Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Η χαρά των Χριστιανών..




                                    
 Χαί­ρε δι ης η χα­ρά ε­κλάμ­ψει,


Χαί­ρε, ό­τι τα ου­ρά­νια συ­να­γάλ­λε­ται τη γη. 
Χαί­ρε, ό­τι τα ε­πί­γεια συγ­χο­ρεύ­ει ου­ρα­νοίς.

Χαί­ρε, τρο­φή του μάν­να δι­ά­δο­χε.
 Χαί­ρε, τρυ­φής α­γί­ας δι­ά­κο­νε.

Χαί­ρε, η γη της ε­παγ­γε­λί­ας. 
Χαί­ρε, εξ ης ρέ­ει μέ­λι και γά­λα.


Ομιλία π. Χριστοδούλου στους β΄χαιρετισμούς





Σ’ αυτόν τον κό­σμο, υ­πάρ­χουν δι­α­φό­ρων ει­δών χα­ρές. Εί­ναι ε­κεί­νες που προ­κύ­πτουν α­πό τις ε­πι­τυ­χί­ες μας, την ευ­η­με­ρί­α μας, τα ε­πι­τεύγ­μα­τά μας. Εί­ναι η χα­ρά που νι­ώ­θου­με α­πό τις σχέ­σεις μας, α­πό την αί­σθη­ση ό­τι μας α­γα­πούν κι ό­τι α­γα­πά­με. Εί­ναι η χα­ρά α­πό την δι­α­σκέ­δα­ση της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, α­πό την α­πό­λαυ­ση της ύ­λης.



Εί­ναι και οι χα­ρές που ε­πι­δι­ώ­κου­με μέ­σα α­πό την ι­κα­νο­ποί­η­ση των πα­θών μας, την ε­ξου­σί­α, το χρή­μα, την κα­το­χή α­γα­θών, α­πό τις δι­ά­φο­ρες κα­τα­χρή­σεις.



Ό­μως, ζού­με σε έ­να κό­σμο φθαρ­τό, σε έ­να κό­σμο ό­που κυ­ρια­ρχεί ο πό­νος, η θλί­ψη, η α­δι­κί­α, η βί­α. Εύ­κο­λα η χα­ρά μας μπο­ρεί να χα­θεί και να αι­σθαν­θού­με αυ­τό που α­να­κρά­ζει ο Εκ­κλη­σια­στής: Μα­ται­ό­της μα­ται­ο­τή­των, τα πάν­τα μα­ται­ό­της.



Βλέ­που­με στις μέ­ρες μας να υ­πο­χω­ρεί η ψευ­δαί­σθη­ση της ευ­δαι­μο­νί­ας μας, κα­θώς πα­ρα­τη­ρού­με την πνευ­μα­τι­κή και πο­λι­τι­σμι­κή πα­ρακ­μή να μας καταπνί­γει, τους ι­σχυ­ρούς της γης να παί­ζουν πά­λι τα παι­χνί­δια ε­ξου­σί­ας, την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση που ρί­χνει πολ­λούς αν­θρώ­πους στην α­πελ­πι­σί­α.



Κι ό­λο α­κού­με για πο­λέ­μους και α­πει­λές πο­λέ­μων, α­κού­με για εμ­φύ­λιους και στυ­γνές δι­κτα­το­ρί­ες­ και πεί­να κι αρ­ρώ­στι­ες φο­βε­ρές.



Πό­σο ευ­κο­λα μπο­ρεί η προ­σω­πι­κή μας χα­ρά να χα­θεί! Πό­σες σχέ­σεις δεν α­πο­τυ­χαί­νουν, πό­σες φι­λί­ες δεν χα­λά­νε, πό­σες συγ­γέ­νει­ες δεν φτά­νουν στην α­πο­μά­κρυν­ση και την α­πο­ξέ­νω­ση.



Κι α­να­ρω­τι­ό­μα­στε: Υ­πάρ­χει ά­ρα­γε χα­ρά στον κό­σμο αυ­τό; Που θα βρού­με την α­λη­θι­νή χα­ρά; Τι εν­νο­εί ο στί­χος «Χαί­ρε, δι  ης η χα­ρά ε­κλάμ­ψει»; Πώς γί­νε­ται η Πα­να­γί­α να εί­ναι η πη­γή της χα­ράς; Η τρο­φή του μά­να; Η γη της ε­παγ­γε­λί­ας α­πό την ο­ποί­α ρέ­ει μέ­λι και γά­λα;



Μα, αυ­τό εί­ναι το μυ­στι­κό ό­σων α­πό αρ­χής μέ­χρι των ε­σχά­των πι­στεύ­ουν α­λη­θι­νά, σχε­τί­ζον­ται προ­σω­πι­κά με τον Χρι­στό, νι­ώ­θουν την χά­ρη του Α­γί­ου Πνευ­μα­τος στην ζω­ή τους, α­πο­ζη­τούν την ει­ρή­νη στην ψυ­χή, πο­λε­μούν τα πά­θη τους, πο­λε­μούν να α­γα­πή­σουν τον Θε­ό, τον πλη­σί­ον και τον ε­αυ­τό τους.



Η Πα­να­γί­α εί­ναι πη­γή της χα­ράς και γη της ε­παγ­γε­λί­ας, για­τί Αυ­τή έ­φε­ρε την χα­ρά στον κό­σμο, τον Χρι­στό. Κι η μό­νη α­λη­θι­νή χα­ρά εί­ναι ο Ι­η­σούς Χρι­στός. 



 Χαί­ρε­τε και α­γαλ­λιά­σθε, μας λέ­ει ο Χρι­στός. Χαί­ρε­τε και πά­λι, λέ­ω χαί­ρε­τε, γρά­φει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος, παρ'   ό­λο που ή­ταν α­λυ­σο­δε­μέ­νος μέ­σα στη φυ­λα­κή.



Η Ορ­θο­δο­ξί­α εί­ναι θρη­σκεί­α της χα­ράς. Α­πό την ε­πο­χή των δι­ωγ­μών και της δου­λεί­ας, των μαρ­τυ­ρί­ων και των δι­ώ­ξε­ων, οι Χρι­στια­νοί α­κο­λου­θούν τον Χρι­στό σε έ­να κό­σμο α­μαρ­τί­ας, πει­νών­τας και δι­ψών­τας για την α­λη­θι­νή χα­ρά, αυ­τή που κα­νείς δεν μπο­ρεί να στε­ρή­σει. Για να εί­ναι κά­ποι­ος πραγ­μα­τι­κά Χρι­στια­νός, ο­φεί­λει να κα­τα­νο­ή­σει την μα­ται­ό­τη­τα του κό­σμου τού­του, το πε­πε­ρα­σμέ­νο των προσ­δο­κι­ών του, το σύ­νο­λο των ψευ­δαι­σθή­σε­ων του, το α­πο­τέ­λε­σμα των δι­α­ψεύ­σε­ών του, να αναγνωρίσει τα λάθη του και να α­να­ζη­τή­σει με πεί­να και δι­ψα την α­λη­θι­νή χα­ρά. Κι α­φού νι­ώ­σει την κα­τά Θε­όν α­πελ­πι­σί­α να α­πο­ζη­τή­σει την τρυ­φή και την γη της ε­παγ­γε­λί­ας.



Εί­πε ο Κύ­ριος: Χα­ρά γί­νε­ται ε­νώ­πιον των αγ­γέ­λων του Θε­ού ε­πί ε­νί α­μαρ­τω­λώ με­τα­νο­ούν­τι.



Όταν ο άν­θρω­πος ζη­τά­ την χά­ρη του Θε­ού, ό­ταν στην θέ­ση της α­πελ­πι­σί­ας βά­λει την πί­στη, ό­ταν την ώ­ρα της ορ­γής γο­να­τί­ζει και προ­σεύ­χε­ται στον α­γα­πη­μέ­νο του Χρι­στό, όταν με συντριβή αναγνωρίσει τις αστοχίες του, ό­ταν α­φή­νει πί­σω του τις ε­νο­χές του χτες και νι­κά τον φό­βο του αύ­ριο, τό­τε κα­τα­λα­βαί­νει για­τί α­πό την Πα­να­γί­α ρέ­ει μέ­λι και γά­λα.



Λέ­ει ο Μέ­γας Ντο­στο­γι­έφ­σκι: ε­ξο­μο­λο­γή­θη­κα και πα­ρά­δει­σος φύ­τρω­σε στην καρ­διά μου. Πα­ρά­δει­σος, για­τί με­τα­νο­ών­τας δια­ρκώς, ο χρό­νος μη­δε­νί­ζε­ται, οι ε­νο­χές ε­ξα­φα­νί­ζον­ται, το αύ­ριο παύ­ει να εί­ναι πη­γή άγ­χους και μέ­ρι­μνας κι ο πι­στός ζει την χα­ρά του σή­με­ρα, ό­σες λύ­πες κι αν υ­πάρ­χουν.



Αυ­τή εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή ορ­θο­δο­ξί­α, α­δελ­φοί μου, η θρη­σκεί­α της χα­ράς. Γι αυ­τήν μι­λά­ει το Ευ­αγ­γέ­λιο, αυ­τήν έ­ζη­σαν οι μάρ­τυ­ρες κι οι ό­σιοι κι οι ά­γιοι της δι­πλα­νής πόρ­τας. Αυ­τή συγ­κρά­τη­σε πάμ­πολ­λους προ­γό­νους μας σε ε­πο­χές δι­ωγ­μών και ε­θνι­κών κα­τα­στρο­φών και φτώ­χιας.



Για­τί αυ­τή την δω­ρε­ά της χα­ράς, της ου­ρά­νιας πνευ­μα­τι­κής χα­ράς δεν μπο­ρεί να μας την πά­ρει κα­νείς! Ε­πει­δή εί­ναι καρ­πός του Πνεύ­μα­τος, την δι­α­τη­ρεί ο πι­στός, εί­τε αρ­ρω­σταί­νει, εί­τε δι­ώ­κε­ται, εί­τε υ­πο­φέ­ρει και βα­σα­νί­ζε­ται α­πό α­δι­κί­ες, εί­τε συ­κο­φαν­τεί­ται α­ναι­τί­ως, εί­τε πει­ρά­ζε­ται α­πό το κα­κό.


Οι θλί­ψεις, οι α­δι­κί­ες και οι δυ­σκο­λί­ες, αν­τέ­χον­ται με χα­ρά, μό­νο όμως με τη χά­ρη του Θε­ού και την βο­ή­θεια της Πα­να­γί­ας μας. Αυ­τό εί­ναι το κοι­νό μυ­στι­κό ό­σων έ­γι­ναν μα­θη­τές του Χρι­στού μέ­σα στους αι­ώ­νες. Γι αυ­τό δι­α­δό­θη­κε με τό­ση τα­χύ­τη­τα ο Χρι­στι­α­νι­σμός κι έ­γι­νε η θρη­σκεί­α της Α­γά­πης. Την χα­ρά αυ­τή δεν μπο­ρεί να την νι­ώ­σει ό­ποι­ος δεν εί­ναι δια­ρκώς με­τα­νο­ών για τα λά­θη και τις α­στο­χί­ες του, ό­ποι­ος δεν α­γα­πά τον πλη­σί­ον του ως ε­αυ­τόν, ό­ποι­ος δεν συγ­χω­ρεί, ό­ποι­ος κλεί­νε­ται στον ε­αυ­τό του και κοι­τά το μι­κρο­συμ­φέ­ρον του, ό­ποι­ος βου­λιά­ζει στα πά­θη του…


Ο τρό­πος ζω­ής του ορ­θό­δο­ξου Χρι­στια­νού πε­ρι­γρά­φε­ται στον πε­ρί­φη­μο στί­χο του Α­πο­στό­λου Παύ­λου, στην προς Ρω­μαί­ους Ε­πι­στο­λή: Χαί­ρειν με­τά των χαι­ρόν­των και κλαί­ειν με­τά των κλαι­όν­των.



Να ζεις κά­θε μέ­ρα της ζω­ής σου συμ­πά­σχον­τας με τους άλ­λους. Αν­τί να εί­σαι κλει­σμέ­νος στα δι­κά σου, να αν­τλείς χα­ρά α­πό την χα­ρά του πλη­σί­ον και να συμ­με­τέ­χεις στην θλί­ψη του άλ­λου, έ­τσι που η καρ­διά σου να με­γα­λώ­νει και να χω­ρά­ει ό­λο τον κό­σμο.



Το να γί­νει η η λύ­πη σου λύ­πη μου, και ο πό­νος σου πό­νος μου, δεν εί­ναι εύ­κο­λο. Αλ­λά πιο δύ­σκο­λο εί­ναι η χα­ρά σου να γί­νε­ται χα­ρά μου. Η ε­πι­τυ­χί­α σου να γί­νε­ται ε­πι­τυ­χί­α μου, η ευ­τυ­χί­α σου να γί­νε­ται ευ­τυ­χί­α μου, η ε­πι­τυ­χί­α του παι­διού σου να γί­νε­ται και δι­κή μου ε­πι­τυ­χί­α. Η εμ­πει­ρί­α των Πα­τέ­ρων μας βε­βαι­ώ­νει ό­τι το συγ­χαί­ρειν, εί­ναι α­συγ­κρί­τως δυ­σκο­λό­τε­ρο α­πό το συμ­πά­σχειν.



Ό­μως αυ­τός εί­ναι ο δρό­μος προς την α­γά­πη.


Ό­λα αυ­τά θέ­λουν α­γώ­να πνευ­μα­τι­κό. Θέ­λει να βά­λου­με το Ευ­αγ­γέ­λιο στην καρ­διά μας. Η ζω­ή περ­νά, κά­θε μέ­ρα το ρο­λό­ι λει­τουρ­γεί αν­τι­στρο­φα. Μό­λις τε­λει­ώ­σει η α­φέ­λεια της πρώ­της νε­ό­τη­τας το κα­τα­λα­βαί­νου­με Σή­με­ρα υ­πάρ­χου­με, αύ­ριο θα πε­θά­νου­με. Σή­με­ρα ευ­η­με­ρού­με κι αύ­ριο πτω­χεύ­ου­με. Σή­με­ρα έ­χου­με ει­ρή­νη κι αύ­ριο τα συμ­φέ­ρον­τα των με­γά­λων μας βου­λιά­ζουν στην δυ­σκο­λί­α. Σαν τις μω­ρές παρ­θέ­νες τε­λει­ώ­νου­με τον βί­ο μας οι πε­ρισ­σό­τε­ροι άν­θρω­ποι, που πο­τέ δεν θα συ­ναν­τή­σουν τον Νυμ­φί­ο της χα­ράς, για­τί πο­τέ δεν τον α­πο­ζή­τη­σαν, η κου­ρά­στη­καν στου δρό­μου τα μι­σά, ή για­τί ο σπό­ρος έ­πε­σε σε τό­πο ά­γο­νο και δεν φύ­τρω­σε.




Ας α­να­ζη­τή­σου­με λοι­πόν α­δελ­φοί μου, την Α­να­στά­σι­μη χα­ρά που εί­ναι γέν­νη­μα της α­λη­θι­νής με­τά­νοι­ας. Η πο­ρεί­α της ζω­ής μας εί­ναι Σταυ­ρι­κή για­τί η ζω­ή εί­ναι δύ­σκο­λη και για­τί πρέ­πει να σταυ­ρώ­νου­με δια­ρκώς την φι­λαυ­τί­α μας, αλ­λά ο σκο­πός και το μέ­σον μας εί­ναι η χα­ρά. Γι’ αυ­τό και η Α­να­στά­σι­μη χα­ρά, ο­νο­μά­ζε­ται Σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μη χα­ρά. Λυ­πού­μα­στε για τα λά­θη μας, αλ­λά χαι­ρό­μα­στε την ζω­ή. Κλαί­με τις α­στο­χί­ες μας, αλ­λά ζού­με την χα­ρά της η­μέ­ρας. Θλι­βό­μα­στε για την κα­κί­α του κό­σμου τού­του που γεν­νά την βί­α, τον φα­να­τι­σμό, την α­δι­κί­α, αλ­λά α­κο­λου­θού­με τον Α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό. Βλέ­που­με τον θά­να­το να θε­ρί­ζει, αλ­λά ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο πι­στεύ­ου­με στην Α­νά­στα­ση, πα­ρα­κα­λού­με να μας δί­νει ο Θε­ός πί­στη για να αι­σθα­νό­μα­στε αι­ώ­νιοι.



Αν ο Χρι­στός δεν α­να­στή­θη­κε, τό­τε μά­ται­η εί­ναι η πί­στη μας, λέ­ει ο Α­πό­στο­λος. Ό­λα τα τρο­πά­ρια του Πά­σχα, εί­ναι γε­μά­τα α­πό χα­ρά, α­πό φως, α­πό ζω­ή, α­πό ελ­πί­δα. Η πρώ­τη λέ­ξις του Α­να­στη­μέ­νου Κυ­ρί­ου, ό­ταν εμ­φα­νί­στη­κε στις Μυ­ρο­φό­ρες, ή­ταν το «Χαί­ρε­τε». Και κεί­νες «με­τά χα­ράς με­γά­λης, έ­τρε­ξαν να α­ναγ­γεί­λουν το με­γά­λο γε­γο­νός της Α­νά­στα­σης.



Κα­θώς βα­δί­ζου­με προς το Πά­σχα ας έ­χου­με στο νου μας ό­τι α­πό την ε­πο­χή του Χρι­στού αυ­τό κά­νουν οι με­τα­νο­ούν­τες Χρι­στια­νοί. Αυ­τό εί­ναι το μή­νυ­μα του Κυ­ρί­ου στους αι­ώ­νες, η χα­ρά της Εκ­κλη­σί­ας, της λα­τρεί­ας μας. «Χαί­ρε­τε εν Κυ­ρί­ω», λέ­ει δια­ρκώς Α­πό­στο­λος Παύ­λος στις Ε­πι­στο­λές του. 

Αυ­τή την χα­ρά εί­θε να πο­θή­σου­με δια πρε­σβει­ών της Πα­να­γί­ας μας και σε και­ρούς δί­σε­κτους να ζή­σου­με την τρυ­φή που έ­νοι­ω­σαν και οι Ά­γιοι, οι ό­σιοι οι μάρ­τυ­ρες και οι δί­και­οι πριν α­πό ε­μάς. Α­μήν!




Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

ΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ;

Κήρυγμα του π. Χριστοδούλου Μπίθα 
την Κυριακή της Ορθοδοξίας

Την πρώ­τη Κυ­ρια­κή της Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής η Εκ­κλη­σί­α μας πα­νη­γυ­ρί­ζει το θρί­αμ­βο της Ορ­θο­δο­ξί­ας, της ορ­θής πί­στε­ως. Οι αι­ρέ­σεις πα­ρου­σι­ά­στη­καν α­πό την αρ­χή σχε­δόν του χρι­στι­α­νι­σμού. Οι Α­πό­στο­λοι προ­ει­δο­ποι­ού­σαν τους συγ­χρό­νους τους, και μα­ζί τους και ε­μάς, για τον κίν­δυ­νο α­πό τους ψευ­δο­δι­δα­σκά­λους.


Ο  Α­πό­στο­λος Πέ­τρος στη Β' Κα­θο­λι­κή ε­πι­στο­λή γρά­φει: «Υ­πήρ­ξαν ό­μως και ψευ­δο­προ­φή­τες με­τα­ξύ του λα­ού, ό­πως και με­τα­ξύ σας θα υ­πάρ­χουν ψευ­δο­δι­δά­σκα­λοι, οι ο­ποί­οι θα ει­σα­γά­γουν κρυ­φά αι­ρέ­σεις α­πώ­λειας και θα αρ­νι­ούν­ται και τον Δε­σπό­τη που τους ε­λευ­θέ­ρω­σε α­πό την α­μαρ­τί­α, ε­πι­φέ­ρον­τας στους ε­αυ­τούς τους γρή­γο­ρα την κα­τα­στρο­φή.  Και πολ­λοί θα τους α­κο­λου­θή­σουν στις α­σέλ­γει­ές τους, ε­ξαι­τί­ας των ο­ποί­ων η ο­δός της α­λή­θειας θα δυ­σφη­μι­στεί.  Και με πλε­ο­νε­ξί­α θα σας εκ­με­τα­λευ­τούν με πλα­στά λό­για. 


Ο Μέ­γας α­πό­στο­λος Παύ­λος, ό­πως δι­α­βά­ζου­με στις Πρά­ξεις έ­λε­γε: Ε­γώ ξέ­ρω ό­τι θα ει­σέλ­θουν σ’ ε­σάς με­τά την α­να­χώ­ρη­σή μου λύ­κοι ά­γριοι, που δε θα λυ­πούν­ται το ποί­μνιο, και α­πό ε­σάς τους ί­διους θα βγούν πρό­σω­πα που θα δι­δά­σκουν πλά­νες, για να πα­ρα­σύ­ρουν πι­στούς με το μέ­ρος τους.  Γι’ αυ­τό α­γρυ­πνεί­τε και να θυ­μά­στε ό­τι για τρί­α έ­τη νύ­χτα και η­μέ­ρα δεν έ­πα­ψα με δά­κρυ­α να νου­θε­τώ τον κα­θέ­ναν σας ξε­χω­ρι­στά. 


Πολ­λοί τέ­τοι­οι ψευ­δο­δι­δά­σκα­λοι και σχι­σμα­τι­κοί παρουσιάστηκαν στους πρώ­τους αι­ώ­νες του χρι­στι­α­νι­σμού. Αι­ρέ­σεις τά­ρα­ζαν την Εκ­κλη­σί­α ο­λό­κλη­ρους αι­ώ­νες, ό­πως οι αι­ρέ­σεις του Α­ρεί­ου, του Μα­κε­δο­νί­ου, του Ευ­τη­χούς, του Δι­ο­σκό­ρου, του Νε­στο­ρί­ου καθώς και η αί­ρε­ση της ει­κο­νο­μα­χί­ας που στά­θη­κε α­φορ­μή να θε­σπι­στεί και η ση­με­ρι­νή γι­ορ­τή κα­τά την σύ­νο­δο του 843.


Η αί­ρε­ση της ει­κο­νο­μα­χί­ας, ε­πέ­φε­ρε ταλαιπώρησε την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Εκ­κλη­σί­α. Εμ­φα­νί­στη­κε στα χρό­νια του  Λέ­ον­τος Ι­σαύ­ρου, που έγινε αυτοκράτορας το 717. Πα­ρά τις κα­λές προ­θέ­σεις του και την προ­σπά­θειά του να ε­λέγ­ξει την αυ­θαι­ρε­σί­α παν­το­δύ­να­μων μο­να­στη­ρι­ών με κο­σμι­κό φρό­νη­μα που είχαν ιδρυθεί γύρω από την Κωνσταντινούπολη και την σχε­δόν ει­δω­λο­λα­τρι­κή προ­σέγ­γι­ση στις ει­κό­νες α­πό α­μα­θείς πι­στούς, ο κα­τά τα άλ­λα κα­λός (στην διοίκηση) αυ­το­κρά­το­ρας πα­ρα­σύρ­θη­κε σε βί­αια στά­ση κι έ­γι­νε αί­τιος να αρ­χί­σει α­νε­λέ­η­τος δι­ωγ­μός. Ο δι­ωγ­μός συ­νε­χί­στη­κε και α­πό τους ε­πό­με­νους αυ­το­ρά­το­ρες για πολ­λά χρό­νια.


Ό­ταν έ­γι­νε αυ­το­κρά­τει­ρα η Ει­ρή­νη η Αθηναία, στα­μά­τη­σε προ­σω­ρι­νά ο δι­ωγ­μός. Το 787 συγ­κά­λε­σε την Ζ' Οι­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, η ο­ποί­α δι­α­τύ­πω­σε την ορ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α πε­ρί της τι­μη­τι­κής προ­σκύ­νη­σης των ι­ε­ρών ει­κό­νων. Αλ­λά και με­τά την σύ­νο­δο υ­πήρ­ξαν αυ­το­κρά­το­ρες ει­κο­νο­μά­χοι. Η φο­βε­ρή αυ­τή έ­ρις τε­λεί­ω­σε ο­ρι­στι­κά ε­πί της Αυ­γού­στας Θε­ο­δώ­ρας, ό­ταν το 842 συγ­κλή­θη­κε η το­πι­κή σύ­νο­δος στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη η ο­ποί­α ε­πι­κύ­ρω­σε την ορ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α. Η σύ­νο­δος αυ­τή α­να­θε­μά­τι­σε ό­λους αυ­τούς που τολ­μούν να λέ­νε ό­τι η προ­σκύ­νη­ση των ι­ε­ρών ει­κό­νων εί­ναι ει­δω­λο­λα­τρί­α και οι ορ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί εί­ναι ει­δω­λο­λά­τρες.


Υ­πάρ­χουν σή­με­ρα αι­ρε­τι­κοί Χρι­στια­νοί που λέ­νε τα ί­δια. Α­πο­κα­λούν τις ει­κό­νες μας εί­δω­λα και ε­μάς ει­δω­λο­λά­τρες. Α­γνο­ών­τας την ι­στο­ρί­α και την ορ­θή ά­πο­ψη που δι­α­τυ­πώ­θη­κε α­πό τον Ά­γιο Ι­ω­άν­νη τον Δα­μα­σκη­νό και ε­πι­κυ­ρώ­θη­κε α­πό την Σύ­νο­δο, ό­τι ἡ τῆς εἰ­κό­νος τι­μὴ ἐ­πὶ τὸ πρω­τό­τυ­πον δι­α­βαί­νει, έ­χουν την εν­τύ­πω­ση οι κα­η­μέ­νοι ό­τι προ­σκυ­νά­με τα ξύ­λα.


Σή­με­ρα έ­χου­με πολ­λές και­νού­ρι­ες αι­ρέ­σεις και σχί­σμα­τα που ε­πα­να­λαμ­βά­νουν αυ­τά που ή­δη έ­χουν πει οι πα­λαι­οί αι­ρε­τι­κοί. Αυ­τά που λέ­νε οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί, οι κά­θε λο­γής Ευ­αγ­γε­λι­κοί, οι Πεν­τη­κο­στια­νοί, κι έ­να σω­ρό άλ­λες Α­με­ρι­κα­νι­κής προ­έ­λευ­σης αι­ρέ­σεις κα­θώς και οι Ι­ε­χω­βά­δες. Αυ­τά που λέ­νε οι φα­να­τι­κοί Πα­λαι­ο­η­με­ρο­λο­γί­τες και τό­σοι άλ­λοι.

Τι θα πει αι­ρε­τι­κός; Η λέ­ξη προ­έρ­χε­ται α­πό το αρ­χαί­ο ρή­μα αι­ρού­μαι, που ση­μαί­νει προ­τι­μώ, ε­πι­λέ­γω, ε­κλέ­γω. Αι­ρε­τι­κός εί­ναι αυ­τός που ε­πι­λέ­γει α­πό­ψεις που πα­ρεκ­κλί­νουν α­πό την α­λή­θεια. 


Και η μό­νη α­λή­θεια για τους Ορ­θο­δό­ξους εί­ναι πως ο σταυ­ρω­μέ­νος κι α­να­στη­μέ­νος Ι­η­σούς Χρι­στός εί­ναι ο Υι­ός του Θε­ού και πως πι­στεύ­ου­με στον Τρι­α­δι­κό Θε­ό της Α­γά­πης έ­τσι ό­πως α­να­γρά­φε­ται στο Ευ­αγ­γε­λιο κι ό­πως κη­ρύ­χτη­κε α­πό τους Α­πο­στό­λους, τους μάρ­τυ­ρες, τους νε­ο­μάρ­τυ­ρες, τους ο­σί­ους, τους δι­καί­ους και τους α­γί­ους της δι­πλα­νής πόρ­τας.


Συ­νε­πώς δεν εί­ναι Χρι­στια­νός Ορ­θό­δο­ξος:


Ό­ποι­ος δεν δέ­χε­ται το Ευ­αγ­γέ­λιο και την Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη έτσι ό­πως ερ­μη­νεύ­ε­ται α­πό την Και­νή δι­α­θή­κη.


Ό­ποι­ος αρ­νεί­ται την πα­ρά­δο­ση αυ­τή των Α­πο­στό­λων, των Πα­τέ­ρων και των Α­γί­ων που μαρ­τύ­ρη­σαν με την ζω­ή της και πέ­θα­ναν α­πό α­γά­πη στον πλη­σί­ον και τον θε­ό.


Δεν εί­ναι Ορ­θό­δο­ξος ό­ποι­ος α­δι­α­φο­ρεί για την δι­δα­σκα­λί­α του Κυ­ρί­ου και των α­πο­στό­λων, δεν δέ­χε­ται την Εκ­κλη­σί­α ως κι­βω­τό της α­λή­θειας, μι­λά­ει για μια α­νώ­τε­ρη δύ­να­μη και δεν πι­στεύ­ει στην Α­νά­στα­ση. Εί­ναι σαν να α­κυ­ρώ­νει την εν­σάρ­κω­ση του Κυ­ρί­ου και την δι­δα­σκα­λί­α του. Πως μπο­ρείς να πι­στεύ­εις σε έ­να Θε­ό που δεν ξέ­ρεις τι δί­δα­ξε; Πως μπο­ρείς να προ­σκυ­νάς Α­γί­ους αν δεν ξέ­ρεις τι δί­δα­ξαν και για­τί μαρ­τύ­ρη­σαν; Αν δεν κα­τα­λα­βαί­νεις ό­τι η μο­να­δι­κή τι­μή στον ά­γιο εί­ναι η μί­μη­σή του.


Ό­ποι­ος δεν πι­στεύ­ει ό­τι ο Θε­ός «α­γά­πη ε­στί», ό­πως α­να­γρά­φει ο Ευ­αγ­γε­λι­στής Ι­ω­άν­νης. Ά­ρα ό­ποι­ος πι­στεύ­ει στην βί­α, στην αδικία, το μί­σος, τον δι­χα­σμό, στην βα­ναυ­σό­τη­τα, στον ρα­τσι­σμό, στην πε­ρι­φρό­νη­ση του δι­πλα­νού.


 Ο Θεός της α­γά­πης ζή­τη­σε: ΝΑ ΑΓΑΠΑΤΕ τον πλη­σί­ον, να α­γα­πά­τε τους ε­χθρούς σας, κά­νε­τε κα­λό σ’ αυ­τούς που σας μι­σούν,  ευ­λο­γεί­τε αυ­τούς που σας κα­τα­ρι­ούν­ται, προ­σεύ­χε­στε γι’ αυ­τούς που σας βλά­πτουν. Σ’ ό­ποι­ον σε χτυ­πά στη μια πλευ­ρά του σα­γο­νιού σου πά­ρε­χε και την άλ­λη, και α­πό αυ­τόν που σου παίρ­νει το πα­νω­φό­ρι μην τον εμ­πο­δί­σεις να πά­ρει και το που­κά­μι­σο. (Λουκ. 6,28)


Ά­ρα δεν εί­ναι Ορ­θό­δο­ξος Χρι­στια­νός ό­ποι­ος θε­ω­ρεί ό­τι «ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα», για λό­γους οι­κο­νο­μι­κούς, για λό­γους φυ­λε­τι­κούς, για λό­γους πο­λι­τι­κούς και θέ­λει να ε­ξο­λο­θρεύ­σει τους άλ­λους. Κα­νέ­να κόμ­μα δεν έ­χει δι­καί­ω­μα να μι­λά­ει για Χρι­στι­α­νι­σμό αν πι­στεύ­ει στην βί­α και στο μί­σος, αν δεν δέ­χε­ται τον Α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό.


Δεν εί­ναι Ορ­θό­δο­ξος ό­ποι­ος στο ό­νο­μα ο­ποι­ασ­δή­πο­τε κοι­νω­νι­κής δι­και­ο­σύ­νης θέ­λει να ξε­πα­στρέ­ψει τους αν­τί­πα­λους του για να φέ­ρει τον δι­κό του ψευ­το­πα­ρά­δει­σο. Ο ει­κο­στός αι­ώ­νας φέ­ρει το φρι­κτό στίγ­μα των ε­κα­τον­τά­δων ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων νε­κρών, ε­πει­δή οι μά­ζες σα­γη­νεύ­τη­καν α­πό δι­α­φό­ρων λο­γι­ών πα­ρα­δεί­σους που έ­τα­ζαν ψω­μί και ε­ξου­σί­α.


Δεν εί­ναι ορ­θό­δο­ξος, δεν έ­χει ορ­θή πί­στη, ό­ποι­ος στο ό­νο­μα του Χρι­στού, βρί­ζει ό­λους τους πα­ρα­πά­νω, τους μι­σεί και θέ­λει να τους ε­ξο­λο­θρεύ­σει. Δεν έ­χει ορ­θή πι­στη ό­ποι­ος χρη­σι­μο­ποι­εί την Ορ­θο­δο­ξί­α ως ι­δε­ο­λο­γί­α για να κη­ρύτ­τει θρη­σκευ­τι­κό φα­να­τι­σμό, να αυ­το­δι­και­ώ­νε­ται Φα­ρι­σα­ϊ­κά α­πέ­ναν­τι στον αμα­ρτω­λό, ό­ποι­ος αν­τί να βλέ­πει τους άλ­λους ως ει­κό­νες Χρι­στού τους βλέ­πει σαν ε­χθρούς.


Δεν εί­μαι Ορ­θό­δο­ξος, α­κό­μα κι αν εί­μαι κλη­ρι­κός ή α­σκη­τής, α­κό­μα κι  αν ξέ­ρω να μι­λώ ό­λες τις γλώσ­σες των αν­θρώ­πων και των αγ­γέ­λων, αλ­λά δεν έ­χω α­γά­πη, τό­τε εί­μαι έ­νας ά­ψυ­χος χαλ­κός που βου­ί­ζει ή κύμ­βα­λο που ξε­κου­φαί­νει με τους κρό­τους του. Α­κό­μα κι αν έ­χω το χά­ρι­σμα να προ­φη­τεύ­ω και να γνω­ρί­ζω ό­λα τα μυ­στή­ρια και ό­λη τη γνώ­ση, και αν έ­χω ό­λη την πί­στη, ώ­στε να με­τα­κι­νώ με τη δύ­να­μη της α­κό­μη και βου­νά, αλ­λά δεν έ­χω α­γά­πη, τό­τε δεν εί­μαι τί­πο­τε α­πο­λύ­τως, όπως λέει ο Μέγας Παύλος.


Και αν που­λή­σω ό­λη την πε­ρι­ου­σί­α μου για να χορ­τά­σω με ψω­μί ό­λους τους φτω­χούς, και αv πα­ρα­δώ­σω το σώ­μα μου για να κα­εί, αλ­λά α­γά­πη δεν έ­χω, τό­τε σε τί­πο­τε δεν ω­φε­λού­μαι.


Βε­βαί­ως, ε­πει­δή εί­μα­στε α­δύ­να­μοι, μπο­ρεί να μην έ­χου­με πα­ρά λί­γα α­π’­ό­λα αυ­τά που χα­ρα­κτη­ρί­ζουν την ορ­θή πί­στη. Αν ό­μως α­να­γνω­ρί­ζου­με την α­δυ­να­μί­α μας, κα­τα­λα­βαί­νου­με τα λά­θη μας, κλαί­με για τις α­μαρ­τί­ες μας, προ­σπα­θού­με να στα­μα­τά­με το μί­σος και την κα­τά­κρι­ση, αν δη­λα­δή πα­ρά την α­σθε­νειά μας, με­τα­νο­ού­με και αγαπάμε και ευ­χα­ρι­στού­με, χαι­ρό­μα­στε και ευ­χό­μα­στε, τό­τε τα α­δύ­να­τα στους αν­θρώ­πους γί­νον­ται δυ­να­τά με την χά­ρη του Θε­ού. 


Αυ­τό εί­ναι η Ορ­θο­δο­ξί­α α­δελ­φοί μου, ό­χι μια α­κό­μα θρη­σκεί­α, αλ­λά η πί­στη στον Σταυ­ρω­μέ­νο κι ανα­στη­μέ­νο Χρι­στό της Α­γά­πης.


Α­κρι­βώς γι' αυ­τό το λό­γο ο­ρί­στη­κε αυ­τή την η­μέ­ρα να ψάλ­λε­ται δο­ξο­λο­γί­α ως ευ­χα­ρι­στί­α στο Θε­ό για την στε­ρέ­ω­ση της Ορ­θο­δο­ξί­ας.



Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Εί­ναι μύ­θος η ά­πο­ψη ό­τι η ι­δε­ο­λο­γί­α της Χρυ­σής Αυ­γής αν­τί­κει­ται στον Χρι­στι­α­νι­σμό;




 Ίσως κά­ποι­ος α­να­γνώ­στης να α­να­ρω­τη­θεί για­τί α­να­φε­ρό­μα­στε με την ανάρτηση αυτή στην Χρυ­σή Αυ­γή κι ό­χι στα ά­κρα της άλ­λης πλευ­ράς. Αφού διαβάσει βέβαια ο αναγνώστης τα όσα φρικτά έχουν γραφτεί από τους ηγέτες της Χ.Α. ενάντια στην Ορθόδοξη πίστη θα καταλάβει.



Όμως, να το­νί­σου­με κατηγορηματικά ό­τι εί­μα­στε ε­νάν­τια σε κά­θε μορ­φής βί­ας, συ­νε­πώς και στον Στα­λι­νι­σμό και στην δικτατορία του προλεταριάτου και σε κά­θε ά­κρο, που αν­τί για την Α­γά­πη πρε­σβεύ­ει το μί­σος και θε­ω­ρεί ό­τι «ο ο­ποισ­δή­πο­τε σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα». Επίσης δι­αφ­ωνού­με κάθετα με την βί­α που ε­πι­χει­ρεί να δι­και­ο­λο­γή­σει ο φον­τα­μεν­τα­λι­στι­κός προ­τε­σταν­τι­κός «χρι­στι­α­νι­σμός», και με οποιουδήποτε είδους «σταυροφορία», διαφωνούμε με κάθε μορφής ολοκληρωτισμό, κόκκινο, μαύρο, θρησκευτικό, ισλαμικό κλπ.



Αγαπάμε την πατρίδα μας και τον πολιτισμό μας σε όλη την μακραίωνη ιστορία της, αλλά διαφωνούμε με τις ακραίες αρχαιολατρικές θρησκείες του μίσους και του παραλογισμού. 

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι μια ακόμα θρησκεία, αλλά ζωντανή σχέση με τον Σταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό, στον Τριαδικό Θεό της Αγάπης, όπως καταγράφται από την ζωντανή παράδοση των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας και διατυπώνεται στο Ευαγγέλιο.  







Α­πό­σπα­σμα α­πό άρ­θρο του Βα­σί­λη Αρ­γυ­ριά­δη, που δη­μο­σι­εύ­τη­κε στο πε­ρι­ο­δι­κό ΣΥΝΑΞΗ (Μάρ­τιος 2013) με τί­τλο, «Τέσ­σε­ρις πλά­νες κι έ­να βι­βλί­ο». (Το άρθρο έχει με αφορμή το βιβλίο «Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής» του Δημ. Ψαρρά, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2012)

… Για την ι­δε­ο­λο­γί­α της Χρυ­σής Αυ­γής ο χρι­στι­α­νι­σμός εί­ναι τμή­μα του «απε­χθούς» Ε­βρα­ϊ­σμού. Α­να­φέ­ρει η Δι­α­κή­ρυ­ξη των Ιδεολογικών Αρχών τους: «Ο Ι­ου­δαι­οχρι­στι­α­νι­σμός... με το ι­σο­πε­δω­τι­κό του μι­κρό­βιο και το μεσ­σι­α­νι­κό του κή­ρυγ­μα, έ­φθει­ρε και α­νέ­τρε­ψε τις πα­ρα­δο­σια­κές δο­μές των αρ­χαί­ων κοι­νω­νι­ών... Έ­τσι αυ­τή η θρη­σκεί­α των δού­λων και των Ε­βραί­ων προ­σέ­λα­βε τις δι­α­στά­σεις μιας ο­ρι­ζόν­τιας ε­πι­δη­μίας που στα­δια­κά πρό­σβα­λε ο­λους τους λα­ούς της Ευ­ρώ­πης, για να κα­τα­στεί στη συ­νέ­χεια και για πολ­λούς αι­ώ­νες το δε­σμω­τήριο το­υ Ευρω­πα­ϊ­κο­ύ Πο­λι­τι­σμού» [σ. 238].



Και στο πε­ρι­ο­δι­κό τους οι χρυ­σαυ­γί­τες δη­λώ­νουν α­πε­ρί­φρα­στα το 1981: «Εί­μα­στε πα­γα­νι­στές για­τί στη θέ­ση των η­ρώ­ων και των φι­λο­σό­φων μας δεν θα μπο­ρέ­σου­με πο­τέ να βά­λου­με προ­φή­τες σκο­τει­νούς και βα­σι­λιά­δες αι­μο­στα­γείς ε­νός ά­ξε­στου νο­μα­δι­κο­ύ λα­ο­ύ... Εί­μα­στε εξ­τρε­μιστές για­τί η ι­στο­ρί­α γρά­φε­ται α­πό πα­ρά­τολ­μους δη­μι­ουρ­γούς με με­τα­φυ­σι­κές πα­ρορ­μή­σεις και ό­χι α­πό φι­λή­συ­χα αν­θρω­πά­κια, υ­πη­ρέ­τες της Εβραϊκής σα­πί­λας» [σ. 39].


Και το 2007: «Το μα­κρο­βι­ό­τε­ρο Κί­νη­μα των Ελλήνων Ε­θνι­κι­στών Χρυ­σή Αύ­γή, ουδέ­πο­τε στα 26 χρό­νια το­υ ι­δε­ο­λο­γι­κού της α­γώ­νος στά­θη­κε αρ­νη­τι­κή α­πέ­ναν­τι σε κά­ποι­ες προ­σπά­θει­ες που πα­ρα­τη­ρούν­ται α­πό ο­ρι­σμέ­νους συμ­πα­τρι­ώ­τες μας για την α­να­βί­ω­ση της Ελληνικής Πα­τρώ­ας Θρη­σκεί­ας. Της πα­τρο­πα­ρά­δο­της δη­λα­δή ευ­σέ­βειας των Αρ­χαί­ων Προ­γό­νων μας που σε ε­πί­πε­δο κο­σμο­θε­ω­ρη­τι­κό ε­ξέ­φρα­ζε έ­να λα­ό φυ­λε­τι­κά ο­μοι­ο­γε­νή, με ι­σχυ­ρή πί­στη στα ι­δα­νι­κά της Ε­θνι­κής Κοι­νό­τη­τος» [σ. 229].



  Το «ά­νοιγ­μα» που έ­χει κά­νει στην Ορθοδοξία η Χ.Α., α­πό τη στιγ­μή που ει­σήλ­θε στο κοι­νο­βού­λιο, έ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νη ερ­μη­νεί­α: «Πι­στεύ­ου­με σε έ­ναν Ελληνικό Χρι­στι­α­νι­σμό...», γρά­φει ο Ν. Μι­χα­λο­λιά­κος, «Βλέ­που­με στη γλυ­κιά μορ­φή της Πα­να­γί­ας-Στρα­τη­γού την Παλ­λά­δα-Αθηνά (!), βλέ­που­με στην ε­ορ­τή των Χρι­στου­γέν­νων την ημέ­ρα το­υ Ανίκητου Ή­λιου (!), στην η­μέ­ρα της Αναστάσεως ό­χι το ε­βρα­ϊ­κό Πά­σχα, αλ­λά τα αν­θε­στή­ρια (!)» [σ. 248].



Το «άνοιγ­μα» έ­χει ε­πί­σης συγ­κε­κρι­μέ­να πλαί­σια (τα πλαί­σια που έ­χει ή­δη θέ­σει στην ι­στο­ρί­α η να­ζι­στι­κή Γερ­μα­νί­α): «Οφείλουμε να θυ­μη­θο­ύ­με τη στά­ση που κρά­τη­σε α­πέ­ναν­τι στη θρη­σκεί­α η Ε­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κή Γερ­μα­νί­α το­υ Τρί­του Ρά­ιχ... Λέ­γον­τας οι Γερ­μα­νοί Εθνι­κο­σο­σι­α­λι­στές ότι πι­στεύ­ουν σε έ­να "θε­τι­κό χρι­στι­α­νι­σμό" εν­νο­ο­ύ­σαν α­κρι­βώς αυτό: ότι η θρη­σκεί­α εί­ναι επι­θυ­μη­τή, εφό­σον δεν στέ­κε­ται εμ­πό­διο στις ε­θνι­κές και φυ­λε­τι­κές ε­πι­δι­ώ­ξεις το­υ Κρά­τους», ανα­φέ­ρει το πε­ρι­ο­δι­κό έν­τυ­πο της Χ.Α. [σ. 230]. Με άλ­λα λό­για, για τη Χ.Α., ο χρι­στι­α­νι­σμός εί­ναι α­νε­κτός, υ­πό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι θα α­πο­κη­ρύ­ξει τον πυ­ρή­να της Και­νής Δι­α­θή­κης και ο­λό­κλη­ρη την Πα­λαι­ά...



Ας μας ε­πι­τρα­πεί στο ση­μεί­ο αυτό να εκ­θέ­σου­με κά­ποι­α α­κό­μη ντο­κου­μέν­τα το­υ βι­βλί­ου το­υ Δημήτρη Ψαρρά, ζη­τών­τας εκ προ­οι­μί­ου συγ­γνώ­μη από τους ευ­αίσθη­τους α­να­γνώ­στες, για κά­ποι­ες ο­λό­τε­λα α­νάρ­μο­στες εκ­φρά­σεις που τα ντο­κου­μέν­τα αυ­τά πε­ρι­λαμ­βά­νουν.



Ποί­η­μα το­υ Νί­κου Μι­χα­λο­λιά­κου: «Σι­γή στο δά­σος πα­γε­ρή, ο­σμή εγ­κλήμα­τος·/ σύλ­λη­ψις της στιγ­μής και αν­θρω­πο­θυ­σία./ Τρα­γό­μορ­φος ε­πρό­βα­λε το­υ Μύ­θου νο­σταλ­γός,/ Σα­τα­νι­κά υπέ­ρο­χος, ο Μέ­γας Παν./ Ώ­ρα το­υ δει­λινο­υ, το σκό­τος ανα­τέλ­λει/ και οι εξό­ρι­στοι της μέ­ρας/ οι ε­ω­σφό­ροι, οι ποι­η­τές ξυ­πνο­ύνε·/ η­δο­νι­κά με βλέμ­μα κόκ­κι­νο, θο­λό τυ­ρα­γνι­σμέ­νο/ μιά κί­τρι­νη Σε­λή­νη που προ­βάλ­λει αν­τι­κρί­ζουν/ και τα στοι­χειά της νύ­χτας ξα­να­ζού­νε,/ οι μο­νο­μά­χοι, οι κρε­μα­σμέ­νοι και οι συ­νω­μό­τες./ Και Αυ­τός στη μέ­ση το­υ Να­ο­ύ,/ στο κέν­τρο της τε­ρά­στιας αι­μά­τι­νης κη­λί­δας,/ στο βά­θρο το­υ Βω­μο­ύ./ Τρα­γό­μορ­φος, Σα­τα­νι­κά υ­πέ­ρο­χος/ την ώ­ρα δο­ξά­ζει της θυ­σί­ας,/ των ευ­γε­νών εν­στίκτων και της βί­ας,/ Αυτός ο Αι­ώ­νιος Κυ­βερ­νή­της, ο Μέ­γας Παν». Το ποί­η­μα φέ­ρει τον τί­τλο «Ο Μέ­γας Παν» και όλως πε­ρι­έρ­γως θυ­μί­ζει το δι­ά­ση­μο έρ­γο «Ύμνος στον Πά­να», το­υ δι­α­βό­η­του σα­τα­νι­στή το­υ 20ου αι­ώ­να Άλι­στερ Κρό­ου­λι. Η ομοι­ό­της θα ή­ταν σύμ­πτω­ση α­πλή (έ­στω και «δι­α­βο­λι­κή»), αν η α­πο­κρυ­φι­στι­κή ορ­γά­νω­ση το­υ Ά­λι­στερ Κρό­ου­λι (της ο­ποί­ας μέ­λος, κα­τά τη δι­ε­θνή νε­ο­να­ζι­στι­κή πα­ρα­φι­λο­λο­γί­α, ή­ταν και ο Α­δόλ­φος Χί­τλερ) δεν έ­φε­ρε το όνο­μα Ερ­μη­τι­κό Τάγ­μα της Χρυ­σής Αυγής [σσ. 286-288 και 276),



Σε μια άλ­λη ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή (το­υ Οδυσσέα Πα­τε­ρά­κη), ο Πρό­λο­γος εί­ναι γραμ­μέ­νος από τον Νί­κο Μι­χα­λο­λιά­κο. Στη συλ­λο­γή αυτή πε­ρι­έ­χε­ται το εξής στι­χούρ­γη­μα: «Σκύ­ψε· τα χέ­ρια σου ά­πλω­σε και πά­ρε την ψυ­χή μου-/ σ' εσέ­να α­νή­κει, ω Σα­τα­νά, κι ε­δώ και μπρος και πάν­τα,/ για­τί το τόλ­μη­σα κι ε­γώ, το πως να το ρω­τή­σω,/ γί­νε­ται να '­ναι δί­και­ος, ο δη­μι­ουρ­γός της πλά­σης». Η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή φέ­ρει τον εύ­γλωτ­το τί­τλο Το Αστραφτερό σκο­τά­δι το­υ Εωσφόρου και στον Πρό­λο­γο έ­χει γρά­ψει γι' αυτή ο Νί­κος Μι­χα­λο­λιά­κος: «Εκείνο το οπο­ίο προ­σω­πι­κώς πε­ρισ­σό­τε­ρο τι­μώ εις το Αστραφτερό σκο­τά­δι το­υ Εωσφόρου εί­ναι η Πνευ­μα­τι­κή Τόλ­μη και η Ι­δε­ο­λο­γι­κή Συ­νέ­πεια. Η Πνευ­μα­τι­κή Τόλ­μη ε­νός νέ­ου αν­θρώ­που να μην υ­πο­λο­γί­ζει τον σκο­τα­δι­σμόν εί­κο­σι αι­ώ­νων και να τολ­μά α­να­φο­ράς εις τους πα­λαι­ούς απω­λε­σθέν­τας πα­ρα­δεί­σους, οι ο­ποίοι συγ­χρό­νως εί­ναι και οι μελ­λον­τι­κοί κό­σμοι των ο­νεί­ρων μας, τα ο­πο­ία με την βού­λη­σίν μας θα γί­νουν πραγ­μα­τι­κό­της» [σ. 289].

 

Ο βου­λευ­τής και μέ­λος της Κεν­τρι­κής Ε­πι­τρο­πής της Χ.Α. Γι­ώρ­γος Γερ­μέ­νης (γνω­στός και με το ψευ­δώ­νυ­μο «Καιά­δας») πα­ρα­βρέ­θη­κε στις 8.9.2012 στο Πα­νη­γύ­ρι της Πα­να­γί­ας Παν­το­βα­σί­λισ­σας στη Ρα­φή­να, ε­πι­κε­φα­λής κλι­μα­κί­ου της Χ.Α. (ή­ταν τό­τε που έ­γι­ναν και τα ε­πει­σό­δια με τους μι­κρο­πω­λη­τές). Η δή­λω­ση που έ­κα­νε στις τη­λε­ο­πτι­κές κά­με­ρες κρί­θη­κε ευ­σε­βής: «Ηρ­θα­με κι ε­με­ις να τι­μή­σου­με την Πα­να­γί­α», ειπε. Εντούτοις, η άλ­λη ι­δι­ό­τη­τα και δρά­ση του εν λό­γω βου­λευ­τή θέ­τει εν αμ­φι­βό­λω την ει­λι­κρί­νεια της τη­λε­ο­πτι­κής δή­λω­σης: ο Γι­ώρ­γος Γερ­μέ­νης εί­ναι μέ­λος του ελ­λη­νονορ­βη­γι­κο­ύ συγ­κρο­τή­μα­τος Naer Mataron (black metal ο­νο­μά­ζε­ται ή μου­σι­κή που παί­ζουν) και έ­να από τα τρα­γού­δια του ανα­φέ­ρει εν­δει­κτι­κά: «... Για μι­σό εκατομ­μύ­ριο χρό­νια ο Θε­ός κα­θό­τα­νε/ και έ­βλε­πε τον έ­να να βγά­ζει το μά­τι το­υ αλ­λου­νο­ύ/ Και μό­νο τό­τε εί­χε τη λαμ­πρή ι­δέ­α/ να στεί­λει τον μπά­σταρ­δο γιο του, τον γαμ----* Ι­η­σο­ύ Χρι­στό/ Αλ­λά τώ­ρα θρι­αμ­βεύ­ει ο Δι­ά­βο­λος/ Θ' α­φή­σου­με την εκ­κλη­σία να σα­πί­σει/ και θα σφά­ξου­με στην α­γία τρά­πε­ζά τους τους ηλί­θιους...» [σσ. 305-307].



Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ




Σω­τη­ρί­ου Ν. Κόλ­λια




              Με τη χά­ρη του Θε­ού συνεχίζεται το ταξίδι μας στην Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή και προ­ε­τοι­μαζόμαστε να υ­πο­δε­χτού­με βι­ω­μα­τι­κά το πά­θος και την Α­νά­στα­ση του Χρι­στού. Η ι­ε­ρή, λοι­πόν, αυ­τή πε­ρί­ο­δος α­παι­τεί α­πό τους ευ­σε­βείς χρι­στια­νούς πνευ­μα­τι­κή ζω­ή και ε­ξά­σκη­ση των α­ρε­τών. Πως αλ­λι­ώς θα αν­τι­κρί­σου­με τον Κύ­ριο μας ε­πά­νω στο Σταυ­ρό Του, ο Ο­ποί­ος βα­σα­νί­στη­κε, τα­πει­νώ­θη­κε και πέ­θα­νε για ό­λους ε­μάς, ε­άν δεν Του δεί­ξου­με την ευ­γνω­μο­σύ­νη μας με το να α­γω­νι­στού­με στο ε­λά­χι­στο, σε σχέ­ση με τις δι­κές του ευ­ερ­γε­σί­ες; Άλ­λω­στε, οι θυ­σί­ες των αν­θρώ­πων, συ­νι­στούν αν­τα­πό­δο­ση και ο­φει­λή, ε­νώ ό,τι δί­δει ο Θε­ός εί­ναι χά­ρις και με­γα­λο­δω­ρί­α.


              Η πο­ρεί­α της Σα­ρα­κο­στής έ­χει ως σκο­πό να φτά­σου­με στην Α­νά­στα­ση και να συ­ναι­σθαν­θού­με αυ­τό το με­γά­λο μυ­στή­ριο. Έ­να μυ­στή­ριο που τό­σο δύ­σκο­λα το χω­ρά­ει ο νους του αν­θρώ­που! Συ­νε­πώς, πρώ­το στά­διο εί­ναι να κα­τα­νο­ή­σου­με το νό­η­μα της Α­να­στά­σε­ως, για να ρι­ζώ­σει στα­θε­ρά στην καρ­διά μας ο λό­γος της πο­ρεί­ας μας στη Σα­ρα­κο­στή. Πρό­τυ­πα και βο­η­θοί μας εί­ναι οι ά­γιοι, αυ­τοί που γεύ­θη­καν το φως και τη χα­ρά της Α­να­στά­σε­ως, για­τί πρώ­τα βί­ω­σαν το Γολ­γο­θά του προ­σω­πι­κού τους α­γώ­να κι έ­κα­ναν δι­κό τους τον πό­νο ό­λου του κό­σμου. Δυ­στυ­χώς πολ­λοί εξ η­μών δη­λώ­νου­με ό­τι πι­στεύ­ου­με στον Χρι­στό και την Α­νά­στα­σή Του, αλ­λά η ζω­ή μας φα­νε­ρώ­νει το αν­τί­θε­το. Ζού­με έ­τσι έ­να εί­δος πνευ­μα­τι­κής πε­νί­ας, μια α­συμ­φω­νί­α λό­γων και έρ­γων, που α­πο­τε­λεί το με­γά­λο σκάν­δα­λο για τους άλ­λους και το κυ­ρι­ό­τε­ρο εμ­πό­διο για να πλη­σιά­σουν τον Χρι­στό και την Εκ­κλη­σί­α.
 

              Αρ­χί­ζου­με, λοι­πόν, το πνευ­μα­τι­κό μας τα­ξί­δι στην Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή με την Κυ­ρια­κή της Συγ­γνώ­μης, ό­που προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε ού­τως ώ­στε με τα­πεί­νω­ση και συγ­χώ­ρε­ση ο έ­νας προς τον άλ­λο, να ξε­κι­νή­σου­με την πο­ρεί­α α­νε­βαί­νον­τας στα­δια­κά την κλί­μα­κα των α­ρε­τών. Α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι να αρ­χί­σου­με α­γα­πη­μέ­νοι και συγ­χω­ρη­μέ­νοι τον δρό­μο αυ­τό, δι­α­φο­ρε­τι­κά η ο­ποι­α­δή­πο­τε προ­σπά­θεια, ό­σο α­σκη­τι­κή κι αν εί­ναι, δεν θα καρ­πο­φο­ρή­σει, κα­θώς δεν θα έ­χει α­πο­βλη­θεί α­πό μέ­σα μας το με­γα­λύ­τε­ρό μας πά­θος, ο ε­γω­ι­σμός μας. Η προ­σπά­θεια αυ­τή σί­γου­ρα δεν εί­ναι εύ­κο­λη και χρει­ά­ζε­ται με­γά­λος πνευ­μα­τι­κός α­γώ­νας. 


Κά­θε ε­βδο­μά­δα της Σα­ρα­κο­στής πο­λύ ορ­θά τί­θεν­ται νέ­οι στό­χοι και νέ­ες προ­κλή­σεις. Με τις προ­η­γι­α­σμέ­νες α­κο­λου­θί­ες των τι­μί­ων δώ­ρων, η Εκ­κλη­σί­α μας δί­δει τη δυ­να­τό­τη­τα στους πι­στούς να προ­σέρ­χον­ται πιο συ­χνά στο ι­ε­ρό πο­τή­ριο και να κοι­νω­νούν τον ζω­ο­δό­τη Χρι­στό. 


Στο τέ­λος κά­θε ε­βδο­μά­δας – τις Πα­ρα­σκευ­ές – α­γαλ­λιά­ζει η καρ­διά μας α­κού­γον­τας τα υ­πέ­ρο­χα «Χαί­ρε» προς την Υ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο και τον αρ­χον­τι­κό παιά­να «Τη Υ­περ­μά­χω Στρα­τη­γώ τα νι­κη­τή­ρια». 


Οι καν­τα­νυ­κτι­κοί ε­σπε­ρι­νοί κά­θε Κυ­ρια­κής, που συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό πνευ­μα­τι­κές ο­μι­λί­ες, ο­λο­κλη­ρώ­νουν με τον κα­λύ­τε­ρο τρό­πο το στά­διο ζω­ής της Σα­ρα­κο­στής.


Οι πέν­τε Κυ­ρια­κές της Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στής δί­δουν τις α­νά­λο­γες κα­τευ­θύν­σεις και προ­ο­πτι­κές: Την Α΄ Κυ­ρια­κή των νη­στει­ών η Εκ­κλη­σί­α μας την α­φι­ε­ρώ­νει στην πί­στη μας, στην Ορ­θο­δο­ξί­α μας και στο θρί­αμ­βό της α­πέ­ναν­τι στις προ­κλή­σεις των αι­ρε­τι­κών. 


Η Β΄ Κυ­ρια­κή εί­ναι χα­ρι­σμέ­νη στον ά­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μά, Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο Θεσ­σα­λο­νί­κης, δι­ό­τι με την α­σκη­τι­κό­τη­τά του, τους πνευ­μα­τι­κούς του α­γώ­νες και τη θε­ο­φώ­τι­στη γρα­φί­δα του κα­τα­πο­λέ­μη­σε την αλ­λοί­ω­ση του ορ­θο­δό­ξου δόγ­μα­τος και θε­με­λί­ω­σε την πί­στη μας. 


Η ύ­ψω­ση του τι­μί­ου Σταυ­ρού προ­βάλ­λε­ται την Γ΄ Κυ­ρια­κή της Σα­ρα­κο­στής, ως πρό­τυ­πο ελ­πί­δας, κου­ρά­γιου, θάρ­ρους και δύ­να­μης. Κύ­ριο στοι­χεί­ο της ε­πο­χής μας και του πο­λι­τι­σμού μας εί­ναι ό­τι ό­λοι και ό­λα γύ­ρω μας μάς υ­πό­σχον­ται χα­ρά, ευ­χα­ρί­στη­ση, κα­λο­πέ­ρα­ση. Την αρ­ρώ­στια, τον πό­νο και τον θά­να­το τα α­πω­θού­με στο πε­ρι­θώ­ριο της ζω­ής μας. Θέ­λου­με να α­πο­κτή­σου­με τα με­γά­λα πνευ­μα­τι­κά α­γα­θά ή ζη­λεύ­ου­με τις α­ρε­τές των άλ­λων, χω­ρίς να εί­μα­στε δι­α­τε­θει­μέ­νοι ό­μως να κα­τα­βά­λου­με κό­πο για να τα α­πο­κτή­σου­με. Θέ­λου­με να φτά­σου­με κα­τ' ευ­θεί­αν στην Α­νά­στα­ση χω­ρίς να πε­ρά­σου­με α­πό τον πό­νο του Σταυ­ρού. Η Α­νά­στα­ση ό­μως εί­ναι άρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη με τον Σταυ­ρό. Συ­νε­πώς το πρό­τυ­πο του Σταυ­ρού α­κρι­βώς στο μέ­σο της πνευ­μα­τι­κής αυ­τής πε­ρι­ό­δου εί­ναι α­να­νε­ω­τι­κό και ψυ­χω­φε­λές.


Την Δ΄ Κυ­ρια­κή η Εκ­κλη­σί­α μας την α­φι­ε­ρώ­νει στον με­γά­λο α­σκη­τή ά­γιο Ι­ω­άν­νη τον Σι­να­ΐ­τη, ο ο­ποί­ος έ­χει γρά­ψει το πο­λύ σπου­δαί­ο έρ­γο που ο­νο­μά­ζε­ται «Κλί­μαξ». Πο­λύ σο­φά ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης σε αυ­τό το έρ­γο του α­πα­ριθ­μεί ό­λες τις πνευ­μα­τι­κές α­ρε­τές που ο­φεί­λει να έ­χει ο πι­στός χρι­στια­νός προ­κει­μέ­νου να πλη­σιά­σει τον Θε­ό και να ο­μοιά­σει με τους α­γί­ους. Το βι­βλί­ο αυ­τό, συ­νε­πώς, πα­ρου­σιά­ζει τον α­γώ­να των αν­θρώ­πων να α­νέ­βουν πνευ­μα­τι­κά την κλί­μα­κα των α­ρε­τών και να α­πο­δε­σμευ­τούν α­πό τα ε­πί­γεια προ­σκόμ­μα­τα. Έ­να θε­ά­ρε­στο έρ­γο που πρέ­πει προ­σε­χτι­κά να με­λε­τή­σου­με και να α­κο­λου­θή­σου­με τις προ­τρο­πές του. 


Η Ε΄ και τε­λευ­ταί­α Κυ­ρια­κή των νη­στει­ών α­φι­ε­ρώ­νε­ται στην α­πί­στευ­τη με­τά­νοι­α της α­γί­ας Μα­ρί­ας της Αι­γυ­πτί­ας, μιας α­μαρ­τω­λής γυ­ναί­κας που ξε­πέ­ρα­σε κά­θε νό­η­μα με­τά­νοι­ας και με τον τρό­πο ζω­ής της κα­τέ­στη φω­τει­νό πρό­τυ­πο προς μί­μη­ση φτά­νον­τας την α­γι­ό­τη­τα. Πά­λι η Εκ­κλη­σί­α μας δί­δει το μή­νυ­μα ό­τι ό­λα συγ­χω­ρούν­ται στην εν Χρι­στώ ζω­ή, αρ­κεί να υ­πάρ­χει α­λη­θι­νή και εγ­κάρ­δια με­τά­νοι­α. 


Προ­βάλ­λον­τας αυ­τά τα πρό­τυ­πα α­σκή­σε­ως και α­γι­ό­τη­τος η Εκ­κλη­σί­α μας σκο­πό έ­χει να μας εν­δυ­να­μώ­σει στον α­γώ­να μας και να μας δώ­σει κου­ρά­γιο και ελ­πί­δα πως μπο­ρού­με τε­λι­κά να με­τα­μορ­φώ­σου­με τους ε­αυ­τούς μας και να τους κά­νου­με ά­ξια κα­τοι­κη­τή­ρια του σώ­μα­τος και αί­μα­τος του Χρι­στού.


Εί­ναι πράγ­μα­τι εκ­πλη­κτι­κό με πό­ση σο­φί­α οι ά­γιοι Πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας μας το­πο­θέ­τη­σαν τις ι­ε­ρές α­κο­λου­θί­ες μέ­σα στην Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή, α­πο­σκο­πών­τας στην κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη προ­ε­τοι­μα­σί­α των πι­στών!


Πρέ­πει, λοι­πόν, να πά­ρου­με σο­βα­ρά την Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή, κα­θώς δεν εί­ναι έ­να δι­ά­στη­μα που πρέ­πει να κά­νου­με κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό μό­νο α­πό συ­νή­θεια ή υ­πο­χρέ­ω­ση, αλ­λά ε­πει­δή σε αυ­τή την πε­ρί­ο­δο ζού­με πιο έν­το­να την λα­τρεί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας. Μέ­σω αυ­τού του βι­ώ­μα­τος αλ­λά­ζου­με τον νου μας, αλ­λοι­ώ­νου­με προς το κα­λύ­τε­ρο την καρ­διά μας, πο­λε­μού­με να πε­ρι­ο­ρί­σου­με τα πά­θη μας και προ­σφέ­ρου­με τον ε­αυ­τό μας κα­θα­ρό στη χά­ρη του Χρι­στού. Ό­λα τα πρό­τυ­πα που προ­βάλ­λον­ται στις ι­ε­ρές α­κο­λου­θί­ες έ­χουν ως σκο­πό να στο­χα­στού­με πά­νω σε αυ­τά σχε­τί­ζον­τάς τα με τη ζω­ή μας, την οι­κο­γε­νεια­κή μας κα­τά­στα­ση, τις ε­παγ­γελ­μα­τι­κές μας υ­πο­χρε­ώ­σεις, τις σχέ­σεις μας με τους συ­ναν­θρώ­πους μας. Έ­χει δη­λα­δή πρα­κτι­κή ε­φαρ­μο­γή στη ζω­ή μας αυ­τή η πο­ρεί­α, που α­πο­σκο­πεί στην κα­λυ­τέ­ρευ­ση του ε­αυ­τού μας.


Ε­πει­δή η νη­στεί­α της Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής α­πο­τε­λεί πρω­ταρ­χι­κό μέ­λη­μα του πι­στού θα α­φι­ε­ρώ­σου­με πα­ρα­κά­τω λί­γες σκέ­ψεις σχε­τι­κά με τη συγ­κε­κρι­μέ­νη α­ρε­τή:

          Η α­πο­χή α­πό κά­ποι­ες κα­τη­γο­ρί­ες τρο­φών σκο­πό έ­χει την α­σκη­τι­κή υ­πα­κο­ή του αν­θρώ­που για την χα­λι­να­γώ­γη­ση των πα­θών του και τον κα­θαρ­μό του σώ­μα­τος και της ψυ­χής. Μέ­σω της νη­στεί­ας ο πι­στός συγ­κρα­τεί την υ­περ­βο­λή των ε­πι­θυ­μι­ών του, τι­θα­σεύ­ει τους πει­ρα­σμούς και α­πο­δε­σμεύ­ε­ται α­πό τα υ­λι­κά α­γα­θά. Με αυ­τόν τον τρό­πο ευ­κο­λό­τε­ρα μπο­ρεί να ε­πι­θυ­μή­σει τα α­γα­θά της ου­ρά­νιας βα­σι­λεί­ας. Ο χα­ρα­κτή­ρας της νη­στεί­ας εί­ναι α­να­σταλ­τι­κός και κα­θαρ­τι­κός. Ό­ποι­ος θέ­λει να βα­δί­σει την ο­δό του Κυ­ρί­ου πρέ­πει να στε­να­χω­ρεί τη γα­στέ­ρα του και ό­χι να τη θε­ρα­πεύ­ει και να την υ­περ­φορ­τί­ζει. Η νη­στεί­α δεν πρέ­πει να θε­ω­ρεί­ται άρ­νη­ση των φυ­σι­κών α­ναγ­κών μας, αλ­λά άρ­νη­ση της α­κο­λα­σί­ας και του υ­πέρ­με­τρου κα­τα­να­λω­τι­σμού, α­φού θέ­τει τις βά­σεις για να μέ­νει ο άν­θρω­πος α­κλό­νη­τος ε­νώ­πιον των πει­ρα­σμών που τον βάλ­λουν δια­ρκώς στην κα­θη­με­ρι­νή του ζω­ή. Α­σκών­τας το σώ­μα στην ε­κού­σια στέ­ρη­ση α­πο­φεύ­γει να υ­πο­χω­ρή­σει στην α­μαρ­τί­α. Ό­πως η σω­μα­τι­κή ά­θλη­ση χα­ρί­ζει ευ­ε­ξί­α και ευ­λυ­γι­σί­α, έ­τσι και η ψυ­χι­κή ά­σκη­ση προ­σφέ­ρει πνευ­μα­τι­κή α­νά­τα­ση. 


Η Εκ­κλη­σί­α, κα­θι­έ­ρω­σε τη νη­στεί­α ως προ­πα­ρα­σκευ­ή για θαυ­μα­στά γε­γο­νό­τα που σχε­τί­ζον­ται εί­τε με τον ε­πί­γει­ο βί­ο του Ι­η­σού Χρι­στού εί­τε με το δυ­να­μι­κό πα­ρόν και τη μαρ­τυ­ρί­α που έ­δω­σαν οι ά­γιοί μας. Η α­πο­χή α­πό τις τρο­φές δεν δη­λώ­νει σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­φρό­νη­ση ο­ρι­σμέ­νων ει­δών τρο­φής, για­τί δεν υ­πάρ­χουν κα­θα­ρές και α­κά­θαρ­τες τρο­φές κα­θώς ό­λα έ­χουν δη­μι­ουρ­γη­θεί κα­λά λί­αν α­πό τον Δη­μι­ουρ­γό. Η δι­ά­κρι­σή τους σχε­τί­ζε­ται με την θρε­πτι­κή και πε­πτι­κή ι­κα­νό­τη­τά τους, κα­θώς οι νη­στή­σι­μες τρο­φές εί­ναι πιο α­πλές ώ­στε ο νους να μην με­ρι­μνά για τις φυ­σι­κές σω­μα­τι­κές του α­νάγ­κες αλ­λά να στρέ­φε­ται α­νε­πη­ρέ­α­στος προς τα ά­νω και η σκέ­ψη ε­λα­φρό­τε­ρη να α­να­ζη­τά τους πνευ­μα­τι­κούς θη­σαυ­ρούς.  


Στο ση­μεί­ο αυ­τό πρέ­πει να το­νι­στεί ό­τι η νη­στεί­α δεν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται μό­νο στις τρο­φές αλ­λά πρω­ταρ­χι­κά και κυ­ρί­ως στην ψυ­χή μας. Τι ω­φε­λεί αν δεν τρώ­γου­με κρέ­ας αλ­λά κα­τα­τρώ­με με τα μά­τια μας τα υ­πάρ­χον­τα του συ­ναν­θρώ­που μας ή συ­κο­φαν­τού­με τον πλη­σί­ον μας και φθο­νού­με την ευ­τυ­χί­α του; Η τυ­πι­κή νη­στεί­α ό­σο αυ­στη­ρή κι αν εί­ναι αν δεν συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό την πραγ­μα­τι­κή α­γά­πη του Θε­ού και των αν­θρώ­πων σί­γου­ρα δεν έ­χει κα­μί­α α­ξί­α. Α­πε­ναν­τί­ας α­πο­τε­λεί πα­γί­δα για τους πι­στούς κα­θώς θε­ω­ρούν ό­τι βα­δί­ζουν το δρό­μο της ά­σκη­σης, αλ­λά ου­σι­α­στι­κά δεν βλέ­πουν το α­μάρ­τη­μά τους και δεν το δι­ορ­θώ­νουν. 


          Ε­πι­πλέ­ον ας έ­χου­με κα­τά νου ό­τι σπου­δαί­ο ρό­λο στη νη­στεί­α παί­ζει και η πο­σό­τη­τα των τρο­φών, α­φού η λαι­μαρ­γί­α και η κα­τά­χρη­ση στα φα­γη­τά ο­δη­γεί τον άν­θρω­πο να γί­νει γα­στρί­μαρ­γος και να α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό τη δί­ψα για τις α­πο­λαύ­σεις της αι­ω­νί­ου ζω­ής, προ­τι­μών­τας τις υ­λι­κές α­πο­λαύ­σεις του ε­πί­γει­ου βί­ου. 


          Βέ­βαι­α η νη­στεί­α δεν δύ­να­ται α­πό μό­νη της να φέ­ρει τη σω­τη­ρί­α στην καρ­διά μας, αλ­λά πρέ­πει να ε­πι­κου­ρη­θεί και α­πό άλ­λες α­ρε­τές, ό­πως την προ­σευ­χή, τη με­το­χή στα ι­ε­ρά μυ­στή­ρια, κυ­ρί­ως στην ε­ξο­μο­λό­γη­ση και τη Θεί­α Κοι­νω­νί­α, τις α­γα­θο­ερ­γί­ες, τη με­λέ­τη των ι­ε­ρών κει­μέ­νων, τη σπου­δή του Ευ­αγ­γε­λί­ου, τη συμ­με­το­χή στις ι­ε­ρές α­κο­λου­θί­ες. Ο άν­θρω­πος που νη­στεύ­ει έ­χει έ­να σκο­πό, να κα­θα­ρί­σει το σώ­μα του α­πό τις κα­θη­με­ρι­νές έ­γνοι­ες και α­μό­λυν­τος πλέ­ον να ε­νω­θεί με τον Θε­ό. Αυ­τό ό­μως το πε­τυ­χαί­νει ό­ταν συ­νει­δη­το­ποι­εί τα α­μαρ­τή­μα­τά του, συν­τρί­βε­ται η καρ­διά του α­πό με­τα­μέ­λεια και ζη­τά α­πό τον εκ­πρό­σω­πο του Χρι­στού ε­πί της γης, τον πνευ­μα­τι­κό, ά­φε­ση α­μαρ­τι­ών μέ­σω του μυ­στη­ρί­ου της α­γί­ας ε­ξο­μο­λο­γή­σε­ως. Στη συ­νέ­χεια, λαμ­βά­νει σώ­μα και αί­μα Χρι­στού και λαμ­πρύ­νει τον ε­σω­τε­ρι­κό του κό­σμου με το ά­σβε­στο θεί­ο φως. Η α­να­καί­νι­ση που συμ­βαί­νει τό­τε μέ­σα του δεν μπο­ρεί πα­ρά να τον ο­δη­γή­σει στην α­γά­πη του Θε­ού και του πλη­σί­ον του, ώ­στε να προ­σπα­θεί με κά­θε τρό­πο να α­παλ­λά­ξει τον συ­νάν­θρω­πό του α­πό τη θλί­ψη και τον πό­νο, να βο­η­θή­σει τον φτω­χό, να συμ­πο­νέ­σει τον άρ­ρω­στο, να συν­δρά­μει τον έ­χον­τα α­νάγ­κη. Πρέ­πει δε να γνω­ρί­ζου­με ό­τι ό­ταν πράτ­του­με μια α­ρε­τή το κά­νου­με ό­χι γι’ αυ­τή την ί­δια την α­ρε­τή, αλ­λά για­τί σε αυ­τή υ­πάρ­χει ο ί­διος ο Χρι­στός. 


Η Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή εί­ναι μια κα­λή ευ­και­ρί­α να α­να­θε­ω­ρή­σου­με τα αρ­νη­τι­κά του βί­ου μας, να πα­λέ­ψου­με τα πά­θη μας, να δω­ρί­σου­με α­γα­πη­τι­κά τις καρ­δι­ές μας στον συ­νάν­θρω­πό μας και να ε­λα­φρύ­νου­με τον νου και την ψυ­χή μας. Η νέ­κρω­ση των πα­θών μας ση­μα­το­δο­τεί την α­νά­στα­ση του πνε­ύ­μα­τός μας. Για να πλη­σι­ά­σου­με λί­γο πα­ρα­πά­νω φέ­τος το νό­η­μα της Α­να­στά­σε­ως ας προ­ε­τοι­μα­στού­με σω­στά κα­τά την ι­ε­ρά αυ­τή πε­ρί­ο­δο. Α­μήν!