Σάββατο, 2 Ιουνίου 2007

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΝΕΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Π. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, 26/11/2006.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΑΡΘΡΟ.

Νομίζουμε ότι είναι καιρός να θέσουμε στην εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ορισμένα επώδυνα ζητήματα. Αν θεωρούμε ότι η Εκκλησία εικονίζει και προετοιμάζει την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού, έναν καινούργιο κόσμο αγάπης, δικαιοσύνης και καταλλαγής με τον Θεό και τους συνανθρώπους, τότε στην Εκκλησία ανήκουν δυνάμει όλοι οι άνθρωποι: Ιουδαίοι και εθνικοί, δούλοι και ελεύθεροι, άνδρες και γυναίκες, υπερβαίνοντας έτσι εν Χριστώ τις κάθε λογής διαιρέσεις (φυλής, φύλου, θρησκείας, πολιτισμού, κοινωνικής τάξης, ιεραρχίας και αξιώματος) σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο. Αν θεωρούμε ότι η Εκκλησία είναι γένος πνευματικό, ενώ η αλήθεια της κείται πέρα και πάνω από τα επίγεια έθνη και τις επίγειες πατρίδες, τότε για τους χριστιανούς μία είναι η πατρίδα, η «επουράνια Ιερουσαλήμ», δηλαδή η πνευματική πατρίδα του κάθε ανθρώπου που νοσταλγεί τον Θεό σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Αν ακόμη σε στιγμές κρίσιμες και εξαιρετικές (Τουρκοκρατία) η Εκκλησία εκκένωσε εαυτήν εκτρεπόμενη της κυρίως αποστολής της και αναλαμβάνοντας τη σωτηρία του Ελληνισμού, της γλώσσας, της υπόστασής του και της πολιτικής του εκπροσώπησης, σήμερα και συντεταγμένη πολιτεία υπάρχει και η ιστορική συγκυρία δεν θυμίζει σε τίποτε εκείνη των αιώνων της Τουρκοκρατίας.

Το τίμημα που η Ορθόδοξη Εκκλησία πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει στον βωμό της σχέσης της με το έθνος είναι βαρύτατο. Σχετίζεται με την εγκατάλειψη της αρχής της τοπικής προς όφελος της εθνικής Εκκλησίας και με την πλήρη σχεδόν εθνικοποίησή της, με την υποχώρηση της καθολικότητας και οικουμενικότητας για χάρη της ιδιοπροσωπίας του Νέου Ελληνισμού, με την υιοθέτηση μιας εγκοσμιοκρατικής εσχατολογίας που κάνει περισσότερες αναφορές στην ανάσταση του έθνους και λιγότερες στον Σταυρό και στην Ανάσταση του Χριστού. Σχετίζεται ακόμη με την πνευματική αυτάρκεια και τον αυτοδικαιωτικό λόγο, με την προσκόλληση στο παρελθόν, τον κοινωνικό και πολιτισμικό αναχρονισμό, τον πειρασμό της αναδίπλωσης, του φονταμενταλισμού και του αντιευρωπαϊσμού, με μια λέξη με την αδυναμία μετοχής της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο.

Ετσι η Εκκλησία στην Ελλάδα σήμερα αδυνατεί να δει το έργο και την αποστολή της ξέχωρα από το σύνδρομο της ταύτισης με το έθνος. Φαίνεται να παραμένει μάλιστα ανυποψίαστη για το ότι η ταύτιση με την εθνική ιδεολογία τής επιβλήθηκε από το κράτος για την εξυπηρέτηση των δικών του σκοπών (Μεγάλη Ιδέα) που βαθμιαία έγιναν και δικοί της. Οσο μάλιστα το ελληνικό κράτος, ως αποτέλεσμα των ευρύτερων ανακατατάξεων που οφείλονται στην παγκοσμιοποίηση και στην πολυπολιτισμικότητα, απεθνικοποιείται σταδιακά τόσο η Εκκλησία της Ελλάδος κρατικοποιείται και επανεθνικοποιείται όλο και περισσότερο, νιώθοντας ανασφαλής και μετέωρη χωρίς την ειδική σχέση με το κράτος και την αποκλειστική σχέση με το έθνος. Μπορεί βέβαια η Εκκλησία να κερδίζει έτσι σε ακροατήριο και πολιτική επιρροή, είναι βέβαιο όμως ότι χάνει σε πνευματική ζωή και εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία. Στην προσπάθειά της μάλιστα να αντικρούσει την τεκμηριωμένη θεολογική κριτική για τα παραπάνω φαινόμενα, η ηγεσία της Εκκλησίας δεν διστάζει να εκδώσει, όπως πρόσφατα, «Συνοδική» εγκύκλιο («Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η αξία της πατρίδος») διακρινόμενη για πρωτοφανή απουσία και σύγχυση θεολογικών κριτηρίων.

Θα ήταν άραγε υπερβολή να ισχυριστούμε πως ό,τι αρνήθηκε ο Ιησούς Χριστός (περιορισμός στα στενά εθνικά πλαίσια, εθνική αποκλειστικότητα, εγκλωβισμός στον εγκοσμιοκρατικό μεσσιανισμό), τηρουμένων των αναλογιών, μοιάζει σήμερα να πραγματοποιείται από την επίσημη Εκκλησία; Πράγματι, τους πειρασμούς που απέκρουσε ο Χριστός είτε στην έρημο είτε αντιμετωπίζοντας τον Ιούδα και τους Ζηλωτές φαίνεται να αποδέχεται πλέον η θεσμική Εκκλησία. Με τη διαφορά ότι, αντί να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμιά, διοργανώνει συλλαλητήρια για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες, ενώ τη θέση των ρωμαίων κατακτητών πήραν κατά σειρά οι Τούρκοι, οι Βούλγαροι, οι Γερμανοί, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Νέα Τάξη, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ κτλ. Ο,τι αρνήθηκε ο Χριστός στον Ιούδα και στους Ζηλωτές, το να γίνει δηλαδή ο εθνικός απελευθερωτής του ιουδαϊκού λαού, περιορίζοντας έτσι την καθολικότητα και ευρυχωρία της χριστιανικής ελευθερίας, η δική μας Εκκλησία το αποδέχεται και το προβάλλει με υπερηφάνεια. Ο,τι δεν βρήκε τότε ο Ιούδας στο πρόσωπο του Ιησού και στην πνευματικής τάξεως μεσσιανικότητά του, το προσφέρει σήμερα απλόχερα η Εκκλησία με τη συνεχή ενασχόλησή της με τα εγκοσμιοκρατικού τύπου ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, της συνέχειας του ελληνικού έθνους, της εθνικής ταυτότητας, του δημογραφικού προβλήματος ή των μαθητικών παρελάσεων κατά τις εθνικές εορτές, «διορθώνοντας» έτσι για λογαριασμό της το έργο του Χριστού επί της γης και επαληθεύοντας δυστυχώς για άλλη μία φορά τη διαχρονική ισχύ του μύθου του Μεγάλου Ιεροεξεταστή.

Η παρένθεση που άνοιξε το 1453 είναι μάλλον καιρός να κλείσει και η Εκκλησία να ξαναγυρίσει στην κυρίως αποστολή της, που είναι ο ευαγγελισμός και η μεταμόρφωση του κόσμου και του ανθρώπου. Στη δίψα του σημερινού ανθρώπου για ζωή η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να απαντήσει με τη δική της πρόταση ζωής, με τα δικά της «ρήματα ζωής αιωνίου», και όχι με τη συνεχή επίκληση της προσφοράς της στους αγώνες του έθνους. Γι' αυτό και η υιοθέτηση ενός οικουμενικού εκκλησιαστικού λόγου, απαλλαγμένου από τις συνεχείς αναφορές στο έθνος και στα σχήματα της κωνσταντίνειας περιόδου, δεν είναι απλώς ένα αίτημα γνησιότητας και πιστότητας προς την ορθόδοξη παράδοση· είναι ταυτοχρόνως και μια απολύτως απαραίτητη και επείγουσα προϋπόθεση προκειμένου να εισέλθει η Εκκλησία μας στον αιώνα που ζούμε και να μη βρίσκει καταφύγιο σε προηγούμενες εποχές.

Ο κ. Παντελής Καλαϊτζίδης είναι υπεύθυνος προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος, πάρεδρος ε.θ. του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Το ΒΗΜΑ, 26/11/2006

ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ

Ερμηνείες και παρερμηνείες

Τοῦ Ἀρχιμ. Μάρκου Βασιλάκη,
Α΄ Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
Θεολόγου - Φιλολόγου

(Ἀπάντηση στό πιό πάνω ἄρθρο)

Στήν ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» τῆς Κυριακῆς 26ης Νοεμβρίου 2006 δημοσιεύθηκε ἄρθρο τοῦ κ. Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Θεολόγου καί Παρέδρου ἐπί θητείᾳ τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου, ὑπό τόν τίτλο: «Ζητεῖται νέος ἐκκλησιαστικός λόγος». Στό κείμενο αὐτό ὁ ἀρθρογράφος ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι «τό τίμημα πού ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πλήρωσε καί ἐξακολουθεῖ νά πληρώνει στό βωμό τῆς σχέσης της μέ τό ἔθνος εἶναι βαρύτατο. Σχετίζεται μέ τήν ἐγκατάλειψη τῆς ἀρχῆς τῆς τοπικῆς πρός ὄφελος τῆς ἐθνικῆς Ἐκκλησίας καί μέ τήν πλήρη σχεδόν ἐθνικοποίησή της, μέ τήν ὑποχώρηση τῆς καθολικότητας καί οἰκουμενικότητας γιά χάρη τῆς ἰδιοπροσωπίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, μέ τήν υἱοθέτηση μιᾶς ἐγκοσμιοκρατικῆς ἐσχατολογίας πού κάνει περισσότερες ἀναφορές στήν ἀνάσταση τοῦ ἔθνους καί λιγότερες στόν Σταυρό καί στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ...».

Νομίζω ὅτι ὁ ἀρθρογράφος ἀγνοεῖ ἐνδεχομένως αὐτό πού γίνεται σαφές ἀπό τήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατερικῶν κειμένων, ὅτι δηλαδή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Παράδοση ἡ οἰκουμενικότητα δέν καταργεῖ τήν ἐθνική συνείδηση καί οἱ πανανθρώπινες ἀξίες συμπορεύονται θαυμάσια μέ τόν ὑγιῆ πατριωτισμό. Στό Δευτερονόμιο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διαβάζουμε ὅτι «ὅτε διεμέριζεν ὁ Ὕψιστος ἔθνη, ὡς διέσπειρεν υἱούς Ἀδάμ, ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν κατά ἀριθμόν ἀγγέλων Θεοῦ» , δηλαδή διδασκόμαστε ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους καί τῆς πατρίδος εἶναι ἐντεταγμένη μέσα στό σχέδιο τῆς Θείας Προνοίας καί δέν ἐμφανίζεται ὡς σύμπτωμα τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἴδιο μᾶς βεβαιώνει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο τῶν Ἀθηνῶν διακηρύσσει ὅτι ὁ Θεός ὅρισε «τάς ὁροθεσίας», δηλαδή τά σύνορα τῆς κατοικίας τῶν ἐθνῶν. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ καθηγητής Εὐ. Θεοδώρου ἡ περίφημη ρήση τοῦ Παύλου ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην» δέν ὑποδηλώνει κατάργηση τῶν ἐθνικῶν ἰδιατεροτήτων ἐπί γῆς, ὅπως τό «οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ» δέν αἴρει τήν μεταξύ τῶν φύλων ἐπίγεια διαφοροποίηση. Καί οἱ δύο αὐτές ρήσεις ἀναφέρονται στήν σχέση μέ τόν Θεό καί στήν δυνατότητα σωτηρίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων.


Σέ πανηγυρική συνεδρίαση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τό 1963 ὁ καθηγητής τῆς Θεολογίας ἀείμνηστος Δημήτριος Μπαλάνος ἔδωσε τήν ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ζήτημα : «Ἡ Ἐκκλησία μας ἀπεριφράστως ἦταν, εἶναι καί θά εἶναι ἐθνική Ἐκκλησία καί τοῦτο πρός δόξαν της... Ὁ ἐθνικός χαρακτήρ τῆς Ἐκκλησίας μας οὐδόλως παραβλάπτει τόν ὑπερκόσμιον χαρακτῆρα αὐτῆς. Τῷ ὄντι ἡ Ἐκκλησία ὡς ὑπερκόσμιον, ἀόρατον καί πνευματικῆς φύσεως καθίδρυμα, εἶναι ὑπεράνω πάσης ἐπιγείου σχέσεως, συνεπῶς καί ὑπεράνω ἐθνικῶν διακρίσεων. Ἀλλά καί κατά τήν ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνον ἀόρατον καί ὑπερκόσμιον, ἀλλά καί ὁρατόν καί ἐγκόσμιον καθίδρυμα, καί ὡς τοιοῦτο δέν δύναται νά ἀδιαφορήσει πρός τά κυριώτερα καί εὐγενέστερα ἀνθρώπινα συναισθήματα, ὁποῖα εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ προσήλωσις πρός τούς ἐπιγείους δεσμούς τῆς οἰκογενείας, τῆς πατρίδος καί τοῦ ἔθνους, οὐδέ δύναται νά μή λάβῃ θέσιν ἔναντι αὐτῶν.... Ἡ πρός τήν ἐπίγειον πατρίδα ἀγάπη οὐδόλως παρεμποδίζει τόν πρός τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ κοινόν χριστιανικόν πόθον. Τοὐναντίον διά καταλλήλου διαπαιδαγωγήσεως ἡ πρός τήν πατρίδα ἀγάπη θά ἠδύνατο νά ἀναγάγῃ εἰς τήν ἔννοιαν τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ, χρησιμεύουσα ὡς προπαίδεια καί ἀναβαθμός εἰς αὐτήν».

Ὑποκρύπτει μονοφυσιτικές τάσεις ἡ παρασιώπηση τῆς θεανθρωπίνης δομῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία κατά τήν Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός Ἐφεσίους εἶναι πρόσληψη καί «ἀνακεφαλαίωσις» ὄχι μόνον τῶν οὐρανίων ἀλλά καί τῶν ἐπιγείων. Στό πνεῦμα αὐτό ἐντάσσεται ἡ ἐντολή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου «τήν ἐνεγκοῦσαν πατρίδα ἴσα γονεῦσιν τιμᾶν» , τήν ὁποία ἀπέδωσε μέ ἐκλαϊκευμένο τρόπο ὁ μακαριστός Ἁγιορείτης Γέρων Παΐσιος λέγοντας: «Καί ἡ πατρίδα εἶναι μία μεγάλη οἰκογένεια». Ὅταν λοιπόν ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίζεται ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας καί τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητος τοῦ ἔθνους μας δέν σημαίνει ὅτι ὑποτιμᾶ ἤ μισεῖ τά ἄλλα ἔθνη, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀγάπη πρός τούς γονεῖς μας δέν σημαίνει ὅτι μισοῦμε τούς γονεῖς τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.

Ἐπί Τουρκοκρατίας ἡ Ἐκκλησία δέν περιορίσθηκε στόν Ἐθναρχικό της ρόλο, ἀλλά προέβαλλε συγχρόνως τό οἰκουμενικό σωτηριολογικό νόημα τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὅπως ἀποδεικνύουν τά πολλά σωζόμενα κηρύγματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καθώς καί πολλά δημώδη ἄσματα , ὅπως π.χ. τοπικά κάλλαντα. Ἀλλά καί σέ ἄλλες δύσκολες γιά τόν λαό μας στιγμές ἡ Ἐκκλησία μας συνεδύασε τήν πατριωτική της δράση μέ τήν διακονία καί τήν κοινωνική προσφορά πρός κάθε συνάνθρωπο, ἀσχέτως φυλῆς ἤ θρησκείας. Θυμίζουμε τήν περίοδο τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί τῆς Κατοχῆς ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός καί ἄλλοι Μητροπολίτες καί ἁπλοί κληρικοί ἀφ’ ἑνός μέν χαλύβδωναν τήν διάθεση τῶν Ἑλλήνων γιά πανεθνική Ἀντίσταση, ἀφ ἑτέρου δέ βοηθοῦσαν τούς Ἑβραίους συμπολίτες μας νά κρυφτοῦν καί μεριμνοῦσαν γιά τήν ἀνακούφιση τῶν πεινώντων, τῶν ὀρφανῶν καί τῶν πασχόντων. Σέ ἀντίθεση μέ τά ὅσα ἰσχυρίζεται ὀ κ. Καλαϊτζίδης ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ὡς ἐπίκεντρο τῆς διδασκαλίας της τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτό ἄλλωστε ἀγωνίζεται ὑπέρ τοῦ Ὀρθοδόξου ὁμολογιακοῦ χαρακτῆρος τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί κατά τῆς μετατροπῆς του σέ θρησκειολογικό. Ἄν εἰλικρινά ὁ κ. Καλαϊτζίδης ἐνδιαφέρεται νά ἀκοῦν οἱ νέοι μας λόγο περί Σταυροῦ καί Ἀναστάσεως ἄς συνταχθεῖ καί αὐτός στήν προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά μή μετατραπεῖ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν σέ ἕνα συνονθύλευμα ξερῶν ἐγκυκλοπαιδικῶν γνώσεων χωρίς Χριστοκεντρικό καί ἠθοπλαστικό περιεχόμενο.

Οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες πού αἰσθητοποιοῦν τό Ὅλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, σέ πολλές ἀπό τίς σημερινές περιπτώσεις ταυτίζονται πρός τίς Ἐθνικές Ἐκκλησίες πού μέ ἐσχατολογική αὐτοσυνειδησία ἐντός τῶν εὐχαριστηριακῶν πλαισίων, προβάλλουν τόσο πρωτογενῶς τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὅσο καί δευτερογενῶς τίς ἐπίγειες τοπικές γεωφυσικές, οἰκολογικές, ἱστορικές καί πολιτιστικές τους συναρτήσεις, ἐφ’ ὅσον αὐτές δέν παρεμποδίζουν τόν πρωτογενῆ σκοπό τους.

Γι’ αὐτό, ὅπως δέν ἐπιτρέπεται ἡ σωβινιστική πατριδοκαπηλεία, κατά παρόμοιο τρόπο εἶναι ἀπαράδεκτη ἡ ὀρθοδοξοκαπηλεία, ἡ ὁποία πολύ συχνά μέ τή μονοφυσιτική νοοτροπία παραθεωρεῖ τό γεγονός ὅτι ἡ θεανθρώπινη ὀρθοδοξία ἐγκλιματίζει στό πνευματικό οἰκολογικό περιβάλλον της καί αὐτή τήν χοϊκή φύση καί ἐνοφθαλμίζει στήν πνευματική της βιόσφαιρα τά ἑκάστοτε καί ἑκασταχοῦ ὁμόλογα ἤ ὁμοιογενῆ ἱστορικά, ἐθνικά καί πολιτιστικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἀναχωνεύονται στό πυρακτωμένο καμίνι της, δέχονται τίς ἀνταύγειες τοῦ Θαβωρείου φωτός καί μέ αὐτό τόν τρόπο μεταμορφώνονται σέ ἐκλεκτά ἐπίγεια σκεύη τοῦ οὐρανίου θησαυροῦ της.

Αὐτό συνέβη στόν πανθομολογούμενο ὕψιστο βαθμό μέ τίς διαλεκτικές σχέσεις Χριστιανισμοῦ καί Ἑλληνισμοῦ, ἔτσι ὥστε νά δικαιολογεῖ τήν χρήση τῆς ἐκφράσεως «ἑλληνορθόδοξα ἰδεώδη». Ὅταν καί διακεκριμένοι Σλάβοι Θεολόγοι χρησιμοποιοῦν τήν ἔκφραση «ἑλληνική Ὀρθοδοξία», δέν πρέπει ἐμεῖς νά διστάζουμε νά χρησιμοποιοῦμε, φυσικά χωρίς ἔπαρση τήν ἔκφραση αὐτή.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καταδικάζει τόν ρατσισμό, τόν σωβινισμό καί τόν πολεμοχαρῆ ἐθνικισμό. Ἀποδέχεται, ὅμως, τόν πατριωτισμό καί τήν ἀνάγκη κάθε ἔθνους νά ζῆ μέ εἰρήνη, ἐλευθερία, ἐθνική ἀξιοπρέπεια. Ὁ ἀγώνας της ὑπέρ τῆς ἐθνικῆς γλωσσικῆς καί πολιτιστικῆς μας ἰδιοπροσωπίας δέν ἔχει ὡς ὑπόβαθρο τήν ἐθνική ἀλαζονεία, ἀλλά τήν δημοκρατική ἀρχή, τήν ὁποία ἀποδέχεται καί ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, περί τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος κάθε λαοῦ. Γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὁ ἀκραῖος ἐθνικισμός πού ὀρθώνει τείχη μεταξύ τῶν λαῶν εἶναι ἐξ ἴσου καταδικαστέος ὅπως καί ὁ ἄπατρις διεθνισμός πού θέλει νά ἰσοπεδώσει τήν ἐθνική ἰδιαιτερότητα κάθε λαοῦ.

Ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τήν ἰσοπέδωση τῶν πολιτισμῶν πού ἐπιζητοῦν οἱ ὀπαδοί τῆς ὑλιστικῆς παγκοσμιοποιήσεως. Ἄν θέλουμε νά ἀναζητήσουμε τόν «νέο ἐκκλησιαστικό λόγο» θά πρέπει νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι αὐτός ὁ λόγος θά εἶναι πράγματι Ὀρθόδοξος καί ἐκκλησιαστικός καί ὄχι βασισμένος σέ ἐφήμερα φιλοσοφικά ρεύματα καί σέ πολιτικά ἰδεολογήματα.

(Δημοσιεύτηκε στην Ἰστοσελίδα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος)