Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

ΕΝΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ


Η Ορθόδοξη εμπειρία στον Δυτικό κόσμο
Επισκόπoυ Διοκλείας Κάλλιστου Ware
Η Ενορία κατέχει σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μια σημασία πολύ μεγαλύτερη απ' όση κατείχε σε οποιαδήποτε άλλη εποχή στη διάρκεια των δεκαέξι τελευταίων αιώνων. Ποτέ άλλοτε, από την εποχή της μεταστροφής στο Χριστιανισμό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, δεν είχε το τοπικό Ευχαριστιακό κέντρο τόση μεγάλη σπουδαιότητα στη ζωή της Ορθοδοξίας, όση έχει σήμερα. 
Ποιο είναι το νόημα της υπάρξεως της Εκκλησίας; Ποιος είναι ο μοναδικός και χαρακτηριστικός της ρόλος τον όποιο κανείς άλλος και τίποτε άλλο δεν μπορεί να εκπληρώσει; Τι είναι εκείνο που πετυχαίνει η Εκκλησία και που δεν μπορούν να το πετύχουν ούτε οι εθνικές συναθροίσεις ούτε οι λέσχες νεότητος ούτε τα σπίτια στοργής; 
Η απάντηση δεν είναι παρά μόνο μία: η Εκκλησία υπάρχει για να μας φέρει σωτηρία εν Χριστώ Ιησού • να μας φέρει σωτηρία όχι με κάποιο αφηρημένο ή θεωρητικό τρόπο - αφού η Εκκλησία δεν αποτελεί ένα οποιοδήποτε φιλοσοφικό σύστημα η ιδεολογία - αλλά με συγκεκριμένη και ορατή μορφή, δια της τελέσεως της Θείας Λειτουργίας. Ιδού ο μοναδικός και χαρακτηριστικός ρόλος της Εκκλησίας, αυτό που μόνο Εκείνη μπορεί να επιτελέσει: να προσφέρει τη θεία Ευχαριστία. Η Θεία Ευχαριστία είναι που δημιουργεί την Εκκλησία. Η ενότης της Εκκλησίας δεν επιβάλλεται έξωθεν με την ισχύ ή τη βία, αλλά πραγματοποιείται έσωθεν με την τέλεση της Κοινωνίας με το Σώμα και Αίμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν είναι κάποιο κοινωνιολογικό κατασκεύασμα αλλά ένας ευχαριστιακός οργανισμός ο οποίος αποκτά οντότητα την ώρα που επικαλείται το Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει πάνω στα τίμια δώρα. Αυτή η ευχαριστιακή φύση της Εκκλησίας έχει προσδιοριστεί με ιδιαίτερη σαφήνεια από τον Άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας λίγα χρόνια μετά τον θάνατο των Αποστόλων. 
Η Θεία Λειτουργία, όμως, είναι κάτι που συντελείται μόνον εν τόπω. Μολονότι η Ευχαριστία είναι μία και απαράλλαχτη σ' όλο τον κόσμο, δια μέσου του χρόνου, η Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να υπάρξει ως συγκεκριμένη και ζώσα πραγματικότητα παρά μόνον μέσω μιας ιδιαίτερης ιερουργίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Με άλλα λόγια, η Θεία Ευχαριστία - που είναι η πεμπτουσία της Εκκλησίας - βρίσκει την ορατή πραγμάτωση της μόνον εν τη έννοια της τοπικής ενορίας ή της τοπικής Μονής. Όταν λοιπόν κάνουμε λόγο για την Εκκλησία ως ευχαριστιακό οργανισμό, μιλούμε για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας κάθε Κυριακή σε κάθε ενορία. Η Ενορία είναι το βασικό ευχαριστιακό «κύτταρο» χωρίς το όποιο δεν υπάρχει Εκκλησία. Επιπλέον σε κάθε τέλεση της Ευχαριστίας παρών είναι ο όλος Χριστός, κι όχι απλώς ένα μικρό τμήμα Του έτσι ώστε η τοπική ενορία, όταν τελεί τα θεία Μυστήρια, δεν αποτελεί μια μικρή μονάδα μέσα σ' ένα μεγαλύτερο σύνολο, αλλά εκφράζει κατά τρόπο ορατό την Μία Καθολική Εκκλησία στην ολότητα της. 
Πέραν από την τοπική ενορία που συναθροίζεται στην Θεία Λειτουργία, κάθε τι που εμείς οι Χριστιανοί λέμε για το Σώμα του Χριστού, την Τριαδική Βασιλεία του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, για την προσφορά της Εκκλησίας στην κοινωνική δικαιοσύνη, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και τη μεταμόρφωση της Κοινωνίας από μια απρόσωπη αιχμαλωσία σε ελεύθερη κοινωνία προσώπων, ό,τι κι αν λέμε, δεν αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση, παρά μόνο μια αφηρημένη έννοια, το πολύ ένα αφελή ιδεαλισμό και συναισθηματικό ουτοπισμό. Μόνον μέσα στην Ενορία υπάρχει δυναμική απόδειξη, ιστορική πραγμάτωση, αληθινή ελπίδα. Όπως ορθά έχει λεχθεί, μόνο η ζωή της Ενορίας μπορεί να δώσει ιερατική διάσταση στην πολιτική, προφητικό πνεύμα στην επιστήμη, ανθρώπινο πρόσωπο στις οικονομικές σχέσεις και μυστηριακό χαρακτήρα στον ερωτά. Εν τούτοις κάθε φορά που εξετάζουμε τη συγκεκριμένη ζωή των Ορθοδόξων Ενοριών μας σήμερα, είτε στην Ελλάδα είτε σ' αυτό που συχνά αποκαλείται «διασπορά», πόση οδυνηρή έκπληξη δεν νιώθουμε από το τεράστιο κενό που χωρίζει τη θεωρία από την πράξη; 
Ο ευχαριστιακός χαρακτήρας της Εκκλησίας στον κόσμο και μαζί της η εκκλησιολογική σημασία της τοπικής ενορίας, από τον τέταρτο αιώνα και εντεύθεν έχει χάσει σταδιακά όλο και περισσότερο την καθαρότητα της εξ αιτίας των στενών δεσμών μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, Εκκλησίας και Έθνους. Στον κόσμο του Βυζαντίου, δεν τονιζόταν τόσο ο τοπικός ευχαριστιακός χαρακτήρας της Εκκλησίας αλλά μάλλον η εκτεινόμενη στα πέρατα της Γης παγκοσμιότητα της. Πολύ πιο ξεκάθαρα στα Σλαβικά Ορθόδοξα Βασίλεια και στον Ελληνικό κόσμο της Τουρκοκρατίας, η Εκκλησία εκλαμβανόταν από πολιτιστική και μορφωτική σκοπιά, όλο και περισσότερο ως η συνδετική δύναμη που εξασφάλιζε ένα αίσθημα εθνικής ταυτότητας. Ελάχιστα προβαλλόταν η Ενορία ως το τοπικό ευχαριστιακό κέντρο, μολονότι ήταν σ' αυτό το επίπεδο της Ενορίας που η ζωή της Εκκλησίας συνέχιζε να συντηρείται.
Οι μεταβαλλόμενες συνθήκες της εποχής μας μάς οδήγησαν σε ριζική επανεκτίμηση. Σ' όλον τον Ορθόδοξο κόσμο του εικοστού αιώνα η παραδοσιακή συμμαχία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας έχει προοδευτικά διαβρωθεί και σε πολλές χώρες απότομα διακοπεί. Η εξάπλωση της εκκοσμικεύσεως σημαίνει ότι στο μέλλον κάποιος θα είναι Ορθόδοξος όχι διότι γεννήθηκε από Έλληνες, Σέρβους ή Ρώσους γονείς, αλλά διότι ελεύθερα επέλεξε να είναι Ορθόδοξος μέσα από μια εσωτερική κίνηση πνευματικής ομολογίας. Χάνουμε τα παραδοσιακά μέλη της Εκκλησίας, ενώ στη σύγχρονη εκκοσμικευμένη Πολιτεία ο μορφωτικός και πολιτιστικός ρόλος της Εκκλησίας σπρώχνεται αναπόφευκτα στο περιθώριο. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν πρέπει να το δούμε σαν τραγωδία αλλά μάλλον ως πρόκληση και ακόμη ως ευλογία. Ωθούμεθα πίσω στα στοιχειώδη, στο ένα και μοναδικό που είναι ουσιώδες, πίσω στο «ενός δε εστί χρεία» (Λουκά 10,42) και αυτό το ένα και ουσιώδες είναι η τέλεση της θείας Ευχαριστίας. 
Απ' όλα όσα είπαμε, προκύπτει ότι η τοπική ενορία ανακτά στις μέρες μας την κεντρική της σημασία. Σήμερα, όπως κατά τους πρώτους τρεις αιώνες της Χριστιανικής Ιστορίας, η ζωή μας πρέπει να είναι άρρηκτα δεμένη με την Κυριακάτικη τέλεση της Θείας Λειτουργίας, στον τοπικό ενοριακό μας ναό. Η ζωτικότητα της Εκκλησίας στο μέλλον θα εξαρτηθεί από την ζωντάνια των ενοριών μας. Θα χρειαστεί να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας δεν θα μπορεί πλέον να στραφεί στους πολιτικούς για βοήθεια, οικονομική ή άλλη, ενώ ο παπάς της ενορίας δεν θα μπορεί πια να περιμένει από το δάσκαλο του τοπικού σχολείου ή τον τοπικό αστυφύλακα να προωθήσουν το έργο του.
Η Ορθόδοξη ζωή στην Δύση έχει συνειδητοποιήσει αυτές τις εξελίξεις μέσα από ιδιαίτερα συγκλονιστικές εμπειρίες. Αποτελούμε μία ελάχιστη μειονότητα σ' ένα ξένο περιβάλλον. Μολονότι απολαμβάνουμε θρησκευτική ελευθερία, η Εκκλησία μας δεν είναι δυνατόν να περιμένει προνομιακή μεταχείριση στο εκπαιδευτικό σύστημα των χωρών όπου ζούμε • δεν παίρνουμε καμιά οικονομική ενίσχυση από κυβερνήσεις, εκτός από την Δυτική Γερμανία, τη Φιλανδία και τις Σκανδιναβικές χώρες όπου το Λουθηρανικό σύστημα της «εκκλησιαστικής φορολογίας» ισχύει ακόμη. Προκειμένου να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας στην Ορθόδοξη πίστη, πρέπει να ενεργήσουμε μόνοι μας, μέσα από την εργασία της τοπικής ενορίας. Για να χτίσουμε Ορθόδοξους ναούς και να μισθοδοτήσουμε μόνιμους ιερείς, η οικονομική βοήθεια πρέπει να προέλθει αποκλειστικά από τις τοπικές μας κοινότητες. Από οικονομική πλευρά η επιβίωση της Ορθοδοξίας στη Δύση εξαρτάται από τα κέρματα που οι πιστοί θα ρίξουν κάθε Κυριακή στο δίσκο την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Αν δεν εξασφαλίσουμε μια δυναμική ενοριακή ζωή, η Ορθοδοξία στη Δύση δεν έχει μέλλον. Μετά από πενήντα ή εκατό χρόνια απλούστατα θα εξαφανιστούμε. 
Κι ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε τι είδους Ορθόδοξες ενορίες έχουμε στη Δύση. Η πρώτη γενεά του Ορθόδοξου μετανάστη ίδρυσε ενορίες που διέθεταν, για λόγους προφανείς, ισχυρό εθνικό χαρακτήρα. Η τοπική ενορία ήταν ο κύριος και συχνά ο μόνος συνδετικός κρίκος που απομένει με την Μητέρα Πατρίδα και έτσι οι ενορίτες θέλησαν μια τοπική εκκλησία η όποια στον τρόπο της λατρείας και στις άλλες δραστηριότητες της θα αναπαρήγαγε όσο πιο πιστά γινόταν τα σχήματα που τους ήταν οικεία από την παιδική τους ηλικία. Κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί, παραδείγματος χάριν, η γλώσσα της χώρας στην οποία ζούσαν - Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά κ.τ.λ.- θεωρούνταν συνήθως ως απειλή και κατεπολεμιόταν με πείσμα.
Όλα αυτά εύκολα κατανοούνται. Άλλα με τον ερχομό της δεύτερης και τρίτης γενεάς Ορθοδόξων της Δύσεως μια νέα πραγματικότητα εμφανίζεται. Οι ενορίες εκείνες που αρνήθηκαν να κάνουν οποιαδήποτε χρήση της τοπικής γλώσσας στις Λειτουργίες τους και έμειναν ανυποχώρητες στον πολιτισμό και τα ήθη της χώρας στην οποία ανήκουν, τείνουν να μαραζώσουν. Μόλις οι νέοι τους φθάσουν την «ηλικία της επαναστάσεως», απλούστατα σκορπίζουν, αφού δεν βρίσκουν τίποτε στην λατρεία της ενορίας που να 'χει σχέση με την καθημερινή ζωή τους, κι έτσι απομένει ένα εκκλησίασμα ηλικιωμένων . Οι ενορίες αντιθέτως που αποδέχθηκαν την ανάγκη προσαρμογής και αλλαγής, έγιναν συχνότατα πολύ πιο γνήσια ευχαριστιακές: όχι πλέον μία εθνική λέσχη αλλά μία αληθινή λειτουργική σύναξις - ο λαός του Θεού συναθροισμένος γύρω από την Άγια Τράπεζα. Ορατό σημείο αυτής της εξελίξεως υπήρξε η αναβίωση της συχνής Θείας Μεταλήψεως σε παλιές Ορθόδοξες ενορίες στη Δύση. Εκείνο που έχει συμβεί σε τέτοιες κοινότητες είναι απλούστατα η ανακάλυψη τον αληθινού νοήματος της ενορίας. Προφανώς η εξέλιξη αυτή δεν παρατηρείται παντού. Πολλές ενορίες ενώ αποδέχονται κάποιο μέτρο προσαρμογής στις δυτικές συνήθειες, συνεχίζουν να ρίχνουν μεγαλύτερο βάρος σε εθνικές αξίες και σε κοινωνικές δραστηριότητες μάλλον παρά στην Ευχαριστία. 
Η εμπειρία της Ορθόδοξης κοινότητας της Οξφόρδης έχει ακολουθήσει ένα κάπως ασυνήθιστο σχήμα. Συμβιώνουν εδώ, η μια δίπλα στην άλλη, δύο ορθόδοξες ενορίες, μια ελληνική (που υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο) και μια ρωσική (που υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας). Η κάθε ενορία έχει τον ιερέα της και το δικό της εκκλησιαστικό συμβούλιο. Όμως οι δύο ενορίες μοιράζονται ίσοις όροις τον ίδιο ναό, που χτίστηκε το 1973 με την κοινή προσπάθεια και των δύο. Έτσι κάθε Κυριακή λατρεύουμε όλοι μαζί συγχρόνως, ψάλλοντας μία Θεία Λειτουργία για τους πιστούς και των δύο κοινοτήτων. Υπάρχουν, όπως είναι φυσικό, δυσκολίες. Μνημονεύουμε π.χ. δύο επισκόπους στις ακολουθίες μας, τηρούμε δύο διαφορετικά ημερολόγια (αφού το ρωσικό ήμισυ της κοινότητος μας ακολουθεί το παλαιό ημερολόγιο), και χρησιμοποιούμε σε κάθε ακολουθία όχι λιγότερες από τρεις γλώσσες, Ελληνικά, Σλα βονικά και Αγγλικά. Καθ' όσο γνωρίζω πουθενά άλλου στη Μεγάλη Βρετανία δεν υπάρχει ακριβώς όμοιο παράδειγμα μ' αυτό της Οξφόρδης. 
Από την άποψη του Κανονικού Δικαίου οι λύσεις στις όποιες καταλήξαμε στην Οξφόρδη περιέχουν ορισμένες προφανείς ανωμαλίες: Πως π.χ., είναι δυνατόν να μνημονεύονται δύο ανεξάρτητοι επίσκοποι, στην ίδια θεία Λειτουργία; Εμείς στην Οξφόρδη δεν διεκδικούμε να λύσουμε από μόνοι μας τα κανονικά προβλήματα που δημιουργούνται στη δυτική Ορθοδοξία. Όμως, όντας αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένες ποιμαντικές ανάγκες της τοπικής μας κοινότητας, επράξαμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε για να προσφέρουμε μια λειτουργική λύση που να ενθαρρύνει την επιβίωση και την ανάπτυξη της τοπικής Ορθοδοξίας. 
Μολονότι κανονικά αποτελούμε δύο ξεχωριστές ενορίες, στην πράξη είμαστε μόνο μία λατρευτική κοινότητα. Εάν λοιπόν ο όρος «ενορία» είναι να προσδιοριστεί με βάση όχι το κανονικό δίκαιο αλλά την Ευχαριστία, τότε πνευματικά και λειτουργικά εμείς, οι Ορθόδοξοι της Οξφόρδης αποτελούμε μια ξεχωριστή τοπική ενορία. 
Έπ' ουδενί λόγω δεν επιδιώκω να εμφανίσω ως ιδανική τη ζωή μας στην Εκκλησία της Άγιας Τριάδας και Ευαγγελισμού της Οξφόρδης. Εάν χρειάστηκε ο Σωτήρας μας να προσευχηθεί στο Μυστικό Δείπνο για την ενότητα των μαθητών του (Ιω άν. 17), αυτό έγινε διότι ακριβώς εγνώριζε πόσο δύσκολο είναι για τους ανθρώπους να μείνουν ενωμένοι σε ένα πεπτωκότα κόσμο • και αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλά εμείς στην Οξφόρδη, από προσωπική πείρα. Δεν υπάρχει πραγματική ενότητα παρά μόνο μέσω του Σταυρού. Κι η ενότητα αύτη απαιτεί από τον καθένα μας ατέλειωτη γενναιοδωρία, μυστηριακή κένωση, θυσία. Στην ευχαριστιακή κοινότητα, όπως ακριβώς και στην ένωση του γάμου η ενότητα των μελών πρέπει να επανεπιβεβαιώνεται και να επαναλαμβάνεται. Όταν οι Έλληνες και οι Ρώσοι της Οξφόρδης αποφάσισαν να συνεργαστούν ήταν αρχικά για λόγους πρακτικούς. Και οι δύο κοινότητες είναι ολιγάριθμες και φαινόταν αμφίβολο αν καμία απ' αυτές θα επιβίωνε στην απομόνωση. Υπήρχε όμως η βέβαια ελπίδα, ότι δια της συνεργασίας θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μια ζωντανή Ορθόδοξη παρουσία στην πόλη και στο Πανεπιστήμιο. Στην πορεία της αμοιβαίας συνεργασίας μας, όμως, χρειάστηκε να υπερβούμε τις καθαρά πρακτικές ανάγκες και να επανεκτιμήσουμε τις βασικές προτεραιότητες. Χρειάστηκε να αναρωτηθούμε ποιο είναι το θεμελιώδες νόημα της ενορίας; «Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί εσταί και η καρδία ύμων» (Ματθ. 6,21). Που λοιπόν βρίσκεται ο «θησαυρός» μας ως Ορθοδόξων που ζούμε στη Δύση; 
Εάν η ενορία είναι πάνω απ' όλα μια εθνική συνάθροιση με μόνο λόγο υπάρξεως την διατήρηση ορισμένων πολιτιστικών άξιων, τότε οι Ορθόδοξοι της Οξφόρδης θα χρειαστεί να συντηρήσουν δύο διαφορετικές κοινότητες, που θα εκκλησιάζονται και θα λατρεύουν χωριστά. Εάν όμως η Ενορία υφίσταται κυρίως για την τέλεση της Ευχαριστίας και εάν στην Ευχαριστία «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην... πάντες γαρ... εις ... εν Χριστώ Ιησού» (Γαλάτες 3,28), τότε δίκιο δεν έχουμε να επιμένουμε πάνω απ' όλα στην τέλεση μιας κοινής θείας Λειτουργίας κάθε Κυριακή απ' όλους εμάς τους Ορθοδόξους, ανεξαρτήτως εθνικής προελεύσεως, ελληνικής, ρωσικής ή αγγλικής; Μόνον έτσι μπορούμε να δώσουμε μαρτυρία για το αληθινό νόημα της ενοριακής ζωής. 
Περισσότερο από μια φορά τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια έχουν προκύψει προβλήματα που απείλησαν να διασπάσουν την ενότητα μας ως λατρευτικής κοινότητας. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παρόμοια προβλήματα θα εμφανιστούν και εις το μέλλον. Άλλα κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο της διασπάσεως, συνειδητοποιούμε εκ νέου την υπέρτατη σπουδαιότητα της λειτουργικής μας ενότητας. Στην Θεία Λειτουργία έχουμε βρει τον κοινό δεσμό που μας συνέχει ανεξαρτήτως γλώσσας, εθνικής ταυτότητας ή εκκλησιαστικής «δικαιοδοσίας ». (Πόσο δίκιο δεν έχει ο Αλέξανδρος Σολζενίτσιν να μέμφεται αυτή τη λέξη «δικαιοδοσία» που τόσο συχνά χρησιμοποιείται από τους Ορθοδόξους της Δύσης, χωρίς εν τούτοις να συναντάται πουθενά στο Ευαγγέλιο!) Μελετώντας τη διδασκαλία του Άγιου Ιγνατίου Αντιοχείας, που απευθύνεται στους Χριστιανούς της εποχής του, και τονίζει ότι πρέπει όλοι να συναντώνται σε μια Ευχαριστία, να συναθροίζονται γύρω από μία Τράπεζα και να πίνουν από ένα Ποτήριο, γνωρίζουμε ότι οι φλογεροί αυτοί λόγοι του ισχύουν το ίδιο και για μας τους Ορθόδοξους της Οξφόρδης. 
Στην περιγραφή που κάνει για τη ζωή της πρώτης χριστιανικής «ενορίας» -της κοινότητας της Ιερουσαλήμ των ήμερων που ακολούθησαν την Πεντηκοστή - ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας λέει: «ήσαν δε προσκαρτερούντες τη διδαχή των αποστόλων, και τη κοινωνία και τη κλάσει τον άρτου και ταίς προ σευχαίς • πάντες δε οι πιστεύοντες ήσαν επί το αυτό και είχον άπαντα κοινά» (Λουκά 2, 42, 44). 
Αυτός ακριβώς είναι και ο σκοπός κάθε ενορίας σήμερα, είτε βρίσκεται στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή: τα μέλη της εκφράζουν την ενότητα τους εν Χριστώ Ιησού δια της από κοινού κλάσεως του Άρτου στη θεία Ευχαριστία. Όλες οι άλλες δραστηριότητες της ενορίας, κοινωνικές, πολιτιστικές ή φιλανθρωπικές πηγάζουν από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και είναι υπάλληλες σ' αυτήν. Η Ευχαριστία είναι ένα συνεχές θαύμα μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης. Παράλληλα με τη Μονή, η ενορία αποτελεί ακριβώς το σχήμα από το οποίο και σε κάθε συγκεκριμένο τόπο, τούτο το «συνεχές θαύμα» μαρτυρείται με ζωντανή παρουσία. 

ΠΩΣ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΟ


ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ
ΠΩΣ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΟ


Πολύ μας αγαπάει ο Κύριος· αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε Εκείνος κατά το μέγα Του έλεος. Γέρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο και γράφω την αλήθεια από αγάπη για τους ανθρώπους. Το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι το Θεό.

Ήμουν χειρότερος κι από ένα βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μου* σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρηση από το Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρηση αλλά και το Άγιο Πνεύμα. Έτσι, εν Πνεύματι Αγίω, γνώρισα το Θεό.

Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει την ευσπλαχνία Του;

Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ, πιστεύετε στο Θεό, πιστεύετε πώς υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για το Θεό σ΄ όλες τις εκκλησίες μας, αλλά και στην ψυχή μου.

Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Και ή αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν το θεό. Εν Πνεύματι 'Αγίω οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούνε τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στο θεό. Ζούμε στη γη και δεν βλέπουμε το Θεό, δεν μπορούμε να Τον δούμε. Άλλα σαν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή, τότε θα δούμε το Θεό, όπως Τον είδε ο άγιος Στέφανος (Πράξ. 7:55-56). Η ψυχή και ο νους αναγνωρίζουν αμέσως με το Άγιο Πνεύμα ότι Αυτός είναι ο Κύριος. Έτσι ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, με το Άγιο Πνεύμα, αναγνώρισε στο μικρό βρέφος τον Κύριο (Λουκ. 2:25-32). Έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το Άγιο Πνεύμα επίσης, αναγνώρισε τον Κύριο και Τον υπέδειξε στους ανθρώπους. Και στον ουρανό και στη γη, ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, όχι με την επιστήμη. Και τα παιδιά που δεν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό και πόσο πολύ μας αγαπάει. Ακόμα κι αν διαβάζουμε πώς μας αγάπησε και έπαθε από αγάπη για μας, σκεφτόμαστε γι' αυτά μόνο με το νου, αλλά δεν καταλαβαίνουμε όπως πρέπει, με την ψυχή, την αγάπη του Χρίστου. Όταν όμως μας διδάξει, τότε γνωρίζουμε με ενάργεια και αισθητά την αγάπη· τότε γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο.

 *

Καθένας μας μπορεί να κρίνει για το Θεό κατά το μέτρο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που γνώρισε. Γιατί πώς είναι δυνατό να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε για πράγματα που δεν είδαμε ή δεν ακούσαμε και δεν ξέρουμε; Οι άγιοι λένε πώς είδαν το Θεό. Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που λένε ότι δεν υπάρχει Θεός. Είναι φανερό πώς μιλούν έτσι γιατί δεν Τον γνώρισαν αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πώς ο θεός δεν υπάρχει.

Οι άγιοι μιλούν για πράγματα που πραγματικά είδαν και γνωρίζουν. Δεν λένε, για παράδειγμα, πώς είδαν ένα άλογο μήκους ενός χιλιομέτρου ή ένα πλοίο δέκα χιλιομέτρων, που δεν υπάρχουν. Κι εγώ νομίζω, πώς, αν δεν υπήρχε θεός, δεν θα μιλούσαν καν γι' Αυτόν στη γη. Οι άνθρωποι όμως θέλουν να ζουν σύμφωνα με το δικό τους θέλημα και γι' αυτό λένε πώς δεν υπάρχει θεός, βεβαιώνοντας έτσι μάλλον πώς υπάρχει.

Όλων των λαών ή ψυχή αισθανόταν πώς υπάρχει ο θεός, αν και δεν ήξεραν να λατρεύουν τον αληθινό θεό. Το Άγιο

Πνεύμα όμως δίδαξε πρώτα τους προφήτες, έπειτα τους αποστόλους, κατόπιν τους αγίους πατέρες και επισκόπους μας, κι έτσι έφτασε ως εμάς η αληθινή πίστη. Εμείς γνωρίσαμε τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Και όταν Τον γνωρίσαμε, τότε στερεώθηκε σ΄ Αυτόν ή ψυχή μας.

Γνωρίστε, λαοί, ότι πλαστήκαμε για να δοξάζουμε τον ουράνιο θεό, και μην προσκολλάστε στη γη, γιατί ο θεός είναι Πατέρας μας και μας αγαπάει σαν πολυπόθητα παιδιά Του.

Όποιος δεν γνωρίζει τη χάρη, δεν την επιζητεί. Οι άνθρωποι προσκολλήθηκαν στη γη, γι' αυτό Οι πιο πολλοί δεν ξέρουν πώς τίποτα το γήινο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα του Άγιου Πνεύματος.

 *

Πολλοί φιλονικούν για την πίστη - και δεν υπάρχει τέλος σ΄ αυτές τις φιλονικίες -, ενώ, αντί να φιλονικούμε, πρέπει να προσευχόμαστε μόνο στο Θεό και την Παναγία, και ο Κύριος θα μας δώσει το φωτισμό χωρίς φιλονικίες, και μάλιστα γρήγορα.

Πολλοί μελέτησαν όλες τις θρησκείες, αλλά δεν γνώρισαν την αληθινή πίστη όπως πρέπει. Όποιος όμως προσεύχεται στο Θεό με ταπείνωση να τον φωτίσει, σ΄ αυτόν ο Κύριος θα δώσει να μάθει πόσο αγαπάει τον άνθρωπο. Οι υπερόπτες ελπίζουν να μάθουν τα πάντα με το νου τους, αλλά ο Θεός τους έθεσε όρια.

 *

Ο Κύριος είπε: "Όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός εσταί... ίνα θεωρή την δόξαν την εμήν" (πρβλ. Ίω. 12:26· 17:24). Οι άνθρωποι όμως δεν κατανοούν τις Γραφές, τις βρίσκουν σχεδόν ακατανόητες. Μόνο όταν τους διδάξει το Άγιο Πνεύμα, τότε όλα γίνονται κατανοητά και ή ψυχή αισθάνεται σαν να είναι στους ουρανούς. Γιατί το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι και στους ουρανούς και στη γη και στην Άγια Γραφή και στις ψυχές όσων αγαπούν το Θεό. Χωρίς Πνεύμα Άγιο Οι άνθρωποι πλανώνται και αδυνατούν να γνωρίσουν αληθινά το θεό και την ανάπαυση κοντά Του, έστω κι αν μελετούν συνεχώς. Ω αδελφοί, σας παρακαλώ και σας ικετεύω στο όνομα της ευσπλαχνίας του Θεού: Πιστεύετε στο Ευαγγέλιο και στη μαρτυρία της Άγιας Εκκλησίας, και τότε θα γευθείτε, ήδη άπ' αυτή τη γη, τη μακαριότητα του παραδείσου. Αληθινά, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας: Η αγάπη του Θεού χαρίζει στην ψυχή τον παράδεισο. Πολλοί πρίγκιπες και άρχοντες εγκατέλειψαν τους θρόνους τους, όταν γνώρισαν την αγάπη του Θεού. Κι αυτό είναι ευνόητο, γιατί ή αγάπη του Θεού είναι φλογερή. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος ή χαρά της ψυχής φτάνει ως τα δάκρυα, και τίποτα επίγειο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της.

Πόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί! Τι Θεό έχουμε! Είναι αξιολύπητοι όσοι δεν γνώρισαν το Θεό. Αυτοί δεν βλέπουν το αιώνιο φως, και μετά το θάνατο πορεύονται στο αιώνιο σκοτάδι. Αυτό το ξέρουμε, γιατί το Άγιο Πνεύμα πληροφορεί μέσα στην Εκκλησία τους αγίους για το τι υπάρχει στον ουρανό και τι στον Άδη.

"Ω, πόσο αξιολύπητοι είναι οι πλανεμένοι άνθρωποι! Αυτοί δεν μπορούν να ξέρουν τι είναι η αληθινή χαρά. Μερικές φορές διασκεδάζουν και γελούν, αλλά το γέλιο και ή απόλαυση που δοκιμάζουν θα μεταβληθούν σε θρήνο και θλίψη. Δική μας χαρά είναι ο Χριστός. Με τα πάθη Του μας έγραψε στο βιβλίο της ζωής, και στη βασιλεία των ουρανών θα είμαστε αιώνια με το Θεό και θα βλέπουμε τη δόξα Του και θα ευφραινόμαστε μαζί Του. Η χαρά μας είναι το Άγιο Πνεύμα. Είναι τόσο γλυκό και ευχάριστο! Αυτό μαρτυρεί στην ψυχή για τη σωτηρία.

 *

Τα επίγεια μαθαίνονται με την επίγεια διάνοια, ενώ ο Θεός και όλα τα επουράνια γνωρίζονται μόνο με το Άγιο Πνεύμα. Γι' αυτό παραμένουν απρόσιτα στο νου που δεν αναγεννήθηκε.

Τι μας εμποδίζει να γνωρίσουμε το θεό

Η απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια. Ό υπερήφανος ισχυρίζεται πώς θα γνωρίσει τα πάντα με το νου του και την επιστήμη, αλλά η γνώση του Θεού παραμένει ανέφικτη γι' αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνο με αποκάλυψη του Άγιου Πνεύματος.

*

Ο Κύριος αποκαλύπτεται στις ταπεινές ψυχές. Σ' αυτές δείχνει τα έργα Του, που είναι ακατάληπτα για το νου μας. Με τον φυσικό μας νου μπορούμε να γνωρίσουμε μόνο τα γήινα πράγματα, κι αυτά μερικώς, ενώ ο Θεός και όλα τα ουράνια γνωρίζονται με το Άγιο Πνεύμα.

Μερικοί μοχθούν σ΄ όλη τους τη ζωή για να μάθουν τι υπάρχει στον ήλιο ή στη σελήνη ή κάτι παρόμοιο, άλλ' αυτά δεν ωφελούν την ψυχή. Αν όμως προσπαθούσαμε να γνωρίσουμε τι υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, τότε θα βλέπαμε στην ψυχή του αγίου τη βασιλεία των ουρανών, ενώ στην ψυχή του αμαρτωλού σκοτάδι και κόλαση. Και είναι ωφέλιμο να το ξέρουμε, γιατί θα είμαστε αιώνια είτε στη βασιλεία είτε στην κόλαση.

Ό νωθρός στην προσευχή εξετάζει με περιέργεια τα πάντα, όσα βλέπει στη γη και στον ουρανό, αλλά δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Κύριος ούτε προσπαθεί να το μάθει. Κι όταν ακούει διδασκαλία για το Θεό, λέει:

"Μα πώς είναι δυνατό να γνωρίσουμε το Θεό; Κι εσύ από που Τον γνωρίζεις;".

Θα σου πω: Μαρτυρεί το Άγιο Πνεύμα, Αυτό γνωρίζει και μας διδάσκει.

"Άλλα μήπως το Πνεύμα είναι ορατό;".

Οι απόστολοι Το είδαν να κατεβαίνει σε πύρινες γλώσσες, κι εμείς Το αισθανόμαστε μέσα μας. Είναι γλυκύτερο από κάθε τι γήινο. Αυτό γεύονταν οι προφήτες και μιλούσαν στο λαό και ο λαός τους πρόσεχε. Οι άγιοι απόστολοι έλαβαν Άγιο Πνεύμα και κήρυξαν σωτηρία στον κόσμο χωρίς να φοβούνται τίποτα, γιατί τους ενίσχυε αυτό το Πνεύμα. Το ίδιο και οι μάρτυρες και οι ασκητές πήγαιναν χαρούμενοι στο μαρτύριο και την κακοπάθεια. Γιατί το Άγιο Πνεύμα, το αγαθό και γλυκύ, έλκει την ψυχή στην αγάπη του Κυρίου. Κι έτσι η ψυχή, χάρη στη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος, δεν φοβάται τα βασανιστήρια.

 *

Πολλοί άνθρωποι λένε σήμερα πώς δεν υπάρχει Θεός. Μιλούν έτσι γιατί στην καρδιά τους ζει υπερήφανο πνεύμα, που τους υποβάλλει ψέματα κατά της Αλήθειας και της Εκκλησίας του Θεού. Νομίζουν πώς είναι σοφοί, ενώ στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβάνονται καν ότι τέτοιοι λογισμοί δεν είναι δικοί τους, αλλά προέρχονται από τον εχθρό. Αν όμως κανείς τους δεχτεί στην καρδιά του και τους αγαπήσει, τότε γίνεται συγγενής με το πονηρό πνεύμα. Και είθε να μη δώσει ο Θεός σε κανένα να πεθάνει σε τέτοια κατάσταση.

Αντίθετα, στην καρδιά των αγίων ζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που τους κάνει συγγενείς του Θεού. Οι άγιοι νιώθουν ολοκάθαρα πώς είναι πνευματικά παιδιά του ουράνιου Πατέρα, και γι' αυτό λένε: "Πάτερ ημών...".

*

Η υπερηφάνεια εμποδίζει την ψυχή να μπει στο δρόμο της πίστεως. Στον άπιστο δίνω μια συμβουλή. Ας πει: "Κύριε, αν υπάρχεις, φώτισε με, και θα Σε υπηρετήσω μ΄ όλη μου την καρδιά και μ' όλη μου την ψυχή". Και ο Κύριος θα φωτίσει οπωσδήποτε μια τέτοια ταπεινή σκέψη και προθυμία για την υπηρεσία του Θεού. Δεν πρέπει όμως να λέει: "Αν υπάρχεις, παίδεψε με". Γιατί αν έρθει η τιμωρία, είναι δυνατό να μη βρει τη δύναμη να ευχαριστήσει το Θεό και να μετανοήσει.

Όταν ο Κύριος σε φωτίσει, τότε ή ψυχή σου θα Τον αισθανθεί, θα αισθανθεί πώς την συγχώρησε και την αγαπάει. Θα το μάθεις με την πείρα σου, και η χάρη του Αγίου Πνεύματος θα μαρτυρεί στην ψυχή τη σωτηρία, και θα θέλεις τότε να διακηρύσσεις σ" όλο τον κόσμο: "Πόσο πολύ μας αγαπάει ο Κύριος!".

Ό Απόστολος Παύλος, όσο δεν γνώριζε τον Κύριο, Τον καταδίωκε. Όταν όμως Τον γνώρισε, τότε γύρισε σ΄ όλη την οικουμένη κηρύσσοντας το Χριστό.



Για να σωθείς, είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Γιατί τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρει ανάπαυση. Κι εκεί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέει: "Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση;". Αντίθετα, ή ταπεινή ψυχή είναι γεμάτη αγάπη και δεν επιδιώκει πρωτεία, αλλά επιθυμεί για όλους το καλό και ευχαριστιέται με όλα.

 *

Δείξαμε μεγάλη αμέλεια και δεν καταλαβαίνουμε πια αν υπάρχει η κατά Χριστόν ταπείνωση και αγάπη. Βέβαια, η ταπείνωση αυτή και ή αγάπη γίνονται γνωστές μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εμείς όμως δεν ξέρουμε ότι, για να προσελκύσουμε τη χάρη κοντά μας, πρέπει να την ποθήσουμε μ' όλη μας την ψυχή. Άλλα πώς θα ποθήσουμε κάτι που δεν το γνωρίζουμε καθόλου; Και όμως, όλοι μας τη γνωρίζουμε τη χάρη, έστω και λίγο, γιατί το Άγιο Πνεύμα κινεί κάθε ψυχή στην αναζήτηση του Θεού.

"Ω, πώς πρέπει να παρακαλούμε τον Κύριο να δώσει στην ψυχή το ταπεινό Άγιο Πνεύμα! Ή ταπεινή ψυχή έχει μεγάλη ανάπαυση, ενώ η υπερήφανη βασανίζει η ίδια τον εαυτό της. Ο υπερήφανος δεν γνωρίζει την αγάπη του Θεού και βρίσκεται μακριά Του. Υπερηφανεύεται πώς είναι πλούσιος ή επιστήμων ή ένδοξος, μα δεν ξέρει την τραγικότητα της φτώχειας και της απώλειας του, αφού δεν γνώρισε το Θεό. Απεναντίας, εκείνον που αγωνίζεται εναντίον της υπερηφάνειας, τον βοηθάει ο Κύριος να νικήσει αυτό το πάθος.

*

Είναι αδύνατο ν' αγαπήσουμε και να γνωρίσουμε τον Κύριο, αν δεν ζήσουμε σύμφωνα με τις εντολές Του. Ό άνθρωπος όμως από μόνος του είναι ανίκανος να τηρήσει τις εντολές του θεού. Γι' αυτό ο Ιησούς είπε: Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν" (Ματθ. 7:7). Αν δεν ζητάμε, βασανίζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας και χάνουμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

 *

Στον αγώνα μας πρέπει να είμαστε ανδρείοι. Ό Κύριος αγαπάει την ανδρεία και συνετή ψυχή. Αν δεν έχουμε ανδρεία και σύνεση, τότε πρέπει να τα ζητάμε από το Θεό και να υπακούμε στους πνευματικούς, γιατί σ΄ αυτούς ζει η χάρη του Άγιου Πνεύματος. Ό άνθρωπος μάλιστα, που ο νους του έπαθε βλάβη από δαιμονική ενέργεια, ιδίως αυτός πρέπει να υπακούει στον πνευματικό και να μην εμπιστεύεται καθόλου τον εαυτό του.

Οι ψυχικές συμφορές μας έρχονται από την υπερηφάνεια, ενώ τις σωματικές τις παραχωρεί πολλές φορές ο Θεός από αγάπη για μας, όπως έγινε με τον πολύαθλο Ιώβ.

Είναι πολύ δύσκολο να διαγνώσεις μέσα σου την υπερηφάνεια. Να όμως μερικά συμπτώματα: Αν σε προσβάλλουν δαίμονες ή σε βασανίζουν κακοί λογισμοί, αυτό σημαίνει πώς δεν έχεις ταπείνωση. Γι' αυτό, έστω κι αν δεν αντιλήφθηκες την υπερηφάνεια σου, ταπεινώσου. Αν είσαι οξύθυμος ή, όπως λένε, νευρικός, αυτό είναι αληθινή συμφορά. Κι αν πάσχεις από παροξυσμούς και φοβίες, θα γιατρευτείς με τη μετάνοια, με το ταπεινό φρόνημα και με την αγάπη για τον αδελφό σου, ακόμα και για τους εχθρούς. Όποιος δεν αγαπάει τους εχθρούς, σ5 αυτόν δεν έχει κατοικήσει ακόμα ή χάρη του Θεού.

 *

Στην πλάνη πέφτει κανείς είτε από απειρία είτε από υπερηφάνεια. Κι αν είναι από απειρία, ο Κύριος θεραπεύει γρήγορα αυτόν που πλανήθηκε. Αν όμως είναι από υπερηφάνεια, τότε θα υποφέρει για πολύν καιρό η ψυχή, ώσπου να μάθει την ταπείνωση, και τότε θα θεραπευθεί από τον Κύριο.

Στην πλάνη πέφτουμε όταν νομίζουμε πώς είμαστε πιο συνετοί και έμπειροι από τους άλλους, ακόμα κι από τον πνευματικό μας πατέρα. Έτσι σκέφτηκα κι εγώ με την απειρία μου, και γι' αυτό υπέφερα. Ευχαριστώ βαθιά το Θεό, γιατί έτσι με ταπείνωσε, με νουθέτησε και δεν πήρε το έλεος Του από μένα. Και τώρα σκέφτομαι πώς χωρίς εξομολόγηση στον πνευματικό δεν είναι δυνατό ν΄ απαλλαγούμε από την πλάνη, γιατί στον πνευματικό έδωσε ο Θεός τη χάρη του "δεσμείν και λύειν".



Η κοινωνία με το Θεό

Όποιος αγαπάει τον Κύριο, σκέφτεται πάντα Εκείνον. Η θύμηση του Θεού γεννάει την προσευχή. Αν δεν θυμάσαι τον Κύριο, τότε και δεν θα προσεύχεσαι και χωρίς την προσευχή, δεν θα παραμείνει ή ψυχή στην αγάπη του Θεού, γιατί η χάρη του Άγιου Πνεύματος έρχεται με την προσευχή.

Η προσευχή προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, γιατί ο νους, όταν προσεύχεσαι, είναι απασχολημένος με το Θεό και στέκεται με ταπεινό Πνεύμα ενώπιον του Κυρίου, τον Όποιο γνωρίζει ή ψυχή του προσευχομένου.

Ο αρχάριος όμως χρειάζεται χειραγωγό, επειδή η ψυχή, πριν έρθει η χάρη του Άγιου Πνεύματος, έχει μεγάλο πόλεμο εναντίον των έχθρων και δεν μπορεί να διακρίνει ή ίδια αν ή γλυκύτητα που δοκιμάζει προέρχεται από τον εχθρό. Αυτό μπορεί να το διακρίνει μόνο εκείνος που γεύθηκε ο ίδιος το Άγιο Πνεύμα. Αυτός αναγνωρίζει τη χάρη κατά τη γεύση.

Όποιος θέλει να ασκεί την προσευχή χωρίς χειραγωγό και, μέσα στην υπερηφάνεια του, φαντάζεται πώς μπορεί να τη διδαχθεί από τα βιβλία, αυτός βρίσκεται κιόλας στην πλάνη. Τον ταπεινό όμως τον προστατεύει ο Κύριος· έτσι, αν πράγματι δεν υπάρχει έμπειρος οδηγός, αυτός καταφεύγει στον υπάρχοντα πνευματικό, και ο Κύριος θα τον σκεπάσει χάρη στην ταπείνωση του. Σκέψου ότι στον πνευματικό ζει το Άγιο Πνεύμα, και αυτός θα σου πει το ωφέλιμο. Αν όμως σκεφτείς πώς ο πνευματικός ζει με αμέλεια και διερωτηθείς, "Πώς είναι δυνατό να έχει το Άγιο Πνεύμα;", θα υποστείς εξαιτίας αυτής της σκέψης σου μεγάλο πειρασμό, και ο Κύριος θα σε ταπεινώσει και θα επιτρέψει να πέσεις σε κάποια πλάνη.

Η προσευχή δίνεται στον προσευχόμενο. Η προσευχή που γίνεται μόνο από συνήθεια, χωρίς καρδιά συντριμμένη για τις αμαρτίες της, δεν είναι αρεστή στο θεό.

 *

Ω άνθρωπε, μάθε την κατά Χριστόν ταπείνωση, και ο Κύριος θα σου χαρίσει να γευθείς τη γλυκύτητα της προσευχής. Η θεία χάρη δεν αφαιρεί την ελευθερία, αλλά συνεργεί μόνο στην εκπλήρωση των εντολών του Θεού. Ό Αδάμ βρισκόταν στην κατάσταση της χάριτος, αλλά δεν του αφαιρέθηκε το αυτεξούσιο. Οι άγγελοι παραμένουν επίσης στο Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν τους έχει αφαιρεθεί η ελεύθερη βούληση.

 *

Ο Κύριος έδωσε στη γη το Άγιο Πνεύμα· και όσοι το έλαβαν, αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους.

Ίσως πεις: "Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη;". Επειδή εσύ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού, αλλά ζεις σύμφωνα με το δικό σου θέλημα.

 *

Παρατηρήστε εκείνον που αγαπάει το θέλημα του: Δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Γι' αυτόν όλα γίνονται όπως δεν θα έπρεπε. Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπάει τον Κύριο.

 *

Έτσι δόθηκε στο Θεό η Υπεραγία Παρθένος: "Ιδού Η δούλη Κυρίου γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου" (Λουκ. 1:38).

Αν λέγαμε κι εμείς, "Ιδού ο δούλος Κυρίου· γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου", τότε τα ευαγγελικά λόγια του Κυρίου θα ζούσαν στις ψυχές μας, η αγάπη του Θεού θα βασίλευε σ΄ όλον τον κόσμο και η ζωή στη γη θα ήταν απερίγραπτα ωραία.

Άλλα μολονότι τα λόγια του Κυρίου ακούγονται τόσους αιώνες σ΄ όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι δεν τα καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να τα παραδεχθούν. Όποιος όμως ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αυτός θα δοξαστεί και στον ουρανό και στη γη.