Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ...

 Συνέχεια από το ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΤΟΠΟΣ


Απομαγνητοφωνημένη* ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν". Το πρώτο που χρειάζεται για να είναι κανείς πραγματικός χριστιανός είναι να γίνει ελεύθερος άνθρωπος. "Όστις θέλει". Δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς χριστιανός με το ζόρι, επειδή τον απειλούν, επειδή τον πιέζουν, επειδή συναλλάσσονται μαζί του, επειδή του προσφέρουν χρήματα, επειδή τον απειλούν με την τιμωρία της κολάσεως, επειδή του υπόσχονται ότι αν είναι κοντά στον Θεό τότε θα 'ναι και εκείνος καλά, επειδή έχει την ψευδαίσθηση ότι αν κάνει ακολουθίες και προσευχές τότε θα έχει μια ιδιαίτερη εύνοια του Θεού. Όχι. Αυτά δεν είναι αποτελέσματα ελευθερίας, αλλά συναλλαγής και φόβου. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν", σημαίνει ότι ο Χριστός απευθύνεται στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Και ελεύθερη βούληση δεν αποκτούμε με τα λόγια και τις θεωρίες, αλλά όταν πράττουμε, όταν ζούμε πραγματικά εν Χριστώ. Το να αποκτήσει κανείς ελεύθερη βούληση σημαίνει αγώνα, αγώνα φοβερό. Με τι; Μα με την φιλαυτία. Αυτό που σήμερα λέμε εγωκεντρισμό. Την αγάπη όσων έχουμε, όσων κατέχουμε, όσων είμαστε ή μάλλον όσων νομίζουμε ότι είμαστε. Το να είναι χριστιανός κανείς σημαίνει ότι πρέπει να απελευθερώσει τον εαυτό του από τον προκαθορισμό της φύσης. Δύσκολο θα μου πείτε. Ναι, είναι δύσκολο. Όμως πολύ πιο δύσκολη είναι η ζωή που ζούμε. Πνιγμένη μέσα στον φόβο, στον φόβο για το αύριο, στις ενοχές και τις στενοχώριες για το χθες, πνιγμένη στην ανασφάλεια του σήμερα. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν", σημαίνει ότι πρέπει να απελευθερώσω την βούλησή μου, για να ποθήσω την υπέρβαση, την σοφία, την αγιότητα. Τι θα πει να υπερβώ τον προκαθορισμό της φύσης και να γίνω πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος; Ας πούμε μερικά παραδείγματα. Ακούσαμε τα τελευταία χρόνια πολλές φορές να λέγεται από ανθρώπους που έχουν ολιγοπιστία ή που έχουν θεοποιήσει την επιστήμη ότι όλα τα καθορίζει το DΝΑ, ότι όλα προκαθορίζονται, ότι όλα είναι δεδομένα. Βλέπουμε ένα παιδί ας πούμε να είναι νευρικό και λέμε "ε, τι να κάνει, έτσι θα είναι επειδή ήταν η μάνα του". Βλέπουμε έναν άνθρωπο να έχει ιδιαιτερότητες και λέμε "τι να κάνει ο κακομοίρης, αυτό του 'δώσαν από την οικογένειά του". Το πρώτο αυτό. 

Επίσης, είναι πάρα πολλά τα τραύματα που κληρονομούμε από τους κατά τ' άλλα καλούς γονείς μας, μια κι εκείνοι ως παιδαγωγοί μαθητευόμενοι μάγοι είναι, αμαρτωλοί άνθρωποι είναι και παρ' όλες τις καλές προθέσεις κάνουν διαρκώς λάθη. Πολλά τα τραύματα που αποκτούμε, αλλά και συχνά στραβή η διαπαιδαγώγηση. Δεν αναφέρομαι στο αν κάποιος είναι ευγενικός ή έχει καλούς τρόπους, αλλά για έναν τρόπο που οδηγεί τον άνθρωπο στο ψεύδος. Ένα τρόπο διαπαιδαγώγησης που είναι στενά ατομικός. Ένα τρόπο που καθώς μεγαλώνουμε μας κάνει να κοιτάμε μόνο τον εαυτό μας και κανέναν άλλο. Μην το αναλύουμε πολύ. Αν κοιτάξουμε την ελληνική κοινωνία σήμερα, θα δούμε ποιο είναι το αποτέλεσμα της διαπαιδαγώγησης που πήραμε και το οποίο συνήθως το προβάλλουμε ψευδώς πάνω στο κράτος, αγνοώντας ότι είναι η οικογένεια που πάσχει πάνω απ' όλα, και η κοινωνία ακολουθεί. 
Όταν λέμε "προκαθορισμό της φύσης" εννοούμε τα πάθη μας. Εννοούμε όλες αυτές τις ενορμήσεις, τις ορμές που έχουμε μέσα μας, που μας τις έδωσε ο Θεός να τις χρησιμοποιήσουμε ως φορά προς το αγαθό κι εμείς τις έχουμε διαστρέψει, στην οργή, στην κατάκριση, στο μίσος, στην ζηλοφθονία, στην ανάγκη να αποκτήσουμε όλο και περισσότερα, στην ευθιξία μας και σ' όλα αυτά τα οποία μας χωρίζουν από τον Θεό και από τον συνάνθρωπο. Όταν μιλάμε, λοιπόν, για προκαθορισμό της φύσης μιλάμε στην ουσία για το ίδιο το πρόβλημα της πτώσης του ανθρώπου, το οποίο το βλέπουμε στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, να παρουσιάζεται με συνεχείς πολέμους, με εκατομμύρια νεκρούς, με συνεχή αδικία, ως αποτέλεσμα της πεπτωκυίας φύσης μας.

Και να θυμίσουμε κάτι ακόμα, γιατί ξεχνιόμαστε και λησμονούμε τι έχουν πει οι παλιότεροι. Κι όλο ζούμε με ψευδαισθήσεις ότι τάχα θα πετύχουμε τώρα την δημοκρατία, τώρα την ελευθερία και δεν καταλαβαίνουμε ότι είναι η ανθρώπινη φύση που πάσχει, αυτό μας είπε ο Χριστός. Ήταν τον 3ο αιώνα π. Χ., στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, ύστερα από αυτή την φοβερή κατάντια των Ελλήνων, μετά από 27 χρόνια, τόσες σφαγές, τόση καταστροφή, που ο Θουκυδίδης είπε ότι αυτά θα ξανασυμβούν αν δεν αλλάξει η φύση του ανθρώπου. Προφητικά μίλαγε εκείνος που είχε ζήσει τον πόλεμο στο πετσί του.  
 
Ήρθε ο Ιησούς Χριστός να μας το τονίσει αυτό. Αυτό που είχαν ψελλίσει οι φιλόσοφοι. Αυτό που έλεγαν και βροντοφώναζαν οι προφήτες και γι' αυτό τους σκότωναν. Ήρθε ο Χριστός να μας το πει. Αν δεν αλλάξει η φύση του ανθρώπου, τότε δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. Η ιστορία θα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Και κάποια νέα γενιά θα ελπίσει ψευδώς ότι κάτι καινούριο θα πετύχει. Και πάλι όλοι θα ποτίζονται με απελπισία και κάθε τόσο με αίμα, αίμα αδελφικό πολλές φορές.
Επειδή απομακρυνθήκαμε από το Ευαγγέλιο και τον Λόγο Του τα ξεχάσαμε όλα αυτά. Και νομίσαμε ότι με θεωρίες και επαναστάσεις θα αλλάξουμε τον κόσμο. Και τον βυθίσαμε σε ακόμη περισσότερο σκοτάδι. Και τελικά και τον Ίδιο τον αρνηθήκαμε. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν", σημαίνει ότι παίρνω την απόφαση ελεύθερα να γίνω ελεύθερος άνθρωπος. Σε έναν κόσμο που έχουν όλα παρερμηνευτεί και νομίζουμε ότι η ελευθερία είναι να μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Πως ελευθερία είναι να μπορούμε να παραβιάζουμε τον χώρο του άλλου. Ότι ελευθερία είναι να ζουμε εις βάρος του άλλου. Ότι ελευθερία είναι να μπορουμε να είμαστε μόνοι μας, ενώ θα 'πρεπε να είμαστε αδελφοί όλοι. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν". Γι' αυτό η εκκλησία, επειδή θέλει να βοηθήσει τον άνθρωπο να πορευτεί από την πτώση στον ανακαινισμό, βαφτίζει τα μέλη της. Με το βάπτισμα δεν είναι ότι σταματάμε να κάνουμε το κακό. Αλλά είναι ότι, καθώς ο άνθρωπος στο όνομα της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Πνεύματος βαπτίζεται στον Χριστό, τουλάχιστον αυτό που κουβαλάει στην φύση του εξαγιάζεται. Από κει και πέρα είναι το πώς θα ζήσουμε, ώστε να μπορέσουμε την χάρη του Αγίου Πνεύματος να την ζούμε συνεχώς. Αυτό όμως δεν γίνεται ιδεολογικά, αλλά κάνοντας Ζωή  τον λόγο Του και το Παράδειγμά Του. "Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν". Δεν λέει, όποιος πάει στην εκκλησία. "Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν". Δηλαδή ν' ακολουθήσει τα χνάρια μου, τα βήματά μου, να ζήσει τον λόγο μου. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν". Να αρνηθεί τον εαυτό του. Τι θα πει αυτό; Το λέει και λίγο πιο κάτω το χωρίο. Για να κερδίσεις την ζωή σου πρέπει να την χάσεις. Για να κερδίσεις την πραγματική ζωή πρέπει να χάσεις την ζωή σου έτσι όπως τώρα την αντιλαμβάνεσαι. Για να κερδίσεις την όντως ζωή, για να μάθεις δηλαδή να έχεις πνευματικά μάτια κι αυτιά θα πρέπει να πορευτείς μ' έναν τρόπο διαφορετικό από τον πεπερασμένο τρόπο του θρησκευτικού ανθρώπου: Πάω, λέω δυο προσευχές, γυρνάω σπίτι μου και κάνω ό,τι κι όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Αρρωσταίνω, παρακαλώ, γίνομαι καλά, ευχαριστώ και τέλος. 
"Απαρνησάσθω εαυτόν" σημαίνει ένα ανελέητο πόλεμο. Όχι με αυτό που κάνουμε συνήθως οι άνθρωποι, προς τους άλλους. Αλλά με τα πάθη μας, τον εγωκεντρισμό μας, με την φιλαυτία μας, την πηγή όλων των αμαρτιών μας. "Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν". Καταλαβαίνει δηλαδή, πως αν δεν αναγεννηθεί «εξ' ύδατος και πνεύματος» δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. 

"Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρό αυτού". Τι θα πει να σηκώσουμε τον σταυρό; Στα χείλη των περισσότερων από εμάς, αυτή η έκφραση "σηκώνω τον σταυρό μου" έχει συνήθως μια παθητική έννοια. Περνάει κάποιος μια αρρώστια, "ε, τι να κάνει ο κακομοίρης, σηκώνει τον σταυρό του". Κάποιος περνάει μια μεγάλη δοκιμασία, λέμε "σήκωσε σταυρό αυτός". Ναι, κατά τα ανθρώπινα μέτρα σωστό είναι. Αλλά όταν ο Χριστός λέει να σηκώσουμε τον σταυρό μας δεν εννοεί αυτό. Αυτό υπήρχε. Οι άνθρωποι καλοί ήταν και πριν έρθει. Κι εκείνοι σήκωναν τον σταυρό τους. Κι εκείνοι άντεχαν αρρώστιες. Κι εκείνοι άντεχαν δοκιμασίες τεράστιες, για να θυμηθούμε τον Ιώβ κι όλους τους άλλους. 

Το "σηκώνω τον σταυρό μου", είναι δυναμική έννοια. Δεν είναι μια θρησκευτική κατάσταση. Δεν είναι κακομοιριά. Σημαίνει ότι κάνω αυτόν τον αγώνα που προείπαμε. Και καθώς απελευθερώνεται η βούλησή μου και καθώς αντιμετωπίζω τις δυσκολίες του κόσμου τούτου κάνοντας υπομονή και κόβοντας το θέλημά μου, αρχίζω και ανακαλύπτω το θέλημα του Θεού στην ζωή μου. Γιατί τον σταυρό ένας χριστιανός δεν τον κουβαλάει μόνο όταν αρρωσταίνει, όταν περνάει μια δοκιμασία, όταν έχει κρίση η χώρα του. Ένας χριστιανός τον κουβαλάει τον σταυρό κάθε μέρα. Τον σταυρό της πάλης με τον εγωισμό του. Τον σταυρό της πάλης με την κακία του. Τον σταυρό της πάλης με ο,τιδήποτε τον χωρίζει απ' τον συνάνθρωπο και τον Θεό. Κι έτσι όταν έρθει η ώρα της αρρώστιας, την σταυρική πορεία την ξέρει, την ζει ήδη. Και ζούμε σταυρική πορεία γιατί ελπίζουμε στην ανάσταση. 

Δεν σταματάει η ελπίδα μας στον σταυρό. Όπως εἰπαμε, ο Χριστός λίγο πριν έχει πει στον Πέτρο ότι θα πάθει, αλλά σε τρεις μέρες θα αναστηθεί. Και εμας μας καλεί στην ζωή αυτή όπου βασιλεύει η φθορά και ο θάνατος, να Τον ακολουθήσουμε για να αναστηθουμε πνευματικά και να περάσουμε στην αιώνια ζωή. 

Το «ακολουθήτω μοι» σημαίνει να ζήσουμε κατά τον τρόπο που Εκείνος μας υποδεικνύει μέσα απ' το ευαγγέλιό Του. Το να Τον ακολουθήσουμε σημαίνει να μπορέσουμε να κάνουμε ζωή μας το ευαγγέλιο και χώρα μας την εκκλησία. Το ευαγγέλιο δεν είναι ένα βιβλίο που άμα το διαβάσουμε και το μάθουμε καλά σωθήκαμε. Το ευαγγέλιο δεν υπακούει σε μια προτροπή που λέει "ερευνάτε τας γραφάς". Είναι πάρα πολύ καλό να το κάνουμε και πρέπει να το κάνουμε. Αλλά σ' εκείνη την προτροπή του "έρχου και ίδε", που λέει ο Φίλιππος στο Ναθαναήλ. Έλα να δεις. Έλα να ζήσεις. Έλα να ψηλαφήσεις την όντως ζωή. Βεβαίως πρέπει να το μάθουμε και να το 'χουμε στο νου μας (που δεν το ΄χουμε οι περισσότεροι). Αλλά πρέπει να το ζήσουμε, να το κάνουμε ζωή μας, αγάπη μας, βιβλίο μας, ευαγγέλιό μας. Είναι τα καλά νέα της εκκλησίας. Τα καλά νέα που φέρνει ο Χριστός. 

Αυτά τα καλά νέα αδερφοί μου υπάρχουν και σήμερα, δεν σταματούν να υπάρχουν. Εμείς βυθιστήκαμε στην απιστία και την ολιγοπιστία και με το παραμικρό που μας συμβαίνει στην προσωπική μας ζωή ή στην χώρα μας εμείς το βάζουμε κάτω και μοιάζουμε με τρομαγμένα ανθρωπάκια που επαναλαμβάνουν μηχανικά ό,τι λένε οι τηλεοράσεις. Μοιάζουμε καρικατούρες εκείνων των πρώτων χριστιανών. Ας το παραδεχτούμε. Είναι μια αρχή αυτή. Γιατί αν δεν παραδεχόμαστε ούτε αυτό, τότε νομίζω ότι μάταια πάμε και ερχόμαστε. Κοροϊδευόμαστε. 

Η φράση του Κυρίου που υψώνει η εκκλησία σήμερα μαζί με τον σταυρό "όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι" είναι μια φράση γεμάτη αισιοδοξία και ελπίδα. Γιατί; Πρώτ' απ' όλα γιατί υπάρχει ζωντανή μαρτυρία των αγίων. Μας κοιτούν κάθε φορά που μπαίνουμε σ' ένα ναό. Και στα μάτια και τα πρόσωπά τους, έτσι όπως τα αποτυπώνει η ορθόδοξη αγιογραφία, βρίσκεται η ελπίδα της Βασιλείας των Ουρανών. Γι' αυτό τους ζωγραφίζουμε έτσι κι όχι παχουλούς και εύρωστους, νέους και νέες. Αλλά με τέτοιες μορφές που παραπέμπουν στην Βασιλεία των ουρανών. 

Σύμβολο οι εικόνες. Προσκυνούμε όχι την εικόνα αλλά τον άγιο. Του αποδίδουμε τιμή γι' αυτό που ήταν. Αποδίδουμε τιμή στην ζωή του. Και ξέρουμε ότι ο μοναδικός τρόπος ένας άγιος να πρεσβεύει για εμάς είναι να αγαπήσουμε με τον τρόπο που αγάπησε κι εκείνος το ευαγγέλιο. Δεν είναι ούτε ξόανο, ούτε είδωλο, ούτε τίποτα τέτοιο. Είναι ένας άνθρωπος σαν κι εμάς, που όμως ακολούθησε αυτή την εντολή. Με τον ίδιο τρόπο, σύμβολο είναι και το ευαγγέλιο. Δεν είναι ότι άμα πιστέψεις στα λόγια αυτά ή τα μάθεις απέξω θα σωθείς. Είναι ότι τα λόγια αυτά είναι σύμβολο ενός τρόπου ζωής, που έζησε το σώμα της εκκλησίας, της θριαμβεύουσας και της στρατευομένης, όσων σήμερα είναι αγωνιζόμενοι χριστιανοί. 

Η κλήση είναι σαφής. Στην μέση της Μ. Τεσσαρακοστής μας θυμίζει η εκκλησία: Δεν σας βάζουμε να νηστεύετε επειδή άμα το κάνετε αυτό θα τα πάτε καλά με τον Θεό. Ούτε για να έχετε καλή υγεία. Ούτε γιατί θα σας επιβραβεύσει κάποιος. Κανείς δεν θα μας επιβραβεύσει αν νηστεύουμε. 

Εμείς παλεύουμε ενάντια σε δυνάμεις και εξουσίες. Ενάντια στην αμαρτία που κουβαλάμε. Παλεύουμε την κακία μας, αλλά και την απελπισία μας σε ένα κόσμο που είναι βυθισμένος στο σκοτάδι απ' την μια άκρη του μέχρι την άλλη. Παλεύουμε να ορθώσουμε ένα "δόξα τω Θεώ". 

Σ' ένα τόπο, που παρότι είναι βαμμένος με το αίμα τόσων ηρώων, αλλά πάνω απ' όλα με το αίμα τόσων αγίων, εμείς κάνουμε σαν φοβισμένα παιδάκια. Παλεύουμε αυτό το "δόξα τω Θεώ" να γίνει τρόπος ζωής για να το μεταδώσουμε και στους άλλους. Παλεύουμε να θυμηθούμε ότι η εκκλησία μας είναι αποστολική. Και να μην περιοριζόμαστε να μιλάμε μόνο για την πατρίδα μας, που είναι καλό γιατί ο χριστιανός είναι πατριώτης, ποτέ όμως εθνικιστής. Αλλά να θυμηθούμε ότι κληθήκαμε για να διαδώσουμε το ευαγγέλιο, τα καλά νέα, την αγάπη του Χριστού, την ελπίδα στον κόσμο. Σ' έναν κόσμο που έχει περάσει πολύ πιο άσχημες στιγμές απ' αυτές που περνάμε τώρα. Αλλά, βλέπετε, κάθε γενιά τα δικά της κοιτάει και δεν μαθαίνει απ' τον καημό των προηγουμένων. Γι' αυτό λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας ότι η λήθη είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα. Διαρκώς ξεχνάμε το παρελθόν και την ιστορία μας και συμπεριφερόμαστε λες και όλα ξεκίνησαν από χθες. 

Την ημέρα αυτή λοιπόν, την Γ' Κυριακή των Νηστειών, ο σταυρός υψώνεται όχι για να λυπηθούμε, αλλά για να χαρούμε. Να θυμηθούμε. Να επαναπροσδιορίσουμε την πορεία που ξεκινήσαμε τρεις βδομάδες πριν. Κι όσοι δεν ξεκίνησαν μέχρι τώρα να ξεκινήσουν αύριο, να ξεκινήσουν σήμερα, να θυμηθούν το καίριο, την ουσία, να κοιτάξουν τον πνευματικό τους καθρέφτη και να δουν πόσο πολύ έχουμε ξεφύγει από αυτό που κάποτε ονειρευτήκαμε όταν ήμασταν νέοι. Από αυτό που οραματιστήκαμε κάποτε, όταν μπαίναμε στην εκκλησία μ' ένα πόθο διαφορετικό. Πόσο  ξεχάστήκαμε, πόσο  θάψαμε τα ιδανικά μας βυθισμένοι στις μέριμνες του βίου. 

Με την ελπίδα ότι αυτή η Σαρακοστή για πολλούς από εμάς θα είναι αρχή μετανοίας, ας πούμε ότι πλέον μπορούμε να ευχόμαστε καλή Ανάσταση αδερφοί μου. Αμήν!

* Απομαγνητοφώνηση Αναστασία Χ.

                                               

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;




Κατ' αρχάς θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι στα στόματα και τα μυαλά πολλών αδερφών μας, η «ορθοδοξία» σχεδόν έχει διαχωριστεί από τον Χριστιανισμό και αποτελεί ένα μόρφωμα κοινωνικοπολιτικό, που εύκολα μπορεί κάποιος να το βάλει στο όνομα τού κόμματός του ή να το αναγγείλει όταν φτιάχνει ένα κόμμα για να το χρησιμοποιήσει για πολιτικούς σκοπούς, μάλλον εθνικιστικούς παρά χριστιανικούς. Για να μην μιλάμε για τα δικά μας, να θυμίσω εκείνο τον κομμουνιστή ηγέτη Μιλόσεβιτς, που όταν αποφάσισε ότι δεν ήθελε με δημοκρατικό τρόπο να λυθεί το ζήτημα τού τι θα γίνει με την Σερβία, μέσα σε μια βραδιά σχεδόν, δήλωσε Ορθόδοξος και ξεκίνησε ένα πόλεμο (για τον οποίο βέβαια φταίγανε και πολλοί άλλοι). 

Με παρόμοιο τρόπο είδαμε εδώ και πολλές δεκαετίες την λέξη "ορθοδοξία" να μπαίνει στο στόμα πολιτικών που μάλλον δεν είναι χριστιανοί στην πράξη, πολιτικών που δεν πιστεύουν στον Χριστό, αλλά έβγαιναν την ημέρα αυτή από την Μητρόπολη κι όταν τους ζητούσαν να κάνουν μια δήλωση, σαφέστατα η δήλωση δεν ήταν δήλωση Χριστιανού, αλλά πολιτικού. Μιλούσαν για ισολογισμούς, προϋπολογισμούς. Ψέματα έλεγαν αλλά δεν μας ενδιαφέρει αυτό, αλλά σίγουρα δεν μιλούσαν ως χριστιανοί. 

Την λέξη "ορθοδοξία" λοιπόν, επειδή την έχουν καπηλευτεί πάρα πολλοί, θα πρέπει να την ξεκαθαρίσουμε. Και να ξεκαθαρίσουμε ότι Ορθόδοξος είναι ο χριστιανός ο οποίος μετέχει των μυστηρίων, ο οποίος ζει όσο μπορεί (κατά τη δυνατότητά του εννοείται) με τα νάματα του Ευαγγελίου και των Πατέρων της Εκκλησίας και λέγεται ορθόδοξος γιατί έχει ορθή δόξα, δηλαδή δεν έχει ξεφύγει σε αίρεση. Εάν κάποιος είναι βαπτισμένος ορθόδοξος αλλά στην ουσία με την πράξη του και την ζωή του είναι αιρετικός όπως αυτοί που προαναφέραμε, τότε δεν είναι ορθόδοξος.

Κατ' αρχάς η εκκλησία δεν έχει σχέση με κόμματα. Η ορθοδοξία είναι υπεράνω κομμάτων. Η ορθοδοξία δεν έχει αρχηγούς παρά μόνο τον Κύριο. Ούτε ο Αρχιεπίσκοπος, ούτε ο Πατριάρχης είναι αρχηγοί της Ορθοδοξίας, γιατί όλοι υπακούμε στον Χριστό και στο Ευαγγέλιό Του. Συνεπώς, υπήρξαν Πατριάρχες και επίσκοποι που καταδικάστηκαν ως αιρετικοί, που έκαναν λάθη και το ομολόγησαν, που ήταν αιρετικοί και έγιναν ορθόδοξοι, που έπεσαν και σηκώθηκαν, αλλά ο Ιησούς Χριστός και το κήρυγμά Του παραμένει στους αιώνες για να το ακούμε και να ξυπνάμε σε καιρούς δύσκολους όπως ο τωρινός.

Πολλοί αδερφοί μας και κάποιοι κληρικοί που εμφανίζονται στην τηλεόραση, ζητούν η Εκκλησία να έχει τον ρόλο της Εθναρχίας, κάτι το οποίο εξαγριώνει άλλους συμπολίτες και συμπατριώτες μας. Μπορεί η Εκκλησία να είχε ηγετικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και να αποτέλεσε πραγματικά ένα στήριγμα του έθνους, όμως έχουμε ξεχάσει κάτι όταν το ζητάμε αυτό σήμερα. Ότι η σημαντικότερη πολιτική πράξη την οποία μπορεί να κάνει ένας χριστιανός είναι αυτή που του ζητήθηκε από τον Ιησού Χριστό και την οποία δεν κάνουμε: "Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη". 

Ο Χριστός δεν περιέγραψε ένα χριστιανό του καναπέ, που κάθεται και κρίνει μπροστά στην τηλεόραση. Αλλά έναν άνθρωπο που μετανοεί συνεχώς, που δεν αυτοδικαιώνεται, αλλά βγαίνει έξω στον κόσμο να του μιλήσει για αξίες ξεχασμένες. Ο χριστιανός, λοιπόν, είναι πολιτικό πρόσωπο χωρίς να ανακατεύεται με τα πολιτικά, ούτε τα κομματικά (μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει), αλλά εφόσον πάνω απ' όλα έχει στην καρδιά, στο νου και στην ψυχή τον Ιησού Χριστό δεν μπερδεύεται με του κόσμου τούτου τα ψέματα. Έχει ένα και μοναδικό σκοπό και αυτό αποτελεί πολιτική πράξη. Να αγαπήσει, να ειρηνεύσει και μέσα από την παρουσία του και την στάση του να το διδάξει και σε άλλους ανθρώπους (αυτό το ξεχάσαμε). 

Η Εκκλησία επίσης δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Ζητείται ασταμάτητα από τις εφημερίδες και από πολλούς εχθρούς της εκκλησίας, η εκκλησία να δώσει, να κάνει, να πουλήσει, να τα δώσει όλα. Η εκκλησία δεν ξεκίνησε ως φιλανθρωπικό ίδρυμα και δεν υπήρξε ποτέ φιλανθρωπικό ίδρυμα. Η Εκκλησία είναι το σώμα εκείνων οι οποίοι ακολουθούν τον Ιησού Χριστό. Αποτέλεσμα της δράσης τους (όταν έχουνε δράση και δεν κάθονται στον καναπέ) είναι και η φιλανθρωπία. Έτσι, λοιπόν, σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ιστορίας, από την εποχή που διαβάζουμε τις πράξεις των αποστόλων, σκοπός των χριστιανών δεν είναι να βοηθήσουν τις χήρες και τα ορφανά, αλλά να διαδώσουν το ευαγγέλιο του  Ιησού και το διαδίδουνε σ' όλο τον κόσμο γιατί έχουν θέρμη και ζήλο, αλλά αποτέλεσμα της αγάπης τους είναι να ασχοληθούν με τις χήρες και τα ορφανά και όχι μόνο. Τον 2ο αιώνα στην Αλεξάνδρεια, όταν δημιουργείται μια μεγάλη κατάσταση πανικού εξαιτίας λιμού που ενσκήπτει, οι χριστιανοί για πρώτη φορά μετά από 2 αιώνες βοηθούν και ανθρώπους εκτός της χριστιανικής κοινότητας, ειδωλολάτρες και πολλοί απ' αυτούς πεθαίνουν κολλώντας την αρρώστια. Η φιλανθρωπία είναι αποτέλεσμα του πρώτου και σημαντικού σκοπού, του «ενός εστί χρεία».

Η Εκκλησία επίσης δεν είναι ένα ρατσιστικό κίνημα, όπως κάποιοι θέλουν να την παρουσιάσουν. Είναι παράλογο για όσους χριστιανούς ή ιερείς φέρονται έτσι, όταν ο Χριστός κήρυξε στη Σαμαρείτιδα, στη Χαναναία, στις πόρνες, στους τελώνες, όταν ο Απόστολος Παύλος κήρυξε στους ειδωλολάτρες, να έχουμε καταντήσει κάποιοι από εμάς να κάνουμε ρατσιστικά κήρυγματα. Άλλο να μην μου αρέσει αυτό που συμβαίνει στην χώρα μου κι άλλο να μην είμαι χριστιανός πραγματικός.  

Επίσης οι χριστιανοί δεν είναι και δεν επιτρέπεται να είναι μισαλλόδοξοι. Γιατί όπως είπαμε, ο μοναδικός ηγέτης της πίστης μας σταυρώθηκε γι' αυτούς που τον μισούσαν. Επίσης, μετά τον Χριστό ακολούθησε νέφος μαρτύρων, που τους σκότωσαν χωρίς να αντισταθούν και χωρίς να αντιδράσουν με βία και μισαλλοδοξία. Απόδειξη αυτού είναι ότι σ' όλες τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, του Πέτρου, του Ιακώβου, του Ιούδα, του Ιωάννη δεν βρίσκουμε λόγο μίσους για τους άλλους. Λένε την αλήθεια, ότι ο κόσμος προτίμησε το σκοτάδι παρά το φως, αλλά δεν μισούν, δεν κατηγορούν, δεν βρίζουν, δεν οργίζονται, δεν θυμώνουν. Αγαπάνε. Κι επειδή αγαπάνε ο λόγος του Κυρίου διαδίδεται σ' όλο τον κόσμο. 

Επίσης, η ορθοδοξία δηλαδή ο χριστιανισμός στην ορθή του δόξα δεν είναι απόκοσμος. Δεν είναι άλλη μία θρησκευτική αίρεση που ήρθε να μας μιλήσει για τα «πνευματικά» μας. Σ' όλη την παράδοση της Εκκλησίας γίνεται σαφές ότι ο Χριστός ήρθε να σώσει τον κόσμο κι όχι να μιλήσει για θρησκευτικά καθήκοντα. Το έκαναν και οι Φαρισαίοι αυτό, δεν θα χρειαζόταν να έρθει. Συνεπώς, εφόσον ο Κύριος θέλει να σώσει τον όλο άνθρωπο είναι επόμενο, η πνευματική ζωή να μην είναι κάτι που κάνουμε το βράδυ στο σπίτι μας ή μια ώρα την Κυριακή, αλλά πνευματική να γίνεται η ζωή μας όταν στραφούμε στον Ιησού Χριστό. 

Η ορθοδοξία επίσης δεν είναι ένας συντηρητικός οργανισμός, όπου κάποιοι άνθρωποι που φοβούνται το μέλλον μαζεύονται για να πουν "πως χάλασε ο κόσμος". Και ξέρετε γιατί; Γιατί το ίδιο το ευαγγέλιο λέει ότι ο κόσμος είναι χαλασμένος και άρχων του κόσμου τούτου είναι ο σατανάς και ότι ο κόσμος πορεύεται προς τα έσχατα. Άρα, ένας χριστιανός που μιλάει με αυτό τον τρόπο που είπα πριν δεν έχει καταλάβει τι θα πει χριστιανική πίστη. Κουράστηκα από μικρό παιδί να ακούω χριστιανούς, που θα 'πρεπε να είναι το άλας της γης, να λένε "χάλασε ο κόσμος". Μας τα είπε ο Ιησούς Χριστός αυτά εδώ και 2.000 χρόνια. Τώρα το θυμηθήκαμε; 

Εμείς έχουμε αποστολή να πούμε κάτι άλλο: Έρχεται η Βασιλεία των ουρανών. Χαρείτε, ζήστε αυτή την ζωή, χωρίς να περιμένετε χιλιαστικές ερμηνείες του κόσμου τούτου και μεσσιανικά οράματα για παραδείσους επίγειους που οδήγησαν σε αιματοχυσίες και μίσος άσβεστο.  

Ο χριστιανός επειδή ζει με τα έσχατα, δεν ασχολείται με την μελλοντολογία. Η καρικατούρα του χριστιανού που σκυμμένος πάνω από βιβλία ψάχνει να βρει πότε θα τον σφραγίσουν και πότε θα 'ρθει το τέλος του κόσμου δεν έχει καμία σχέση με τους αποστόλους και αυτό που μας παρέδωσαν και στο ευαγγέλιο όπυ βλέπουμε ότι οι απόστολοι περιμένουν την Βασιλεία των ουρανών, αλλά δεν ψάχνουν ούτε σημάδια ούτε τίποτα. Τους έχει πει ο Κύριος να μην περιμένουν. Και τι κάνουν; Ζουν, διαδίδουν το ευαγγέλιο, ευχαριστούν και βοηθάνε,χαίρονται και αγαπούν. 

Η Εκκλησία επίσης δεν είναι όπως την κατηγορούμε, ίδρυμα δημιουργίας ενοχών. Αντίθετα, όταν η εκκλησία, οι άνθρωποι της εκκλησίας, εμείς, εκπίπτουμε σε τέτοιες αντιλήψεις, έχουμε φύγει εντελώς από το Ευαγγέλιο. Διότι η μετάνοια για την οποία μιλάει ο Κύριος είναι ακριβώς η άφεση των αμαρτιών, η απαλοιφή της ενοχής από τον άνθρωπο. Είναι σαφές από την αποστολική και πατερική παράδοση ότι μετάνοια και ενοχή δεν πάνε μαζί. Και επειδή όλοι ξέρουμε πάρα πολύ καλά τι θα πει ενοχή και πως κατατρώει την ψυχή του ανθρώπου, έρχεται ακριβώς αυτή η συγχώρεση που γίνεται μέσα από την μετάνοια και την εξομολόγηση και μέσα από την σχέση με τον Κύριο, να ελαφρώσει την ψυχή του ανθρώπου. Άρα, η εκκλησία δεν δημιουργεί ενοχές, τις παίρνει. Και δεν φταίει η εκκλησία του Χριστού αν κάποιοι από εμάς τους κληρικούς και τους χριστιανούς φορτώνουμε ενοχές τους ανθρώπους. Αιρετικά λειτουργούμε.

Η Εκκλησία επίσης δεν είναι το όπιο του λαού. Σε καμία περίπτωση. Μπορεί στα στόματα κάποιου ιδεολογικού σχήματος να υπήρξε αυτή η κατηγορία και μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να ίσχυε αλλά να πούμε κάτι: Αν σε κάποιον η εκκλησία λειτουργεί ως όπιο, τότε είναι δικό του πρόβλημα. Γιατί ο Κύριος είπε "γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς". Το ευαγγέλιο μιλάει για την αλήθεια, μιλάει για μετάνοια. Μας προτρέπει να έχουμε αυτογνωσία. Αν δεν γνωρίσουμε τον εαυτό μας δεν μπορούμε να μετανοήσουμε. Συνεπώς είναι ασύμβατη η έννοια του «οπίου του λαού» με τον πραγματικό λαό του Θεού! 
Η Εκκλησία επίσης μια και μιλήσαμε για αλήθεια, είναι ο μοναδικός ζων οργανισμός σε τούτη εδώ την χώρα και τον κόσμο που υπηρετεί την ιστορική μνήμη. Αν διαβάσετε τους λόγους των πολιτικών κομμάτων όλων, θα διαπιστώσετε ότι κυριαρχείται ο λόγος τους (δεν μιλάω για τώρα αλλά γενικά) από ένα λόγο εφήμερο. Και βασίζεται πάνω σε οράματα που λησμονούν το παρελθόν. Παράδειγμα, τώρα ξαφνικά θυμήθηκαν οι δημοσιογράφοι και πολλοί πολιτικοί τι έχει γίνει στην Ελλάδα στις προηγούμενες πολιτικές και οικονομικές κρίσεις. Στην εκκλησία κρατάμε ζωντανή την μνήμη κάθε μέρα. Μνήμη δύο χιλιάδων χρόνων τουλάχιστον από την εποχή του Χριστού αλλά και πιο πίσω. Πώς; Κάθε μέρα μνημονεύουμε μάρτυρες. Κάθε μέρα διαβάζουμε το ευαγγέλιο. Κάθε μέρα μετανοούμε. Κάθε μέρα, όσοι από εμάς είμαστε πιο θερμοί εξομολογούμεθα. Κάθε μέρα καταλαβαίνουμε ότι με το να ξεχνάμε το χθες θα επαναλάβουμε αύριο τα ίδια λάθη και γι' αυτό απ' τους πατέρες της εκκλησίας η λήθη θεωρείται το μεγαλύτερο αμάρτημα. Η λησμονιά. Η λήθη είναι το αντίθετο της α-λήθειας. 

Συνεπώς, η εκκλησία, η πραγματική εκκλησία δεν είναι ούτε το όπιο του λαού, ούτε τους ανθρώπους τούς κάνει να ξεχνιούνται, ούτε είναι συντηρητικός οργανισμός. Είναι συντηρητικοί οι άνθρωποι της εκκλησίας με την θετική έννοια. Συντηρούν, είναι το άλας της γης. Δεν είναι συντηρητικοί με την αρνητική έννοια. Δεν πρέπει να είναι, γιατί τότε αντί να είναι πρωτοπορία γίνονται ουραγοί. Και όποιος πάλι μελετάει το ευαγγέλιο και τους πατέρες βλέπει ότι εκείνοι στην εποχή τους ήταν πρωτοπορία. 

Ένα παράδειγμα, που λέμε συχνά. Φανταστείτε, για να φτιάξετε την εικόνα στο μυαλό σας. Σήμερα στη Σομαλία, στο Αφγανιστάν, στο Ιράν, σε πολλές χώρες βασιλεύει η τζιχάντ, το ακραίο Ισλάμ. Συνηθίσαμε τα τελευταία χρόνια να ακούμε για λιθοβολισμούς γυναικών. Σκεφτείτε, λοιπόν, σε μια τέτοια κοινωνία δυο χιλιάδες χρόνια πριν, ο Ιησούς Χριστός σταματάει αυτούς που πάνε να λιθοβολήσουν την γυναίκα εκείνη που είχε μοιχεύσει (κάντε την σύγκριση, παρόμοια ήταν η αντίληψη με το σήμερα σ' αυτές τις χώρες τις ισλαμικές) δεν την καταδικάζει. "Πήγαινε και μην το ξανακάνεις" της λέει. Συνεπώς, ο λόγος του Κυρίου λειτουργεί ως κοινωνική πρωτοπορία στην εποχή Του. Δεν είναι ουραγός. 

Επίσης, στην εκκλησία δεν μπορεί να είμαστε ταλιμπάν, όπως μας κατηγορούν - παρότι ίσως κάποιοι από εμάς να είναι - γιατί απλούστατα ο λόγος της αγάπης δεν μπορεί να συνδυάζεται με θρησκευτική βία και φανατισμό. Κάθε φορά που μισούμε, κάθε φορά που μιλάμε άσχημα αρνούμεθα τον Ιησού Χριστό, ο οποίος είπε ότι η οργή είναι φόνος και ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από το να αγαπήσει κάποιος τον εχθρό του. Και βέβαια δεν μπορεί να αγαπάμε τον εχθρό μας και ταυτόχρονα να τον σκοτώνουμε ή να θέλουμε να τον εξοντώσουμε.  

Με όλα τούτα βγαίνει ένα συμπέρασμα. Γιατί πάρα πολλοί από εμάς έχουνε μια εικόνα για την εκκλησία σαν κι αυτή που ανέφερα; Γιατί πάρα πολλοί από εμάς κατηγορούμε την εκκλησία για όλα αυτά; Κι ακόμα χειρότερα. Γιατί πολλοί από εμάς, κληρικοί και λαϊκοί έχουμε αυτές τις αντιλήψεις; Γιατί αδερφοί μου είμαστε τάχα «ορθόδοξοι», αλλά δεν είμαστε χριστιανοί! Δηλαδή, έχουμε ξεχάσει ότι ο χριστιανός είναι εκείνος που το τι λέει και το πώς στέκεται απέναντι στα πράγματα και το τι σκέφτεται, καθορίζεται από την μετάνοιά του, από την μελέτη των γραφών, από το πόσο αγαπάει και (επειδή κανείς μας δεν είναι τέλειος) από το πόσο διαρκώς συντρίβεται για τα λάθη που κάνει.

Σε όλα αυτά τα ζητήματα που ανέφερα γίνεται σαφές ότι λέμε άλλα γιατί δεν ξέρουμε τι είπε ο Χριστός. Κι έτσι πολλές φορές άνθρωποι που μας ακούνε, λένε "μα τι λέει αυτός;". Αν τους κηρύτταμε αυτό που λέει ο Χριστός και οι απόστολοί Του σε  όλους τους αιώνες, μπορεί να έλεγε κάποιος άθεος "διαφωνώ, δεν γίνονται". Ενώ τώρα αντί να λέει αυτό, λέει "τι βλακείες λέει, τα 'χουμε ακούσει και από άλλους". Και πραγματικά, κάποιοι από εμάς αδερφοί μου, μιλάμε λες και είμαστε μέλη κομμάτων. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω όταν διαβάζω κάποιους εξ ημών που έχουν δημόσιο λόγο αν είναι χριστιανοί και αναρωτιέμαι: "Αν τώρα δεν τον ήξερα θα καταλάβαινα ότι είναι χριστιανός ή μπορεί να μπερδευόμουνα ότι είναι αριστερός, δεξιός ή ο,τιδήποτε άλλο;" 

Δεν ήταν έτσι η εκκλησία. Που το ξέρω; Όποιος μελετήσει τους πατέρες, όποιος μελετήσει πάνω απ' όλα τον λόγο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και των αποστόλων το ξέρει. Φαίνεται. Αλλά έχουμε δημιουργήσει δύο ευαγγέλια. Κι εγώ απαντάω σε οποιονδήποτε θέλει. Εάν θέλεις να είσαι χριστιανός ορθόδοξος έτσι είναι τα πράγματα, έλα να συζητήσουμε. Αν θέλεις να είσαι απλώς «ορθόδοξος» μην χρησιμοποιείς αυτή την λέξη. Υπάρχουν τόσα κόμματα και τώρα θα δημιουργηθούν ακόμη κι άλλα, μπορεί ο καθένας να βρει την ιδεολογική του στέγη. Δεν χρειάζεται να καπηλεύεται για μια ακόμη φορά και να σταυρώνει το όνομα του Χριστού. Το κάνουμε που το κάνουμε με τις αμαρτίες μας, μην το κάνουμε και ιδεολογικά. 

Συνεπώς, όταν μιλάμε για νίκη της ορθοδοξίας, μιλάμε για το γεγονός ότι για μία ακόμη φορά διασώθηκε η ορθή ερμηνεία του ευαγγελίου. Και χρέος μας είναι να κομίσουμε σε τούτο δω τον κόσμο τον κουρασμένο και κακό ένα άλλο ήθος κι ένα άλλο τρόπο ζωής. Η πρόκληση είναι μεγάλη. Δεν μπορεί να γιορτάζουμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας και να μην το συνειδητοποιούμε αυτό. Μπορεί κάποιος να πει "κοιτάξτε, εγώ είμαι αδύναμος, δεν μπορώ τώρα". Δεκτό. Μπορεί να πει κάποιος "εγώ δεν ξέρω ακόμη, θέλω να μάθω". Δεκτό. Αλλά μην την κάνουμε την εκκλησία μας ένα τυπολατρικό κέντρο. 

Το ξέρετε ότι ο μεγάλος πόνος ενός ιερέα είναι ότι θέλουν να τον βλέπουν οι άνθρωποι ως ένα τελετουργό και τον πλησιάζουν με την περιφρόνηση ότι εσύ είσαι ψεύτης, κλέφτης, απατεώνας; Το ξέρετε ότι η εκκλησία του Χριστού έχει πολεμηθεί τόσο πολύ αυτά τα χρόνια (τα διαβάζετε στις εφημερίδες) άδικα; Βεβαίως υπάρχουν πολλοί εξ' ημών, των μοναχών και κληρικών, που ξεφεύγουν και ξεπέφτουν. Είναι αχρείοι και επαγγελματίες. Το ξέρετε όμως ότι είμαστε 10 χιλιάδες ρασοφόροι και δεν μπορεί να είμαστε 10 χιλιάδες απατεώνες; Το 'χετε σκεφτεί ότι ο μεγαλύτερος ρατσισμός που υφίσταται εντός της κοινωνίας της ελληνικής είναι ενάντια στους κληρικούς; Που πάρα πολύ εύκολα τους κατηγορούν όλοι και κανείς δεν τους υπερασπίζεται; Ακόμη και περιθωριακές ομάδες πλέον έχουν τους υπερασπιστές τους, τα βλέπουμε. 

Και η εκκλησία κατηγορείται μονίμως. Κι ότι καλό κάνει ποτέ δεν δημοσιεύεται. Το πιο απλό παράδειγμα. Είναι αυτό το σύνολο των ισολογισμών των φιλοπτώχων ταμείων όλης της Εκκλησίας της Ελλάδος μαζί με τα ιδρύματα, που φτάνει τα 100 εκατομμύρια ευρώ. Κανείς ποτέ δεν το λέει. Κι όταν ένα κόμμα δώσει 3 χιλιάδες πανηγυρίζουν. Όταν τα κόμματα σπαταλούσαν τα χρήματα του δημοσίου, τα δικά μας χρήματα, χωρίς να μας ρωτήσει κανείς, για να γίνουν προεκλογικές εκστρατείες, διαπλοκές κάτω από το τραπέζι κ.λ.π. κανείς δεν μιλούσε. Για την εκκλησία πάντα μιλούσαν. Και τώρα φωνάζουν. Και κάθε φορά που προκύπτει ένα ζήτημα πολιτικό, πάντα ένα ζήτημα εκκλησιαστικό θα φέρουνε για να ταράξουν την κοινή γνώμη. Βεβαίως υπάρχουν πολλοί κληρικοί και λαϊκοί οι οποίοι είναι άθλιοι. Προδίδουν τον Χριστό κάθε μέρα. Αλλά δεν φταίει η εκκλησία γι' αυτό. Ούτε ο Ιησούς Χριστός. 

Αν μας φταίει η εκκλησία ως θεσμός, ας ανακαλύψουμε την εκκλησία ως σώμα Χριστού, την πραγματική εκκλησία. Αν μας φταίνε οι κληρικοί ας ανακαλύψουμε τους σωστούς κληρικούς. Αλλά το κήρυγμα του Κυρίου μένει στους αιώνες. Δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Μπορεί κάποιος να πει ότι δεν γίνονται αυτά. Αλλά αν το διαβάσει με προσοχή θα δει ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να μπορεί να πραγματοποιήσει ο άνθρωπος. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου γένους από το να αλλάξεις τον εαυτό σου και καθώς τον αλλάζεις να αλλάζουν και άλλοι μαζί σου. 

Και εμείς που πηγαίνουμε στις εκκλησίες, ειδικά μια τέτοια μέρα ας αναλογιστούμε: Πόσο ορθόδοξοι είμαστε; Μήπως εξαντλείται η ορθοδοξία μας στο να βρίζουμε τους άλλους, καθολικούς, προτεστάντες και οποιονδήποτε άλλο; Γιατί κάποιοι εξαντλούμεθα σ' αυτό. Μήπως ξεχάσαμε ότι ο Χριστός ήρθε για να σώσει τον κόσμο, να αγαπήσει τον κόσμο κι πως όταν κάποιος έχει ισχυρή ταυτότητα δεν φοβάται τίποτα από κανένα, ούτε να τον αφομοιώσει, ούτε να τον πάρει μαζί του, ούτε τίποτα. Γιατί έχει πίστη στον Χριστό και την καλλιεργεί κάθε μέρα. 

Θα ήθελα να κλείσω λέγοντας ότι το να είναι χριστιανός ορθόδοξος σήμερα κάποιος, αν το ανακαλύψει τι σημαίνει, αν αρχίσει να το ζει κατά τον τρόπο του ευαγγελίου, τότε αυτό του δίνει νόημα ζωής, σ' ένα κόσμο που έχει χάσει κάθε νόημα. Του δίνει αξίες σ' ένα κόσμο που έχει χάσει κάθε αξία. Του δίνει πίστη στη ζωή σ' ένα κόσμο που την έχει ξεχάσει αυτή την πίστη. Και θέλω να παρακαλέσω όλους, σε τούτη την Μ. Τεσσαρακοστή να βάλουμε μια προσευχή μέσα στην καρδιά μας: αντί για μίσος και βρισιές, να βάλουμε μια προσευχή που να λέει "Κύριε, σώσον τον λαόν σου".

Ζούμε μια πραγματικότητα. Έχουμε τις απόψεις μας, ξεχάσαμε όμως την προσευχή. Ο χριστιανός, όποιος και να 'ναι ο άρχοντάς του, εύχεται υπέρ πάσης αρχής και εξουσίας. Το λέμε σε κάθε Λειτουργία. Είναι ο καιρός να οικοδομήσουμε, γιατί άλλοι γκρεμίζουν αδερφοί μου. Και το πιο σημαντικό είναι να μάθουμε πάλι να προσευχόμαστε, να ζητάμε. Ζητούσαμε όλα αυτά τα χρόνια λεφτά, υλικά αντικείμενα και να μας σώσει από αρρώστιες. Κι Εκείνος είπε "ζητείτε πρώτον την Βασιλεία του Θεού". Ας μάθουμε τώρα όταν  προσευχόμαστε να ζητάμε να μας φωτίσει το σκότος και να μας κάνει αποστόλους του. Για την πατρίδα μας και για τον κόσμο όλο.

Μα­κά­ρι ὁ Θε­ός νά μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει νά ἔ­χου­με προσευχή και ἀ­γά­πη, καί μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο νά συ­νε­χί­σου­με τόν ἀ­γῶ­να μας κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς γιά νά πε­τύ­χου­με τήν μα­κά­ρια ἐ­κεί­νη κλη­ρο­νο­μιά, τήν ὁ­ποί­α εἴθε ὅ­λοι μας νά πε­τύ­χου­με μέ τήν χά­ρη καί τήν φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μᾶς Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στόν ὁ­ποῖ­ον ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί ἡ δύ­να­μη στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
 του π. Χριστοδούλου Μπίθα

                                         
                               

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ




Γέροντας Πορφύριος:

            - Μία φορά είχε έλθει μία κυρία εδώ και μου έλεγε ότι πάσχει από κατάθλιψη, και μου ζητούσε να τη συμβουλέψω τι πρέπει να κάνει, για να γλιτώσει απ’ αυτό το πράγμα. Τώρα η αιτία που ήλθα εδώ, έλεγε, είναι ότι με μάλωσε ο άνδρας μου, γιατί είχα κάνει κάποιο λάθος, και εκεί αγανάκτησε και μου φέρθηκε πολύ άσχημα και μ’ έπιασε πολύ δυνατή κατάθλιψη. Δεν έφαγα το βράδυ, όλη τη νύχτα ήμουνα μελαγχολική, ζούσα σ’ ένα πέλαγος, μέσα σε μια μαυρίλα σε μία απελπισία, τέτοιοι λογισμοί ότι, τι τη θέλω τη ζωή; Τι τη θέλω ή καλύτερα είναι να μη ζω, όλο τέτοιες ιδέες που μου δυνάμωναν την κατάθλιψη μέχρι αυτοκτονίας. Κοιμήθηκα, αλλά και το πρωί όμως ήμουνα βαριά, ο σύζυγός μου προσπάθησε να μου μιλήσει, αλλά εγώ δε μιλούσα. Λοιπόν, σηκώθηκε, έφτιαξε μόνος του τον καφέ, είπε να μου φέρει καφέ, εγώ δεν ήθελα κι έφυγε.

            Αυτή τυλιγμένη στο πάπλωμα, σου λέω, όπως μου τα έλεγε, νηστική, ζούσε, ας πούμε, την κατάθλιψη. Είναι ένα αίσθημα δυσάρεστο, το οποίο σε καταλαμβάνει, και σε καθηλώνει. Ούτε να σκεφθείς, ούτε... Σκέφτεσαι αυτό. Νομίζεις ότι εσύ σκέφτεσαι σοβαρά πράγματα. Ενώ εσύ είσαι αιχμάλωτος μιας ιδέας. Πάντοτε όταν έχω καιρό κάτι λέω, αλλά άμα είμαι κουρασμένος δεν μπορώ να μιλήσω.

            Λοιπόν. Της λέω, ξέρω εγώ ένα πολύ μεγάλο φάρμακο, αλλά, πρέπει να μου δώσεις προσοχή για να σου το πω. Της έκανα την ερώτηση, αν μετά από αυτή την κατάθλιψη συνέβηκε κάποιο ευχάριστο γεγονός. Και μου είπε, ότι ναι, ενώ ήμουνα ξάπλα, κατά τις δέκα και μισή, ακούω το κουδούνι του σπιτιού, να χτυπάει επίμονα, βρου, βρου, βρου. Εγώ έτσι ήμουνα τυλιγμένη, όπως από το βράδυ, και, είδα που επέμενε και σηκώθηκα, έριξα από πάνω το παλτό μου και πήγα και άνοιξα και μπαίνει μέσα μία παλαιά μου φίλη που σπουδάζαμε στο Αρσάκειο, και με χαρά με αγκαλιάζει, με φιλεί, μου λέει, να σου πω ένα ευχάριστο γεγονός, σκιρτούσε από τη χαρά. Ήρθε <η τάδε> από το Κάιρο και είναι στο Ξενοδοχείο Πάγγειο στην Ομόνοια.
             Φιληθήκαμε εκεί πέρα, μου ‘λεγε, έτσι τούτο, έτσι εκείνο... Μάλιστα θυμούμαι και λεπτομέρειες, σπουδάσαμε μαζί, και αυτή πήγε καθηγήτρια σε μια σχολή του Καΐρου, ελληνική. Λοιπόν, και ετοιμάστηκα, λέει, με χαρά, μου ‘λεγε όλο χαρούμενα πράγματα και επήγαμε, πήραμε ταξί και πήγαμε στην Ομόνοια, πήγαμε στο Πάγγειο, άλλες χαρές εκεί πέρα, μετά κουβεντιάσαμε εκεί, μετά βγήκαμε έξω για να ψωνίσει διάφορα πράγματα και να κάνει ορισμένες εργασίες που έπρεπε να κάνει. Λέω πως πέρασες; Μου φύγανε όλα, λέει. Όλα μου φύγανε. Λέω, αλήθεια; Από τη στιγμή που μπήκε η φίλη μου μέσα, έφυγαν όλα. Κι εσύ από πότε τα είχες αυτά; Τα είχα από την περασμένη ημέρα το μεσημέρι. Αιχμάλωτη, λέει, αιχμάλωτη. Στενοχωρήθηκα και ο άνδρας μου εψυχράνθηκε και έφυγε ψυχραμένος και εγώ υπόφερνα εκεί πέρα.

            Της λέω, πως το βλέπεις αυτό;

            Δεν του έχω δώσει σημασία, μου λέει. Τώρα που εσύ θέλεις να μου πεις πάνω σ’ αυτό το θέμα, βλέπω ότι έχει μεγάλη σημασία αυτό. Της λέω ξέρεις μουσικά; Ήξερα πιάνο, λέει, αλλά τα’ χω εγκαταλείψει όλα ένεκα της καταθλίψεως, ζω όλο με τα φάρμακα. Δεν θέλω, λέει, ούτε το σπίτι κοιτάζω καλά, ούτε μουσικά που ήξερα. Τα παράτησα, τα’ χω ξεχάσει, μου λέει. Λοιπόν, της είπα πολλά πράματα για τα μουσικά και περισσότερο της είπα, απ’ όλα είναι η αγάπη προς το Θεό, είναι το μεγαλύτερο πράγμα, που αιχμαλωτίζει την ψυχή διότι δεν είναι απλώς μία ενέργεια της ψυχής προς το Θεό, αλλά είναι το σπουδαίο ότι είναι η χάρις του Θεού που γεμίζει έπειτα την ψυχή και την κάνει άλλο. Δηλαδή αυτό το οποίο την είχε καταλάβει ήτανε μία ψυχική δύναμις και αντί να γίνει κάτι καλό, ο διάβολος τη δύναμη αυτή την ψυχική, την έκανε κατάθλιψη και βασάνιζε τον άνθρωπο. Λοιπόν, της είπα, σιγά-σιγά ν’ αρχίσει να παίζει πιάνο. Και περισσότερο από όλα της είπα να ασχοληθεί με την προσευχή και να δώσει σημασία στην έννοια ότι πρέπει να γνωρίσει και να αγαπήσει το Χριστό. Της είπα παραδείγματα, πως βλέπουμε πολλές φορές, μια μητέρα να λαχταράει το παιδάκι της, που το ‘χει στην αγκαλιά, να το φιλεί με μια λαχτάρα, είναι κάτι παραδείγματα που μας κάνουνε έτσι... Κάπως, έτσι κι εμείς ν’ αγαπήσαμε το Χριστό, με μία λαχτάρα. Κύριον αίτιον εις την κατάθλιψη και σε όλα αυτά που τα λένε πειρασμικά, σατανικά, όπως είναι η νωθρότης, η ακηδία, η τεμπελιά, που μαζί μ’ αυτά είναι τόσα άλλα ψυχολογικά, δηλαδή πειρασμικά πράγματα, είναι ότι έχεις μεγάλον εγωισμό μέσα σου.

            Και της είπα, πως θα κατορθώσει, μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, να τη μεταβάλει σε χαρά. Μέσα στη θρησκεία μας είναι αυτό το πράγμα πάρα πολύ, και οι Άγιοι μας το είχανε πάρα πολύ. Δηλαδή είχαν εύρει τρόπο να μεταβάλλουν την κατάθλιψη σε χαρά. Και αυτός ο τρόπος ήτανε έτσι, ξέρανε πως θα δοθούνε στο Θεό. Με την αγάπη προς το Θεό, με τη προσευχή και γι’ αυτό εφώναζαν με καύχημα οι Απόστολοι και έλεγον, «χαίρω εν τοις παθήμασί μου». Τόσο δυνατό που ήτανε το αίσθημα της καταθλίψεως για να τους συντρίψει, αυτό το αίσθημα το πολύ δυνατό που ήτανε, ας πούμε, μία ψυχικά δύναμη δική τους, το παίρνανε αυτοί, το δίνανε στο Θεό, το κάνανε προσευχή, το κάνανε χαρά και αγαλλίαση εν Κυρίω. Ένας μασώνος, ας πούμε, έβλεπα που ήτανε εδώ γείτονας, και μου είπε, αυτό το πράγμα είναι μία τρέλα, λέει, τι είναι, λέει, αυτοί οι άνθρωποι... οι Απόστολοι. Του το λέω, για τρέλα, λέω, και του το εξήγησα και ευχαριστήθηκε. Μακάρι, λέει, να μπορούσα κι εγώ να κάνω τη μεταποίηση αυτή, αλλά κατέχομαι πολύ, μου λέει, από κατάθλιψη. Κι έχω ξοδέψει πολλά κι έχω γυρίσει στην Ευρώπη και οι τσέπες μου είναι γεμάτες φάρμακα.

            Λοιπόν αυτό είναι το μυστικό. Έχω πολλά να σας πω πάνω σ’ αυτά που έχω ιδεί στη ζωή μου, από ανθρώπους, που κατείχοντο από τέτοια συναισθήματα, δηλαδή σατανικά συναισθήματα, δηλαδή ο διάβολος, ο κακός εαυτός μας, κατορθώνει και παίρνει από τη μπαταρία της ψυχής μας, που έχει τη δύναμη για να κάνομε το καλό, την προσευχή, την αγάπη, τη χαρά, την ειρήνη, την ένωσή μας με το Θεό, αυτός κατορθώνει και μας παίρνει αυτή την ενέργεια και την κάνει θλίψη, κατάθλιψη, και ξέρω πως τα λένε οι λεγόμενοι ψυχίατροι. Εμείς δεν τα λέμε έτσι, τα λέμε σατανική ενέργεια. Λέμε ακηδία, λέμε λογισμοί, και λέμε ο διάβολος της ακηδίας, ο διάβολος της πορνείας, ο διάβολος, ο διάβολος, ο διάβολος. Διάφοροι διάβολοι, για κάθε σατανική ενέργεια που μας δημιουργούν.

            Να σας πω. Είχα εδώ ένα παιδί, στο σπίτι του τάκανε άνω-κάτω, παίδευε τους γονείς του και υπόφερνε πάρα πολύ. Και είπαν οι γονείς του να το φέρουν εδώ. Το φέραν εδώ, ασχολήθηκε με τον κήπο, πάνου, κάτου, χαιρότανε να τρέχει ‘πό ‘δώ ‘πό ‘κει και συνήλθε, ούτε στενοχώρια, ούτε τίποτα. Πήρε βιβλία, διάβαζε για κηπουρικά, για τα φυτά, πήρε και βιβλία εκκλησιαστικά, εδιάβαζε και εκείνα και ήτανε πολύ ευχαριστημένος. Μια μέρα λοιπόν, μου λέει, μου μπήκε πολύ ο πειρασμός, μου λέει, Γέροντα, δε μπορώ να καθίσω πια εδώ πέρα, πολύ γνωρίστηκα μαζί σας και πήρα θάρρος και τώρα πολλοί λογισμοί με διαταράσσουν, θέλω να φύγω, δεν μπορώ. Του λέω, τώρα τέτοια ώρα; Λέει θα φύγω, μου λέει. Του λέω, καλά. Δε μπορώ μου λέει, μην επεμβαίνεις, δεν μπορώ, θα φύγω. Του λέω, καλά. Εγώ, λέω, θα ξεκουραστώ. Μπορείς όμως να μου διαβάσεις λίγο; Ν’ ακούσω ψαλτήρι, ν’ αποκοιμηθώ έτσι με την αφοσίωση με το ... Έχω ένα, μία συνήθεια όταν αφοσιώνομαι κάπου, αιχμαλωτίζομαι και το ζω, και το ευχαριστιέμαι.

            Όταν όμως ακουμπήσω στο στασίδι λίγο πίσω μου, ωώπ με την αφοσίωση που έχω εις το να ακούω, αποκοιμιέμαι. Όπως ένας σωφέρ, όταν είναι ίσιος ο δρόμος, κοιτάζει το δρόμο έτσι, και όταν ακουμπάει πίσω αποκοιμιέται και πάει το αυτοκίνητο έξω. Κι έχω βρει αυτά τα μυστικά και θέλω όταν ακούω να είμαι έτσι, σε προσοχή και όταν τα ακούω να τα απολαμβάνω. Λοιπόν, έτσι και το ψαλτήρι, όταν είμαι ξάπλα και δίνω προσοχή στα ωραία λόγια αποκοιμιέμαι αμέσως.

            Λοιπόν, του έδωσα να μου διαβάσει. Μου λέει, που να διαβάσω; Άνοιξε λέω κι ‘που βρεις, μόνο να μου τα διαβάζεις καθαρά, λέω, γιατί στεναχωριέμαι, άμα δεν μου τα λες καθαρά. Λοιπόν, άνοιξε το ψαλτήρι και άρχισε: «Κύριος φωτισμός μου και Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου, από τίνος δειλιάσω;» Και το λέει συνέχεια εκεί πέρα, μέχρι εκεί, που, σ’ ένα σημείο, εκεί, ω! Μου λέει. Γέροντα κοιμήθηκες; Δε φεύγω. Του λέω, τι έπαθες βρε; Πω, πω, λέει, μ’ αυτά που εδιάβασα, λέει, δεν ξέρω, αισθάνθηκα μια χαρά, που είναι τόσο ωραία και δεν θέλω να φύγω, λέει, τώρα. Πω, άρχισε να μου λέει, αυτοί οι παλιονευρολόγοι, οι παλιοψυχίατροι, πρέπει να πάω να τους πω ότι, πόσο λάθος κάνουνε, που δίνουνε ναρκωτικά στους ανθρώπους! Να! ορίστε, ορίστε, τι πήρα εγώ τώρα; Προσευχήθηκα, άκουσα το ψαλτήρι, όπως μου το είπες, και να, ο διάβολος έφυγε, μου λέει. Του λέω, τι θα γίνει; Δε φεύγω, μου λέει, τώρα, θέλω να καθίσω εδώ κοντά σου. Ε! λέω, διάβαζε και, όποτε κουραστείς, σταμάτα, ξεύρω κι εγώ! εγώ θ’ αποκοιμηθώ. Κάθισε λοιπόν· μετά, όταν ξύπνησα, δε φεύγω, μου λέει, τώρα.

            Λοιπόν και εκείνη εκεί η κυρία, η πρώτη, που σας είπα, άρχισε να ξαναγυρίζει πάλι να μάθει μουσικά, επήγαινε και εξομολογιότανε σ’ ένανε παπά, αυτός ο παπάς ήτανε πολύ καλός και αγιώτατος. Έτρεχε όλην την ημέρα, να πάει να εξομολογήσει, να κάνει... Λοιπόν επήγαινε. Μετά πήγε και τον άντρα της, εξομολογήθηκε κι εκείνος και πήρε μεταβολή σε όλα και ερχότανε. Λοιπόν, αυτό είναι το μυστικό. Πως θα μπορέσει κανείς να γυρίσει; Εκεί που τον έχει καταλάβει κάτι κακό, να σκεφτεί κάτι άλλο. Είναι λίγο δύσκολο, αλλά όταν προετοιμαστεί... Προετοιμασία είναι η ταπείνωση, ε! αυτό είναι. Τέτοιοι άνθρωποι καταθλιπτικοί, νευρικοί, στενόχωροι δεν δέχονται, δεν δέχονται να τους θίξεις, να τους πεις, αυτό θα το κάνεις έτσι. Μα δεν μπορώ, το λέει η επιστήμη. Βρε, του λέω, κάντο καημένε και ας το λέει η επιστήμη. Πες: Εγώ θα κάνω υπακοή στο Γέροντα.

            Δεν μπορώ να το κάνω. Κατάλαβες;

            Αυτό είναι κάτι, ας πούμε, διαβολικό και κάτι που ο άνθρωπος, δεν ξεύρω, το έχει σαν ο άγριος μέσα στην έρημο. Θέλω να πω, δεν είναι εύκολο πράγμα όμως, λέμε να το γυρίσεις έτσι. Εκεί είναι η τέχνη, που δεν είναι να το γυρίσεις, είναι να έχεις και την δύναμη ν’ αποσπάσεις την χάρη του Θεού. Να σε κάνει να ενωθείς μαζί του. Και όταν ενωθείς με το Θεό και όταν δοθείς στο Θεό, δεν πρόκειται να κοιτάζεις, ούτε να θυμηθείς ότι ήρθε και σε τραβούσε από πίσω το αντίθετο πνεύμα, ε, πάει έφυγε εκείνο, καταλάβατε; Αυτό εδώ μπορείτε να το καταλάβετε; Δηλαδή το διώχνεις χωρίς να το καταλάβεις.

            Από εκεί και πέρα τόσο αφοσιώνεσαι στο άλλο και το ζεις, ώστε δεν κοιτάζεις να δεις τι κάνει, είναι πίσω σου; Θα σε τραβήξει; Ιδίως κυρίως όλα αυτά τα συναισθήματα, τα σατανικά που τα λέμε τεμπελιά, νωθρότης, ακηδία, απελπισία, απογοήτευση, πως τα λένε, βρε, παιδί μου;
            Τα λένε, ανασφάλεια, τα λένε πολλές ονομασίες και έχουνε βάλει αυτοί οι λεγόμενοι ψυχίατροι και τα έχουνε βγάλει έτσι για να μην λένε τον διάβολο, την λέξη του διαβόλου και πραγματικά η θρησκεία μας, το διάβολο έχει κάνει δόγμα. Άμα βγάλεις τον διάβολο, πάνε όλα της θρησκείας μας.

            Κατάλαβες;

            Λοιπόν, αυτή είναι η μεγάλη τέχνη, πως, ας πούμε, θα δοθείς στην αγάπη του Θεού. Περισσότερο απ’ όλα. Βέβαια μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα, αλλά ανθρώπινα. Α! το πιο μεγάλο είναι να δοθείς εις την αγάπη του Θεού. Στη λατρεία του Θεού, στην προσευχή, αλλά ό,τι και αν κάνεις, εάν δεν κατορθώσεις ν’ αποκτήσεις ταπείνωση, τίποτα δεν κάνεις. Μόνο με τα ναρκωτικά θα προσπαθείς και να κοιμηθείς και να ηρεμήσεις και όλα. Τίποτα δεν γίνεται, μην βάνετε στο μυαλό σας ότι θα κάνετε κάτι με καλούς γιατρούς ή με καλά φάρμακα. Μπορεί προς στιγμήν, αν σου πούνε, είναι καλό, να εντυπωσιάσεις, να σου δώσει ένα φάρμακο κάτι να γίνει. Αλλά σε βουτάει πάλι ο πειρασμός.

            Το μεγάλο μυστικό είναι η ταπείνωση.

            Και πολύ το βλέπουνε, το βλέπουνε αυτοί οι καταθλιπτικοί και όλοι αυτοί, που έχουνε αντιδραστικά μέσα τους και βασανίζονται. Το βλέπουνε ότι, όταν το πεις κάτι για να κόψει το θέλημά του, εκεί πέρα σε βουτάει, αντιδρά, κατάλαβες; Είχε έρθει, ο... τόνε κάλεσα, γιατί είπε ότι δεν πηγαίνει στην εκκλησία, διότι στην εκκλησία παθαίνει κακό, όταν αισθάνεται κλεισμένο χώρο και δεν μπορεί. Του λέω, τώρα τι είναι αυτά, βρε;! Εγώ θέλω να πας στην εκκλησία, να σηκωθείς πρωί για να έρθεις να φυτέψουμε τα δέντρα. Κι εσύ μου λες αυτό;

            Α μπα, λέει, δεν μπορώ. Του λέω, άκου να σου πω, να ξέρεις ότι σ’ έχω αφήσει ελεύθερο, δεν σου μιλάω, αλλά αισθάνομαι και τύψεις, διότι εσύ, αντί να συμμορφωθείς πιο πολύ εγωιστής γίνεσαι, γιατί όπου θέλεις πηγαίνεις, όπου σου καπνίσει, και κάνεις ό,τι θέλεις και έτσι ισχυροποιήθηκε το θέλημά σου και ζεις, μέσα στο κακό πνεύμα και βασανίζεσαι. Εγώ, λέω, θ’ αρχίσω να εφαρμόζω κανόνες. Δεν έχεις διαβάσει περί υπακοής; Λέει, έχω διαβάσει. Που διάβασες; Στην Κλίμακα. Ε, δεν θυμάσαι τι λέει; Ε, λέει, θυμάμαι. Αλλά τώρα, έτσι που μου τα λες μ’ εκβιάζεις και δεν μπορώ εγώ. Εγώ, λέω, σ’ εκβιάζω; Γιατί μου είπες ότι θα μου δίνεις τρία παξιμάδια την ημέρα να τρώγω και θα με διώξεις απ’ εδώ. Δεν είναι εκβιασμός; Όχι, είναι κανόνας αυτός, γέροντας είμαι, μπορώ να σου πω αυτό. Τι θέλεις εσύ, να σε πηγαίνουμε όπα όπα; μη μου άπτου, και να λέμε, πρόσεχε μην το στενοχωρήσουμε το παιδί; Να μην το τραυματίσουμε, να μην του πούμε τίποτα, και το πιάσουν τα νεύρα του, η μελαγχολία του; Τ’ αντιδραστικά του;

            Δηλαδή, να κοιτάζουμε εσένανε και να σε φοβούμαστε μήπως σου πούμε καμιά λέξη και στενοχωρηθείς. Αυτό είναι μεγάλος εγωισμός, του λέω. Τι μου κουβεντιάζεις;

            Μ’ εκβιάζεις, μου λέει. Πως σ’ εκβιάζω; Να, που μου λες αυτά. Δεν είμαι πνευματικός σου. Δεν έρχεσαι εδώ, δεν εξομολογείσαι, δεν σου διαβάζω ευχή και πηγαίνεις και μεταλαβαίνεις; Δεν έχω υποχρέωση να σου πω έτσι; Τι θα πει σ’ εκβιάζω; Πρέπει να μάθεις να υπακούεις, να ταπεινώνεσαι.

            Τέλος πάντων, μου λέει, καλά. Να πας αύριο, να ξυπνήσεις, στον Παράκλητο να λειτουργηθείτε και να έρθετε να φυτέψουμε. Και έτσι το έκανε. Και του λέω, κοίταξε εδώ, αύριο στην εργασία θα πας, αλλά ξέρεις, λέω, πως θα δουλεύεις; Θα με θυμάσαι εμένανε και θα λες: Ο γέροντας μου είπε να δουλεύω σαν τρελός. Θα παίρνεις το φτυάρι προυπ, προυπ, να πετάς την πέτρα έξω, όταν δεις ξεύρω και εγώ... Μου λέει, τι δουλεύω σαν τρελός; Σαν τρελός, του λέω.

            Άμα έχει ο άνθρωπος ενθουσιασμό, του λέω, κάνει κάτι που οι άλλοι τον βλέπουνε και γελούνε, ενώ αυτός ζει μια ζωή έτσι ενθουσιαστική. Αυτά είναι πολλά μωρέ, ξεύρεις πόσα ξεύρω πάνω σ’ αυτό το θέμα; Είναι σημαντικό θέμα. Άλλος μπορεί να μην δίνει σημασία, εγώ δίνω σημασία. Αυτό, να! Οι άνθρωποι που έχουνε αυτά τα αντιδραστικά, αυτή τη συνήθεια, είναι, τους ανθρώπους που γνωρίζουνε εννοούν να τους παιδεύουνε, με διάφορα καμώματα, δηλαδή, αχ, δεν μπορώ τούτο, εκείνο, ξεύρω κι εγώ και οι γύρω τους βλέπουνε αυτουνούς που υποφέρουν και καταθλίβονται και αυτοί υποφέρουν. Καταλάβατε; Αλλά αυτοί που πάσχουν όμως, όταν βλέπουν τους άλλους να υποφέρουν μαζί τους, ευχαριστιούνται και το κάνουνε πιο πολύ. Θα πεις, μωρέ, γίνεται αυτό; Ε! γίνεται, όμως χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ο διάβολος το ενεργεί, δεν ξεύρω, ρε παιδιά, μπορείτε να καταλάβετε αυτά που σας λέω;

            Γίνεται αυτό χωρίς να το καταλαβαίνουν, να βλέπεις τον άλλον να πέφτει κάτω, να παθαίνει τάχα επιληψία για να τους κάνει να εντυπωσιαστούν, να τον λυπηθούν, ή να καταλάβουν ότι γιατί να δώσουνε στον αδελφό του καλά παπούτσια. Όταν έκανε, αν του δίνανε και μικρή αφορμή, άρχιζε να πετάει τις καρέκλες, να σπάει τα τζάμια, πάει. Δηλαδή αυτά γίνονται μ’ έναν τρόπο μυστηριώδη.

Παρουσιαστής:

            Ο Γέροντας Πορφύριος στην προηγούμενη ενότητα εννοεί ότι πολλές φορές ο άνθρωπος γίνεται ενεργούμενο κακών σκέψεων, είτε δικών του, είτε υποβολιμαίων από το πονηρό πνεύμα, χωρίς να το καταλαβαίνει και τότε παρασύρεται χωρίς αυτοέλεγχο και κάνει αυτό που κάνει, που αργότερα νομίζει ότι δεν το ήθελε, αλλά που στην πραγματικότητα το θέλησε και αυτός. Συνεργάζεται με τον κακό λογισμό, λέει μέσα του για μια στιγμή το ναι και ύστερα αφήνεται και δρα ανέλεγκτα και κάνει πράγματα που ίσως και να μην τα θυμάται μετά. Όμως στην αρχική στιγμή υπέκυψε με το θέλημά του και έτσι κατελήφθη από το πάθος του. Αυτό ο Γέροντας το ονομάζει μυστηριώδη τρόπο. Γιατί δεν είναι αμέσως από όλους αντιληπτό, είναι όμως αλήθεια ότι συμβαίνει. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στην πρώτη στιγμή που έρχεται ο κακός λογισμός, να τον περιφρονήσουμε και να στραφούμε αμέσως στον Χριστό, για να μη μας πιάσει και μας αιχμαλωτίσει την θέληση και μας κάνει ό,τι θέλει μετά χωρίς να ελέγχουμε την κατάσταση.

Γέροντας Πορφύριος:

            Δηλαδή ο άνθρωπος, ακούστέ με να δείτε, θα σας φέρω ένα άλλο παράδειγμα.
            Μια φορά ήτανε ένα αγόρι, είχε έρθει εδώ και μου ‘λεγε: «Γέροντα, έχουμε την αδελφή μου και υποφέρει πολύ».

            Λοιπόν, του λέω τι;

            «Αυτή, λέει, παθαίνει επιληψία και μας έχει ξετρελάνει όλους στο σπίτι. Λοιπόν, ακούστέ με, είναι ένα ωραίο παράδειγμα και αυτό. Δεν κάνει να λέω ονόματα, αλλά που να καταλάβετε τώρα. Του λέω, κοίτα δω, η αδελφή σου ξεύρεις δεν έχει επιληψία. Μου λέει, έχει και ταράζεται πολύ και δαγκάνει και τα χείλη της η καημένη. Του λέω, το κάνει έτσι. Όχι, μου λέει, δεν γίνεται, δεν το κάνει έτσι. Την πιάνει. Του λέω, να την φέρεις. Λέει, να την φέρω αύριο; Φέρτηνε του λέω. Λοιπόν, την άλλη μέρα πλακώνει η κοπελίτσα, μια ωραία κοπέλα με τα μαλλιά πίσω έτσι, σαν αλογοουρά. Ε! και λέει, μ’ έφερε ο αδελφός μου, να μου πεις συμβουλές, μου λέει, γιατί υποφέρω από επιληψία και στενοχωριούνται στο σπίτι όλοι. Της λέω, έλα εδώ κάτσε. Ξεύρεις τι είδα εγώ από μακριά μόλις μου έλεγε ο αδελφός σου ότι πάσχεις από <επιληψία>; Έβλεπα ότι το κάνεις μόνη σου αυτό το πράγμα. Όχι, μου λέει, δεν το κάνω. Δεν το κάνω, μου λέει. Της λέω, το κάνεις μόνη σου. Όχι δεν το κάνω, μου λέει. Να σκεφτείς, λέει, ότι, όταν συνέρθω πολλές φορές, έχω δαγκάσει τα χείλη μου και βγάζουν αίμα. Μωρέ, το ξέρω, της λέω. Αλλά άκουσε να σου πω, πως γίνεται. Της λέω, εσύ έχεις μεγάλον εγωισμόν μέσα σου, θέλεις να σ’ αγαπούνε όλοι. Και πολλές φορές, όταν δεις του γονείς σου να περιποιούνται κάποιον αδερφό σου, ε! το κάνεις μόνη σου. Ξεύρεις πως γίνεται αυτό το πράγμα, και κάνεις έτσι και το κάνεις. Δηλαδή, ανοίγεις, σε κυριεύει ο δαίμονας και από κει και πέρα τα χάνεις. Πέφτεις κάτω, αφρίζεις, χτυπιέσαι, δαγκάνεις τα χείλη σου, για θυμήσου το, της λέω, ρε κόρη; Ε! αυτό το κάνω, μου λέει. Λέω, πως το κάνεις, γιατί το κάνεις; Να, όταν με στενοχωρήσουν δεν έχω τίποτ’ άλλο να κάνω, κάνω αυτό για να το καταλάβουν να μη με στενοχωρούν, να μ’ αγαπούν και να μου φέρνουνε εκείνο που θέλω. Λέω, καλά τα λες αυτά, το καταλαβαίνεις; Το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνεις ότι το κάνεις μόνη σου; Τώρα, λέει, το κατάλαβα ότι το κάνω μόνη μου. Το προκαλώ, λέει, αλλά έπειτα χάνομαι. Απ’ εκεί και πέρα χάνομαι, με πιάνει αυτό, πάει, δεν ξεύρω τι κάνω, μου λέει, είμαι κατειλημμένη πια από το κακό.

            Τ’ ακούσατε αυτό; Τ’ ακούσατε; Είναι σπουδαίο. Δηλαδή, πως ανοίγεις την θύρα. Να, μια φορά, να σας πω ένα παράδειγμα. Έλεγα στον κύριο... να κάνει κάτι. Μου λέει, δεν μπορώ. Του λέω, ρε παιδί μου κάνε μου τη χάρη και εγώ, γέρος παπάς είμαι, θέλω να μου κάνεις αυτό το πράγμα. Όχι, δεν μπορώ. Ήμασταν κάτω στο υπόγειο. Λοιπόν, μου λέει, δεν το λέει η επιστήμη αυτό. Του λέω, ρε παιδί μου, τι την θες την επιστήμη; Να πας να κάνεις αυτό το πράγμα, είναι ανάγκη, δεν έχω άλλονε.

            Εγώ δεν μπορώ.
            Εκείνη την στιγμή, ρε παιδιά, έτσι μου ήρθε, πως να σου πω, κάτι κακό. Δηλαδή, ν’ αγανακτήσω εναντίον του. Λοιπόν, το κατάλαβα. Το μυστικό είναι, να το προλαβαίνεις. Άμα το αφήνεις και σε πιάσει, πάει σ’ έπιασε. Λοιπόν, εκεί που ήθελα, λοιπόν, να φωνάξω με αγανάκτηση και τέλος πάντων, ξέρω κι εγώ  τι να του κάνω, ενεπνεύσθηκα ωραία προσευχή, εκείνην τη στιγμή. Ξεύρετε πόσο ωφέλιμα είναι αυτά που σας λέγω αυτή την στιγμή, που έχω δει και ξεύρω πάρα πολλά, αλλά που να μου έρθουνε στην μνήμη, αυτά τα πράγματα.

            Α να σας πω για τον... Λοιπόν, ήθελε να παιδεύει τους γονείς του πολύ. Το σπίτι του, τ’ αδέλφια του. Λοιπόν, να δείτε είχε ένα δαιμόνιον, φοβότανε να μπει μέσα στο τραμ, και τον πατέρα του, όταν πηγαίνανε κάτω, διαρκώς τον έβαζε και πλήρωνε και τον εγύριζε με ταξί, και άλλα πολλά. Εν πάση περιπτώσει, ενώ τώρα εγώ τον εκανόνισα να πάει να φύγει από τους γονείς του, για να ελευθερωθεί απ’ αυτά τα πράγματα. Ε, με την ευλάβεια όλη, που εδόθηκε εις την αγάπη του Θεού, τα πέταξε όλα. Καταλάβατε; Και το έχω δει σε πολλούς αυτό το πράγμα. Βρε παιδιά, αυτό βασανίζει σήμερα τον κόσμο, αυτά τα πράγματα τα πειρασμικά που πιάνουνε σαν, σαν διαβολικά πράγματα τους νέους και φεύγουνε από τα σπίτια τους και τα βάζουνε με τους γονείς τους, και παρατάνε τα γράμματα και αυτό. Έπειτα ένα άλλο πράγμα που ήθελα να σας πω είναι η εργασία, είναι το ενδιαφέρον για την ζωή. Η τέχνη, ο κήπος, τα λουλούδια, πολύ σπουδαία πράγματα. Η μελέτη στην Αγία Γραφή, τα ενδιαφέροντα στη Θρησκεία, στην αγάπη του Θεού. Τι να τους κάνεις τους ψυχιάτρους και τους ψυχαναλυτάς και τα ψυχοφάρμακα και τα ναρκωτικά. Λοιπόν, υπάγετε εν ειρήνη.

Παρουσιαστής:

            Από τα ωραία παραδείγματα που μας ανέφερε ο Γέροντας Πορφύριος ας συγκρατήσουμε το μεγάλο μυστικό της μετατροπής των θλίψεων σε χαρά. Είναι η ταπείνωση που ελκύει την χάρη του Θεού.
            Συνεχίζοντας την έκδοση των ηχογραφημένων συνομιλιών του Γέροντος Πορφύριου, που αρχίσαμε με τη κασέτα με τον τίτλο «Ο Χριστός είναι το παν» και την κασέτα με τον τίτλο «Το πνεύμα το ορθόδοξον είναι το αληθές», εκδίδομε και αυτή τη κασέτα με μια συνομιλία του που αφορά την κατάθλιψη. Είναι ένα θέμα πολύ ενδιαφέρον για όλους, όπως θα ακούσετε και από την ηχογραφημένη κασέτα. Στην έκδοση αυτή έχουμε διαγράψει τα ονόματα των συνομιλητών του Γέροντος, όπως και τα ονόματα των προσώπων που μερικές φορές αναφέρονται στη συνομιλία, καθώς και τη φωνή τους, δια λόγους πνευματικούς.

            Ελπίζουμε να βοηθηθούν πολλοί από τις συμβουλές του Γέροντα, που περιέχονται σε αυτή την συνομιλία του, διότι η κατάθλιψη είναι σήμερα πολύ διαδεδομένη. Όπως λέγει ο Γέροντας Πορφύριος, αυτό οφείλεται στο μεγάλο εγωισμό, από τον οποίο πάσχομε οι περισσότεροι, διότι ανατρεφόμεθα από μικρά παιδιά με συνεχή καλλιέργεια του εγωιστικού πνεύματος, που εκδηλώνεται με τη φιλοδοξία, την επιθυμία να διακριθούμε και να επαινεθούμε, την επιθυμία να κάνουμε εντύπωση και να μας θαυμάζουν για πράγματα ανάξια λόγου, όπως τα  ρούχα μας, το χτένισμά μας, το παράστημά μας, οι επιδόσεις μας στα μαθήματα, στη δουλειά μας ή στα αθλήματά και σε ανόητες κουβέντες. Μερικές μάλιστα φορές ο εγωισμός εκδηλώνεται ακόμη και με την επιθυμία να διακριθούμε κάνοντας το κακό, όπως ο αρχαίος Ηρόστρατος, που έκαψε ένα πολύ ωραίο ναό για να συζητά ο κόσμος γι’ αυτόν. Έτσι κάθε φορά που τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε, στενοχωριόμαστε, απελπιζόμαστε, κλεινόμαστε στον εαυτό μας θλιμμένοι, διότι δεν μας αναγνώρισαν, διότι μας επέπληξαν, ή μας ντρόπιασαν, ή μας είπαν κάτι που θίγει τον εγωισμό μας και την καλή ιδέα που έχομε για τον εαυτό μας και που θέλομε να την έχουν και οι άλλοι για μας.

            Είναι λυπηρό να βλέπει κανείς νέους ανθρώπους να αυτοκτονούν διότι δεν αντέχουν μια υποτίμηση, όπως μια αποτυχία στις εξετάσεις, μια όχι καλή συμπεριφορά των συνανθρώπων τους απέναντί τους, ή μια οικονομική καταστροφή. Όλα αυτά τα γεγονότα, όταν τα αντιμετωπίσουμε χριστιανικά, με ταπείνωση, εμπιστοσύνη στο Θεό, αισιοδοξία και ψυχραιμία ξεπερνιούνται γρήγορα και γίνονται αφορμή για μεγαλύτερη πρόοδο. Από όλα μπορεί να βγει κάτι καλό πνευματικά και ακόμη και υλικά για τον άνθρωπο που δοκιμάζεται με δυσκολίες.
            Η κατάθλιψη αντίθετα αδρανοποιεί τον άνθρωπο, σχεδόν τον νεκρώνει. Γι’ αυτό ας ακούσωμε με προσοχή τις συμβουλές του Γέροντος Πορφυρίου και κυρίως αυτές που μας μιλούν για την αιτία της καταθλίψεως και κυρίως για τη μεγάλη σχέση που έχει αυτή με τον εγωισμό μας  και ας παρακαλέσουμε το Θεό να μας δώσει ταπείνωση, γιατί χωρίς αυτήν θα είμεθα διαρκώς θλιμμένοι. Άλλωστε αν καλοεξετάσουμε τα πράγματα θα δούμε ότι ο εγωισμός είναι κουταμάρα και ότι η ταπείνωση είναι εξυπνάδα, διότι ο εγωιστής ποτέ δεν χορταίνει και γι’ αυτό είναι διαρκώς λυπημένος, ενώ ο ταπεινός είναι πάντοτε ικανοποιημένος. Επί πλέον ο εγωιστής ζει διαρκώς με το άγχος πως τον βλέπουν και πως τον κρίνουν οι άλλοι και αγωνιά να προκαλέσει την προσοχή τους και τον έπαινό τους, πράγμα που στο βάθος σημαίνει ότι δεν έχει αυτοεκτίμηση και ζει με την εκτίμηση που περιμένει από τους άλλους. Αλλά βέβαια οι άλλοι δεν ενδιαφέρονται τόσο πολύ γι’ αυτόν, όσο θα ήθελε και έτσι βασανίζεται στην ψυχή του και καταφεύγει στα χάπια για να πάρει λίγο θάρρος, ή ακόμη χειρότερα στα βαρειά ναρκωτικά, που τον μπάζουν σ’ ένα κόσμο φανταστικό, στον οποίον όλα φαίνονται όπως τα θέλομε, ενώ δεν είναι.

            Ξοδεύονται  τεράστια ποσά σε ψυχοφάρμακα και μάλιστα σε αντικαταθλιπτικά, και ακόμη περισσότερα ίσως σε προγράμματα αποτοξινώσεως εξηρτημένων ατόμων. Αλλά δεν επιτυγχάνεται συνήθως μόνιμη θεραπεία, διότι η αληθινή αιτία (ο εγωισμός) όχι μόνον παραμένει ανέπαφος, αλλά και πάρα πολλές φορές υποθάλπεται. Έτσι σπρώχνονται οι πιο ευπαθείς από τους σύγχρονους νέους, αλλά και ώριμους, στην απογοήτευση, στην κατάθλιψη, στα ψυχοφάρμακα και στα ναρκωτικά, διότι δεν αντέχουν την πραγματικότητα που διαψεύδει την ψεύτικη εικόνα που θα ήθελαν να έχουν οι άλλοι για τον εαυτό τους. Φεύγουν λοιπόν από την πραγματικότητα, είτε με την αδράνεια (π.χ. δεν δίνουν εξετάσεις για να μην αποτύχουν), είτε με τις εξαρτησιογόνες ουσίες (που τους μεταφέρουν έξω από τη σκληρή πραγματικότητα).

            Η ταπείνωση όμως αντιμετωπίζει όλες τις δυσκολίες, ακόμη και τον κοινωνικό εξευτελισμό, την αποτυχία, την υποτίμηση, σαν αναμενόμενα γεγονότα, αντάξια της μικρής αξίας μας, τα οποία μας σπρώχνουν να αγωνισθούμε για να βελτιωθούμε και έτσι αντί να δοθούμε στην κατάθλιψη, δινόμαστε στον αγώνα, στην προσπάθεια, στη δράση, στη ζωή.

            Τα λόγια του Γέροντος Πορφυρίου μερικές φορές είναι πυκνά σε βαθειά νοήματα. Γι’ αυτό χρειάζεται να τα ακούσωμε πολλές φορές και να εμβαθύνουμε κάθε φορά σε αυτά που λέει. Θα διαπιστώσουμε ότι μερικές μικρές φράσεις, όπως η φράση: «η αιτία είναι ότι έχεις μεγάλο εγωισμό» στην αρχή μας φαίνονται άσχετες με το θέμα και ακατανόητες. Αλλά σιγά-σιγά μας αποκαλύπτουν την πραγματικά αιτία της στενοχώριας μας και της καταθλίψεώς μας, που είναι ότι ο εγωισμός μας δεν μας αφήνει να αντέξουμε κάποια αδιάφορη για το πρόσωπό μας στάση των  γύρω μας ή κάποια εξέλιξη των γεγονότων διαφορετική από τα σχέδια μας και τις επιθυμίες μας.
            Ευχόμεθα να βοηθήσει και αυτή η συνομιλία του Γέροντος Πορφυρίου όλους μας να μπούμε στη χριστιανική χώρα της ταπείνωσης και της χαράς, που είναι ο Χριστός. Και παρακαλούμε να εύχεσθε και για μας να μπούμε σ’ αυτή τη χώρα.
                                   
 ΙΕΡΟΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ 
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

Χριστούγεννα 2003


Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Το κοινωνικό πρόβλημα εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν

Το κοινωνικό πρόβλημα στην Ορθόδοξη Εκκλησία

π. Γεώργιος Florovsky
 Χριστιανικό Συμπόσιο 1967, σελ. 243-245, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 

1. Ο Χριστιανισμός είναι κατ' ουσίαν κοινωνική θρησκεία. Υπάρχει ένα παλαιό λατινικό ρητό: unus Christianus nulus Christianus. Κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά χριστιανός σαν μια μοναχική και αποχωρισμένη ύπαρξις. Ο Χριστιανισμός δεν είναι πρωταρχικά ένα δόγμα ή μια πειθαρχεία που οφείλουν να υιοθετήσουν οι άνθρωποι δια την προσωπικήν των χρήσιν και καθοδήγησιν. Ο Χριστιανισμός είναι ακριβώς μια κοινότης, δηλαδή η Εκκλησία. Από την άποψιν αυτήν υπάρχει μια προφανής συνέχεια μεταξύ της παλαιάς και της καινής οικονομίας. Οι χριστιανοί είναι «ο νέος Ισραήλ». Ολόκληρος η φρασεολογία της Γραφής είναι εξαιρετικά διδακτική: η Διαθήκη, η Βασιλεία, η Εκκλησία, «έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν». Ο αφηρημένος όρος «Χριστιανισμός» είναι προφανώς μεταγενέστερος. Ευθύς εξ αρχής ο Χριστιανισμός ήταν κοινωνικής νοοτροπίας. Ολόκληρος η δομή της χριστιανικής υπάρξεως είναι κοινωνική και ομαδική. Όλα τα χριστιανικά μυστήρια είναι από την φύσιν των «κοινωνικά μυστήρια», δηλαδή μυστήρια ενσωματώσεως. Η χριστιανική λατρεία είναι επίσης λατρεία ομαδική. Η χριστιανική λατρεία είναι επίσης λατρεία ομαδική, «publica et communis oratio», κατά την φράσιν του Αγίου Κυπριανού. Το να οικοδομηθή, συνεπώς, η Εκκλησία του Χριστού, σημαίνει να οικοδομηθή μία νέα κοινωνία και, κατά συνέπειαν, να ανοικοδομηθή η ανθρωπίνη κοινωνία επί νέας βάσεως. 

Υπήρχε πάντοτε μία δυνατή έμφασις επί της ομοφωνίας και της κοινής ζωής. Ένα από τα αρχαιότερα ονόματα των χριστιανών ήταν απλώς «αδελφοί». Η Εκκλησία ήταν και προωρίζετο να είναι μία εικών του θείου προτύπου εις την δημιουργίαν. Τρία πρόσωπα και όμως ένας Θεός.. Κατά συνέπεια, εις την Εκκλησία οι πολλοί πρέπει να ενσωματωθούν εις ένα Σώμα. 

Όλα αυτά βεβαίως αποτελούν την κοινήν κληρονομίαν ολοκλήρου της Εκκλησίας. Εν τούτοις, πιθανόν αύτη η ομαδική έμφασις να υπήρξεν ιδιαιτέρως δυνατήν εις την Ανατολική παράδοσιν και να εξακολουθή ακόμη να αποτελή το διακριτικόν έθος της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι όλοι οι κοινωνικοί οραματισμοί του Χριστιανισμού έχουν γίνει έχουν γίνει πραγματικότης, εις την εμπειρική ζωή της χριστιανικής Ανατολής. Τα ιδανικά ποτέ δεν πραγματοποιούνται πλήρως· η Εκκλησία ευρίσκεται ακόμη in via, και πρέπει να παραδεχθούμε την οδυνηρήν αποτυχίαν της Ανατολής να γίνη και να μείνη αληθινά χριστιανική. Εν τούτοις, τα ιδανικά δεν πρέπει να παραβλέπωνται. Αυτά αποτελούν συγχρόνως την κατευθυντήριον αρχήν και ωστική δύναμιν της ανθρωπίνης ζωής. Υπήρχε πάντοτε μια καθαρά όρασις της κοινωνικής φύσεως του Χριστιανισμού εις την Ανατολήν. Υπάρχει ακόμη, όπως υπήρξε επί αιώνας, ένα ισχυρό κοινωνικό ένστικτο εις την Ανατολικήν Εκκλησίαν παρ' όλας τας ιστορικάς περιπλοκάς και τα μειονεκτήματα. Και πιθανόν τούτο αποτελεί την κυρίαν συμβολήν που ειμπορή να κάμη η Ανατολική Εκκλησία εις την σύγχρονον συζήτησιν δια τα κοινωνικά ζητήματα. 

2.
Η αρχαία Εκκλησία δεν ήταν απλώς ένα εθελοντικό σωματείο δια «θρησκευτικούς' σκοπούς. Ήταν μάλλον μία νέα κοινωνία, μάλλον η Νέα Ανθρωπότης, μία πόλις ή ένα πολίτευμα, η αληθινή Πολιτεία του Θεού, εις την πορεία της ανοικοδομήσεως. Και κάθε τοπική κοινωνία είχε πλήρη γνώσιν της μετοχής της εις ένα περιληπτικό και παγκόσμιο όλο. Η Εκκλησία ήταν νοητή ως μια ανεξάρτητος και αυτοσυντηρούμενη κοινωνική τάξις, ως μία νέα κοινωνική διάστασις, ένα ιδιόρρυθμο σύστημα πατρίδος, όπως το έθεσεν ο Ωριγένης. Οι αρχαίοι χριστιανοί ησθάνοντο τους εαυτούς των, εν εσχάτη αναλύσει, εντελώς έξω από την υπάρχουσαν κοινωνικήν τάξιν, απλώς διότι η Εκκλησία δι ' αυτούς ήταν η ιδία μία «τάξις», μία εξωγήινος «αποικία του ουρανού» επί της γης ( Φιλ. 3,2 κατά την μετάφρασιν του Moffat ). Ούτε εγκατελείφθη πλήρως η στάσις αυτή ακόμη και αργότερον όταν η αυτοκρατορία ήλθεν, ούτως ειπείν, εις συμβιβασμόν με την Εκκλησία. 

Η αρχαία χριστιανική στάσις συνεχίσθη εις το μοναχικό κίνημα, που ανεπτύχθη ταχύτατα ακριβώς εις την περίοδο μιας προβαλλομένης συνδιαλλαγής με τον κόσμο. Βεβαίως, ο μοναχισμός ήταν ένα πολύπλοκο φαινόμενο, αλλά το κυριότερο ρεύμα του ήτο κοινωνικής νοοτροπίας. Δεν ήταν τόσο μία φυγή από τον κόσμο όσο μία προσπάθεια να ανεγερθή ένας νέος κόσμος επί νέας βάσεως. Μία μονή ήταν μία κοινότης, μία «μικρά Εκκλησία»- όχι μόνον μία λατρεύουσα κοινωνία, αλλά επίσης μία εργαζόμενη κοινωνία. Πολλή έμφασις ετίθετο επί της εργασίας, και η οκνηρία εθεωρείτο ως σοβαρόν ελάττωμα. Αλλ ' η εργασία αυτή έπρεπε να είναι δια κοινόν σκοπόν και όφελος. Τούτο ήταν ήδη αληθινό διά τας πρώτας κοινότητας του Παχωμίου εις την Αίγυπτον. Ο άγιος Παχώμιος εκήρυττε «το ευαγγέλιον της συνεχούς εργασίας». Ορθώς λέγεται περί αυτού: «η γενική εμφάνισις και ζωή ενός μοναστηρίου του Παχωμίου δεν θα πρέπει να υπήρξε πολύ διάφορος από εκείνην ενός καλά οργανωμένου κολλεγίου, πόλεως ή κατασκηνώσεως ( Bp. Kirk, The Vision of God ). 

Ο μέγας νομοθέτης του ανατολικού μοναχισμού, ο άγιος Βασίλειος Καισαρείας της Καππαδοκίας ( περί το 330-379) ενδιεφέρετο βαθύτατα δια το πρόβλημα της κοινωνικής ανοικοδημήσεως. Παρετήρει με σοβαρό ενδοιασμό την εξέλιξιν της κοινωνικής αποσυνθέσεως που ήταν τόσο θεαματική εις τας ημέρας του. Τουτοιοτρόπως η πρόσκλησίς του προς δημιουργίαν μοναχικών κοινοτήτων ήτο μία προσπάθεια να ανάψη πάλιν το πνεύμα της αμοιβαιότητος εις έναν κόσμον που εφαίνετο να έχη χάση κάθε αίσθησιν κοινωικής ευθύνης και συνοχής. Κατά την αντίληψίν του ο άνθρωπος είναι «κοινωνικόν ζώον», «ούτε άγριος, ούτε εραστής της μοναξιάς». Δεν μπορεί να πραγματοποιήση τον σκοπόν της ζωής του, δεν μπορεί να είναι αληθινά ανθρώπινος, αν δεν διαμένη εις μια ανθρώπινην κοινωνίαν. Ο μοναχισμός, συνεπώς, δεν ήτο ένας ανώτερος βαθμός τελειότητος, δια τους ολίγους, αλλά μια διακαής προσπάθεια να δοθή μία πρέπουσα ανθρώπινη διάστασις εις την ζωή του ανθρώπου. Οι χριστιανοί έπρεπε να θέσουν ένα πρότυπο δια μία νέα κοινωνία δια να αντισταθμίσουν τας αποσυνθετικάς δυνάμεις που ήσαν εν ενεργεία εις ένα κόσμον εν καταπτώσει. Μια αληθινή συνοχή εις την κοινωνίαν ειμπορεί να πραγματοποιηθή μόνον με μία ταυτότητα σκοπού, με μία υποταγή όλων των ατομικών διαφερόντων εις έναν κοινόν σκοπόν και διαφέρον. Κατά κάποιον τρόπον, ήταν ένα σοσιαλιστικό πείραμα ιδιορρύθμου είδους, επί εθελοντικής βάσεως. Αυτή αύτη η υπακοή έπρεπε να θεμελιώνεται εις την αγάπη και την αμοιβαία αφωσίωσιν, εις μία ελευθέρα πραγμάτωσιν αδελφικής αγάπης. Η όλη έμφασις ετίθετο εις την κοινωνικήν φύσιν του ανθρώπου. Η ατομοκρατία είναι, συνεπώς, αυτοκαταστροφική. 

Όσον κι αν φαίνεται καταπληκτικόν, το ίδιο «κοινοβιακόν» πρότυπον εθεωρείτο την εποχήν εκείνην υποχρεωτικόν δι ' όλους τους χριστιανούς, «ακόμη κι αν ήσαν έγγαμοι». Ειμπορούσε ολοκλήρος η χριστιανική κοινωνία να οικοδομηθή ως ένα είδος «μοναστηρίου»; Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο μέγας επίσκοπος της αυτοκρατορικής πόλεως Κωνσταντινουπόλεως (περί το 350-407), δεν εδίσταζε ν' απαντήση εις το ερώτημα αυτό καταφατικώς. Τούτο δεν εσήμαινε ότι όλοι έπρεπε να μεταβούν εις την έρημον. Αντιθέτως, οι χριστιανοί έπρεπε ν' ανοικοδομήσουν την υπάρχουσα κοινωνία επί ενός «κοινοβιακού» προτύπου. Ο Χρυσόστομος ήτο πλήρως βέβαιος ότι όλα τα κοινωνικά κακά ήσαν ριζωμένα εις την πλεονεκτική όρεξι του ανθρώπου, εις την ατομική επιθυμίαν του να κατέχη αγαθά δια το αποκλειστικόν του όφελος. Τώρα, δεν υπήρχε παρά ένας νόμιμος ιδιοκτήτης όλων των αγαθών και κτημάτων εις τον κόσμο, δηλαδή ο Παντοδύναμος Κύριος. Οι άνθρωποι δεν είναι παρά υπουργοί και υπηρέται του και πρέπει να χρησιμοποιούν τα δώρα του Θεού μόνον δια τους σκοπούς του Θεού, δηλαδή τελικώς δια τας κοινάς ανάγκας. Η αντίληψις του Χρυσοστόμου περί ιδιοκτησίας ήταν αυστηρώς λειτουργική: η κτίσις ιδιοκτησίας δικαιούται μόνον από την ορθήν χρήσιν της. Βεβαίως, ο Χρυσόστομος δεν ήταν ένας κοινωνικός ή οικονομικός μεταρρυθμιστής, και αι πρακτικαί εισηγήσεις του ίσως φαίνονται μάλλον χωρίς συμπέρασμα, ακόμη δε και αφελείς. Ήτο όμως ένας από τους μεγαλυτέρους χριστιανούς προφήτας της κοινωνικής ισότητος και δικαιοσύνης. Δεν υπήρχε τίποτε το συναισθηματικόν εις την έκκλησίν του δια φιλανθρωπίαν. Οι χριστιανοί δεν πρέπει απλώς να κινούνται από τον πόνον, την ανάγκην και την αθλιότητα των άλλων ανθρώπων. Πρέπει να καταλάβουν ότι η κοινωνική αθλιότης είναι η συνεχιζομένη αγωνία του Χριστού, που υποφέρει ακόμη εν τω προσώπω των μελών Του. Ο ηθικός ζήλος αι το πάθος του Χρυσοστόμου ήσαν ριζωμένα εις την καθαράν του όρασιν του σώματος του Χριστού. 

Ειμπορεί κάποιος να ισχυρισθή ότι εις την πράξιν πολύ ολίγον προήλξθεν από αυτό το ζωηρό κοινωνικό κήρυγμα. Αλλά πρέπει κανείς να κατανοήση ότι ο μεγαλύτερος περιορισμός που επεβάλλετο επί του χριστιανικού κηρύγματος της κοινωνικής αρετής ήτο ριζωμένος εις την πεποίθησιν, ότι η Εκκλησία ειμπορούσε να ενεργή μόνο δια της πειθούς και ποτέ δια της βίας και του εξαναγκασμού. Βεβαίως, καμμία Ἐκκλησία δεν εἰμποροῦσε ν' ἀντισταθή εις τον πειρασμόν του να καλή εις βοήθεια κάποια κοσμικήν δύναμιν., είτε ήτο αυτή η πολιτεία είτε η κοινή ή οπιαδήποτε άλλη μορφή κοινωνικής πιέσεως. Αλλ ' εις καμμίαν περίπτωσιν τα αποτελέσματα δεν εδικαίωναν το αρχικό ρήγμα της ελευθερίας. Η απόδειξις ευρίσκεται εις το ότι ακόμη ακόμη και τώρα δεν έχομεν προχωρήσει πολύ μακράν εις την πραγματοποίησιν των χριστιανικών κανόνων. Η Εκκλησία ενδιαφέρεται τελικώς δια την μεταβολή των ανθρωπίνων καρδιών και σκέψεων και όχι πρωτίστως με την μεταβολή της εξωτερικής τάξεως, έστω κι αν είναι αυτή τόσο σοβαρά όσον όλαι αι κοινωνικαί βελτιώσεις. Η αρχαία εκκλησία έκαμε υψηλότερον κοινωνικόν μέτρον εντός των τάξεών της. Η επιτυχία δεν ήτο παρά σχετική· αυτά ταύτα τα μέτρα θα έπρεπε να υποβιβασθούν. Εν τούτοις, δεν ήτο τούτο μία συνδιαλλαγή με την υπάρχουσαν αδικίαν ·ήτο μάλλον μια αναγνώρισις μιας εμφύτου αντινομίας. Ειμπορούσε η Εκκλησία, εις τον ανρθώπινο αγώνα προς επιβίωσιν, να χρησιμοποιήση άλλο όπλον από τον λόγο της αληθείας και του ελέους; Εν πάση περιπτώσει, ωρισμέναι βασικαί αρχαί ετέθησαν και διετυπώθησαν με τόλμην, αρχαί που είναι σχετικαί προς κάθε ιστορικήν κατάστασιν. 

Εν πρώτοις, ήτο η αναγνώρισις μιας τελικής ισότητος όλων των ανθρώπων. Τούτο το πνεύμα της ισότητος είναι βαθύτατα ριζωμένο εις την ανατολικήν ορθόδοξον ψυχή. Δεν υπάρχει χώρος δι' οιανδήποτε διάκρισιν εντός του σώματος της Ανατολικής Εκκλησίας, παρά τη λεπτομερή ιεραρχικήν διάρθρωσή της. Εις το βάθος του αισθήματος αυτού ευλόγως δύναται κανείς να διαγνώση ακριβώς την αρχαίαν χριστιανικήν αντίληψηιν περί της Εκκλησίας ως μιας «τάξεως» καθ' εαυτήν.
Δεύτερον, υποτίθεται ότι η Εκκλησία πρέπει να ασχολήται πρωτίστως με τους έχοντας ανάγκη, τους μη ευνοούμενους, με όλους εκείνους που είναι εστερημένοι και βεβαρυμένοι, με τους μετανοούντας αμαρτωλούς, ακριβώς με τους μετανοούντας τελώνας και όχι τους αυτοδίκαιους Φαρισαίους. Ο Χριστός της Ανατολικής Παραδόσεως είναι ακριβώς ο ταπεινωμένος Χριστός, καίτοι δοξασμένος ακριβώς δια της ταπεινώσεώς Του, με την συγκατάβασιν της συμπαθούς αγάπης Του. Αυτή η έμφασις επί μιας υπαρξιακής συμπαθείας, εις την Ανατολικήν παράδοσιν πολλάκις φαίνεται υπερβολική εις τους Δυτικούς παρατηρητάς - σχεδόν νοσηρά. Αλλά δεν είναι παρά ένα παρεπόμενο του βασικού αισθήματος ότι η Εκκλησία ευρίσκεται εις τον κόσμο μάλλον ως ένα νοσοκομείο δια τους ασθενείς παρά ως ένα οικοτροφείο δια τους τελείους. Τούτο το αίσθημα είχε πάντοτε μιαν πολύ άμεσον επίπτωσιν επί της όλης κοινωνικής σκέψεως εις την Ανατολήν. Η κύρια έμφασις ετοποθετείτο επί μιας αμέσου υπηρεσίας εις τους πτωχούς και τους ενδεείς. Η άμεσος ανθρωπίνη σχέσις είναι σπουδαιοτέρα από κάθε τέλειον σχήμα. Το κοινωνικόν πρόβλημα αντιμετωπίζεται πάντοτε ως ηθικόν· αλλά η ηθική εθεμελιούτο εις το δόγμα, εις το δόγμα της ενσαρκώσεως και Λυτρώσεως δια του Σταυρού. Όλα αυτά τα κίνητρα τα ευρίσκει κανείς ισχυρότατα τονισμένα τόσον εις το λαϊκόν κήρυγμα όσον και εις τα παραδοσιακά λατρευτικά κείμενα που αναγιγνώσκονται κατ' επανάληψιν εις όλας τας Ορθοδόξους Εκκλησίας πάλιν και πολλάκις. Γενικώς, η Εκκλησία είναι πάντοτε με τους ταπεινούς και τους αδυνάτους και όχι με τους ισχυρούς και τους υπερηφάνους. Όλα αυτά δυνατόν συχνά να παραμελούνται αλλ ' ουδέποτε τα ηρνήθησαν και αυτοί ακόμη που εις την πράξιν προέδιδαν την παράδοσιν. 

Και τρίτον, υπάρχει το έμφυτο εκείνο κοινωνικό ένστικτο που κάμει την Εκκλησία μάλλον έναν πνευματικό οίκο παρά ένα εξουσιάζον καθίδρυμα. Πρέπει ν' αρχίση κανείς με το παρωχημένο ιστορικό παρελθόν, εάν επιθυμή να συλλάβη το βαθύτερον πνεύμα της Ανατολικής Εκκλησίας. Ένα από τα πλέον διακριτικά σημεία της Εκκλησίας ταύτης είναι «παραδοσιαρχία» της. Ο όρος εύκολα μπορεί να παρανοηθή και να παρερμηνευθή. Εις την πραγματικότητα, παράδοσις σημαίνει συνέχειαν και όχι αποτελμάτωσιν. Δεν είναι μια στατική αρχή. Το ήθος της Ανατολικής Εκκλησίας είναι ακόμη το ίδιο με εκείνο των πρώτων αιώνων. Αλλά μήπως δεν είναι η υπαρξιακή κατάστασις ενός χριστιανού η ιδία πάντοτε παρ' όλας τας ριζοσπαστικάς και δρατσικάς μεταβολάς εις την ιστορικήν κατάστασιν ; 

Η Εκκλησία είναι πράγματι «οὐχί ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» αλλ ' εν τούτοις έχει μια προφανή και σπουδαίαν αποστολήν «ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ», ακριβώς διότι κείται «ἐν τῷ πονηρῷ». Οπωσδήποτε δεν είναι δυνατόν να αποφύγωμεν τουλάχστον μία διάγνωσιν. Αποτελεί κοινή πεποίθησιν επί αιώνας ότι επί αιώνας η κυρία χριστιανική κλήσις συνίσταται ακριβώς εις την διεξαγωγήν της φιλανθρωπίας και της δικαιοσύνης. Η Εκκλησία ήτο τόσον εις την ΝΑατολήν όσο και εις την Δλυσιν ο ύψιτσος διδάσκαλος όλων των ηθικών αξιών. Όλαι αι ηθικαί αξίαι του πολιτισμού μας σήμερον ειμπορούν να αναχθούν εις χριστιανικάς πηγάς και υπεράνω όλων εις το Ευαγγέλιον του Χριστού. Εξ άλλου, η Εκκλησία είναι μία κοινωνία που διεκδικεί ολόκληρον τον άνθρωπον εις την υπηρεσία του Θεού και προσφέρει ίασιν και θεραπείαν εις ολόκληρον τον άνθρωπον και όχι μόνον εις την «ψυχήν» του. Εάν η Εκκλησία, ως ίδρυμα, δεν ειμπορεί να υιοθετήση τον δρόμον μιας ανοικτής κοινωνικής δράσεως, οι χριστιανοί δεν δύνανται να απαλλαγούν από τα πολιτικά καθήκοντά των διότι εις αυτούς ανήκει να κάμουν μια πελώρια συμβολή εις την «υλικήν σφαίραν» ακριβώς ως οι Χριστιανοί.