Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2007

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

ρχ. Βασίλειος Γοντικάκης

(Πρώην Ἡγούμενος Ἱ. Μ. Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους)

Διάλεξα να κομμάτι πό τό Εαγγέλιο, πό τήν γία Γραφή, καί διαίτερα τό «Πάτερ μν», γιατί νομίζω εναι πιό χαρακτηριστική προσευχή, φ᾿ σον εναι «Κυριακή» προσευχή, προσευχή πο μς δωσε Κύριος.

Καί νομίζω τι Κύριος μς δίδαξε τήν προσευχή πού κενος κανε, μς δωσε τή ζωή πού κενος ζησε καί μς δίδαξε τν διο τν αυτόν Του· κι ατό εναι λήθεια το ησο Χριστο. Καί πως μς επε λλη φορά «γώ εμί μπελος, μες τά κλήματα» (ω. ιε´ 5)· πως σχέση το κλήματος καί τς μπέλου εναι μιά σχέση ργανική καί θόρυβα προχωρ χυμός τς μπέλου πρός τά κλήματα, τσι καί Κύριος μς δωσε λη τήν παρξή Του, πότε, μέσα στήν προσευχή ατή - ν τήν κάνουμε συνειδητά καί ν τήν ζομε - νομίζω τι ζομε ν Χριστ ησο.

λλά ς ρχίσουμε νά διαβάζουμε τήν προσευχή ατή καί νά τήν παρακολουθομε φράση πρός φράση.

πρώτη φράση λέει: «Πάτερ μν, ν τος ορανος».

Νομίζω τι μαρτία μας μεγάλη εναι μιά· πολλές φορές πογοητευόμαστε καί ξεχνμε να πργμα: χι τι εμαστε δύνατοι, λλ᾿ τι Θεός μς γαπάει. ν χουμε να κεφάλαιο μες ο δύνατοι, εναι τι Θεός μς γαπ καί τι Θεός εναι Πατέρας μας.

Λέμε τι πατέρας, μάνα, γαπον τό παιδί τους χι γιατί εναι καλό, λλά γιατί εναι παιδί τους· πότε εναι μεγάλο πργμα ν ατή τή συνείδηση τήν ποκτήσουμε καί νοιώσουμε τι μπορομε μες νά πομε τό Θεό Πατέρα μας. Γιατί ατή λέξη τά λέει λα. μέσως μς βάζει μέσα στό κλίμα τς κκλησίας. Μπορε νά εναι κανένας ρφανός, μπορε νά τν χουν γκαταλείψει ο δικοί του, μπορε λα νά τά χει χάσει καί νά ασθάνεται μόνος· πό τή στιγμή μως πού Θεός εναι Πατέρας του, νοιώθει μιά σφάλεια, μιά σιγουριά καί λος κόσμος γίνεται σπίτι του.

Θά τολμοσα νά π καί τό ξς: μήπως δέν θταν καλύτερα νά μς γκαταλείψουν λοι, γιά νά νοιώθουμε ατή τήν γάπη το Θεο; Θαρρ πώς κι ατό μπορομε νά τό πομε. Γι᾿ ατό, βλέπετε κι Κύριος στούς μακαρισμούς Του λέγει: «Μακάριοι ο πενθοντες, μακάριοι ο διψντες, μακάριοι ο πεινντες, μακάριοι ο κλαίοντες...». Δηλ. Μακάρι νά στερηθομε τή στοργή τήν νθρώπινη, νά τά χάσουμε λα, γιά νά νοιώσουμε τι Θεός εναι Πατέρας μας.

Θυμμαι μιά φορά πού εχαμε ρωτήσει μιά γριά στό Παρίσι, Ρωσίδα, τί εναι μοναχός, καί ατή μς επε αθόρμητα τι μοναχός εναι νας νθρωπος, ποος κρέμεται πό να σχοινί, καί τό σχοινί ατό εναι γάπη το Θεο. Νομίζω τι ατό τελικά μπορομε νά τό πομε γιά κάθε νθρωπο: τι νθρωπος χει μιά δύναμη στή ζωή του καί δύναμη ατή εναι τι Θεός τν γαπ. λθαμε στή ζωή καί λπίζουμε, γιατί κάποιος μς γαπ· κι ατός κάποιος εναι δυνατός σχετα ν μες εμαστε δύνατοι.

»Πάτερ μν, ν τος ορανος «. Πατέρας μας λοιπόν δέν εναι πλς κάποιος πο μπορε νά ντοπισθε δ καί κε, λλά εναι ν τος ορανος, οράνιος Πατέρας, πότε, λος κόσμος, λος ορανός γίνεται σπίτι μας. τσι, λοιπόν, μπορομε νά νοιώθουμε νετα κι λεύθερα. Γι᾿ ατό, λέγεται, τι ταν επαν στόν Εάγριο Ποντικό, να πό τούς πρώτους σκητές τς Νιτρίας, τι πατέρας του πέθανε, ατός ντέδρασε αθόρμητα καί λέει: «Μή βλαστημετε· Πατέρας μου δέν πέθανε ποτέ»!

τσι, λοιπόν, μέ τήν πρώτη φράση Κύριος μς δίνει κουράγιο, μς κάνει δικούς Του δελφούς, καί μς λέει τν Πατέρα Του νά τν λέμε καί δικό μας Πατέρα. Καί κάτι λλο λένε ο Πατέρες: Λέμε τό Θεό «Πάτερ μν» - δέν λέμε πλς Πατέρα μου - πότε Θεός εναι λων Πατέρας μας καί, τσι, λοι εμαστε μεταξύ μας δελφοί.

πόμενη φράση λέει, «γιασθήτω τό νομά σου, λθέτω βασιλεία σου...».

Σ᾿ ατές τίς δύο φράσεις ο Πατέρες τς κκλησίας μας βλέπουν τήν παρουσία το Υο καί το γίου Πνεύματος. Καί τσι λοιπόν, σ᾿ ατές τίς τρες φράσεις «Πάτερ μν... λθέτω βασιλεία σου», εναι παροσα λη γία Τριάς. Τό νομα το Θεο Πατρός εναι Λόγος το Θεο Πατρός, Υός το Θεο, καί βασιλεία το Θεο εναι τό Πνεμα τό γιον. (πάρχει μάλιστα μιά γραφή το Εαγγελίου παλαιότερη, πού ντί νά λέει «λθέτω βασιλεία σου» λέει «λθέτω τό Πνεμα σου τό γιον φ᾿ μς καί καθαρισάτω μς). πότε δ χουμε παροσα τήν γία Τριάδα. Εναι ατό πού λέμε: «Πιστεύω ες να Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα..., καί ες να Κύριον ησον Χριστόν..., καί ες τό Πνεμα τό γιον...».

»γιασθήτω τό νομά σου...». Παρακαλομε μες νά γιασθε τό νομα το Θεο. δ, ν βλέπουμε ατά πού λένε ο Πατέρες, τι τό νομα το Θεο Πατρός εναι Υός καί Λόγος το Θεο, ατό τό «γιασθήτω τό νομά σου» μπορομε νά τό συνδέσουμε μέ κενο πού λέει Κύριος: «γώ γιάζω μαυτόν, να καί ατοί σιν γιασμένοι ν ληθεί» (ω. ιζ´ 19). Καί τό «γιάζω μαυτόν» το Κυρίου σημαίνει τι, γώ θυσιάζω τν αυτό μου γιά νά γιασθον ν ληθεί, στήν πραγματικότητα, ο πιστοί. τσι λοιπόν, ταν καί μες λέμε «γιασθήτω τό νομά σου», εναι σάν νά λέμε, ς γιασθε θυσία το Υο καί Λόγου το Θεο. Γι᾿ ατό Κύριος εναι γιασμός, πολύτρωση καί δικαιοσύνη μν. Καί, «λθέτω βασιλεία σου», νά λθει τό Πνεμα τό γιο στήν Πεντηκοστή· καί πάντοτε ρχεται τό γιο Πνεμα, καί κκλησία εναι μιά συνεχής Πεντηκοστή.

Μέσα, λοιπόν, σ᾿ ατές τίς τρες φράσεις βλέπουμε παροσα λη τήν γία Τριάδα. λλά, μπορομε νά δομε σ᾿ ατές τίς τρες φράσεις, καί τήν πραγματικότητα τς πικλήσεως τς κεντρικς εχς τς Θείας Λειτουργίας: Ατό πού ερεύς, παρακαλε τν Οράνιο Πατέρα, νά στείλει δηλ. τό Πνεμα τό πανάγιον καί νά ποιήσει τν ρτον καί τν ονον Σμα καί Αμα Χριστο.

Καί φθάνουμε στήν τέταρτη φράση, ποία εναι κεντρική φράση το «Πάτερ μν», καί τό κεντρικό σημεο τς ζως το Κυρίου καί τς δικς μας ζως: εναι τό «γενηθήτω τό θέλημά σου».

σως ατή φράση, «γενηθήτω τό θέλημά σου», μπορε νά παρομοιασθε μέ τό «μήν» τς πικλήσεως. Καί ατό τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» εναι κατάληξη καί νακεφαλαίωση τν προηγουμένων φράσεων· στίς προηγούμενες φράσεις λέμε, «γιασθήτω τό νομά σου», «λθέτω βασιλεία σου», «γενηθήτω τό θέλημά σου». ναφερόμαστε στό Θεό, λέμε τό νομά Του νά γιασθε, βασιλεία Του νά λθει, τό θέλημά του νά γίνει. Δίνουμε τά πάντα στό Θεό, καί ατό πικυρώνεται καί νακεφαλαιώνεται μ᾿ ατή τή φράση, «γενηθήτω τό θέλημά σου».

Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τί σημασία χει τό «γενηθήτω τό θέλημά σου», θά εναι καλά νά θυμηθομε ατό πού επε Κύριος, γιατί κατέβηκε π᾿ τν Ορανό: «γώ καταβέβηκα κ το ορανο να ποι τό θέλημα το πέμψαντός με Πατρός καί τελειώσω ατο τό ργον». Καί τό λλο πάλι πού λέει, τι « κρίσις μή δικαία στί...»· κρίσις μου εναι δίκαιη καί σωστή γιατί «ο ζητ τό θέλημα τό μόν, λλά τό θέλημα το πέμψαντός με Πατρός». Καί κάτι λλο: θυμστε πού Κύριος συναντήθηκε μέ τή Σαμαρείτιδα· ταν λθαν ο μαθητές, επαν στόν Κύριο: «Ραββί, φάγε»· κι κενος τούς πάντησε, τι «γώ βρσιν χω φαγεν, ν μες οκ οδατε...». γώ χω νά φάω να φαγητό τό ποο σες δέν ξέρετε. «μόν βρμα στίν να ποι τό θέλημα το πέμψαντός με καί τελειώσω ατο τό ργον».

Ατό, λέει, πού μένα μέ τρέφει εναι νά ποι τό θέλημα το πέμψαντός με Πατρός. Καί νομίζω τι ατό εναι τό βασικό πργμα τό ποο καθορίζει τή ζωή το Κυρίου καί τή ζωή τή δική μας. Γι᾿ ατό βλέπουμε τν Κύριο στή συνέχεια, τήν ρα τς Γεθσημαν, δηλ. τήν ρα τς πραγματικς γωνίας - θλεγε κανείς τήν ρα νός δυνατο σεισμο πού τά πάντα δοκιμάζονται, καί Κύριος «γενόμενος ν γωνί κτενέστερον προσηύχετο» - νά λέει «Πάτερ μου, ε ο δύναται τοτο τό ποτήριον παρελθεν π᾿ μο άν μή ατό πίω, γενηθήτω τό θέλημά σου» (Ματθ. κστ´ 42). Ατό πο μς επε Κύριος νά λέμε, καί κενος τό επε στή δύσκολη στιγμή καί προχωρε Κύριος ρεμα, λλά παντοκρατορικά πρός τό πάθος κριβς γιατί λέγοντας, «χι τό δικό μου θέλημα, λλά τό δικό σου νά γίνει», μέσως στρέφεται σωτερικά, παίρνει λλη δύναμη καί προχωρε.

Δέν θταν σχημα νά πμε τώρα γιά μιά στιγμή καί στή δικιά μας ζωή. γωνιζόμαστε στή ζωή μας, ρχίζουμε, χουμε σχέδια, χουμε προγράμματα, προχωρμε καλά, λλά σέ μιά στιγμή μπορε νά περάσουμε δυσκολίες. Νομίζω τι δέν πάρχει νθρωπος πού νά μήν περάσει τή Γεθσημαν του. Καί τήν ρα πού τά πάντα καταρρέουν, τότε μόνο τά πάντα νασταίνονται, καί τότε μόνο καταλαβαίνει κανείς ατό πού επε Κύριος, τι τό νά ποι τό θέλημα το πέμψαντός με Πατρός καί χι τό δικό μου, ατό εναι πο μ τρέφει. κείνη τή στιγμή πού τά πάντα καταστρέφονται καί δέν πάρχει καμμιά λπίδα πουθενά καί κανένα φς, καί τά πάντα εναι σκεπασμένα μέ σκοτάδι, ν νθρωπος πε - Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου, μέσως παίρνει μιά λλη δύναμη, νασταίνεται καί προχωρε παντοκρατορικά καί σεμνά πρός τήν δό, πρός τή διάβαση, πρός τό Πάσχα πού εναι Χριστός, σέ μιά ξέλιξη πού δέν σταματ ποτέ. Καί τότε, κ τν στέρων, θά εχαριστε κανείς τό Θεό χι γιά τίς εκολίες, λλά γιά τίς δυσκολίες τς ζως του καί γιά τή Γεθσημαν του, ποία τν νάγκασε, μέσα στήν ξάρθρωση το αυτο του, νά πε τό λογισμό του λεύθερα, νά καταλήξει στό: «Θεέ μου, νά γίνει τό δικό σου θέλημα».

Νομίζω τι ατό τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» μοιάζει μέ τό «γενηθήτω» τό δημιουργικό (ατό πού λέει Κύριος, «Επε καί γενήθησαν, νετείλατο καί κτίσθησαν»), καί μέ τό λειτουργικό γενηθήτω (ταν ερεύς ερουργε τό μυστήριο τς Θείας Εχαριστίας καί παρακαλε τν Πατέρα νά καταπέμψει τό γιο Πνεμα καί νά ποιήσει τν ρτον Σμα Χριστο καί τό ν τ Ποτηρί Αμα Χριστο καί λέει τό μήν, μήν, μήν, πότε δη γινε τό μυστήριο. πάρχει μιά σχέση μεταξύ το δημιουργικο γενηθήτω καί το λειτουργικο). ταν νθρωπος συνειδητά πε, Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί σέ μένα, μοιάζει καί μέ ατό πού επε Παρθένος στόν ρχάγγελο Γαβριήλ: «γένοιτό μοι κατά τό ρμα σου»· νά γίνει σέ μένα, στήν παρξή μου, μέσα μου, κατά τό ρμα σου· Θεέ μου, νά γίνει κατά τό θέλημά σου. πότε νθρωπος γιάζεται καί παίρνει μιά λλη δύναμη.

Λέει ββς σαάκ κάπου, τι νθρωπος μπορε, πακούοντας στό Θεό, νά γίνει Θεός κατά χάριν, καί νά δημιουργήσει κ το μή ντος νέους κόσμους: νθρωπος γίνεται τελείως νέος, δύνατος παίρνει λλη δύναμη καί νεκρός παίρνει νέα ζωή καί προχωρε. Τότε καταλαβαίνει τι, πράγματι, εναι τροφή πραγματική τό νά καταλήξει νά πε ρεμα, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί χι τό δικό μου».

Γι᾿ ατό βλέπετε τι ληθινός θεολόγος δέν εναι ατός πού πάει στό πανεπιστήμιο καί παίρνει ριστα πειδή θυμται μερικές χρονολογίες καί μερικά νόματα γράφει μιά ργασία· λλά, ληθινός θεολόγος πού γνωρίζει ποιά εναι δύναμη καί λήθεια τς διδασκαλίας το Κυρίου, εναι ατός ποος στή δύσκολη στιγμή λέγει: μή τό μόν, λλά τό σόν γενέσθω θέλημα. Τότε λος Θεός μπαίνει μέσα του, τν διο τν νθρωπο τν κάνει θεολόγο, τν κάνει θεό κατά χάριν καί προχωρε ν Χριστ ησο μέ να λλο τρόπο μπροστά. Καί πως Κύριος ναστημένος προχωροσε κεκλεισμένων τν θυρν τσι καί νθρωπος, ατός δύνατος λλά καί παντοδύναμος μέ τή χάρη το Θεο, προχωρε ετε τά προβλήματα εναι λυμένα νοικτά. Γι᾿ ατό ν τυχόν περνμε δυσκολίες ς λέμε τό λογισμό μας λεύθερα· πως θέλει κανείς νά κφρασθε, ς κφρασθε, γιατί Θεός εναι Πατέρας μας. λλά στή συνέχεια ς πομε, Θεέ μου, γώ δέν ξέρω, σύ ξέρεις, σύ μέ γαπς πιό πολύ πό ,τι τούς γαπ γώ καί πιό πολύ νήκουν σέ σένα λοι π᾿ ,τι νήκουν σέ μένα. πότε ς γίνει τό θέλημά σου. ν τυχόν τό θέλημά σου ξωτερικά φαίνεται καταστροφή, νναι καταστροφή. Καλύτερα μιά θεοθέλητη καταστροφή παρά ποιαδήποτε πιτυχία μέ τήν νθρώπινη βούληση, πού εναι ληθινό χαντάκωμα καί ληθινή καταστροφή. Τότε τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» εναι φράση πο μς τρέφει καί μς νασταίνει σέ να λλο χρο.

λλη φράση εναι, «ς ν οραν καί πί τς γς».

δ πέρα, λέγει γιος ωάννης Χρυσόστομος, Χριστός, βάζει τν καθένα μας πεύθυνα γιά τή σωτηρία λου το κόσμου. Δέν λέει, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου στή ζωή μου», λλά νά γίνει τό θέλημά σου ς ν οραν καί πί τς γς, νά γίνει σ᾿ λόκληρη τή γ. Θυμμαι σ᾿ να νησί, στήν Κ, πού εχα πάει μιά φορά εχα δε μιά γριούλα. Μο λέει, «γώ δέν ξέρω γράμματα καί δέν ξέρω νά κάνω καμιά προσευχή, μά οτε τό Πιστεύω μπορ νά π οτε τό Πάτερ μν. Γι᾿ ατό, τό βράδυ ταν πέσω νά κοιμηθ, κάνω τό σταυρό μου καί παρακαλ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό λον τν κόσμο». Μέ ρωτ, «Καλά κάνω;» Τς λέω, «Καλά κάνεις».

Βλέπετε, γριούλα εχε συλλάβει τό μυστικό τς εχς ατς· καί πειδή ζοσε μέσα στήν κκλησία, καί πειδή εχε τή χάρη το Χριστο πού κυκλοφοροσε μέσα στήν παρξή της θόρυβα, πως πάει χυμός τς μπέλου πρός τό κλμα, γι᾿ ατό, χωρίς νά ξέρει γράμματα, κανε ατό τό ληθινό: παρακαλοσε Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό λο τν κόσμο. τσι λοιπόν λέμε «ς ν οραν καί πί τς γς».

Παρακάτω λέμε, «τόν ρτον μν τν πιούσιον».

ταν φθάσουμε στό σημεο νά περάσουμε τή Γεθσημαν καί νά πομε στή δύσκολη στιγμή, «Θεέ μου, γενηθήτω τό θέλημά σου» καί δέν δυσανασχετομε, δέν γανακτομε, λλά ατό τό δεχόμαστε μέ καρτερία καί ρεμία, τότε νομίζω τι εναι κανό τό πνευματικό μας στομάχι νά χωνέψει τήν ντως τροφή. Καί ντως τροφή πάλιν εναι διος Κύριος, ησος Χριστός. Εδατε τι επε: «γώ εμί ρτος ζν κ το ορανο καταβάς· άν τίς φάγη κ τούτου το ρτου, ζήσεται ες τν αἰῶνα» (ω. στ´ 51). γώ εμαι ληθινός ρτος, ζωντανός, πού κατέβηκε πό τν ορανό· καί ν κανείς φάει π᾿ ατόν τν ρτο θά ζήσει καί δέν πρόκειται νά πεθάνει. Δηλ. παίρνει πό τώρα μιά δύναμη καί μιά χάρη, ποία τν βοηθ νά ξεπεράσει τό θάνατο· δη πό τώρα, ν βρίσκεται ν σαρκί, βρίσκεται μέσα στήν αώνια ζωή.

Γι᾿ ατό ταν λέει Κύριος, «τόν ρτον μν τν πιούσιον δός μν σήμερον», τί κριβς θέλει νά πε; Καί λένε ο Πατέρες «πιούσιος» σημαίνει ρτος πού φορ τήν οσία το νθρώπου ρτος τς πιούσης μέρας. πιοσα μέρα εναι πόμενη μέρα· καί πόμενη μέρα εναι πόμενος αών, εναι βασιλεία τν ορανν. τσι λοιπόν, παρακαλομε τό Θεό Πατέρα νά μς ξιώσει τς «πιούσης μέρας», το ορανίου ρτου, το ησο Χριστο, νά μς Τν δώσει σάν τροφή ληθινή πό σήμερα. Καί ν βρισκόμαστε ν σαρκί, ν βρισκόμαστε σ᾿ ατό τν κόσμο, ληθινός ρτος πού θά μς τρέφει νναι ρτος τν γγέλων, ρτος τς «πιούσης μέρας», ρτος τς μελλούσης ζως καί βασιλείας.

»Καί φες μν τά φειλήματα μν ς καί μες φίεμεν τος φειλέταις μν».

δ πέρα θυμόμαστε τήν προσευχή το Κυρίου πού επε γιά τούς σταυρωτές του: «Πάτερ, φες ατος· ο γάρ οδασι τί ποιοσι» (Λουκ. κγ´ 34). Κύριος τούς συγχώρεσε καί πειδή δέν πρχε καμιά δικαιολογία γι᾿ ατό, Κύριος βρκε μιά δικαιολογία γι᾿ ατούς, τι δέν ξέρουν τί κάνουν.

»Καί φες μν..., ς καί μες φίεμεν...». φράση ατή χει κάτι λίγο πιό παιτητικό. Δέν μς λέει Κύριος νά παρακαλομε τό Θεό Πατέρα νά μς βοηθήσει νά συγχωρομε τούς λλους, λλά λέμε τι μες πωσδήποτε συγχωρομε. Καί λέει Γρηγόριος Νύσσης τι δ πέρα, μες σάν νά λέμε στό Θεό Πατέρα νά λάβει μς σάν πόδειγμα καί νά μς συγχωρήσει καί μς.

λλά ν τυχόν μες δέν συγχωρομε, τότε τίποτε δέν γίνεται, τό επε Κύριος ξεκάθαρα: «άν δέ μή φτε τος νθρώποις τά παραπτώματα ατν, οδέ Πατήρ μν φήσει τά παραπτώματα μν» (Ματθ. στ´ 15). Μπορε νά πηγαίνουμε στά Κατηχητικά, μπορε νά πηγαίνουμε στίς μιλίες, στήν κκλησία, νά κοινωνομε καί νά προχωρομε στήν πνευματική ζωή, μπορε νά κάνουμε θαύματα, καί μως νά μή συγχωρομε κάποιον. λλά άν δέν συγχωρομε δέν γίνεται πολύτως τίποτα.

Στό σημεο ατό θθελα νά θυμηθομε κάτι πού λεγε γιος Κοσμς Ατωλός στούς νθρώπους πού πευθυνόταν: «Πονάω γιατί δέν χω χρόνο νά σς δ λους χωριστά τν καθένα σας καί νά ξομολογηθετε καί νά μο πετε τά παράπονά σας καί νά σς π καί γώ ,τι μέ φωτίσει Θεός. λλά πειδή δέν μπορ νά σς δ λους, θά σς π μερικά πράγματα τά ποα πρέπει νά φαρμόσετε. Κι ν ατά φαρμόσετε θά προχωρήσετε καλά. Τό πρτο εναι νά συγχωρτε τούς χθρούς σας». Καί γιά νά τούς κάνει νά καταλάβουν τί θελε νά πε, τούς δίνει να παράδειγμα: «λθαν δύο νά ξομολογηθον, Πέτρος καί Παλος. Πέτρος μο επε: «γιε το Θεο, γώ πό μικρός πρα τν καλό δρόμο. Ζ στήν κκλησία, χω κάνει λα τά καλά, προσεύχομαι, κάνω λεημοσύνες, χω κτίσει κκλησίες, χω κτίσει μοναστήρια, χω να μικρό λαττωματάκι, τι δέν συγχωρ τούς χθρούς μου». Καί λέει γιος Κοσμς τι, «γώ, ατόν τν ποφάσισα γιά τήν κόλαση, κι επα «ταν πεθάνει θά τν πετάξουν στό δρόμο νά τν φνε τά σκυλιά»». Μετά πό λίγο ρχεται Παλος, ποος ξομολογήθη καί μο λέει: «γώ πό μικρός πρα τό στραβό δρόμο, χω κλέψει, χω τιμάσει, χω σκοτώσει, χω κάψει κκλησίες, μοναστήρια, δηλ. εμαι σάν δαιμονισμένος· μόνο να καλό χω, τι συγχωρ τν χθρό μου». Καί λέει γιος Κοσμς, «γώ κατέβηκα, τν γκάλιασα, τν φίλησα καί το επα σέ τρες μέρες νά κοινωνήσει».

Ατός πού εχε λα τά καλά, μέ τήν κακότητα νά μή συγχωρε τν χθρό του, λα ατά τά μόλυνε, πως χουμε 100 κάδες ζυμάρι καί βάζουμε λίγο προζύμι καί κουφίζει λο τό ζυμάρι. πό τήν λλη μεριά λλος πού χει κάνει λα τά κακά, συγχωροσε τν χθρό του· ατό δρασε μέσα σ᾿ λα ατά σάν μιά φλόγα κεριο καί τκαψε λα. Νομίζω, τι ατό εναι βασικό. Καί πολλές φορές ζωή μας λόκληρη βγάζει μιά ποφορά ντί νναι ρωμα Χριστο, καί δέν ξέρουμε γιατί γίνεται ατό. Νά συγχωρομε, λοιπόν. Νά μήν κρατήσουμε καμιά κακότητα γιά κανένα. Τότε ζωή μας θά προχωρήσει μπροστά. ν ατό δέν κάνουμε, τότε λες ο θεολογίες μας κι λες ο γιότητές μας πνε χαμένες. Γι᾿ ατό κριβς λέει Κύριος, «φες μν τά φειλήματα μν ς καί μες φίεμεν τος φειλέταις μν». να λάχιστο πργμα φτάνει γιά νά σέ βάλει στή βασιλεία τν ορανν, καί να λάχιστο πργμα μπορε νά βρωμίσει λη τή ζωή μας.

»Καί μή εσενέγκης μς ες πειρασμόν, λλά ρσαι μς πό το πονηρο».

Λέμε, «μή εσενέγκης μς ες πειρασμόν», καί πό τήν λλη γιος άκωβος πόστολος λέει, «Πσαν χαράν γήσασθε, δελφοί μου, ταν πειρασμος περιπέσητε ποικίλοις» (άκ. α´ 2). Τήν πορία μς τήν λύνουν ο Πατέρες. γιος Μάξιμος μολογητής, λέει τι πάρχουν δύο εδν πειρασμοί: πό τή μιά μεριά χουμε τούς δονικούς καί προαιρετικούς πού γεννον τήν μαρτία· σ᾿ ατούς παρακαλομε τν Κύριον νά μήν πιτρέψει νά μπομε καί νά παρασυρθομε. π᾿ τήν λλη μεριά πάρχουν λλοι πειρασμοί καί δοκιμασίες, ο προαίρετοι καί δυνηροί πειρασμοί, ο ποοι κολάζουν τήν φιλαμαρτήμονα γνώμη, ο ποοι σταματον τήν μαρτία. τσι, λοιπόν, παρακαλομε νά μήν πέσουμε στούς πρώτους πειρασμούς, τούς δονικούς καί προαιρετικούς, λλά ν τυχόν πέσουμε στίς λλες δοκιμασίες πρέπει νά τίς δεχόμαστε μέ κάθε χαρά, γιατί ατοί ο πειρασμοί φέρνουν τήν γνώση, τήν ταπείνωση, τή χάρη το γίου Πνεύματος. Καί θυμστε ατό πού λέει στό Γεροντικό: «παρον τούς πειρασμούς καί οδείς σωζόμενος». ν βγάλεις πό τή ζωή μας τούς πειρασμούς, ατές τίς δοκιμασίες, κανείς δέν πρόκειται νά σωθε.

»...λλά ρσαι μς πό το πονηρο». τελευταία φράση ατς τς προσευχς εναι πονηρός. πρώτη φράση τς προσευχς εναι τό «Πάτερ μν». Θεός εναι πρώτη λέξη, πρώτη πραγματικότητα, τελευταία δέ εναι πονηρός. ζωή μας κινεται μεταξύ το πονηρο καί το Θεο. πονηρός δέν φησε κανένα πείραστο· οτε τν πρτο δάμ στόν Παράδεισο οτε τό δεύτερο δάμ, τν Κύριο ησο Χριστό, ταν βγκε στήν ρημο. Καί λέει Κύριος πάλι, τι «τό γένος τοτο ν οδενί δύναται ξελθεν ε μή ν προσευχ καί νηστεί» (Μαρκ. θ´ 29). Δέν μπορομε νά λευθερωθομε πό τν πονηρό παρά μέ τήν προσευχή καί τή νηστεία. Δέν φεύγει πονηρός μέ τή λογική πως δέν φεύγει τό καρκίνωμα μέ τίς σπιρίνες. Δέν φεύγει διάβολος μέ τίς ξυπνάδες. Λέγει καί νας μοναχός, τι μεγαλύτερος δικηγόρος δέν μπορε νά τά βγάλει πέρα μέ τό μικρότερο διάβολο. Γι᾿ ατό δέν πρέπει νά ρχίζομε συζήτηση μέ τν πονηρό. ς τν φήνουμε καί νά φεύγουμε.

Τό θέμα στήν πνευματική ζωή εναι νά ποκτήσουμε τή διάκριση τήν πνευματική, νά ξεκαθαρίζουμε τά πράγματα ν κάτι εναι πό τό Θεό πό τό διάβολο. Μά θά πε κανένας: γώ εμαι δύνατος νθρωπος· πς μπορ νά ποκτήσω ατή τή διάκριση; Νομίζω τά πράγματα εναι πλά άν τυχόν κάνουμε συνειδητά ατή τήν προσευχή πο μς δίδαξε Κύριος. Μπορομε τώρα νά ρχίσουμε πό πίσω: άν συγχωρομε τούς χθρούς μας συζητητί· άν τρεφόμεθα μέ τν οράνιον ρτον· άν στή δύσκολη στιγμή λέμε, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου» καί άν νοιώθουμε τό Θεό, Πατέρα μας, τότε, ν εμαστε πάρα πολύ δύνατοι, θά εμαστε ταυτόχρονα καί πανίσχυροι. άν, ντίθετα, κάνουμε τό θέλημά μας καί δέν συγχωρομε τν λλο, τότε τν διάβολο πό μυρμήγκι τν κάνουμε λιοντάρι καί δέν μπορομε νά τά βγάλουμε πέρα μέ καμιά δύναμη. ντίθετα, άν λέμε: τό θέλημα το Θεο νά γίνει, γώ δέν ξέρω τίποτα· ν συγχωρομε συζητητί· ν τή στιγμή πο μς χουν σκοτώσει, μες, σκοτωμένοι, μπορομε νά πομε τι δέν κρατμε καμιά κακότητα γι᾿ ατόν πο μς σκότωσε καί λέμε χει Θεός, δέν πειράζει· τότε νθρωπος, ατός δύνατος, εναι παντοδύναμος καί μπορε νά τά βγάλει πέρα καί διάβολος μπροστά του εναι μυρμήγκι. Καί προχωρε λεύθερα.

Θυμστε, στή Γεθσημαν, ταν Κύριος «γενόμενος ν γωνί κτενέστερον προσηύχετο» καί επε «ο τό μόν θέλημα γενέσθω», ναφέρεται κε στήν γία Γραφή τι, «φθη δέ ατ γγελος π᾿ ορανο νισχύων ατό» (Λουκ. κβ´ 43). Καί πίσης ταν στήν ρημο επε, «παγε πίσω μου, σαταν· γέγραπται γάρ, Κύριον τν Θεόν σου προσκυνήσεις καί ατ μόν λατρεύσεις», τότε τν φησε διάβολος «καί δού γγελοι προσλθον καί διηκόνουν ατ» (Ματθ. δ´ 10-11). τσι, λοιπόν, συμβαίνει καί σ᾿ μς· ν λέμε τήν προσευχή ατή, ν ζομε τή ζωή ατή, πονηρός φεύγει, διάκριση πνευματική ρχεται μέσα μας καί γγελοι μς διακονον. Καί μπορομε νά νοιώσουμε ατή τή συντροφιά τν γγέλων· καί μπορομε πό τώρα νά ζήσουμε στόν Ορανό· καί μπορομε νά χρησιμοποιήσουμε ατές τίς φράσεις τίς κυπριακές καί νά πομε τι ζωή μας γίνεται τότε «γγελόκτιστη», ««Θεοσκέπαστη». Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ μικρός γίνεται μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ παντοδύναμος...