Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο... Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα "Ποντιακό κράτος" στην Τουρκία..."

Ο Φρούνζε στο βιβλίο του "Αναμνήσεις από την Τουρκία" γράφει: "Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ' ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωταίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ' ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου."

Οι Τούρκοι αρνούνται σήμερα τη σφαγή του 1922 – τη σφαγή των Ελλήνων. Κι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα ντοκουμέντα, τα αποδίδουν στις αναπόφευκτες ακρότητες του πολέμου. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική.

Η γενοκτονία των Χριστιανών ήταν ένα καλά μελετημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των μεινοτήτων της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ένα σχέδιο που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914, με τον πρώτο διωγμό. Και ολοκληρώθηκε μετά την καταστροφή του 1922.


ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ :
http://www.pontos1923.com/




TO ΣΗΜΕΡΑ, ΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος

1. Ἡ πραγματική εἰκόνα σήμερα

Σέ μιά πόλη μεγάλη σάν τήν Ἀθήνα ἔχει πλέον δημιουργηθεῖ μιά νέα εἰκόνα τῆς κηδείας. Ὁ νεκρός δέν διανυκτερεύει στό σπίτι του, ἀλλά σέ ψυγεῖο. Οὔτε θάβεται τήν ἑπομένη, ἀλλά συνήθως καθυστερεῖ. Οἱ γείτονες, ἀποξενωμένοι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο καί ἐρμητικά κλεισμένοι στόν ἑαυτό τους ὁ κάθενας ἀρνοῦνται τό θέαμα καί τήν κατάσταση πού αὐτό δημιουργεῖ. Ἡ ἐκφορά τοῦ νεκροῦ δέν γίνεται πλέον ἀπό τό σπίτι του - τόν τόπο τῆς ἐκφράσεώς του -, ἀλλά ἀπό τό δημόσιο κοιμητήριο - τόν τόπο τῆς δημοτικῆς ἐκμεταλλεύσεώς του. Ἔτσι δέν τόν ξαγρυπνοῦμε. Ὁ χῶρος ἀποχαιρετισμοῦ του εἶναι τό ἀπρόσωπο περιβάλλον τοῦ κοιμητηρίου, καί μάλιστα μαζί μέ ἄλλους. Τό γεγονός χάνει τή μοναδικότητά του.

Οἱ μεταφορεῖς τῆς σωροῦ, οἱ νεκροθάπτες, οἱ ψάλτες εἶναι ἄγνωστοι, πού πληρώνονται καί πού συνεχῶς αὐτή τήν δουλειά κάνουν. Πρόσωπα ἐθισμένα καί ὡς ἄγνωστα ἐντελῶς ἀμέτοχα στήν ἱερότητα ἤ τουλάχιστον στό συναισθηματικό δράμα τῆς ἀκολουθίας καί στό πραγματικό τῆς οἰκογενείας. Οἱ φίλοι καί οἱ γνωστοί δέν συμμετέχουν ἐνεργά στήν πρακτική διαδικασία τῆς κηδείας, ἁπλά παρακολουθοῦν παθητικά.

Ὁ ἱερέας, τό ἴδιο κουρασμένος, ψυχρός καί συχνά ἀδιάφορος. Ὅπως ὁ γιατρός ἔχει συνηθίσει τούς ἀσθενεῖς, αὐτός ἔχει συνηθίσει νά βλεπει τούς νεκρούς. Ἀδυνατεῖ νά συμμετάσχει. Τά λερωμένα του ἄμφια, ἡ σκληρή καί ξερή ἀπό τόν κόπο καί τή συνήθεια φωνή του, ἡ μπουχτισμένη μορφή του, δίπλα στόν κακόγουστο διάκοσμο-ἀπογοητευτικό ἀποτέλεσμα τυποποιημένης ἐπαγγελματικῆς διαδικασίας καί ὄχι εὐλαβοῦς εὐαισθησίας προσφιλῶν προσώπων, -τά χιλιοπατημένα χαλιά, τούς ἀνούσιους λόγους, καί τίς παγερές ὄψεις τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ κοιμητηρίου ἤ τίς ἐπαγγελματικές τῶν ἐργολάβων, δεμένων μέ τούς δυτικόπληκτους ξελαρυγγισμούς μιᾶς παράταιρης χορωδίας ἤ τήν μοιρολογική φωνή ἑνός ψάλτη τῆς παλαιοληθικῆς ἐποχῆς, συνθέτουν μιά εἰκονα πού θυμίζει πιό πολύ τό θάνατο ἀπ' ὅσο ὁ ἴδιος ὁ νεκρός.

Ἡ κηδεία κατήντησε νά εἶναι περισσότερο μιά τελετή συμπαραστάσεως στούς συγγενεῖς, παρά μιά ἐκκλησιαστική ἔκφραση συντόνου καί ἐντόνου προσευχῆς γιά τόν ἀποθανόντα. Μιά πράξη ἀνθρώπινης παρηγοριᾶς παρά μιά κίνηση ἐκζητήσεως τῆς θεϊκῆς παρακλήσεως. Κάτι πού γίνεται γι' αὐτούς πού μένουν πίσω, παρά κάτι πού ἐπιτελεῖται γι' αὐτόν πού ἀναχωρεῖ.

Ὅλο αὐτό τό σενάριο δημιουργεῖ σέ ὁρισμένους τέτοια τραυματική ἐμπειρία συναισθηματικῆς καί ἰδεολγικῆς ἀποστροφῆς πού, ἐπειδή ἀκριβῶς ἐπαναλαμβάνεται, θέλουν ὁριστικά νά τήν ξεχάσουν. Καί ἐπειδή αὐτό δέν γίνεται, θέλουν νά ὑποβαθμίσουν τό γεγονός. Αὐτό εὔκολα στίς μέρες μας ὁδηγεῖ στήν πρόταση γιά καύση τῶν νεκρῶν. Αὐτό θά ὁριστικοποιήσει τήν ἀσέβεια.

2. Τό παραδοσιακό παρελθόν

Δίχως νά πέσουμε στήν παγίδα μιᾶς ἐξωραϊσμένης παρελθοντολογίας, νομίζω δέν θά ἀδικούσαμε τήν ἀλήθεια, ἄν λέγαμε ὅτι τό παρελθόν εἶχε πολύ περισσότερη ἀνθρωπιά, σεβασμό καί ὑπογραμμισμένα τά πρόσωπα.

Ο κοινωνίες ἦσαν μικρότερες, οἱ δεσμοί καί οἱ σχέσεις πολύ πιό ἔντονες καί αὐθεντικές. Γι ' αὐτό καί ἡ συμμετοχή τοῦ καθενός σέ τόσο ἰδιαίτερες στιγμές πολύ πιό προσωπική. Στά χωριά τό γεγονός τοῦ θανάτου ἦταν γεγονός πού φαινόταν. Ἐπικέντρωνε τό ἐνδιαφέρον ὅλων. Μονοπωλοῦσε τίς συζητήσεις. Ἔδινε ταυτότητα στήν κοινωνική ζωή τοῦ συνόλου. Γι' αὐτό καί τό ἐπισφράγισμα τοῦ θανάτου, ἡ κηδεία καί ἡ ταφή εἶχαν σεβασμό, χρόνο, διάρκεια καί προσωπική συμμετοχή.

Ἀπ' ὅπου περνοῦσε ἡ κηδεία, σταματοῦσε κάθε κοσμική ἤ ἐμπορική συναλλαγή. Οἱ καταστηματάρχες κατέβαζαν τά στόρια - στή Θράκη καί τή Μικρά Ἀσία, ἀκόμη καί οἱ τοῦρκοι καί οἱ μωαμεθανοί, - ὅλοι σταυροκοπιόνταν, σταματοῦσε καί τό ἀντίθετο ρεῦμα τῆς κυκλοφορίας γιά νά ἀποδώσει κι αὐτό τό σεβασμό του.

Στην εκταφή όλα διαφορετικά: γυναῖκες μέ καθαρές λεκάνες, ἄνδρες μέ κασμάδες καί φτυάρια - πού ἄφησαν γιά τή μέρα τή δουλειά τους, - ὁ παπάς καί οἱ συγγενεῖς πηγαίνουν γιά τήν ἐκτάφή. Ἁπλώνουν πρῶτα ἕνα πεντακάθαρο σεντόνι ἤ μιά ἀχρησιμοποίητη πετσέτα, ὅλα ἄσπρα καί μέσα σέ ὑποβλητική ἡσυχία, μέ συγκίνηση καί ἀγωνία, στόν ἀπόμερο χῶρο τοῦ κοιμητηρίου, δίχως θορύβους ἐπιτελεῖται ἡ ἱεροτελεστία τῆς ἐκταφῆς. Ἀντί γιά ἀδικαιολόγητους φόβους, ὁ πόθος τῆς καινούργιας συναντήσεως. Ἀντί γιά ψυχρή ἐπαγγελματική βιασύνη , ἡ τρυφερότητα τῶν αἰσθημάτων καί ἡ ὑπομονή τοῦ σεβασμοῦ. Ὁ χρόνος τραβάει, διαρκεῖ. Ὅλα πλένονται ὄχι σέ φορμόλη ἤ ἄλλα χημικά, ἀλλά σέ ἁγνό κρασάκι ἀπό τό ἀμπέλι καί μέ πεντακάθαρο νερό. Ἔτσι ξανασυναντᾶ κανείς τό τελευταῖο ὑπόλειμμα τοῦ θησαυροῦ τοῦ προσώπου. Αὐτό εἶναι ἀδύνατο νά σκεφθεῖ κανείς νά τό κάψει. Δέν μπορεῖ.

Σίγουρα ἡ εἰκόνα αὐτή μέ κανένα τρόπο δέν θά μποροῦσε νά ἐπανέλθει στή σημερινή πραγματικότητα. Ἡ γνώση ὅμως καί ἡ διαρκής ἀνάμνησή της εἶναι βασική προϋπόθεση στή διαμόρφωση μιᾶς σύγχρονης πνευματικῆς πρακτικῆς, συμβατῆς μέ τά δεδομένα τῆς σημερινῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος καί τῆς αἰώνιας καί διαχρονικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας. Ἡ κηδεία ἀπό ὑπόθεση δημοτικῆς ἐκμεταλλεύσεως πρέπει νά ξαναγίνει ἱερή πράξη καθαρά ἐκκλησιαστικῆς φύσεως.

3. Οἱ προφάσεις γιά τήν καύση τῶν νεκρῶν

Οἱ λόγοι πού συνήθως παρουσιάζονται γιά νά ὑποστηρίξουν τήν καύση εἶναι οἱ ἑξῆς:
α. Τό πρῶτο ἐπιχείρημα εἶναι ἡ ἔλλειψη χώρου. Αὐτό ἰσχύσει κυρίως για τήν Ἀθήνα. Μιά τεράστια πόλη μέ δυσανάλογο πρός τήν ἔκτασή της πληθυσμό εἶναι πολύ φυσικό νά διαθέτει περιορισμένης ἐκτάσεως κοιμητήρια γιά νά φιλοξενήσουν ἕνα διαρκῶς αὐξανόμενο ἀριθμό νεκρῶν. Εἶναι ὅμως αὐτο τό ἐπιχείρημα πειστικό; εἶναι ἡ δυσκολία ἀνυπέρβλητη;

Στήν οὐσία, τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν ἔχουμε χῶρο στά κοιμητήρια μας ἤ χώρους γιά κοιμητήρια ἀποτελεῖ πρόφαση, πού ἰσοδυναμεῖ μέ προσβολή. Ἄν δέν ἔχουμε, νά δημιουργήσουμε χῶρο. Ὅπως εἶναι ἀνάγκη στήν πολύκοσμη Ἀθήνα να δημιουργηθοῦν χῶροι γιά parking , ἀναψυχή, πολυκαταστήματα κ.λπ., ἔτσι μπορεῖ νά ληφθῆ καί ἡ δέουσα πρόνοια γιά τούς νεκρούς. Ἡ ἀγάπη καί ὁ σεβασμός δημιουργοῦν καί χῶρο καί προϋποθέσεις. Ἄν καταλάβουμε ὅτι ἡ ἀνάγκη νά σεβασθοῦμε τούς νεκρούς μας εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὀποιαδήποτε πρακτική ἀνάγκη, τότε θά βρεθοῦν καί οἱ κατάλληλοι χῶροι.

Ἡ κοινωνία μας συχνά ἐκφράζει καί τή στενότητα πού νοιώθει ὄχι γιά τούς νεκρούς, ἀλλά καί γιά τούς ἐπερχομένους ζωντανούς. Οὔτε γι' αὐτούς δέν ἔχει χῶρο ὁ κόσμος μας. Γι' αὐτό καί νομιμοποιεῖ τίς ἀμβλώσεις. Ἔτσι, νόμιμα πλέον καταστρέφουμε τό σπαρμένο στά σπλάγχνα τῆς μητέρας ἔμβρυο. Κατά ἀνάλογο τρόπο , καῖμε τό σῶμα στά σπλάγχνα τῆς γῆς γιά νά μήν ζήσει αιώνια. Ὄχι γιατί δέν θέλουμε αὐτό νά ζήσει, ἀλλά γιατί δέν θέλουμε ἐμεῖς να ζήσουμε αἰώνια. Ἡ ὕπαρξη, ἡ ζωή του μᾶς θυμίζει τήν αἰωνιότητα. Ἐμεῖς μ'αὐτήν ἔχουμε πρόβλημα, ὄχι μέ τόν νεκρό, μέ τόν Θεό.

Στίς μωαμεθανικές χῶρες, πού ἀπαγορεύεται ἡ ἐκταφή ἤ ἡ κατακόρυφη σέ ἐπίπεδα ταφή, πού οἱ πληθυσμοί εἶναι πυκνοί καί αὐξανόμενοι, οἱ θάνατοι πιό σύντομοι, πῶς χωροῦν τά κοιμητήρια;

Ἐάν τελικά ἰσχύσει τό κριτήριο τῆς ἔλλειψης του χώρου, τότε σύντομα θά περάσουμε καί σ' ἕνα πρόβλημα, τήν ἔλλειψη τοῦ χρόνου. Δέν θά ὑπάρχει χρόνος γιά τήν κηδεία. Αὐτό θά εἶναι τό ἑπόμενο βῆμα καί θά εἶναι πιό λογικό. Δέν θά προλαβαίνουμε. Ἀφοῦ καταργήσουμε τήν ταφή, θά ἀντικαταστήσουμε τήν ἀκολουθία τῆς κηδείας μέ μιά εὐχή "ἀναπαύσεως" γιά νά συντομεύσουμε τήν διαδικασία. Ἡ Ἐκκλησία πάντα θά προτιμᾶ τήν διανυκτέρευση στό σπίτι, στήν κηδεία στήν ἐνορία καί τήν ταφή στό κοιμητήριο. Ἄν δέν μποροῦμε νά τηρήσουμε αὐτό τόν τύπο τῆς ταφῆς, ἄς μή θυσιάσουμε τήν οὐσία τῆς τιμῆς.

β. Ἕνας δεύτερος λόγος πού ἀκούγεται συχνά ὅτι ἐπιβάλλει τήν καύση τῶν νεκρῶν εἶναι οἱ λόγοι ὑγιεινῆς. Ἀλλά τί εἰρωνεία! Σέ μιά ἐποχή ὅπου, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητα καί ἀπό χιλιάδες αἰτίες, ἔχει καταμολυνθεῖ τό οἰκοσύστημα καί ὅπου ἀπειλεῖται μέ ἀπονέκρωση τό σύνολο τῆς γήινης βιόσφαιρας, σέ μιά ἐποχή πού πετοῦμε πιό πολλά ἀπ' ὅσα χρησιμοποιοῦμε, πού εἰσπνέουμε περισσότερο διοξείδιο τοῦ ἄνθρακος ἀπ' ὅσο ἐκπνέουμε, πού ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς Ἀθήνας θυμίζει ἀτμόσφαιρα ἀνθρακωρυχείου καί οἱ γειτονιές της χωματερές, εἶναι πράγματι ὑποκριτικό, ἐνῶ καταστρέψαμε περιβαλλοντικά ὅ,τι φαίνεται καί ζεῖ, τώρα νά νοιώθουμε πώς κινδυνεύουμε ἀπό τά μικρόβια τῶν νεκρῶν, πού οὔτε φαίνονται, οὔτε ἀπειλοῦν, οὔτε φυσικά ὑπάρχουν στά κοιμητήρια· ὑπάρχουν μόνο στά μυαλά τῶν συγχρόνων μηδενιστῶν. Τή μόλυνση τήν δημιουργοῦν οἱ ζωντανοί, ὄχι οἱ νεκροί.

γ. Ἕνας ἰσχυρός λόγος, πού κάποιοι προτάσσουν γιά τήν καύση, εἶναι τά λεγόμενα ἀνθρώπινα καί ἀτομικά δικαιώματα. Ἡ καύση τῶν νεκρῶν δέν εἶναι ἀτομικό δικαίωμα τοῦ νεκροῦ πλέον ἀνθρώπου· ἡ διατήρηση τοῦ σώματός τους ἀποτελεῖ κοινωνική ὑποχρέωση σεβασμοῦ καί ἐπιβιώσεως τοῦ προσώπου του. Εἶναι ἀδύνατο τό θέλημα τοῦ ἑνός - κι ἄς ἀποκαλεῖται αὐτό δικαίωμα -νά προσκρούει στήν ἀνάγκη γιά σεβασμό τοῦ συνόλου- ἄν βέβαια ὑπάρχει κάτι τέτοιο. Δέν μπορεῖ νά εἶναι δικαίωμα κάποιου νά τόν κάψουμε ἐμεῖς!

Ἄν κάποιος θέλει νά καεῖ μετά θάνατον πῶς ἐμεῖς θά τόν ἀφήσουμε; Γιατί αὐτός ὁ κάποιος, ὄχι ἁπλῶς ὁ κάποιος, ὄχι ἁπλῶς νά δέχεται - αὐτό τό καταλαβαίνουμε, - ἀλλά νά ἐπιθυμεῖ ἔντονα νά καεῖ; τί βαθύτερο καί συνάμα ἀνώτερο κρύβει μιά τέτοια ἐπιθυμία, ὥστε νά κληρονομεῖ σέ μᾶς τό σύνολο τήν ὑποχρέωση τῆς καύσης;

Τό κοινωνικό ἀγαθό ὡς ἀξία εἶναι ἀνώτερο κάθε ἀτομικῆς ἐπιλογῆς. Ἄν ἡ ταφή ἀποτελεῖ ἀξία, τότε ἡ καύση δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀτομικό δικαίωμα. Ἄν πάλι ἡ ἐπιθυμία ἑνός νά καεῖ εἶναι ὑπερτέρα τῆς ἀνάγκης τῆς κοινωνίας γιά σεβασμό τοῦ νεκροῦ σώματος, τότε τό ἴδιο ἐπιχείρημα δέν θά μποροῦσε νά φέρει στό προσκήνιο ἀπό νέα ὀπτική τό θέμα τῆς εὐθανασίας; Ἄν ἡ κοινωνία ἔχει ὑποχρέωση νά κάψει ὅποιον τό ἐπιθυμεῖ, τότε θά εἶναι καί ὑποχρεωμένη νά διευκολύνει καί τόν θάνατο αὐτοῦ πού τῆς τό ζητεῖ. Ἡ ὑποχώρηση στήν καύση τῶν νεκρῶν μέ τό αἰτιολογικό τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος θά καταστήσει τήν εὐθανασία ἐπιβεβλημένη κοινωνική ὑποχρέωση.

δ. Τό ἀποτρόπαιον τοῦ θανάτου. Ἡ ταφή ἀποτελεῖ ἀναντίρρητα μιά συναισθηματική πολύ δύσκολη εἰκόνα. Βλέπεις το οἰκεῖο σου πρόσωπο δίχως πνοή, δίχως ζωή, γιά τελευταία φορά νά κατεβαίνει ἀνεπίστρεπτα στά σπλάγχνα τῆς γῆς. Δέν θά ξαναντικρύσεις τήν οἰκεία ὄψη. Σέ λίγα λεπτά θά ἀκολουθήσει ἡ διαδικασία τῆς ἀποσυνθέσεώς του. Ὁ πειρασμός νά ἀποφύγει κανείς τήν ἐμπειρία δέν εἶναι ἀμελητέος. Ἡ στρουθοκαμηλική νοοτροπία τῆς ἐποχῆς μας προκρίνει τό νά ἀγνοοῦμε ἤ νά μήν ἀντικρύζουμε τήν πραγματικότητα, παρά νά τήν προβάλουμε πάνω στήν ἀλήθεια. Προτιμάει κανείς νά βλέπει ἕνα κουτάκι παρά νά ἀντικρύζει ἕνα πτῶμα. Τό πρῶτο εἶναι ἁπλό ἀντικείμενο. Τό σῶμα εἶναι νεκρό ὑποκείμενο. Βλέποντας τό πρῶτο ξεχνᾶς τό πρόσωπο. Ἀντικρύζοντας τό δεύτερο θυμᾶσαι τό θάνατό του, αἰσθάνεσαι τό θάνανατό του καί αὐτό πονᾶ.

4. Βαθύτερα αἴτια τοῦ αἰτήματος τῆς καύσης

Πέραν ὅμως τῶν διαφόρων προφάσεων ὑπάρχουν βαθύτερα αἴτια πού τό θέμα τῆς καύσης τῶν νεκρῶν κατά καιρούς ἐμφανίζεται στό προσκήνιο. Αὐτά εἶναι ὁ μηδενιστικός τρόπος ζωῆς, ἡ ἐπιθυμία ἀποθρησκευτικοποιήσεως τῆς κοινωνιας καί ἡ κυριαρχία τῆς χρηστικῆς ἀντίληψης εἰς βάρος τοῦ σεβασμοῦ καί τῶν ἀξιῶν.

Ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν σέ μιά προσπάθεια πρόκλησης τῆς Ἐκκλησίας καί σταδιακῆς νέκρωσης τοῦ αἰσθητηρίου τῆς ψυχῆς ὅλο καί ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς ζωῆς μας. Κάθε τί πού τήν ὑπενθυμίζει καί διακριτικά τήν ὑπογραμμίζει βαθμιαία γίνεται ἀνεπιθύμητο στήν ἀποδοχή καί ἐντοχλητικό στήν πρακτική του.

Ἡ ταφή ἔχει μιά τελετουργία ἐμφανῶς πιό ἔντονη ἀπό τήν καύση. Ἡ προσπάθεια εἰσαγωγῆς τῆς καύσης δημιουργεῖ μιά ἀπότομη ἀλλοίωση στά κοινωνικά μας ἤθη καί εἰσάγει εἰκόνες, στόν τρόπο μας. Αὐτό τό νεο σκηνικό καίρια προσβάλλει τό μονοπώλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μεταφυσικῆς εἰκόνας τῆς κηδείας πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ταφή. Ἡ ταφή εἶναι περισσότερο μυστήριο, ἐνῶ ἡ καύση τελετή ἤ διαδικασία.

Ἡ πρακτική καί χρηστική ἀντίληψη ἔχουν ἐπικρατήσει καί μᾶς ἔχουν πείσει, γιατί μέσα στήν καρδιά μας ἔχει ἔντονα ἀδυνατίσει ἡ πνευματική καί βιωματική διάσταση τοῦ γεγονότος. Ὅλα γίνονται βιαστικά καί τυπικά. Ὅ,τι ὅμως δέν ἔχει ὑπομονή δέν ἔχει οὔτε βάθος, οὔτε διάρκεια· οὔτε ρίζες, οὔτε αἰωνιότητα. Ἔτσι ψέλνουμε "αἰωνία ἡ μνήμη" ἀλλά ταυτόχρονα ἡ δική μας μνήμη εἶναι σφιχτά κλεισμένη· προσπαθοῦμε νά ξεχάσουμε.

5. Τό χρέος τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ Ἐκκλησία βαθειά μέσα στίς ρίζες τῆς παραδόσεώς της κρύβει τό θησαυρό τῶν ἐμπειριῶν της, τόν ὁποῖο ἔχει μεγάλο χρέος νά παρουσιάσει καί μέ τό λόγο καί μέ τήν πράξη της. Κατόπιν τούτων ὀφείλει:

α. Νά περιγράψει τή ζωντάνια τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχή δέν εἶναι οὔτε φαντασία οὔτε ἀφηρημένη ἔννοια. Εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Ἔχει τέτοια δύναμη καί τόση ζωή πού δέν μπορεῖ νά ἐξαντλήση τά ἀποθέματα της σ' αὐτή τή ζωή· γι αὐτό καί δέν μπορεῖ παρά νά ζεῖ αἰώνια.

β. Ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπό τήν ταφή μπορεῖ νά ἐκφράσει:

• Τήν ἀλήθεια της,τήν πίστη της στή αἰωνιότητα καί ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί στήν δυνατότητα γιά θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό σῶμα εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ καί εἰκόνισμα τῆς μελλούσης καταστάσεως. Τούς ναούς καί τά εἰκονίσματα ποτέ δέν τά καῖμε.

• Τό φιλάνθρωπο, τήν ἀνθρωπιά της.

• Τήν αἰώνια πνευματικότητα καί ἐλπίδα της.

• Τήν ἐσωτερική μυστική χαρά της.

• Τήν αἰσθητική της.

Λένε πολλοί ὅτι ἡ καύση τῶν νεκρῶν δέν εἶναι δογματικό θέμα. Κάθε τί ὅμως πού ἔχει νά κάνει μέ τόν ἄνθρωπο, τήν ψυχή του καί τή ἰσόρροπη σχέση τους, ἀναφέρεται στό δόγμα τῆς ἐνανθρωπήσεως, τήν αἰώνια ζωή καί τή θεανθρώπινη δυνατότητά του. Μπορεῖ νά μήν ὑπάρχει δογματική διατύπωση, σίγουρα ὅμως ὑπάρχει δογματική ἀλήθεια. Δόγμα δέν εἶναι μιά διατύπωση πού δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά παραβοῦμε, ἀλλά μιά ἀλήθεια πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ἐξαγιασθοῦμε.

Τό λείψανο ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως. Ὅπως ἡ Ἐκκλησία ἔδωσε γιά χρόνια ἀνυποχώρητη τόν ἀγώνα της γιά τή διαφύλαξη τῶν εἰκόνων της, ἔτσι καί τώρα καλεῖται νά ὑποστηρίξει τίς ἀνθρώπινες εἰκόνες, τά ὑπολείμματα, τίς ὑπομνήσεις τῆς ψυχῆς σ' ἀυτόν τόν κόσμο. Κάθε προσπάθεια καύσης τοῦ σώματος εἶναι εἰκονοκλαστική στή φύση της καί προσβάλλει τό χριστολογικό δόγμα.

Ἡ καθημερινή συνήθεια, ἡ ἱστορική παράδοση καί ἡ διαχρονική πρακτική τῆς Ἐκκλησίας συντήρησαν ἕνα φρόνημα τό ὁποῖο καλλιέργησαν καί ἐνίσχυσαν καί ἐγέννησαν, μιά ἐμπειρία δογματικῆς ἀλήθεια πού ἴσως μέ τή σημερινή της κοινωνική πίεση περιμένει πλέον καί τή θεολογική της διατύπωση. Δογματικό δέν εἶναι μόνον ὅ,τι ἔχει πεῖ κάποια Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τό φωτισμένο λόγο της, ἀλλά καί ὅ,τι ἔχει ἀδιάψευστα ἐπαναλάβει ἡ οἰκουμενική Ἐκκλησία μέ τό ἐξαγιασμένο καί καθολικό μήνυμά της καί τήν καθημερινή πράξη της.

γ. Νά ὑπογραμμίσει τήν ἱερότητα τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου

Ὁ ἄνθρωπος ξεκινάνει μέ ἄκρα ταπείνωση -τήν κυτταρική μορφή του- καί καταλήγει πάλι ταπεινά -μέ τή λειψανική μορφή του. Ἡ τέλεια ἐξουθένωσή του συγχρονίζεται μέ τήν τέλεια ταπείνωσή του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση βρίσκεται στή μεγαλύτερη της ἔνταση καί δυναμική, ὅταν ἐγκαθίσται ἡ ψυχή στό σῶμα - ἔμβρυο - ἤ ὅταν ἀποχωρίζεται ἀπό αὐτό - λείψανο. Οἱ δύο αὐτές καταστάσεις εἶναι οἱ μοναδικές πού ὁ ἄνθρωπος δέν ἁμαρτάνει. Τότε πού αὐτός δέν ἔχει φωνή τοῦ ἀναγνωρίζουμε ἐμεῖς τήν ταυτότητα. Καταστρέφοντας καί τά ἔμβρυα καί τά ὀστᾶ εἶναι σάν νά καταστρέφουμε τήν ἀνθρώπινη ταπείνωση.

Τό γεγονός τοῦ θανάτου στήν Ἐκκλησία δέν ἀντιμεωπίζεται ὡς μεμονωμένο γεγονός - κάποιος πέθανε - ἀλλά ὡς ἐκκλησιαστικό καί κοινωνικό γεγονός -κάποιος μᾶς ἔφυγε καί ἡ ἀναχώρησή του ἔχει ἄμεση σχεση μέ τή ζωή μας.

δ. Νά ἀποτυπώσει τό θεολογικό βίωμά της στήν πράξη της.

Ἡ λογική της πρέπει νά εἶναι ἡ λογική τοῦ σεβασμοῦ, ἡ δέ πρακτική της ἀπόλυτα ξεκομμένη ἀπό κάθε χρηματική ἤ οἰκονομική ἀντίληψη καί ἐντελῶς ξένη ἀπό πάσης φύσεως συναλλαγές, συμφωνίες καί διαπραγματεύσεις. "Κηδεία"σημαίνει τήν τελευταία καί ἱερότερη φροντίδα μας στόν νεκρό. Ἐτυμολογικά προέρχεται ἡ λέξη ἀπό τό ρῆμα "κήδομαι", φροντίζω. Ὅταν κάποιον θέλεις νά τόν φροντίσεις, τότε οὔτε τήν ἱερότητά του περιορίζεις οὔτε καί τή φυσική ὑπόστασή του λιγοστεύεις. Ἀρνεῖσαι τή βία ἐπάνω του, ὄχι γιά νά μήν πονέσει τό σῶμα του, ἀλλά γιά νά μήν πονέσει ἡ ψυχή σου.

Μέ τήν ταφή ὅμως, ὅταν αὐτή γίνεται ὅπως πρέπει, μποροῦν οἱ συγγενεῖς νά πάρουν τεράστια ἐλπίδα· αἰσθάνονται ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους ὑπάρχει, κάπου εἶναι καί κάτι περιμένει· σίγουρα δέν τέλειωσε. Ὅσο τό σῶμα διατηρεῖται καί δέν τελειώνει, τόσο καί ἡ αἴσθηση τῆς ψυχῆς συνεχίζει νά ὑπάρχει μέσα μας καί νά μᾶς ὑποβοηθεῖ στήν ἀνάμνησή της. Ἡ ταφή μπορεῖ νά εἶναι ἀρχή ζωῆς, σπορά.

Κάθε μνημόσυνο, κάθε ἀνάμνηση, κάθε προσευχή, κάθε τρισάγιο, κάθε ψυχοσάββατο εἶναι ἕνα πότισμα σ' αὐτούς τούς σπόρους πού ὑπάρχουν μέσα στή γῆ, στούς κήπους, στά περιβόλια τῶν κοιμητηρίων. Ἡ Ἐκκλησία μας φυτεύει κάθε σῶμα μέ ἱερά αἰσθήματα, ὄχι μόνο ἀνθρώπινα, ἀλλά κατ' ἐξοχήν πνευματικά καί ἐκεῖ ἐναποθέτει ὅλη της τήν πίστη καί ὅλη μας τήν ἐλπίδα στήν αἰωνιότητα καί στήν ἀνάσταση κατεβάζοντας τόν κάθε σπόρο, τό κάθε σῶμα, μέσα στά σπλάγχνα τῆς γῆς. Ἄν τά καίγαμε τά σποράκια, ὅσο νερό καί νά ρίχναμε ἀπό πάνω ποτέ δέν θά βλάσταινε.

Γιά τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι πτώματα τά νεκρά σώματα. Οὔτε εἶναι κόκκαλα τά ἀπομεινάρια τῶν λειωμένων πτωμάτων. Γιά τήν κοινωνία μπορεῖ νά εἶναι κάτι τετοιο ἤ νά εἶναι ὀστᾶ. Γιά μᾶς ὑπάρχει ἡ ἱερή λέξη λείψανα· αὐτή περιγράφει τήν οὐσία τους, διότι αὐτή ὑπογραμμίζει τήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς καί τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς της.

Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, ἀρνεῖται τήν καύση, γιατί ἀρνεῖται τό ἀνθρώπινο τέλος καί τή βία πάνω στόν ἄνθρωπο. Ἐπιλέγει τήν ταφή, γιατί ἔχει πίστη καί ἐλπίδα στό αἰώνιο μέλλον τοῦ ἀνθρώπου καί ἀναθέτει στή φύση τήν εὐθύνη τῆς φυσιολογικῆς φθορᾶς τοῦ φυσικοῦ παρόντος τοῦ ἀνθρώπου.






ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΔΙΟΓΝΗΤΟΝ

Οι Χριστιανοί δεν διακρίνονται των άλλων ανθρώπων, ούτε κατά την πατρίδα, ούτε κατά τη φωνή, ούτε κατά τα ήθη και τα έθιμα. Διότι ούτε σε ιδιαίτερες πόλεις κατοικούν, ούτε διαφορετική γλώσσα χρησιμοποιούν, ούτε διαφορετικό βίο ζουν. Η διδασκαλία τους δεν είναι εφεύρεση πολυπραγμόνων ανθρώπων, ούτε προΐστανται συστημάτων όπως μερικοί φιλόσοφοι.

Κατοικούν πόλεις Ελληνικές ή και άλλων εθνών, όπως έτυχε ο κλήρος στον καθένα και ακολουθούν τα τοπικά ήθη και έθιμα, ως προς την ενδυμασία και την τροφή και την υπόλοιπη ζωή τους, αποδεικνύουν όμως ομολογουμένως θαυμαστή και παράδοξο την ζωή και την πολιτεία τους. Πατρίδες κατοικούν τις δικές τους αλλά σαν να είναι πάροικοι. Συμμετέχουν σε όλα ως πολίτες και υπομένουν τα πάντα ως ξένοι. Κάθε ξενιτιά είναι πατρίδα τους και κάθε πατρίδα τους είναι ξένη γι’ αυτούς.

Παντρεύονται όπως όλοι, αλλά ποτέ δεν εγκαταλείπουν τα παιδιά τους. Τράπεζα κοινή έχουν, αλλά τη θεωρούν αγία. Έχουν και αυτοί σάρκα αλλά δεν ζουν κατά τη σάρκα. Ζουν στη γη αλλά συμπεριφέρονται σαν να μένουν στον ουρανό. Πείθονται και υπακούουν στους καθορισμένους νόμους αλλά με την ενάρετη ζωή τους, νικούν τους νόμους.

Όλους ανεξαιρέτως τους αγαπούν και σχεδόν από όλους διώκονται. Αγνοούνται και κατακρίνονται. Θανατώνονται και ζωοποιούνται. Ζουν λιτά σαν να είναι πτωχοί, αλλά τους άλλους ελεούν πλούσια. Τα πάντα στερούνται και τους περισσεύουν τα πάντα. Ατιμώνονται και μέσα στις ατιμίες δοξάζονται. Ενώ κακοπαθούν χαίρονται σαν να παίρνουν ζωή.

Από τους Ιουδαίους πολεμούνται ως εχθροί και από τους Έλληνες καταδιώκονται και την αιτία του μίσους τους δεν μπορούν να την εξηγήσουν ούτε οι ίδιοι οι διώκτες τους. Για να το πούμε με απλά λόγια ότι είναι η ψυχή μέσα στο σώμα το ίδιο οι Χριστιανοί μέσα στον κόσμο.

Η ψυχή είναι σπαρμένη μέσα σε όλα τα μέλη του σώματος και οι χριστιανοί μέσα σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Και κατοικεί μεν η ψυχή στο σώμα, αλλά δεν είναι σωματική. Και οι Χριστιανοί κατοικούν στον κόσμο αλλά δεν είναι κοσμικοί. Ενώ είναι αόρατη η ψυχή, φρουρείται από το ορατό σώμα.

Και οι Χριστιανοί φαίνεται ότι είναι μέσα στον κόσμο, αλλά η θεοσέβειά τους μένει αόρατη. Μισεί την ψυχή η σάρκα και την καταπολεμεί χωρίς να αδικείται από αυτήν, αλλά μόνο διότι εμποδίζεται από την ψυχή να απολαμβάνει τις ηδονές. Μισεί και τους Χριστιανούς ο κόσμος χωρίς να αδικείται, αλλά μόνο διότι αντιτάσσονται στις ηδονές. Η ψυχή αγαπά τη σάρκα και τα μέλη που τη μισούν. Και οι Χριστιανοί αγαπούν τους ανθρώπους που τους μισούν. Η ψυχή είναι κλεισμένη μέσα στο σώμα, αλλά αυτή συγκρατεί το σώμα. Και οι Χριστιανοί κατέχονται και φρουρούνται υπό του κόσμου, αλλά αυτοί συνέχουν και διατηρούν τον κόσμο.

Ενώ είναι αθάνατη η ψυχή, σε φθαρτή σκηνή κατοικεί. Και οι Χριστιανοί ζουν ανάμεσα από φθαρτά πράγματα, ελπίζοντας και περιμένοντας την αφθαρσία των ουρανών. Ενώ ταλαιπωρείται και βασανίζεται η ψυχή με τα υλικά πράγματα, αυτή όλο και γίνεται καλύτερα. Και οι Χριστιανοί ενώ τιμωρούνται και κολάζονται, αυτοί όλο και περισσότεροι γίνονται.

Σε τέτοια κατάσταση τοποθέτησε τους Χριστιανούς ο Θεός, από την οποία δεν επιτρέπεται σε αυτούς να παραιτηθούν.

Β.Ε.Π. 5-7, τομ. 2, 253.

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2007

Ἡ ἄ­σκη­ση στὸ γά­μο

Μιά συ­νέν­τευ­ξη μέ τὸν παι­δο­ψυ­χί­α­τρο Δη­μή­τριο Κα­ρα­γιά­ννη

Ἀναδημοσίευση ἀπό τό πε­ρι­ο­δι­κό ΄΄ΠΑ­ΡΕΜ­ΒΟ­ΛΗ΄΄.


Ἔρώτηση: Ε­ἶναι γνω­στὸ ὅ­τι πολ­λοὶ ἔ­χου­με συν­δυά­σει τὴ λέ­ξη ἄ­σκη­ση μὲ τὸν μο­να­χό, καὶ ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στὸν ἀ­σκη­τὴ μο­να­χό. Υ­πάρ­χει ἄ­σκη­ση μέ­σα στὸν γά­μο;

Α­πάν­τη­ση: Ε­γώ θὰ ρω­τού­σα καλ­λί­τε­ρα: Υ­πάρ­χει γά­μος χω­ρὶς ἄ­σκη­ση; Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸ εἶ­ναι νὰ δοῦ­με τί ἐν­νο­οῦμε ὄ­ταν λέ­με ἄ­σκη­ση, για­τὶ κιν­δυ­νεύ­ου­με, καὶ αὐ­τὸ εἶναι τρα­γι­κό, νὰ δι­α­στρε­βλώ­σου­με τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἄ­σκη­σης κά­νον­τας μιὰ μη­χα­νι­στι­κὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς ἄ­σκη­σης τοῦ μο­να­χοῦ στὴν ζω­ή τῶν ἐγ­γά­μων, μὲ συ­νέ­πεια νὰ ὀ­νο­μά­σου­με ὡς ἄ­σκη­ση τὴν ἀ­που­σί­α τοῦ ἔ­ρω­τα. Ἑ­πο­μέ­νως, ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ἄ­σκη­σης κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ ἀρ­νη­θού­με τὴν ἴ­δια τὴν φύ­ση τοῦ γά­μου καὶ τό­τε ἡ τά­χα ἰ­δα­νι­κὴ κα­τά­στα­ση θὰ ε­ἶ­ναι, οἱ παν­τρε­μέ­νοι νὰ μὴν εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νοι. Δὲν μπο­ρεῖ ἡ ἀ­που­σί­α σχέ­σης νὰ εἶναι τὸ ζη­τού­με­νο στὴν σχέ­ση ἐ­νὸς ζευ­γα­ριού.

Ἡ ἄ­σκη­ση στὸ γά­μο εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἡ ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση. Ἡ ἄ­σκη­ση τῶν προ­σώ­πων ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν προ­σπά­θεια τοῦ κά­θε συν­τρό­φου νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τὸν ἑαυ­τό του σὲ σχέ­ση μὲ τὸν σύν­τρο­φό του.

Ἡ ἄ­σκη­ση στὸ γά­μο ἔγ­κει­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅτι ἕνας ἄν­τρας καὶ μιὰ γυ­ναί­κα θὰ βρε­θοῦν μα­ζί, θὰ συ­νυ­πάρ­ξουν καὶ θὰ μπο­ρέ­σουν νὰ ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ρη­θοῦν. Ἡ ἄ­σκη­ση στὸν γά­μο εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἡ ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση.

ΕΡ: Δη­λα­δὴ ἡ ἄ­σκη­ση στὸν μο­να­χὸ καὶ ἡ ἄ­σκη­ση στὸν γά­μο, ε­ἶ ­ναι ἴ­δια ὡς πρὸς τὸν σκο­πό, ἀλ­λὰ ἀλ­λά­ζει κα­τὰ τὸν τρό­πο;

Ἀπ: Ἡ ἄ­σκη­ση ἦ­ταν πάν­το­τε συ­νώ­νυ­μο τῆς ἐν­δυ­νά­μω­σης. Ἕ­νας ἀ­θλη­τὴς ἀ­σκεῖται γιὰ νὰ εἶ­ναι πιὸ δυ­να­τός. Ἀ­σκεῖ­ται ὄ­χι στε­ρού­με­νος τὴν φύ­σή του, ἀλ­λά προ­σπα­θών­τας νὰ τὴν ἀ­να­πτύ­ξει στὶς με­γα­λύ­τε­ρες δυ­να­τό­τη­τές της. Ἡ ἄ­σκη­ση τῶν προ­σώ­πων στὸ γά­μο ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν προ­σπά­θεια τοῦ κά­θε συν­τρό­φου νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τὸν ἑ­αυ­τό του σὲ σχέ­ση μὲ τὸν σύν­τρο­φό του. Ὁ Σαρ­τρ εἶχε πεῖ πο­λὺ σω­στὰ ὅ­τι ὁ ἄλ­λος ἄν­θρω­πος γιὰ μέ­να ε­ἶναι κό­λα­ση. Κά­θε ἄν­θρω­πος ποὺ εὐ­ρί­σκε­ται πο­λὺ κον­τά μας, κιν­δυ­νεύ­ει νὰ γί­νε­ται ἡ κό­λα­σή μας γιὰ τί μας ἐ­νο­χλεῖ, μᾶς δυ­σκο­λεύ­ει, μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει καὶ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸν ζω­τι­κό μας χώ­ρο. Μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει νὰ ἔ­χου­με τὴν ἀ­το­μι­κό­τη­τά μας.

'­Ό­ταν ἕ­να ζευ­γά­ρι ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ συ­νυ­πάρ­ξει καὶ ἀ­φε­θεῖ στὸ αὐ­το­νό­η­το, θὰ συμ­βι­βα­σθεῖ καὶ θὰ συν­θη­κο­λο­γή­σει, μὲ συ­νέ­πεια, μὲ τὴν πά­ρο­δο τοῦ χρό­νου νὰ αὐ­ξά­νε­ται τὸ πα­ρά­πο­νο, ἡ γκρί­νια καὶ ἡ μι­ζέ­ρια στὴν σχέ­ση. Δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὸ ζευ­γά­ρι ἔ­χει νὰ υἱ­ο­θε­τή­σει μιὰ δυ­να­μι­κὴ στά­ση ἐ­γρή­γορ­σης - ἄ­σκη­σης, ὤ­στε ὁ σύν­τρο­φος νὰ γί­νει εὐ­και­ρί­α νὰ βρεῖς τὸ γνή­σιο πρό­σω­πό σου. Δι­α­λέ­γω τὸν ἄλ­λο ἐ­πει­δὴ εἴ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κός. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει ζευ­γά­ρι, ἂν ὁ ἄλ­λος σύν­τρο­φος δὲν ε­ἶναι δι­α­φο­ρε­τι­κός. Στὰ πλαί­σια τῆς συ­νύ­παρ­ξης ἡ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα μὲ φέρ­νει ἀν­τι­μέ­τω­πο μὲ τὸ τί ε­ἶναι ση­μαν­τι­κὸ καὶ τί δευ­τε­ρεύ­ον γιὰ μέ­να.

Πὼς θὰ σχε­τι­στῶ χω­ρὶς νὰ χά­σω τὸ πρό­σω­πό μου, ἀλ­λά καὶ χω­ρὶς νὰ μεί­νω κλει­δω­μέ­νος στὰ ἀ­τo­μι­κά μου χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Αὐ­τὸ ἀ­παι­τεῖ μιὰ δια­ρκὴ ἀλ­λη­λαν­τί­δρα­ση, ποὺ ἡ ἐ­πί­τευ­ξή της δὲν ε­ἶναι ζή­τη­μα δύ­ο ἢ τρι­ῶν χρό­νων, ἀλ­λά μιᾶς ζω­ῆς. Μιὰ ζων­τα­νὴ σχέ­ση μέ­σα στὸν γά­μο δη­μι­ουρ­γεί­ται μό­νο ἂν κά­θε μέ­λος, προ­σπα­θεῖ καὶ πα­λεύ­ει ἀ­σκού­με­νο, νὰ βρί­σκει τὸν τρό­πο νὰ ἀ­φαι­ρέ­σει τὰ αὐ­τι­στι­κὰ στοι­χεί­α ποὺ τὸν ἐμ­πο­δί­ζουν στὴν κοι­νω­νί­α μὲ τὸ ἄλ­λο πρό­σω­πο.

ΕΡ: Θὰ πρέ­πει δηλ. νὰ ξε­περ­νι­έ­ται ἡ ἀ­το­μι­κό­τη­τα τοῦ προ­σώ­που καὶ τὸ στε­νὸ ἐ­γω­ι­στι­κὸ του συμ­φέ­ρον; Νὰ πά­ψει πιὰ ὁ κα­θέ­νας νὰ σκέ­φτε­ται ἀ­το­μι­κὰ ἀλ­λὰ δυ­α­δι­κά;

Ἀπ: Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ ἔ­χει δι­α­στρα­φεῖ. Πολ­λοὶ χρι­στια­νοὶ νο­μί­ζουν ὄ­τι ἀ­πο­φεύ­γουν τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ μὲ τὸ νὰ μὴν χαί­ρον­ται, νὰ μὴν κα­μα­ρώ­νουν γιὰ κά­τι ποὺ ἔ­χουν πε­τύ­χει. Θε­ω­ροῦν ὡς ἐ­γω­ι­σμὸ τὴν ὕ­παρ­ξη καὶ ἔκ­φρα­ση τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας καὶ σπα­τα­λοῦν τε­ρά­στι­ες δυ­νά­μεις γιὰ νὰ τὴν ἀ­πο­κρι­θοῦν, νὰ τὴν ἐ­ξα­φα­νί­σουν. Στὴν οὐ­σί­α ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ε­ἶναι ἕνα ἐμ­πό­διο στὴν ζω­ή μας, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χει νὰ κά­νει κα­θό­λου μὲ τὰ στοι­χεί­α ποὺ ἀ­νέ­φε­ρα. Ὁ ἐ­γω­ι­σμός μας ἂν θέ­λε­τε ε­ἶναι αὐ­τι­σμός. Τὸ σύ­νο­λο τῶν στοι­χεί­ων ποὺ σὲ κλεί­νουν στὸν ἑ­αυ­τό σου, ἔ­τσι ὤ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖς νὰ προ­χω­ρή­σεις ὑ­πὲρ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ σου. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὅ­ταν ἔ­να ἀ­το­μι­κὸ ἐ­πί­τευγ­μα γί­νε­ται μέ­τρο σύγ­κρι­σης καὶ ὄ­χι ἀ­φορ­μὴ μοι­ρά­σμα­τος, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἀ­πο­μά­κρυν­ση τῶν συν­τρό­φων.

Δὲν ε­ἶναι ἐ­γω­ι­σμός το νὰ θέ­λει κα­νεῖς νὰ πε­τύ­χει στὴ δου­λειά του, στὴν σχέ­σή του, φτά­νει αὐ­τὸ νὰ μὴν τὸν ἀ­πο­μο­νώ­νει ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο. Οἱ ἀ­το­μι­κοὶ στό­χοι, εἴ­τε κα­ρι­έ­ρα λέ­γε­ται αὐ­τό, εἴ­τε ἀ­το­μι­κὴ θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, δια­σποῦν ὕ­που­λα τὴν σχέ­ση καὶ τὴν βου­λιά­ζουν σὲ ἕνα κρυ­φὸ ἐ­γω­ι­σμὸ ποὺ δὲν γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτός. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἐμ­πό­διο στὴν ἄ­σκη­ση, εἴ­ναι ἡ ψευ­δαί­σθη­ση τῆς αὐ­τάρ­κειας καὶ τῆς τε­λει­ό­τη­τας. O ἅ­γιος Ἰω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος, πε­ρι­γρά­φει πο­λὺ κα­λά το πὼς προ­σπα­θών­τας νὰ πε­τύ­χεις μιὰ ἀ­ρε­τὴ μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­πλα­κεῖς πο­λὺ χει­ρό­τε­ρα σ' ἔ­να ἄλ­λο πά­θος. Ἐ­γω­ι­σμός μέ­σα στὸν γά­μο, θὰ μπο­ρού­σε νὰ ὴ­ταν τό νὰ δι­α­βά­ζει κα­νείς θρη­σκευ­τι­κὰ βι­βλί­α μὲ με­γά­λη προ­σή­λω­ση καὶ νὰ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιὰ τὸν σύν­τρο­φο ποὺ ἔ­χει πλά­ι του. Ἑ­πο­μέ­νως ὅ,τι γί­νε­ται ξε­κομ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν σύν­τρο­φο, γί­νε­ται ἀ­το­μι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ποὺ δὲν προ­ά­γει τὴν σχέ­ση.

ΕΡ: Ποι­ο ε­ἶναι τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ γά­μου; Ti ἐν­νο­ού­με ὄ­ταν λέ­με ἄ­σκη­ση στὸν γά­μο;

Ἀπ: Τὸ δυ­νά­μω­μα τῶν ἴ­δι­ων τῶν προ­σώ­πων. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ε­ἶναι στό­χος τοῦ γά­μου κά­τι ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τούς. Ἡ ἄ­σκη­ση στὸν γά­μο ε­ἶναι νὰ βρεῖς τὸν ἑ­αυ­τό σου. Νὰ βρεῖς τὴν σχέ­σή σου μὲ τὸν ἴ­διο τὸν Θε­ό. Ά­σκη­ση στὸ γά­μο ση­μαί­νει ὄ­τι τὸ κά­θε πρό­σω­πο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο σο­φό, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνή­σιο, πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ ἑ­αυ­τός του. Ὁ κα­θέ­νάς μας γεν­νι­έ­ται ἔ­χον­τας πολ­λὲς ψευ­δεῖς φαν­τα­σι­ώ­σεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Στὴ σχέ­σή μας μὲ τοὺς ἄλ­λους πραγ­μα­τι­κὰ δο­κι­μά­ζε­ται ποι­ός ε­ἶναι ὁ πραγ­μα­τι­κὸς ἑ­αυ­τός μας. Γί­νε­σαι πιὸ πο­λὺ ὁ ἑ­αυ­τός σου ἂν σχε­τι­στεῖς γνή­σια. Σή­με­ρα ἔ­χει φουν­τώ­σει τὸ φαι­νό­με­νο τῶν πολ­λα­πλῶν σχέ­σε­ων. Οἱ ἄν­θρω­ποι ὅ­ταν βρε­θοῦν μπρο­στὰ στὸ νὰ δι­α­πραγ­μα­τευ­τοῦν μιὰ δυ­σκο­λί­α πα­ραι­τούν­ται καὶ δι­α­κό­πτουν τὴν σχέ­ση. Οὐ­σι­α­στι­κὰ δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν τὸν ἑ­αυ­τό τους, ὄ­χι τὸν ἄλ­λο. Ἄ­ρα μέ­νουν πάν­τα οἱ ἴ­διοι, χω­ρὶς νὰ σχε­τι­στοῦν καὶ ἂς ἔ­χουν συ­νά­ψει πολ­λα­πλὲς σχέ­σεις. Για­τὶ δὲν φτά­νουν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ συ­ναν­τή­σουν τὸν ἑ­αυ­τό τους.

Ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ τοῦ γά­μου ἀ­παι­τεῖ δια­ρκῆ προ­σω­πι­κή δου­λειά. Γι αὐ­τὸ δὲν ἀρ­κεῖ τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα μιᾶς ζω­ῆς. Στὴ διά­ρκεια τοῦ γά­μου βρί­σκεις καὶ ἄλ­λες πλευ­ρές σου. Ἀ­λί­μο­νο στὸ ζευ­γά­ρι ποὺ στὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του θὰ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ σχε­τι­ζό­ταν στὴν ἀρ­χή. Ἀλ­λά­ζει οὐ­σι­α­στι­κὰ ἡ σχέ­ση μέ­σα στὸν γά­μο.

Ὁ γά­μος δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἁ­πλῶς τὴν ἐ­πι­ση­μο­ποί­η­ση καὶ τὸ σφρά­γι­σμα μιᾶς σχέ­σης ποὺ πε­ραι­τέ­ρω ὀ­δη­γεί­ται σὲ μιὰ στα­σι­μό­τη­τα για­τὶ τό­τε αὐ­τὸ θὰ σή­μαι­νε τὴν ἀ­που­σί­α ζω­ής. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ὑ­πῆρ­ξαν πάν­τα μα­ζί, ἀλ­λὰ κρά­τη­σαν τοὺς ἴ­διους ρό­λους καὶ τὸν ἴ­διο τρό­πο σχέ­σης, ὅ­πως στὴν ἀρ­χὴ, ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν με­του­σι­ώ­θη­καν, δὲν ἄλ­λα­ξαν μέ­σα στὴν πο­ρεί­α τοῦ γά­μου τους. Δὲν ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὸν ἑ­αυ­τό τους. Ἁ­πλῶς συ­νυ­πῆρ­ξαν χω­ρὶς νὰ ἀγ­γι­χτοῦν. Στὴν ἀ­σκη­τι­κὴ τοῦ γά­μου πα­λεύ­εις μὲ τὸν σύν­τρο­φό σου καὶ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό σου. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀν­τί­στοι­χα στὰ ἀ­σκη­τι­κὰ κεί­με­να ἡ πά­λη μὲ τὸν Θε­ό. Ἡ πά­λη μὲ τὸν σύν­τρο­φο καὶ τὸν ἑ­αυ­τό σου ε­ἶναι ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸ πραγ­μα­τι­κὸ πρό­σω­πό σου.

ΕΡ: Εἴ­πα­τε νω­ρί­τε­ρα, ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο ἀ­να­κα­λύ­πτει τὸν ἑ­αυ­τό του. Ὅ­σο δυ­να­μώ­νει ἡ σχέ­σή του μὲ τὸν ἄλ­λο, τό­σο ἀ­να­κα­λύ­πτει τὸν ἑ­αυ­τό του. Τὸ ἴ­διο γί­νε­ται καὶ μὲ τὸ μο­να­χὸ στὴν σχέ­σή του μὲ τὸν Θε­ό. Μέ­σα στὸν γά­μο λοι­πὸν ὁ Θε­ὸς τί ρό­λο παί­ζει;

Ἀπ: Ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ Τὸν ὑ­πε­ρα­σπι­στού­με σὰν προ­ϊ­ὸν ποὺ πρέ­πει νὰ που­λή­σου­με. Δὲν πρέ­πει νὰ νοι­ώ­θου­με ἀ­να­σφα­λεῖς, ὤ­στε νὰ πρέ­πει νὰ Τὸν «δι­α­φη­μί­ζου­με». Γι αὐ­τὸ ἀ­να­φέρ­θη­κα στὸν Σαρ­τρ, ὁ ὁποῖ­ος πε­ρι­γρά­φει τὶς σχέ­σεις μὲ εἰ­λι­κρί­νεια, ἀλ­λὰ κα­τά­μαυ­ρες, ἀ­νέλ­πι­δες, ἀ­φοὺ στε­ρεί­ται τὸν Θε­ό. Ἂν θὰ μι­λή­σου­με σὲ ἐ­πί­πε­δο πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, γιὰ νὰ ὑ­περ­βού­με τὸν ἑ­αυ­τό μας πρέ­πει νὰ ἀγ­γί­ξου­με τὶς σκο­τει­νὲς πλευ­ρὲς τοῦ ἑαυ­τοῦ μας. Αὐ­τὸ δὲν μπο­ρού­με νὰ τὸ κά­νου­με μό­νοι μας. Χρει­α­ζό­μα­στε στή­ριγ­μα πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ πα­τᾶμε, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς. Δὲν μπο­ρεῖς ἀ­πὸ μό­νός σου νὰ στη­ρί­ζε­σαι στὸν ἑαυ­τό σου. Χρει­ά­ζε­σαι κά­που ἀ­π' ἔ­ξω νὰ πα­τᾶς. Ἂν οἱ δύ­ο σύν­τρο­φοι γί­νουν ἔ­να κλει­στὸ σύ­στη­μα, τό­τε ὁ­λα τὰ ἀρ­νη­τι­κὰ στοι­χεί­α ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται γιὰ ἕνα ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο ἄ­το­μο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν σὲ μί­α σχέ­ση μὲ ψευ­δο­α­μοι­βαι­ό­τη­τα - π.χ. o Νάρ­κισ­σος καὶ ἡ Η­χώ. Ἡ Ἠ­χώ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ ἀ­κού­σει ὁ Νάρ­κισ­σος. Ἑ­πο­μέ­νως, ἐ­νῶ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἐ­πι­φα­νεια­κὰ ὡς μιὰ ἰ­δα­νι­κὴ σχέ­ση ζευ­γα­ριού, στὴν οὐ­σί­α ὑ­πάρ­χει ἀ­που­σί­α σχέ­σης. Καὶ αὐ­τὸ γί­νε­ται για­τὶ ε­ἶναι κλει­σμέ­νοι ἀ­νά­με­σά τους, καὶ δὲν δι­α­θέ­τουν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τούς. Ε­ἶναι μιὰ κλει­στὴ δυ­α­δι­κό­τη­τα ξε­κομ­μέ­νη καὶ ἀ­πὸ τὴν κοι­νω­νί­α μὲ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Ὅ­λα εἴ­ναι ἰ­δα­νι­κά, ἀλ­λὰ τί­πο­τα πραγ­μα­τι­κό.

ΕΡ: Ὁ Ἅγιος Ἱ. Χρυ­σό­στο­μος ἀ­να­φέ­ρει ὄ­τι κι ἂν ἀ­κό­μα σὲ στε­να­χω­ρέ­σει ἡ σύν­τρο­φός σου συγ­χώ­ρε­σέ την, καὶ ἂν εἴ­ναι δύ­στρο­πη ἐ­σὺ φρo­ντι­σε νὰ τὴν δι­ορ­θώ­σεις μὲ τὴν ἐ­πι­εί­κεια καὶ τὴν πρα­ό­τη­τα. Πολ­λὲς φο­ρὲς ὅ­μως αὐ­τὸ πα­ρερ­μη­νεύ­ε­ται.

Ἀπ: Εἶ­ναι συ­χνὸ φαι­νό­με­νο νὰ θε­ω­ρεῖται ὡς ἄ­σκη­ση ἡ ἀ­νο­χὴ κα­τα­στά­σε­ων τὶς ὁποῖ­ες οἱ ἴ­διοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­νερ­γο­ποι­οῦν. Ὅ­πως κά­ποι­ες μη­τέ­ρες γκρι­νιά­ζουν πό­σο τὶς κου­ρά­ζουν τὰ παι­διά τους, ἀλ­λὰ δὲν τὰ ἔ­μα­θαν νὰ φρον­τί­ζουν τὸν ἑαυ­τό τους, τὸ ἴ­διο στὴν συ­ζυ­γι­κὴ σχέ­ση κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ κά­νουν ὑ­πο­μο­νή, ἐ­πει­δὴ θυ­μώ­νει ὁ σύν­τρο­φός τους καὶ δὲν βλέ­πουν ὅ­τι αὐ­τοὶ ἔ­χουν προ­κα­λέ­σει τὸν θυ­μό του. Ἐπι­λέ­γουν κά­ποι­ον μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν μπο­ροῦν νὰ συ­νυ­πάρ­ξουν, ἁ­πλῶς γιὰ νὰ μὴν μεί­νουν μό­νοι. Δη­μι­ουρ­γοῦν βα­σα­νι­στι­κὲς σχέ­σεις καὶ με­τὰ θε­ω­ροῦν σὰν ἄ­σκη­ση τὴν ἀ­νο­χὴ καὶ ζη­τοῦν ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ νὰ τοὺς βο­η­θή­σει ν' ἀν­τέ­ξουν. Γνω­ρί­ζουν πο­λὺ κα­λὰ κά­ποι­α ἀρ­νη­τι­κὰ στοι­χεί­α ποὺ ἔ­χει ὁ σύν­τρο­φός τους ἀ­πὸ πρίν, ἀλ­λὰ ἀρ­νούν­ται νὰ τὰ δοῦν, ὤ­στε νὰ ἔ­χουν ἄλ­λο­θι γιὰ νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν ἀρ­γό­τε­ρα. Ἂν ἐ­σὺ λοι­πὸν ὑ­πο­μέ­νεις τὸ σύμ­πτω­μα τὸ ὀ­ποί­ο προ­κά­λε­σες, δὲν ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ ἄ­σκη­ση αὐ­τό. Δι­ό­τι σοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι εἶσαι ὁ κα­λὸς ποὺ ἀν­τέ­χεις τὸν ἄλ­λο, ἐ­νῶ στὴν οὐ­σί­α εἶσαι αὐ­τὸς ποὺ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται καὶ ἀ­πo­μο­νώ­νε­ται .

Ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐ­ρω­τεύ­ε­ται, κιν­δυ­νεύ­ει νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἄλ­λου καὶ ὄ­χι τὸν ἄλ­λο. Ὁ ἔ­ρω­τάς του ε­ἶναι πρὸς τὴν φαν­τα­σί­ω­σή του καὶ ὄ­χι πρὸς τὸν πραγ­μα­τι­κὸ ἄλ­λο.

Γι αὐ­τὸ ἐ­πι­μέ­νω ὅ­τι κύ­ρια ἔκ­φρα­ση τῆς ἄ­σκη­σης ε­ἶναι ἡ χα­ρά. Χω­ρὶς χα­ρὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ἄ­σκη­ση, ἁ­πλῶς πα­θη­τι­κὴ ἀ­πο­δο­χὴ μιᾶς κα­τά­στα­σης. Ὁ Θε­ὸς μπο­ρεῖ νά μᾶς δώ­σει δυ­νά­μεις ποὺ νά μᾶς πά­νε πιὸ πέ­ρα. Δὲν χρει­ά­ζε­ται, νά μας βο­η­θὰ νὰ ἀν­τέ­χου­με τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἐ­μεῖς δη­μι­ουρ­γού­με. Δηλαδή δη­μι­ουρ­γού­με σταυ­ροὺς μὲ δυσ­λει­τουρ­γι­κὲς σχέ­σεις καὶ με­τὰ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε τὸν Θε­ὸ γιὰ νὰ ἀν­τέ­χου­με.

ΕΡ: Εἴ­πα­τε ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­άν ε­ἶναι ὅ­πως καὶ πρὶν τὸ γά­μο καὶ με­τὰ ἀ­τὸ αὐ­τὸν, δὲν ἔ­χει κα­τα­φέ­ρει τί­πο­τα. Με­τὰ τὸν γά­μο ἀλ­λά­ζουν πολ­λὰ πράγ­μα­τα;

Ἀπ: Ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐ­ρω­τεύ­ε­ται, κιν­δυ­νεύ­ει νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἄλ­λου, καὶ ὄ­χι τὸν ἄλ­λο. Ὁ ἔ­ρω­τάς του ε­ἶναι πρὸς τὴν φαν­τα­σί­ω­σή του καὶ ὄ­χι πρὸς τὸν πραγ­μα­τι­κὸ ἄλ­λο. Ὅ­μως ὁ πραγ­μα­τι­κὸς ἄλ­λος τοῦ τὴν δι­α­λύ­ει. Δὲν ε­ἶναι τό­τε ἡ εἰ­κό­να ποὺ εἶχε φαν­τα­στεῖ. Ἐ­δῶ ε­ἶναι ποὺ κά­ποι­οι δὲν ἀν­τέ­χουν. Ὅ­ταν χα­λά­σει ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἄλ­λου καὶ ἀρ­χί­ζουν νὰ ἔρ­χον­ται σὲ σχέ­ση μὲ τὸν πραγ­μα­τι­κὸ ἄλ­λο, τό­τε ἀλ­λά­ζουν σύν­τρο­φο. Εἶ­ναι ἀ­να­σφα­λεῖς καὶ ἀ­δύ­να­τοι κα­θῶς δὲν δι­α­θέ­τουν τὴν δύ­να­μη νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζουν τὴν ζω­ή τους. Ἀ­νώ­ρι­μα ἀ­να­σφα­λῆ ἄ­το­μα ποὺ ἔ­χουν μά­θει μό­νο νὰ τὰ φρον­τί­ζουν, μὲ συ­νέ­πεια ὅ­μως τὴν ἀ­πώ­λεια τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­άς τους. Καὶ αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πo­τε­λεῖ πραγ­μα­τι­κὰ στό­χο τῆς ἄ­σκη­σης, ε­ἶναι νὰ αὐ­ξή­σουν τὴν δυ­να­τό­τη­τα ν' ἀ­γα­ποῦν. Ὄ­χι ἀ­πλῶς συ­ναι­σθη­μα­τι­κά, ἀλ­λὰ ὀν­το­λο­γι­κά, ὑ­παρ­ξια­κά. Ὑ­πάρ­χουν κά­ποι­οι πραγ­μα­τι­κοὶ σταυ­ροὶ μέ­σα στὸν γά­μο. Μιὰ ἀρ­ρώ­στια, ἡ γή­ραν­ση. Ὁ ἄλ­λος ἔ­χει σῶ­μα ποὺ ὅ­σο καὶ ἂν τὸ φρον­τί­ζει, ἀλ­λά­ζει, γερ­νά­ει. Αὐ­τὸ κιν­δυ­νεύ­ει ἀ­συ­νεί­δη­τα νὰ ἐ­κλαμ­βά­νε­ται σὰν προ­δο­σί­α καὶ ἡ σχέ­ση κα­ταρ­ρέ­ει ἂν δὲν πε­ρι­λαμ­βά­νει καὶ ἄλ­λα στοι­χεί­α ποὺ νὰ τὴν νο­η­μα­το­δο­τοῦν.

Στὶς μέ­ρές μας κυ­ρια­ρχοῦν δύο στοι­χεί­α ποὺ ε­ἶναι δι­α­με­τρι­κὰ ἀν­τί­θε­τα πρὸς τὴν ἄ­σκη­ση. Τὸ μοι­ραῖ­ο καὶ τὸ μα­γι­κό. Δηλαδή κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ ἀ­πο­δε­χό­μα­στε ὅτι τὰ πράγ­μα­τα ε­ἶναι δο­σμέ­να. Τὰ πράγ­μα­τα συμ­βαί­νουν χω­ρὶς ἐ­μᾶς. Εἴ­τε τὸ ὀ­νο­μά­σου­με γρα­φτό, εἴ­τε κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τα, εἴ­τε παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση. Καὶ αὐ­τό μας ἀ­φαι­ρεῖ τὴν εὐ­θύ­νη. Ἡ προσ­δο­κί­α ἐξ ἄλ­λου γιὰ λύ­σεις ἀ­πο­τί­θε­ται στὸ μα­γι­κό, στὸ ἀ­νέ­ξο­δο. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἀ­νώ­ρι­μη παι­δι­κὴ στά­ση ποὺ θε­ω­ρεῖ ὄ­τι κά­ποι­οι ἄλ­λοι πρέ­πει νὰ μὲ φρον­τί­σουν. Ἡ ἄ­σκη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ δι­α­με­τρι­κὰ ἀν­τί­θε­τη ἐ­νή­λι­κη στά­ση, ὅ­που ἀ­να­λαμ­βά­νω ἐ­γῶ τὴν εὐ­θύ­νη τῆς πο­ρεί­ας τῆς ζω­ῆς μου, δί­χως, νὰ πα­ρα­βλέ­πω τὸ πλή­θος τῶν ἀ­δυ­να­μι­ῶν μου.

ΕΡ: Εἶ­ναι λά­θος ὅ­ταν κα­νεῖς λέ­ει ἀ­φή­σου στὸ Θε­ό; Ὅ­λα θὰ τὰ λύ­σει αὐ­τὸς καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς μέ­νου­με ἀ­πα­θεῖς πε­ρι­μέ­νον­τας τὸν ἀ­πὸ μη­χα­νῆς Θε­ὸ νά μας λύ­σει τὰ προ­βλή­μα­τα χω­ρὶς ἐ­μεῖς νὰ συμ­με­τά­σχου­με.

Ἀπ: Αὐ­τὸ εἶναι μί­α στά­ση ἀν­θρώ­πων ποὺ θε­ω­ροῦν τὸ γά­μο σὰν μιὰ ἁ­πλῆ κά­λυ­ψη σε­ξου­α­λι­κῶν ἀ­ναγ­κῶν ἢ σὰν μιὰ κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση, ποὺ δὲν πι­στεύ­ουν ὅ­τι μπο­ροῦν μέ­σα ἀ­πὸ τὸν γά­μο νὰ κερ­δί­σουν κά­τι πιὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ τὴν ζω­ή τους καὶ ἀ­νη­συ­χοῦν μό­νο γιὰ τὸ πὼς θὰ τα­κτο­ποι­η­θοῦν καὶ ζη­τοῦν ἕ­να κα­θη­συ­χα­σμό, δη­λα­δὴ ἑ­κεί­νοι ποὺ δὲν ἔ­χουν πά­ρει μιὰ ἐ­νή­λι­κη στά­ση ὡς χρι­στια­νοὶ ποὺ κα­λούν­ται νὰ ἀ­να­λά­βουν τὴν εὐ­θύ­νη τῆς πί­στής τους καὶ τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πο­ρεί­ας τους. Εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ νὰ προ­σεύ­χον­ται οἱ νέ­οι γιὰ τὴν σχέ­ση ποὺ θὰ ἔ­χουν καὶ μά­λι­στα νὰ ἐλ­πί­ζουν σ' αὐ­τή. Φο­βά­μαι ὅ­τι πολ­λοὶ νέ­οι αὐ­τὴ τὴν στιγ­μὴ δὲν ἐλ­πί­ζουν ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ ὑ­φί­στα­ται μιὰ μο­νο­γα­μι­κὴ σχέ­ση ποὺ νὰ εἶναι καὶ «θρε­πτι­κὴ καὶ πι­κάν­τι­κη». Καὶ ἂν δὲν τὸ ἐλ­πί­ζουν, δὲν θὰ τὸ συ­ναν­τή­σουν. Για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς οἱ νέ­οι ἐ­νῶ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται γιὰ τὴν σχέ­σή τους, ὅ­ταν φτά­νουν στὸ γά­μο πα­ραι­τοῦν­ται εὔ­κο­λα καὶ με­τα­φέ­ρον­ται στὸ μον­τέ­λο ποὺ ἔ­χουν ζή­σει στοὺς γο­νεῖς τους. Ἑ­πο­μέ­νως κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ μὴν ἐλ­πί­ζουν σὲ μιὰ σχέ­ση ζευ­γα­ριοῦ ποὺ νὰ γί­νε­ται πιὸ ἐ­ρω­τι­κὴ μὲ τὸ διά­βα τοῦ χρό­νου. Ἄ­ρα νὰ προ­σεύ­χον­ται γιὰ τὴ βί­ω­ση μιᾶς σχέ­σης ποὺ θὰ τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ζοῦν εὐ­χα­ρι­στια­κὰ καὶ νὰ κά­νουν καὶ οἱ ἴ­διοι τὴ ζω­ή τους πιὸ ζων­τα­νή. Ἂν κά­ποι­ος δὲν εἶ­ναι ἰ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ του, τό­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ προσ­δο­κᾶ ὅ­τι ὅ­ταν θὰ βρε­θεῖ μὲ ἕ­να σύν­τρο­φο, θὰ ἀλ­λά­ξει ἡ ζω­ὴ τοῦ μα­γι­κά. Δύ­ο κου­ρα­σμέ­νοι καὶ μί­ζε­ροι ἄν­θρω­ποι θὰ φτιά­ξουν μιὰ μί­ζε­ρη κα­τά­στα­ση. Για­τὶ ὅσο περ­νᾶ ὁ και­ρὸς οἱ δυ­σκο­λί­ες αὐ­ξά­νουν. Δὲν μπο­ρῶ νὰ φαν­τα­στῶ μιὰ ἄ­σκη­ση μέ­σα στὸ γά­μο, ἂν δὲν ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴ χα­ρά, ἂν δὲν ὁ­δη­γεῖ στὸ νὰ βλέ­πεις τὸν σύν­τρο­φό σου, τὰ παι­διά σου καὶ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους ὡς πη­γὴ χα­ρᾶς .

Ἔ­τσι εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ μέ­σα στὸν Γά­μο. N­ά αὐ­ξά­νεις τὰ ὄ­πλα σου μὲ τὸ διά­βα τοῦ χρό­νου, ὤ­στε νὰ μπο­ρεῖς νὰ ἀν­τι­πα­ρέρ­χε­σαι τὰ ἐμ­πό­δια καὶ νὰ μπο­ρεῖς νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτεις τὸ σύν­τρο­φό σου τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ τε­λι­κὰ τὸ Θε­ό. Δὲν φαν­τά­ζο­μαι νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις τὸν ἄλ­λον χω­ρὶς τὴν πη­γὴ τῆς ζω­ῆς, τὸν Θε­ό. Δὲν μπο­ρεῖς κλει­σμέ­νος μέ­σα στὴν δι­κή σου αὐ­τάρ­κεια νὰ βρεῖς και­νούρ­γιους τρό­πους ζω­ῆς.

ΕΡ: Ἰ­σχύ­ει ὅ­τι ὁ γά­μος ἔ­χει μιὰ προ­ο­πτι­κὴ καὶ θε­ω­ρεί­ται πε­τυ­χη­μέ­νος ὅ­ταν ἀν­τι­κα­θι­στᾶς τὸ ἐ­γώ μὲ τὸ ἐ­μεῖς;

Ἀπ: Ἂν τὸ ἐ­γώ εἴ­ναι τὸ αὐ­τι­στι­κὸ ἐ­γώ, ἂν δηλαδή τὸ ἐ­γώ ὑ­πάρ­χει ξε­κομ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ ἐ­μεῖς, τό­τε ἰ­σχύ­ει. Ἂν ὅ­μως τὸ ἐ­μεῖς ση­μαί­νει τὴν ἀ­πώ­λεια τῆς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τας τοῦ κά­θε προ­σώ­που, τό­τε ὄ­χι, δὲν ἰ­σχύ­ει. Α­πο­τε­λεῖ συ­χνὸ φαι­νό­με­νο νὰ ἀ­πο­φα­σί­ζει κά­ποι­ος νὰ θυ­σιά­σει τὴν προ­σω­πι­κὴ του ἀ­νέ­λι­ξη γιὰ χά­ρη μιᾶς σχέ­σης καὶ με­τὰ νά τό χρε­ώ­νει στὸν ἄλ­λον. Ὅ­μως ἡ γνή­σια ἀ­γά­πη γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μας δὲν ἔρ­χε­ται σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν γνή­σια ἀ­γά­πη πρὸς τὸν ἄλ­λο καὶ ἑ­πο­μέ­νως δὲν ἀ­κι­νη­το­ποι­εί­ται ἐμ­πρὸς σὲ ψευ­το­δι­λήμ­μα­τα. Αὐ­τὸ ποὺ πρέ­πει νὰ δοῦ­με εἶναι ὅ­τι δὲν εἶναι σω­στὸ νὰ ἐ­νο­χο­ποι­εί­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α, ὅ­πως πρε­σβεύ­ουν κά­ποι­οι οἱ ὁ­ποί­οι ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς πί­στης ἔ­χουν ἀ­πο­λέ­σει Τὴν χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α εἶ­v­αι τὸ ση­μεί­ο ὑ­πέρ­βα­σης τοῦ ἑαυ­τοῦ μας. Ὅ­ταν ἐ­νο­χο­ποι­εί­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α ἐ­πι­τρέ­πε­ται τὸ πα­ρά­πο­νο καὶ ἡ ἀ­νάγ­κη. Τὸ πα­ρά­πο­νο εἶ­ναι ἡ δυ­σφο­ρί­α ἀ­πὸ τὴν μὴ ἐκ­φρα­σθεί­σα καὶ μὴ ἰ­κα­νο­ποι­η­θεί­σα ἐ­πι­θυ­μί­α ποὺ λει­τουρ­γεῖ σὰν σκου­ριὰ καὶ δι­α­βρώ­νει τὰ πράγ­μα­τα. Ἡ ἀ­νάγ­κη ἐ­ξάλ­λου ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸν ἄλ­λο σὰν ἀν­τι­κεί­με­νο καὶ τὸν χρη­σι­μο­ποι­εῖ, ἐ­νῶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ πρό­σω­πό του. Ἡ ἄ­σκη­ση δὲν εἶ­ναι στέ­ρη­ση. Δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἄρ­νη­ση τῆς χα­ρᾶς. Εἶναι ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ μό­χθου ποὺ ἀ­παι­τεί­ται, ἀλ­λά τε­λι­κά δυ­να­μώ­νει καὶ δί­νει χα­ρά. Τε­λι­κά σου προ­σφέ­ρει χα­ρά, σὲ χα­ρι­τώ­νει. Δὲν μπο­ρῶ νὰ φαν­τα­στῶ μιὰ ἄ­σκη­ση στὸ γά­μο, ἂν δὲν ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν χα­ρά, ἂν δὲν ὁ­δη­γεῖ στὸ νὰ βλέ­πεις τὸν σύν­τρο­φό σου, τὰ παι­διά σου καὶ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους ὡς πη­γὴ χα­ρᾶς.

Πε­ρι­ο­δι­κὸ ΄΄ΠΑ­ΡΕΜ­ΒΟ­ΛΗ, τεύ­χος 52

Τρίτη, 8 Μαΐου 2007

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΠΑΠΑ - ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗ

Προηγουμένου Ιεράς Μονής Διονυσίου Αγ. Όρους

Κάναμε πολλές ώρες προσευχή, τότε όταν ήμασταν κοντά εις τον Γέροντα Ιωσήφ, και τα πρώτα χρόνια κατόπιν, μετά την κοίμηση του Γέροντος, και πολύ χάριν μας έδιδε ο Κύριος, δι' ευχών του Γέροντος. Έκανα 6 -8 ή και 10 ώρες ενίοτε προσευχή όρθιος. Μερικές φορές μου έρχονταν πολύ κούραση, και αισθανόμουνα άσχημα. Άλλοτε έρχονταν αμέλεια κ.λ.π. Τότε έλεγα εις τον εαυτόν μου: «Άρρωστος δεν είσαι έφαγες και ήπιες νερό. Λοιπόν εδώ θα αγωνιστείς. Θα πεθάνεις εδώ προσευχόμενος. Δεν υποχωρούσα. Και μετ' λίγη ώραν, έρχονταν τέτοια ειρήνη και μακαριότης, που επί 4 ώρες, νόμιζα ότι δεν πατούσα στην γη νόμιζα, ότι 4-5 ώρες ήσαν 10 λεπτά. Την εποχή εκείνη, είχα πολλές καταστάσεις ο Θεός μου είχε δώσει πολύ χάριν».


Ειρήνη με ειρήνη έχει διαφορά. Υπάρχει τεράστια διαφορά, από την ειρήνη που δίδει ό Θεός. Έτσι κάποτε προσευχόμενος, πλησίον του παραθύρου του κελιού μου, αισθάνθηκα ένα πράγμα, που δεν μπορεί να το έκφραση κανείς. Εκεί που προσευχόμουν, ακούω ξαφνικά μία βοή. Αι αισθήσεις μου αι εξωτερικέ κόπηκαν και άνοιξε μέσα στην καρδιά μου μία ειρήνη, σε ανέκφραστο βαθμό. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Μία ανέκφραστος γλυκύτης, γαλήνη, ειρήνη. Δεν περιγράφεται αισθανόμουνα παράδεισο μέσα μου. Αυτό ίσως κράτησε μια ώρα κατόπιν υποχώρησε. Κάτι όμως έμεινε μέσα μου. Βεβαίως ελάχιστο πράγμα παρέμεινε. Και έκτοτε, ότι και αν συνέβαινε οιανδήποτε φροντίδα, ταραχή, πειρασμός κλπ η ειρήνη μέσα μου δεν έφευγε.


Όταν έφυγε εκείνη ή μεγάλη και ανέκφραστος ειρήνη έκλαιγα φώναζα: «τι ήτανε αυτό - τι ήτανε αυτό; Θεέ μου έλεγα αυτή ήτανε ή ειρήνη που έδωσες στους άγιους Αποστόλους: Την Ειρήνη την Έμήν δίδωμι υμίν. Δεν μπορούσα να βαστάξω" έκλαιγα - έκλαιγα. τι ήτανε αυτό, Θεέ μου!»


Σχετικά με την αγάπη του Θεού λέμε, ότι μας αγαπά ό Θεός ή ότι αγαπάμε τον Θεόν, ότι αισθανόμεθα αγάπη μέσα μας για τον Θεόν. Αυτό δεν είναι τίποτε είναι ελάχιστον, από την αίσθησιν εκείνη της αγάπης του Θεού, όταν σε επισκεφθεί ό Θεός, όταν σου δώσει την αγάπη Του. Τότε λιώνεις. Αν κράτηση αυτή ή αγάπη, αυτή ή αισθήσεις της αγάπης του Θεού, λίγα λεπτά, δεν αντέχεις τότε πεθαίνεις.

Ούτω κάποτε προσευχόμενος επί πολύ ώρα, ξαφνικά αισθάνθηκα την Παρουσία του Θεού μπροστά μου! (όχι να τον βλέπω). Εκείνη την ώρα, το τι αισθάνθηκα, δεν περιγράφεται. Ένας Θείος έρως ανέκφραστος, μία αγάπη που δεν περιγράφεται. Δεν μπορείς να κρατηθείς' πέφτεις κάτω. Αν κρατούσε πάνω από 2 - 3 λεπτά θα πέθαινα δεν αντέχεις.


Από την πολλή αγάπη καίεσαι μέσα σου, από την πολλή γλυκύτητα και μακαριότητα, από , τον πολύ θείο έρωτα για τον Χριστό. Πέφτεις κάτω και άλλο τίποτα δεν λες μόνο, σώσε με - σώσε με, φωνάζεις διότι θα πεθάνεις αν κρατήσει, λίγο ακόμη. Τρία λεπτά εάν κρατήσει θα ξεψυχήσει ο άνθρωπος από , τον πολύ ερωτά στον Χριστό, από την πολλή αγάπη. Μετά όταν υποχώρησε, επί τρεις ώρες περίπου έλεγα την ευχή και άφθονα γλυκύτατα δάκρυα έτρεχαν. Και πολλές φορές ενθυμούμενος την κατάσταση εκείνη της χάριτος, όπου αισθανόμουν δίπλα μου, μπροστά μου την παρουσία , του θεού, έρχονται γλυκύτατα δάκρυα και προσευχή συνεχής.


Κάποτε προσευχόμενος
πάλι, βλέπω τον εαυτόν μου ξαπλωμένο νεκρό απέναντι μου, φορώντας το πετραχήλι. Αυτό ήταν έκσταση, δράμα. Τώρα; τίποτε δεν έκανα σκεπτόμουνα τι λόγο θα δώσω στον Θεόν για τι πράξεις μου, για την ζωήν μου και με έπιασε δέος, μ' έπιασε τρόμος. Τι απολογία θα δώσω τώρα. Περίπου 10 λεπτά κράτησε αυτή ή δράση. Πάγωσα τώρα πηγαίνω στην κρίσιν. Έβλεπα μόνον τον εαυτόν μου κανέναν άλλον, τίποτε άλλο δεν έκρινα. Όταν συνήλθα, όταν ήλθα εις τον εαυτόν μου, είχα την αίσθηση της μνήμης θανάτου μου ήλθε πένθος και δάκρυα. Αυτή ή μνήμη θανάτου, αυτό το πένθος, βάστηξαν πολύ καιρό.

Άλλο λοιπόν ή μνήμη θανάτου που κάνομε ημείς με διάφορες σκέψεις και θεωρίες (κι' αυτή πολύ καλή και χρησιμότατη είναι), και άλλη αυτή, που δίδει ό Θεός εν αισθήσει.


Μία φορά ό Γέροντας μου είχε πει ότι αισθάνθηκε ένα ανέκφραστων αίσθημα αγάπης προς το Ευαγγέλιο κατά την Θ. Λειτουργία. Του έρχονταν να αγκαλιάσει το Ευαγγέλιον, ει δυνατόν να το βάλει μέσα του. Κι εγώ κάποτε αισθάνθηκα, ένα παρόμοιο αίσθημα ανέκφραστου αγάπης για το Ευαγγέλιον. Ήθελα να πάρω το Ευαγγέλιον, να το βάλω μέσα στην ψυχή μου δεν το χόρταινα. Άλλοτε πάλι, εκεί που προσευχόμουνα, είχα επίσκεψη χάριτος. Όλη ή γραφή μπήκε τρόπον τινά μέσα μου. Περί Αγάπης, περί ειρήνης κ.λ.π. Ούτω άρχισαν να λέγονται όλα μέσα μου από την γραφή. Εκείνα που δεν διάβαζα, υστέρα τα διάβαζα και τα έβλεπα. Ύστερα περί ειρήνης. Μία - δύο ώρες συνέχεια. Ύστερα σταμάτησε αυτό, και άρχισε άλλο πράγμα. Θεέ μου, τι είναι αυτό; δεν μπορούσα να κρατήσω τον εαυτό μου. Τι φωτισμός είναι αυτός που δίδεις Θεέ μου, ώστε να γνωρίσουμε και να κατανοήσομε όλη την Γραφή!

Λέγοντας τι μπορώ να κάνω, αμέσως έφυγε ό νους μου και πήγε στη θάλασσα. Είδα την θάλασσα πολλαπλάσια πολύ μεγάλη. σαν να έβλεπα με τά μάτια μου, τα τεράστια κήτη που είναι μέσα. Θαύμαζα το μεγαλείο του Θεού, και την μικρότητα του ανθρώπου Εκεί, λοιπόν, που θαύμαζα, το πόσο μεγάλη είναι ή θάλασσα, και τα κήτη που περιέχει μέσα, ξαφνικά ό νους έφυγε έξω από την γη. Έμεινα κατάπληκτος. Είδα μία απέραντη, αχανή, έκταση, επάνω - κάτω - δεξιά και αριστερά της γης. Ακατανόητη έκταση δεν βρίσκεις άκρη. Και μέσα στο αχανές αυτό Σύμπαν, την γη σαν μια σφαίρα, και πέριξ εκατομμύρια πολλά σφαίρες σαν την γη. Έμεινα κατάπληκτος για το άπειρο χάος, για την απεραντοσύνη του Σύμπαντος.


Εκεί, λοιπόν, που θαύμαζα, ακούω φωνή: «Ο Θεός δεν χωράει, μέσα στο αχανές αυτό Σύμπαν τόσον μεγάλος, τόσον άπειρος είναι ό Θεός». Άρχισα να θαυμάζω και να εκπλήττομαι. Πόσον μεγάλος είναι αλήθεια ό Θεός; Πω, πω! δεν χωράει στο αχανές αυτό Σύμπαν! Θυμήθηκα εκείνη την ώρα, αυτό που λέγει ή Γραφή: «Ή γη είναι το υποπόδιον των ποδών του Θεού». Πόσον άπειρος είναι ό Θεός; και αν τώρα σπρώξει με το πόδι του την γη; Με έπιασε τρέμουλα κι' εγώ θα φύγω, θα πέσω με την γη στο χάος..., κι' εκεί επάνω συνήλθα από την θεωρία αυτή, και ήλθα εις τον εαυτόν μου.

Μετά από αυτήν την θεωρία, είχα την αίσθηση, ότι τίποτε δεν είμαστε εμείς. Γνώρισα, ότι απολύτως τίποτε δεν είμαστε. Τότε μένει πραγματική ταπεινοφροσύνη. Αυτή είναι ή ταπεινοφροσύνη, που λέγει ό αββάς Ισαάκ: «Είναι καλύτερα να κλάψεις μία ώρα για τις αμαρτίες σου, παρά όλο τον κόσμο να κερδίσεις, καλύτερα να γνωρίσεις την ασθένεια σου, παρά νεκρούς ν' ανασταίνεις». Ότι και να πεις, μπορεί να ταπεινώνεσαι εξωτερικά. Την πραγματική ταπείνωση, δεν την γεύεσαι, δεν την έχεις.

Μετά από αυτήν την θεωρία, χρυσά να φορούσα, δεν μου έκανε εντύπωση. Νόμιζα, ότι όλα τα ίδια είναι. Δεν αισθάνεσαι από μέσα τίποτε να σε βλέπουν π.χ. με λαμπερά, και να αισθάνεσαι ικανοποιήσει που σε βλέπουν. Αυτή ή θεωρία, μου έφερε τέτοια ταπείνωση. Και δεν έφυγε από μέσα μου μέχρι και τώρα. Δόξες, τιμές, δεν με εντυπωσιάζουν. Καλύτερα να φορώ παρτάλια παρά λαμπρά. Δεν μου κάνει εντύπωση να επιδείξω... (κλαίει ό παπα Χαράλαμπος).


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ".

ΤΕΥΧΟΣ 9, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ- ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2003.