Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ...



Α­νά­στα­ση και Ευ­χα­ρι­στί­α, ο δρό­μος προς την Α­γι­ό­τη­τα

 Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς
 
Ό­λες οι ι­δι­ό­τη­τες του Θε­ού εί­ναι α­πλές στην έκ­φρα­ση τους. Και τα θαύ­μα­τα Του. Και ό­λα ό­σα βρί­σκον­ται δο­σμέ­να στην Οι­κου­μέ­νη, γι’ αυ­τό και ο α­πλός άν­θρω­πος, δεν προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για την πνευ­μα­τι­κό­τη­τα της Σα­ρα­κο­στής και τον θρί­αμ­βο της Α­νά­στα­σης, χαί­ρε­ται τους Εκ­κλη­σι­α­στι­κούς ε­ορ­τα­σμούς και α­πο­λαμ­βά­νει μέ­σα στην κά­θε η­μέ­ρα του την α­πλό­τη­τα του Θε­ού, με την ε­σω­τε­ρι­κή του ει­ρή­νη.

Ο σύν­θε­τος άν­θρω­πος με την πο­λύ­πλο­κη σκέ­ψη του, πρέ­πει να α­να­κα­λύ­ψει λο­γι­κές δι­ό­δους για να δε­χθεί την αυ­τα­πό­δει­κτη δύ­να­μη της εμ­πει­ρί­ας, α­φού η γνώ­ση του κό­σμου α­πο­κτά­ται με τη μά­θη­ση, τη λο­γι­κή και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Η Α­λή­θεια ό­μως α­πο­κα­λύ­πτε­ται μό­νο πνευ­μα­τι­κά, με τη θερ­μή και συν­δυ­α­σμέ­νη ε­νερ­γο­ποί­η­ση του συ­νό­λου της προ­σω­πι­κό­τη­τας, δη­λα­δή με πί­στη, με έ­ρω­τα και με έμ­πνευ­ση.

Μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α, ό­λα εί­ναι κα­θα­ρά. Η Α­νά­στα­ση α­να­τρέ­πει τον θά­να­το και δεν εί­ναι α­να­με­νό­με­νη, δεν συ­νη­θί­ζε­ται, ού­τε ε­ξαν­τλεί­ται. Αν α­να­γνω­ρί­σου­με την Α­λή­θεια, στην πλη­ρό­τη­τα του Προ­σώ­που του Ι­η­σού και τον α­κο­λου­θή­σου­με στην Α­νά­στα­ση, θα α­να­γεν­νη­θού­με κι ε­μείς ά­γιοι, στην έ­νω­ση μας μα­ζί Του.

Α­γι­ό­τη­τα, εί­ναι η ε­πα­να­σύ­στα­ση του προ­σώ­που μας. Του προ­σώ­που του Α­δάμ, που με την υ­πεκ­φυ­γή της ευ­θύ­νης του α­πώ­λε­σε την ε­λευ­θε­ρί­α του πνεύ­μα­τος του. Έ­πα­ψε το «κα­τ’ ει­κό­να» πρό­σω­πο του, να λει­τουρ­γεί «ό­μοι­α» με του Θε­ού. Η πτώ­ση των πρω­το­πλά­στων ε­πήλ­θε σαν συ­νέ­πεια της χα­μέ­νης α­γι­ό­τη­τας του προ­σώ­που τους.

Η ε­πι­θυ­μί­α του Α­δάμ να γευ­θεί τη δι­α­φο­ρά με­τα­ξύ του Κα­λού και του Κα­κού, ή­ταν η πα­ρα­κο­ή στον πα­νά­γα­θο Πα­τέ­ρα, ό­μως η άρ­νη­ση της ευ­θύ­νης για την ε­πι­λο­γή του αυ­τή, ή­ταν η συ­νέ­πεια της ε­πε­νέρ­γειας του κα­κού στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του, η κα­κή αλ­λοί­ω­ση των θεί­ων του ι­δι­ο­τή­των. Αυ­τή άλ­λω­στε εί­ναι και γε­νι­κό­τε­ρα η έν­νοι­α της α­μαρ­τί­ας, που ε­πι­φέ­ρει την έκ­πτω­ση της α­γι­ό­τη­τας.

Η θυ­σί­α του Χρι­στού και η Α­νά­στα­ση του Σώ­μα­τος Του, ή­ταν και εί­ναι ο μο­να­δι­κός τρό­πος και δρό­μος για να ξα­να­βρεί ο άν­θρω­πος το χα­μέ­νο του Πρό­σω­πο. Ο Ι­η­σούς έ­γι­νε το πρό­τυ­πο των πι­στών και των Α­γί­ων Του. Η α­νε­ξάν­τλη­τη Α­γά­πη Του, ο­δη­γεί τον κά­θε άν­θρω­πο στην α­να­σύ­στα­ση της α­γι­ό­τη­τας του.

*

Στο κι­νη­τό ε­ορ­το­λό­γιο των 18 ε­βδο­μά­δων της πε­ρι­ό­δου του Πά­σχα, που συ­νέ­τα­ξε η Εκ­κλη­σί­α μας, ε­κτυ­λίσ­σε­ται η συ­νο­λι­κή πο­ρεί­α α­πο­κα­τά­στα­σης της σχέ­σης του αν­θρώ­που με τον Θε­ό. Α­πό την κα­θο­ρι­στι­κή στιγ­μή, που οι άν­θρω­ποι α­πο­δέ­χον­ται τα­πει­νά την α­μαρ­τω­λό­τη­τα τους (Κυ­ρια­κή του Τε­λώ­νου), μέ­χρι τον ε­ορ­τα­σμό της έ­νω­σης ό­λων μας με τον Χρι­στό (Κυ­ρια­κή των Α­γί­ων Πάν­των).

Οι πρώ­τες τρεις ε­βδο­μά­δες α­πό την έ­ναρ­ξη του Τρι­ω­δί­ου, με δι­α­φο­ρε­τι­κή κα­τά­λυ­ση τρο­φών η κα­θε­μιά, ε­νερ­γούν στη στα­δια­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α μας για την πε­ρί­ο­δο της Σα­ρα­κο­στής, μπο­ρούν ό­μως να θε­ω­ρη­θούν ε­πί­σης, σαν προ­τύ­πω­ση και των τρι­ών λει­τουρ­γι­κών πε­ρι­ό­δων που τις α­κο­λου­θούν.

Η πρώ­τη ε­βδο­μά­δα α­πό την Κυ­ρια­κή του Τε­λώ­νου και του Φα­ρι­σαί­ου, αν­τι­στοι­χεί στο νη­στί­σι­μο Σα­ραν­τα­ή­με­ρο, ω­στό­σο εί­ναι α­πο­λυ­τή, για τον ε­ορ­τα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα που πρέ­πει να δι­έ­πει μια ι­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κή α­πό­φα­ση. Η αρ­χι­κή μας συ­ναί­νε­ση να α­κο­λου­θή­σου­με με συ­ναί­σθη­ση της α­να­ξι­ό­τη­τας μας, τη δι­α­δρο­μή της Σα­ρα­κο­στής, ση­μα­το­δο­τεί την α­πό­φα­ση να εμ­πι­στευ­θού­με τη ζω­ή μας στο θέ­λη­μα του Θε­ού. Η ε­ναρ­μό­νι­ση της βού­λη­σης μας με τη Θεί­α Βου­λή, εί­ναι η έκ­φρα­ση της Πί­στης μας στο Πρό­σω­πο του Θε­ού-Πα­τέ­ρα και α­πο­τε­λεί το πρώ­το βή­μα της ε­πι­στρο­φής.  

Η δεύ­τε­ρη ε­βδο­μά­δα α­πό την Κυ­ρια­κή του Α­σώ­του, δη­λώ­νει τη Με­γά­λη Ε­βδο­μά­δα, κα­τά την ο­ποί­α με τη βί­ω­ση των Α­γί­ων Πα­θών, ο ε­ξι­λε­ω­μέ­νος άν­θρω­πος ε­πα­νέρ­χε­ται στην ευ­λο­γί­α της πα­τρι­κής ε­στί­ας, για να γευ­θεί τον Μό­σχο τον σι­τευ­τό και τη δι­α­και­νή­σι­μη χα­ρά της Α­νά­στα­σης. Η ύ­παρ­ξη η­με­ρών και νη­στεί­ας και κα­τά­λυ­σης, ε­πι­ση­μαί­νει την ου­σι­α­στι­κή ε­πι­στρο­φή στην κα­νο­νι­κή τά­ξη ζω­ής. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βή­μα μας, το να δε­χθού­με δο­ξα­στι­κά τον Χρι­στό στην καρ­διά μας. Με την Α­νά­στα­ση Του, με τη Θεί­α Κοι­νω­νί­α που μας χο­ρη­γεί, τη Θεί­α Ευ­χα­ρι­στί­α που αλ­λά­ζει στην ψυ­χή μας την ελ­πί­δα και την προσ­δο­κί­α, σε Θεί­ο Έ­ρω­τα, η ζω­ή μας γί­νε­ται ζω­ή Του.

Η τρί­τη τέ­λος ε­βδο­μά­δα, α­πό την Κυ­ρια­κή των Α­πό­κρε­ω, προ­λέ­γει την πε­ρί­ο­δο της Πεν­τη­κο­στής. Αυ­τή την ε­βδο­μά­δα υ­πάρ­χει κα­τά­λυ­ση σε ό­λες της τρο­φές, ε­κτός α­πό κρέ­ας, ό­πως και κα­τά τη διά­ρκεια του ε­ξα­για­σμού α­πό την Α­νά­στα­ση μέ­χρι την Πεν­τη­κο­στή, γεύ­ε­ται κα­νείς ό­λες τις πνευ­μα­τι­κές χα­ρές και εκ­δη­λώ­σεις, έ­χον­τας α­πο­κλεί­σει α­πό τη ζω­ή του την α­μαρ­τί­α. Η ε­νέρ­γεια του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, α­πο­τε­λεί το τρί­το βή­μα που θα ο­λο­κλη­ρώ­σει την ο­μοί­ω­ση του προ­σώ­που μας προς την Θεί­α Τρι­α­δι­κό­τη­τα. Η Πεν­τη­κο­στή, εί­ναι για τον κα­θέ­να μας μια πε­ρί­ο­δος στάθ­μι­σης του ε­αυ­τού του μπρο­στά στην Έμ­πνευ­ση της Α­γι­ό­τη­τας.  

Οι 3 α­πο­λυ­τές ε­βδο­μά­δες της πε­ρι­ό­δου, με ε­ορ­τα­στι­κή κα­τά­λυ­ση ό­λων των τρο­φών, α­κο­λου­θούν τα τρί­α βή­μα­τα της α­νά­κτη­σης του προ­σώ­που μας. Η πρώ­τη, την α­πο­δο­χή της ευ­θύ­νης μας, ε­νώ­πιον του Θε­ού-Πα­τέ­ρα (του Τε­λώ­νου), η δεύ­τε­ρη την έ­νω­ση μας με τον Α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό (Πά­σχα) και η τρί­τη, την πλή­ρω­ση του προ­σώ­που μας με την ε­νέρ­γεια του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος (Πεν­τη­κο­στή).
Έ­τσι, η δι­α­δρο­μή των 18 ε­βδο­μά­δων της α­πο­κα­τά­στα­σης μας, αρ­χί­ζει και τε­λει­ώ­νει πα­νη­γυ­ρι­κά, με ε­βδο­μά­δες πνευ­μα­τι­κής ευ­φο­ρί­ας.

Η­με­ρο­λο­για­κά το Πά­σχα σαν κι­νη­τή πε­ρί­ο­δος, κι­νη­το­ποι­εί α­νά­λο­γα και τους πι­στούς, να εν­το­πί­σουν τις η­με­ρο­μη­νί­ες των ε­ορ­τών και να εμ­βα­θύ­νουν στο νό­η­μα τους. Ε­ορ­το­λο­γι­κά, η σύν­δε­ση της Α­νά­στα­σης με φυ­σι­κά με­τα­βλη­τά δε­δο­μέ­να, ό­πως η παν­σέ­λη­νος με­τά την ε­α­ρι­νή ι­ση­με­ρί­α, πα­ρα­πέμ­πει εύ­λο­γα στη δυ­να­τό­τη­τα του α­για­σμού των ψυ­χών, μέ­σα στη με­τα­βλη­τό­τη­τα του χτι­στού, υ­λι­κού κό­σμου μας.

*
Η Α­νά­στα­ση του Χρι­στού υ­πήρ­ξε και θα υ­πάρ­χει, σαν το ση­μαν­τι­κό­τε­ρο Γε­γο­νός της ι­στο­ρι­κής δι­α­δρο­μής του Αν­θρώ­που, γι’ αυ­τό και α­πο­τε­λεί το κεν­τρι­κό Γε­γο­νός ό­λης της πε­ρι­ό­δου του Πά­σχα (αλ­λά και την καρ­διά της λα­τρευ­τι­κής Ορ­θό­δο­ξης ζω­ής, α­φού α­πό Αυ­τήν αρ­χί­ζει η σει­ρά των Α­πο­στο­λι­κών και Ευ­αγ­γε­λι­κών Πε­ρι­κο­πών, που α­κο­λου­θεί­ται ό­λον τον χρό­νο). Ό­λα ό­σα προ­η­γούν­ται, προ­σβλέ­πουν στην Α­νά­στα­ση και ό­λα ό­σα έ­πον­ται, α­πορ­ρέ­ουν α­πό Αυ­τή.

Τα πριν, συγ­κλί­νουν στο να φέ­ρουν τις ψυ­χές μας α­πό την Κα­θα­ρή Δευ­τέ­ρα, μέ­σα σε ε­πτά ε­βδο­μά­δες κά­θαρ­σης και προ­σέγ­γι­σης, στην υ­περ­βα­τι­κή συ­νάν­τη­ση μας με τον Ι­η­σού στην α­κα­τά­λη­πτη Θυ­σί­α Του. Και με την Λαμ­πρή Του Α­νά­στα­ση, μας ο­δη­γεί πά­λι μέ­σα α­πό ε­πτά ε­βδο­μά­δες, δο­ξο­λο­γί­ας και ευ­χα­ρι­στί­ας και με α­να­νε­ω­μέ­νη την «κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοί­ω­ση» τρι­α­δι­κό­τη­τα του Πρό­σω­που μας, στον ε­ορ­τα­σμό της Α­γί­ας Τριά­δος, τη Δευ­τέ­ρα του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Στο σύ­νο­λο τους, δε­κα­τέσ­σε­ρις ι­ε­ρές ε­βδο­μά­δες α­πό την προ­σω­πι­κή μας με­τοι­κε­σί­α Βα­βυ­λώ­νος, μέ­χρι την πραγ­μά­τω­ση της «εν Χρι­στώ» ζω­ής μας.

Η Α­νά­στα­ση, με­τα­στρέ­φει τη Με­γά­λη Ε­βδο­μά­δα των Πα­θών του Κυ­ρί­ου, σε Δι­α­και­νί­σι­μη Ε­βδο­μά­δα των ψυ­χών των αν­θρώ­πων. Η έ­ξο­δος α­πό την αιχ­μα­λω­σί­α της α­μαρ­τί­ας, με­τα­τρέ­πει τη Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή της πα­ρα­κλη­τι­κής νη­στεί­ας και πε­ρι­στο­λής, σε Α­πο­δο­τι­κή Τεσ­σα­ρα­κο­στή ευ­χα­ρι­στια­κής ευ­ω­χί­ας και πα­νη­γύ­ρε­ων.

Η νη­πτι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α, α­πο­τε­λεί τη μι­σή δι­α­δρο­μή της ε­ορ­τα­στι­κής πε­ρι­ό­δου των εκ­κλη­σι­α­στι­κών γε­γο­νό­των. Η ο­λο­κλή­ρω­ση της, α­παι­τεί την πα­ράλ­λη­λη με την α­πο­δο­τι­κή και ευ­χα­ρι­στια­κή αν­τι­στοι­χί­α που α­κο­λου­θεί, ε­ναρ­μό­νι­ση της ζω­ής μας με το νό­η­μα των γε­γο­νό­των που βι­ώ­σα­με.

Την προ­σφο­ρά, α­κο­λου­θεί πάν­το­τε η χα­ρά, τη θυ­σί­α η ευ­χα­ρι­στί­α και τα δώ­ρα, η αν­τα­πό­δο­ση τους. Η Α­πό­δο­ση του Πά­σχα, με την α­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γί­α της, εί­ναι η συγ­κε­κρι­μέ­νη η­μέ­ρα ε­ορ­τα­σμού, αλ­λά εί­ναι συγ­χρό­νως και η μέ­χρι την η­μέ­ρα αυ­τή, κα­θη­με­ρι­νή έκ­φρα­ση χα­ράς και α­φο­σί­ω­σης στον Ι­η­σού, που πα­ρα­μέ­νει ζων­τα­νός α­νά­με­σα μας και μας κα­λεί να εν­τα­χθού­με ά­με­σα στο Α­να­στη­μέ­νο (για μας) Σώ­μα Του, την Εκ­κλη­σί­α.

Ό­λοι οι άν­θρω­ποι ε­νω­μέ­νοι, εν­σω­μα­τώ­νον­ται με τον Χρι­στό. Η Α­γά­πη της έ­νω­σης μας αυ­τής, εί­ναι ο ι­σχυ­ρό­τε­ρος δε­σμός Ε­λευ­θε­ρί­ας. Γι’ αυ­τό και ο κα­θέ­νας που α­πο­δέ­χε­ται έμ­πρα­κτα το ε­λεύ­θε­ρο α­να­στά­σι­μο κά­λε­σμα και ε­νώ­νε­ται μα­ζί Του, ε­πι­βε­βαι­ώ­νει με την α­γά­πη του τη δυ­νη­τι­κή Α­νά­στα­ση ό­λου του κό­σμου. 

*

Ο Άν­θρω­πος, έ­χει α­να­κτή­σει στο Πρό­σω­πο του Χρι­στού, το πρό­σω­πο του. Ο κά­θε άν­θρω­πος, μπο­ρεί να εκ­δη­λώ­σει την ευ­χα­ρι­στί­α που τον πλημ­μυ­ρί­ζει για την α­νά­στα­ση του, εκ­φρά­ζον­τας την α­γά­πη του στον Ι­η­σού με πρά­ξεις α­γά­πης προς ό­λους τους α­δελ­φούς.

Το μή­νυ­μα της Α­νά­στα­σης, με­τα­δί­δε­ται σαν χαρ­μό­συ­νη ε­νέρ­γεια με τις προ­σευ­χές των Α­γί­ων και των πι­στών, στις ψυ­χές ό­λων των αν­θρώ­πων και α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό συμ­βα­τι­κούς δι­α­χω­ρι­σμούς. Ό­σο εγ­γύ­τε­ρα στην Α­λή­θεια βρί­σκε­ται κά­ποι­ος, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρη χα­ρο­ποι­ό Ευ­θύ­νη ε­πι­φορ­τί­ζε­ται, με­τέ­χον­τας στην α­να­στά­σι­μη έκ­κλη­ση προς ό­λους, αλ­λά και τό­σο ευ­ρύ­τε­ρη αί­σθη­ση Ε­λευ­θε­ρί­ας α­πο­λαμ­βά­νει.

Ό­ταν προ­σεύ­χε­σαι για τον πλη­σί­ον σου σαν ά­γιος, δεν υ­πάρ­χουν με­τα­ξύ σας α­πο­στά­σεις. Γί­νε­ται κι ε­κεί­νος ά­με­σα, κοι­νω­νός και α­πο­δέ­κτης της α­γά­πης σου. Έ­τσι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται η ψυ­χή του να δε­χθεί τη ζω­ο­ποι­ό έκ­κλη­ση του Ι­η­σού, σαν α­πάν­τη­ση στην προ­σευ­χή σου. Η κοι­νω­νί­α γί­νε­ται τό­τε ευ­χα­ρι­στί­α, ε­ορ­τα­σμός. Αν ο α­δελ­φός μας δεν προ­σεύ­χε­ται ο ί­διος για τον ο­ποι­ον­δή­πο­τε λό­γο, α­πό α­δυ­να­μί­α, α­δι­α­φο­ρί­α, α­μέ­λεια ή και ά­γνοι­α, ο­φεί­λου­με να προ­σευ­χό­μα­στε ε­μείς για τη σω­τη­ρί­α του. Η συ­νεί­δη­ση της υ­πευ­θυ­νό­τη­τας μας, θα ο­δη­γή­σει στον ε­ξα­για­σμό μας.

Η ευ­χα­ρι­στια­κή Α­πό­δο­ση της Α­νά­στα­σης του Κυ­ρί­ου, συμ­πο­ρεύ­ε­ται στη διά­ρκεια της, με την α­γι­α­στι­κή έ­λευ­ση στην ψυ­χή μας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, στην ταυ­τό­ση­μη και εν­νοι­ο­λο­γι­κά α­να­γέν­νη­ση μας. Με την Α­νά­λη­ψη του Κυ­ρί­ου, το Έρ­γο Του έ­χει ο­λο­κλη­ρω­θεί. Η δι­α­δρο­μή της Α­γι­ό­τη­τας ω­στό­σο, δι­α­τη­ρεί την αυ­το­τέ­λεια της κι αυ­τό πι­στο­ποι­εί­ται με τον ε­ορ­τα­σμό της Με­σο-Πεν­τη­κο­στής.

*

Ό­λη η δο­μή του κι­νη­τού ε­ορ­το­λο­γί­ου α­πο­τε­λεί μια «ι­δα­νι­κή» πο­ρεί­α, που α­κο­λου­θεί τα βή­μα­τα του Ι­η­σού, αλ­λά που ό­λοι ε­μείς οι κα­θη­με­ρι­νοί άν­θρω­ποι, που συ­νη­θί­σα­με να υ­πο­φέ­ρου­με και να χαι­ρό­μα­στε τον χτι­στό κό­σμο μας, ε­κτι­μού­με πως ί­σως δεν έ­χου­με τη δύ­να­μη να την ο­λο­κλη­ρώ­σου­με ή α­κό­μα και να την ξε­κι­νή­σου­με.

Αλ­λά α­κρι­βώς, για τον κα­θέ­να α­πό μας ήρ­θε ο Χρι­στός στον κό­σμο. Και γνω­ρί­ζει τις α­δυ­να­μί­ες και τα ε­λατ­τώ­μα­τα μας. Γνω­ρί­ζει τις δυ­να­τό­τη­τες και τα ό­ρια μας. Ό­μως γνω­ρί­ζει συγ­χρό­νως και τη θε­ϊ­κή μας προ­έ­λευ­ση. Τη λα­χτά­ρα του προ­σώ­που μας για πλη­ρό­τη­τα, την α­γω­νι­στι­κό­τη­τα της ψυ­χής μας ό­ταν έ­χου­με πί­στη.

Για την Α­γά­πη Του, ας α­να­ζη­τή­σου­με τη συ­νάν­τη­ση μα­ζί Του, να μην πα­ραι­τη­θού­με χω­ρίς α­γώ­να, να ε­πι­δι­ώ­ξου­με τη σω­τή­ρια πο­ρεί­α, με ό­λη τη δύ­να­μη που δι­α­θέ­του­με. Στην κα­λή προ­σπά­θεια πάν­το­τε συ­νερ­γεί και η χά­ρη.

Ας ξε­κι­νή­σου­με α­πό την προ­σευ­χή, ας θέ­σου­με τον ε­αυ­τό μας ά­με­σα ε­νώ­πιον Του και ας ε­πι­κα­λε­στού­με τη βο­ή­θεια Του. Ε­πί­μο­να, πα­ρα­κλη­τι­κά, με θερ­μό­τη­τα, αλ­λά και τα­πει­νά. Α­παι­τη­τι­κά, αλ­λά και με σε­μνή συ­νεί­δη­ση της θέ­σης μας α­πέ­ναν­τι Του.

Στις δύ­ο λει­τουρ­γι­κές πτέ­ρυ­γες, των προ και των με­τά την Α­νά­στα­ση α­κο­λου­θι­ών, έ­χουν ο­ρι­σθεί αν­τί­στοι­χα και δύ­ο η­μέ­ρες ε­πί­ση­μης μνη­μό­νευ­σης, για ό­λους τους κε­κοι­μη­μέ­νους α­δελ­φούς, που ί­σως δεν ο­λο­κλή­ρω­σαν τη δι­α­δρο­μή τους, αλ­λά που ε­μείς οι μα­χό­με­νοι α­κό­μα, πάν­τα τους πε­ρι­βάλ­λου­με με την α­γά­πη μας και τους θε­ω­ρού­με μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας.

Το πρώ­το ψυ­χο­σάβ­βα­το έ­χει ο­ρι­στεί πριν α­πό την Κυ­ρια­κή των Α­πό­κρε­ω, που κά­θε σχέ­ση μας με την α­μαρ­τί­α α­πο­κό­πτε­ται και το δεύ­τε­ρο, πριν α­πό τον ε­ξα­για­σμό του προ­σώ­που μας, την η­μέ­ρα της Πεν­τη­κο­στής. Εί­ναι δύ­ο ι­δι­αί­τε­ρα κρί­σι­μες η­μέ­ρες υ­πέρ­βα­σης και γι’ αυ­τό πλη­σι­έ­στε­ρες στη χά­ρη, στο έ­λε­ος και τη συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα του Θε­ού.

Μα­κά­ρι οι νε­ώ­τε­ροι α­δελ­φοί μας που με­τέ­χουν ε­πά­ξια στην πο­ρεί­α της Α­γι­ό­τη­τας, να μνη­μο­νεύ­ουν με την α­γά­πη τους και ό­λους ε­μάς, που δεν προ­σπα­θή­σα­με αρ­κε­τά.


[Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς]

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Παρουσίαση του βιβλίου " Συναπάντημα στην Δύση"



 Παρουσίαση του βιβλίου " Συναπάντημα στην Δύση" (εκδ. Σταμούλη),
 που εκφωνήθηκε στο πνευματικό κέντρο της Ι. Μητροπόλεως Καρπενησίου, στις 2/6/2013

Από τον π. Χριστόδουλο Μπίθα


Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, Α­γα­πη­τοί Πα­τέ­ρες και α­δελ­φοί,

Για να εν­νο­ή­σου­με κα­λύ­τε­ρα το βι­βλί­ο «Συ­να­πάν­τη­μα στην Δύ­ση», του π. Βα­σι­λεί­ου Χρι­στο­δού­λου, θα έ­πρε­πε πρώ­τα να σας μι­λή­σω για έ­να Συ­να­πάν­τη­μα στην Α­να­το­λή, δη­λα­δή το δι­κό μου άν­τά­μω­μα με τον συγ­γρα­φέ­α α­πό την αρ­χή της ι­ε­ρω­σύ­νης του. Να σας δι­η­γη­θώ την πνευ­μα­τι­κή του πο­ρεί­α ό­πως την πα­ρα­κο­λου­θώ πολ­λά χρό­νια τώ­ρα, να σας μι­λή­σω για τις χα­ρές και τις λύ­πες του, για τις πτώ­σεις και την με­τά­νοι­ά του, την α­γω­νί­α του για την συ­νάν­τη­ση με τον Χρι­στό, την α­φο­σι­ώ­σή του στην Εκ­κλη­σί­α και τους αν­θρώ­πους, την μα­νι­κή ε­να­σχό­λη­σή του με την ποί­η­ση, το γρά­ψι­μο και τον λό­γο, την α­γά­πη του στους πα­τέ­ρες της εκ­κλη­σί­ας. Ί­σως θα έ­πρε­πε α­κό­μα, να σας ε­ξι­στο­ρή­σω και τις α­τέρ­μο­νες συ­ζη­τή­σεις μας για τον Θε­ό και τον άν­θρω­πο, την θε­ο­λο­γί­α και την τέ­χνη, ό­λα αυ­τά δη­λα­δή που έ­θρε­ψαν την πέ­να του και δη­μι­ούρ­γη­σαν τις λέ­ξεις, τα νο­ή­μα­τα και τους στο­χα­σμούς του.

Ό­μως, α­φού το θέ­μα της ει­σή­γη­σης εί­ναι το δη­μι­ούρ­γη­μα και ό­χι ο δη­μι­ουρ­γός, να ξε­κι­νή­σου­με λέ­γον­τας, πως το «Συ­να­πάν­τη­μα στην δύ­ση», το εμ­πνεύ­στη­κε ο π. Βα­σί­λει­ος, α­πό την συ­νάν­τη­ση του με τον δί­και­ο του Θε­ού, πρε­σβύ­τε­ρο Κων­σταν­τί­νο Σκόν­δρα, στην δύ­ση της ζω­ής του. Και έ­τσι, γεν­νή­θη­κε, το βι­βλί­ο που κρα­τά­με τώ­ρα στα χέ­ρια μας και τέρ­πει το νου και τις αι­σθή­σεις.


Το «Συ­να­πάν­τη­μα στην δύ­ση», εί­ναι έ­να συ­να­ξά­ρι για τον μα­κα­ρι­στό πα­πα-Κώ­στα, και συ­νά­μα η μα­τιά του π. Βα­σι­λεί­ου στον κό­σμο, με α­φορ­μή τον α­γα­θό λευ­ί­τη. Α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες δι­α­πι­στώ­νου­με ό­τι κά­νου­με έ­να τα­ξί­δι στον κό­σμο της α­γι­ό­τη­τας μέ­σα α­πό τα μά­τια του συγ­γρα­φέ­α, με ό­χη­μα την ζω­ή του παπ­πού - ό­πως τον α­πο­κα­λεί, (προ­φα­νώς ε­πη­ρε­α­σμέ­νος α­πό την γνω­ρι­μί­α του με τον ά­γιο Γέ­ρον­τα Ε­φραίμ Κα­του­να­κι­ώ­τη). Κα­θώς το ξε­φυλ­λί­ζου­με, μας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ζων­τα­νή η έν­νοι­α της πα­ρά­δο­σης. Α­νι­χνεύ­ου­με την πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ε­νός α­γω­νι­στή ι­ε­ρέ­α της πα­λιάς Ελ­λά­δας, ό­πως την ψη­λα­φεί ο συγ­γρα­φέ­ας, ως φο­ρέ­ας της Α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής Ορ­θό­δο­ξης πα­ρά­δο­σης που με την σει­ρά του μα­θή­τευ­σε δί­πλα στον πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα,  μα­κα­ρι­στό ι­ε­ρο­μό­να­χο Ι­λα­ρί­ω­να, «τον πλο­η­γό η­λι­ά­το­ρα, που α­πό παι­δί α­κό­μα, τον γέ­μι­ζε με ε­πι­θυ­μί­α ε­ξό­δου α­πό τον προ­φα­νή χώ­ρο του», ό­πως γρά­φει στην α­φι­έ­ρω­ση του βι­βλί­ου.

Ο π. Βα­σί­λει­ος μας α­πο­κα­λύ­πτει την ο­σια­κή ζω­ή του π. Κων­σταν­τί­νου, την πεί­να και την δί­ψα του, την μα­τιά του στον κό­σμο, την α­γω­νί­α του να α­κο­λου­θή­σει την στε­νή και τε­θλιμ­μέ­νη ο­δό, αυ­τήν που ο­δη­γεί στην Ζω­ή και την Α­λή­θεια, στον Χρι­στό, που αν έ­χεις την α­πο­κο­τιά να τον α­κο­λου­θή­σεις, γρή­γο­ρα συ­νει­δη­το­ποι­είς ό­τι με την χά­ρη του Θε­ού, φτά­νεις στην Ευ­χα­ρι­στί­α και την χα­ρά.

Ο συγ­γρα­φέ­ας θέ­τει μό­νος του το ε­ρώ­τη­μα, για­τί έ­γρα­ψε το βι­βλί­ο, α­φού ε­λά­χι­στα γνώ­ρι­ζε τον παπ­πού; Κι α­παν­τά: «Για να βρον­το­φω­νά­ξω ό­τι ο Θε­ός μας ε­πι­σκέ­φθη­κε και συ­νε­χί­ζει να το κά­νει, χω­ρίς ε­μείς να παίρ­νου­με χαμ­πά­ρι, χω­ρίς να υ­πο­ψι­α­ζό­μα­στε.  Περ­πα­τά μέ­σα στη ζω­ή μας, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ά­πει­ρους και δι­α­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους. Χρη­σι­μο­ποι­εί τους βη­μα­τι­σμούς αν­θρώ­πων για να α­φή­νει τα δι­κά Του χνά­ρια.»

Πράγ­μα­τι, στο πρό­σω­πο του π. Κων­σταν­τί­νου, ο α­να­γνώ­στης α­να­γνω­ρί­ζει τις α­ρε­τές του α­λη­θι­νού ποι­μέ­να, στα πα­λι­ό­τε­ρα δύ­σκο­λα χρό­νια της Νε­ώ­τε­ρης Ελ­λά­δας, ο ο­ποί­ος πρώ­τα α­π’ ό­λα υ­πήρ­ξε Λει­τουρ­γός, δι­ά­πυ­ρος προ­σευ­χής: «Κα­τά­φε­ρε», δι­α­βά­ζου­με, «ο π. Κων­σταν­τί­νος να δι­α­τη­ρή­σει α­λώ­βη­τη α­πό το πέ­ρα­σμα του χρό­νου ε­κεί­νη την εκ­πλήσ­σου­σα ρί­γη των πρώ­των λει­τουρ­γι­ών, της πρώ­της α­νό­δου στα κρά­σπε­δα του θυ­σι­α­στη­ρί­ου, της πρώ­της λα­χτά­ρας για την α­φή των Τι­μί­ων Δώ­ρων. Μι­λώ ει­λι­κρι­νά, δεν έ­χω συ­ναν­τή­σει ξα­νά στη ζω­ή μου τέ­τοι­α λα­χτά­ρα και α­γά­πη για την λει­τουρ­γί­α, εκ­φρα­ζό­με­νη α­πό καρ­διά ο­γδόν­τα ε­πτά χρό­νων». Και συ­νε­χί­ζει: «Το εκ­κλη­σά­κι του α­γί­ου Νι­κο­λά­ου στην Πο­τα­μιά ή­ταν ο δι­κός του προ­σω­πι­κός χώ­ρος συ­νάν­τη­σης με τον λα­τρε­μέ­νο του Θε­ό. Ή­ταν ο χώ­ρος στον ο­ποί­ο εί­χε ζή­σει πά­νω α­πό πε­νήν­τα χρό­νια λει­τουρ­γι­κών συ­να­παν­τη­μά­των με τον θυ­σι­α­ζό­με­νο α­μνό».
Ε­κεί, μνη­μό­νευ­ε α­τε­λεύ­τη­τα ζών­τες και κε­κοι­μη­μέ­νους για ώ­ρες. Για­τί ο α­λη­θι­νός ποι­μέ­νας, ζει με την έ­γνοι­α των ψυ­χών που ο Θε­ός έ­φε­ρε στον δρό­μο του. Δεν παύ­ει να εύ­χε­ται, να στη­ρί­ζει, να νοι­ά­ζε­ται, να προ­σεύ­χε­ται στον Κύ­ριο γι’ αυ­τές. Α­κό­μα κι ό­ταν φύ­γουν α­πό τού­τη την ζω­ή, πα­ρα­μέ­νουν στις δε­ή­σεις του, ζουν στην μνή­μη του κα­θη­με­ρι­νά.  Δι­α­βά­ζου­με: «Η α­γά­πη του παπ­πού για τον κό­σμο, για τους αν­θρώ­πους, τον ω­θού­σε να πράτ­τει υ­περ­βο­λές α­γά­πης. Ό­λα αυ­τά τα κα­τε­βα­τά ο­νο­μά­των δεν τα μνη­μό­νευ­ε μό­νο στη Θ.Λ. αλ­λά και στην προ­σω­πι­κή του προ­σευ­χή κά­θε βρά­δυ, στο α­πό­δει­πνό του. Το ί­διο και κα­τά τα ι­ε­ρά σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γα των Χρι­στου­γέν­νων. Τα ο­νό­μα­τα των αν­θρώ­πων τα μνη­μό­νευ­ε, ό­χι μό­νο στην Προ­σκο­μι­δή αλ­λά και το α­πό­γευ­μα, στον Ε­σπε­ρι­νό. Πί­σω α­πό κά­θε ό­νο­μα κρυ­βό­ταν και μί­α κραυ­γή, δεν μπο­ρού­σε να την πα­ρα­βλέ­ψει».

***

Στην ζω­ή του μα­κα­ρι­στού πα­πα-Κώ­στα α­πο­τυ­πώ­νε­ται η δί­ψα για την μά­θη­ση και το δι­ά­βα­σμα, μέ­σα σε συν­θή­κες αν­τί­ξο­ες, τό­τε που η μόρ­φω­ση ή­θε­λε κό­πο και θυ­σί­ες πολ­λές, για­τί ή­ταν πα­ρά­θυ­ρο στον κό­σμο, ά­νοιγ­μα ο­ρί­ζον­τα. «Α­πό την παι­δι­κή του η­λι­κί­α δι­έ­κρι­νε κα­νείς την βου­λι­μί­α του για μά­θη­ση, για γνώ­ση», μας λέ­ει ο συ­γρα­φέ­ας. «Εί­ναι το πρώ­το ξε­πέ­ταγ­μα της καρ­διάς που αι­σθά­νε­ται την α­νάγ­κη να ψα­χου­λέ­ψει τον κό­σμο, το «για­τί», την ύ­παρ­ξη.
 Ο λό­γος, η γρα­φή, η α­νά­γνω­ση προ­σφέ­ρον­ται για τα­ξί­δια, για γνω­ρι­μί­ες, για πε­ρι­πλα­νή­σεις. Εί­ναι ο τρό­πος να φεύ­γεις μα­κρυ­ά ε­νώ πα­ρα­μέ­νεις α­με­τα­κί­νη­τος. … Παίρ­νεις έ­να βι­βλί­ο στα χέ­ρια σου και βρί­σκε­σαι να φυλ­λο­με­τράς την καρ­διά του συγ­γρα­φέ­α. Να με­τέ­χεις στις σκέ­ψεις του, στις α­νη­συ­χί­ες του, στα βι­ώ­μα­τά του. Κά­θε βι­βλί­ο και μί­α ρωγ­μή στην δι­α­στα­τή πε­ρα­τό­τη­τά μας. Α­φορ­μή για το πλά­τυα­σμα της καρ­διάς, το ά­νοιγ­μα του νου, τον πλου­τι­σμό των συ­ναι­σθη­μά­των. Ά­νοιγ­μα και­νού­ρι­ων ο­ρι­ζόν­των, άλ­λης αν­τί­λη­ψης, δι­α­φο­ρε­τι­κής μα­τιάς».

 Α­κό­μα και στα γη­ρα­τειά του, ο π. Κων­σταν­τί­νος, δι­ά­βα­ζε ο,τι κα­λό έ­πε­φτε στα χέ­ρια του. Εί­ναι ση­μαν­τι­κό για έ­να ποι­μέ­να, αλ­λά και για κά­θε πι­στό, η συ­νε­χής εν­τρύ­φη­ση στα νά­μα­τα του Ευ­αγ­γε­λί­ου, στους λό­γους των Πα­τέ­ρων, στους προ­βλη­μα­τι­σμούς των Θε­ο­λό­γων και των στο­χα­στών, η δια­ρκής πα­ρα­μυ­θί­α,. «Σε πολ­λά εκ­κλη­σι­α­στι­κά πε­ρι­ο­δι­κά α­παν­τού­σε εγ­γρά­φως, στέλ­νον­τας ε­πι­στο­λές για πολ­λά θέ­μα­τα που τον εί­χαν συγ­κι­νή­σει. Ε­παι­νού­σε πολ­λές φο­ρές τους εκ­δό­τες και συγ­γρα­φείς για πολ­λά άρ­θρα που τον α­νέ­παυ­αν. Πολ­λές φο­ρές α­παν­τού­σε σε γράμ­μα­τα φυ­λα­κι­σμέ­νων στέλ­νον­τάς τους και χρή­μα­τα και με την ά­δο­λη καρ­διά του τους προ­σκα­λού­σε να τους φι­λο­ξε­νή­σει κι­ό­λας στο σπί­τι του στην Α­θή­να, αν έ­παιρ­ναν κά­ποι­α ά­δεια και δεν εί­χαν που να μεί­νουν», δι­α­βά­ζου­με στο βι­βλί­ο.

Στην ε­πο­χή μας, δυ­στυ­χώς λί­γοι δι­α­βά­ζουν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Νε­ο­έλ­λη­νες εί­ναι κα­θη­λω­μέ­νοι α­πό την α­νο­η­σί­α της τη­λε­ο­πτι­κής ει­κό­νας που  προ­κα­λεί α­πο­προ­σα­να­το­λι­σμό και σύγ­χι­ση. Κα­θώς χρό­νια τώ­ρα, οι κυ­ρί­αρ­χες ι­δε­ο­λο­γί­ες του κό­σμου τού­του αλ­λο­τρι­ώ­νουν την αν­τί­λη­ψη του μέ­σου αν­θρώ­που, προ­ά­γουν την η­μι­μά­θεια,  την λή­θη και τον ά­κρι­το κα­τα­να­λω­τι­σμό, ο πα­πα-Βα­σί­λης γρά­φει για τον παπ­πού και συ­νά­μα προ­τρέ­πει τον α­να­γνώ­στη: «Έ­νοι­ω­θα», λέ­ει, «ό­τι η καρ­διά του δεν έ­χει πε­ρι­ο­ρι­σμό. Δεν μπο­ρού­σα με τί­πο­τα να χορ­τά­σω την πεί­να των μα­τι­ών της καρ­διάς του. Η δί­ψα του για γνώ­ση, για μά­θη­ση, ή­ταν α­σί­γα­στη».


Ο μα­κα­ρι­στός πα­πα-Κώ­στας α­γα­πού­σε με α­γνό­τη­τα και πά­θος την Ελ­λά­δα. «Η α­γά­πη του για την πα­τρί­δα μας, ή­ταν σπλα­χνι­κή», δι­α­βά­ζου­με. «Έ­ζη­σε στο πε­τσί του την πε­ρί­ο­δο της κα­το­χής, τον εμ­φύ­λιο σπα­ραγ­μό, την δι­κτα­το­ρί­α, ψη­λα­φών­τας ου­σι­α­στι­κά τα στίγ­μα­τα των βα­σα­νι­σμών πά­νω στο κορ­μί της Ελ­λά­δας. Αυ­τό τον εί­χε κά­νει να εί­ναι α­λη­θι­νός πα­τρι­ώ­της. Να α­γα­πά την Ελ­λά­δα ό­χι σαν ι­δέ­α, αλ­λά σαν ζων­τα­νό κοι­νω­νού­με­νο πο­λι­τι­σμό, σαν με­τα­λαμ­πα­δευ­ό­με­νο ή­θος α­προ­σμέ­τρη­το, σαν αρ­χον­τιά προ­σώ­πων, σαν πλού­το συ­ναι­σθη­μά­των». Ό­μως ταυ­τό­χρο­να να μην ξε­χω­ρί­ζει κα­νέ­ναν, ό­τι και αν φρο­νού­σε, αλ­λά να βλέ­πει με α­γά­πη τον κά­θε άν­θρω­πο, α­κο­λου­θών­τας τα βή­μα­τα του Χρι­στού. «Να α­γα­πή­σεις τον πλη­σί­ον σου ως ε­αυ­τόν».

Αυ­τό εί­ναι που λεί­πει σε αυ­τό τον τό­πο σή­με­ρα. Το θυ­σι­α­στι­κό ή­θος, η α­γά­πη για τον συ­νάν­θρω­πο, η α­πεμ­πλο­κή α­πό την φί­λαυ­τη ε­να­σχό­λη­ση με τα δι­κά μας και τα μι­κρο­συμ­φε­ρον­τά μας. Μα­στί­ζε­ται η χώ­ρα α­πό την πα­τρι­δο­κα­πη­λεί­α και τα δι­α­φό­ρων α­πο­χρώ­σε­ων ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα. Πολ­λοί μι­λούν για την Ελ­λά­δα, αλ­λά η πρα­κτι­κή τους εί­ναι κον­τό­φθαλ­μη, ε­πι­θε­τι­κή και εμ­πα­θής. Εν­δι­α­φέ­ρον­ται για τα πα­ρα­τα­ξια­κά συμ­φέ­ρον­τα, για την ε­πι­κρά­τη­ση της ι­δε­ο­λο­γί­ας τους, ό­χι για την πα­τρί­δα και τον συ­νάν­θρω­πο.«Η α­γά­πη» δι­α­βά­ζου­με, «και η κα­τα­δε­κτι­κό­τη­τα του παπ­πού ή­ταν αυ­τή που κι­νη­το­ποί­η­σε τις καρ­δι­ές των ί­σως α­δι­ά­φο­ρων για την πί­στη ε­ξό­ρι­στων αν­θρώ­πων. Εί­ναι η α­γά­πη, η μο­να­δι­κή αυ­τή συμ­παν­τι­κή δύ­να­μη, που μπο­ρεί να δι­εισ­δύ­σει στα πιο κα­λο­α­σφα­λι­σμέ­να α­πό τον ε­γω­ι­σμό και τις ι­δε­ο­λη­ψί­ες α­νή­λια­γα καρ­δια­κά τα­μεί­α, και να ε­ξά­γει το πρω­τό­κτι­στο α­δα­μια­ίο ζεύ­γος, την α­πλό­τη­τα και την συμ­πό­νια, το νοι­ά­ξι­μο και την θυ­σί­α, την τρυ­φε­ρό­τη­τα και κα­λο­σύ­νη. Να μας α­να­στή­σει πε­θα­μέ­νους τρό­πους ζω­ής, ξε­χα­σμέ­νες α­ρε­τές, α­πω­θη­μέ­νη ω­ραι­ό­τη­τα…
Η α­γά­πη δε σε υ­πο­χρε­ώ­νει α­πλώς και μό­νο, δεν κι­νη­το­ποι­εί το φι­λό­τι­μό σου, σε ει­σά­γει στον χώ­ρο της, σε συ­νά­πτει στον δι­κό της τρό­πο ζω­ής, σε κά­νει να αι­σθά­νε­σαι γνώ­ρι­μος και α­πο­δε­κτός.   
Κι ό­μως, στην παν­το­δύ­να­μο α­γά­πη μπο­ρεί να αν­τι­στα­θεί έ­να και μό­νο πράγ­μα, η ε­λευ­θε­ρί­α του αν­θρώ­που να την αρ­νη­θεί. Να μην θε­λή­σει να ζή­σει την πλη­ρό­τη­τά της αλ­λά να ε­πι­λέ­ξει την α­σφυ­ξί­α του ε­γω­ι­σμού, των σκο­πι­μο­τή­των, των στρα­τευ­μέ­νων ι­δε­ο­λο­γι­ών».

Κα­θώς δι­α­νύ­ου­με μια με­γά­λη πνευ­μα­τι­κή πα­ρακ­μή σε ό­λα τις εκ­φάν­σεις του σύγ­χρο­νου κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κού βί­ου, το βι­βλί­ο μας α­φυ­πνί­ζει μέ­σα α­πό το ή­θος του πα­πα-Κώ­στα: «Η ει­λι­κρι­νής α­γα­πη τό­σο για τον τό­πο σου ό­σο και για τους αν­θρώ­πους του εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα του δο­σί­μα­τος της καρ­διάς σου στον Χρι­στό, μέ­σα α­π’ την ο­ποί­α α­νοί­γε­ται, πλα­τιά­ζει, γί­νε­ται πε­ρι­ε­κτι­κή. Αυ­τή η α­γά­πη σε ξε­μυ­τί­ζει α­πό την ε­γω­τι­κή εγ­κύ­στω­ση και τον ι­δι­ο­τε­λή τρό­πο σκέ­ψης και σου α­νοί­γει την μα­τιά στον πλα­τύ ο­ρί­ζον­τα. Σε κά­νει να προ­τάσ­σεις το κοι­νό κα­λό, ο­ρα­μα­τι­ζό­με­νος τις ε­ξε­λί­ξεις και την ω­φέ­λεια σε βά­θος χρό­νου. Να μην χτί­ζεις μό­νο για τα δι­κά σου βή­μα­τα μα και για τις περ­πα­τη­σι­ές των ε­πο­μέ­νων».

Μέ­χρι την δύ­ση του βί­ου του α­γα­πού­σε τους αν­θρώ­πους ο πα­πα­Κώ­στας, τους έ­βλε­πε ως ει­κό­νες θε­ού, ή­ταν κοι­νω­νός της χα­ράς που ε­πι­φέ­ρει η χά­ρις του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος: «Ο παπ­πούς», δι­α­βά­ζου­με στο βι­βλί­ο, «ή­ταν έ­να περ­πά­τη­μα πα­ρα­δεί­σιας χα­ράς μέ­σα στον τό­πο της ε­ξο­ρί­ας της, στην δι­κή μας την Α­θή­να. Στην πό­λη που δεν έ­χου­με πια την δι­ά­θε­ση, την α­φορ­μή και τον χρό­νο να χα­ρού­με. Η α­ναγ­κα­στι­κή του πα­ρα­μο­νή στην Α­θή­να κά­θε χρό­νο α­πό το Νο­έμ­βριο πε­ρί­που μέ­χρι και το Πά­σχα δεν κα­τέ­στη ι­κα­νή να του αμ­βλύ­νει την χα­ρω­πό­τη­τα της καρ­διάς του. Έ­βλε­πες έ­ναν άν­θρω­πο ό­χι α­πλώς να γε­λά­ει αλ­λά να χαί­ρε­ται, και έ­νοι­ω­θες ό­τι το χα­μό­γε­λό του δεν ή­ταν κί­νη­ση σύ­σπα­σης των χει­λέ­ων, αλ­λά πα­ρά­δω­μά τους στην πλημ­μυ­ρί­δα χα­ράς που α­να­δυ­ό­ταν α­π’ την καρ­διά και κα­τέ­κλυ­ζε σπι­θα­μή προς σπι­θα­μή ό­λη την ύ­παρ­ξη.» Ζού­σε την α­γά­πη για τον συ­νάν­θρω­πό έμ­πρα­κτα. Μέ­σα στην α­πρό­σω­πη με­γα­λού­πο­λη χά­ρι­ζε α­πλό­χε­ρα το νοι­ά­ξι­μό του, στους δι­α­βά­τες της γει­το­νιάς, στον πλα­νό­διο μου­σι­κάν­τη, στην μο­να­χι­κή γρι­ού­λα. Έ­βλε­πε στον κά­θε άν­θρω­πό την ει­κό­να του θε­ού. Κι ό­ταν η χά­ρις του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος σε σκε­πά­ζει, δεν έ­χει ση­μα­σί­α που μέ­νεις, αλ­λά το πως νοι­ώ­θεις. «Ουχ ο τρό­πος, αλ­λ’ ο τρό­πος». Α­κό­μα και μέ­σα στην πο­λύ­βου­η και τα­ραγ­μέ­νη πό­λη, η ψυ­χή α­γάλ­λε­ται και το βλέμ­μα σου α­να­κα­λύ­πτει την κρυμ­μέ­νη ο­μορ­φιά.

 «Ό­ταν έ­χεις», γρά­φει ο π. Βα­σί­λει­ος «αυ­τήν την χα­ρά της πα­ρου­σί­ας του Θε­ού στην καρ­διά σου και βλέ­πον­τας τον κά­θε άν­θρω­πο, αι­σθά­νε­σαι, ό­τι ά­κους την πα­ρα­κλη­τι­κή φω­νή του Μα­κε­δό­να νέ­ου στις Πρά­ξεις των Α­πο­στό­λων: «δια­βάς εις Μα­κε­δο­νί­αν βο­ή­θη­σον η­μίν». ...Πέ­ρα­σε τα σύ­νο­ρα του ε­αυ­τού σου, της προ­σω­πι­κής σου ε­πάρ­κειας και κοι­νώ­νη­σε μα­ζί μας την πα­ρου­σί­α του Χρι­στού. Έ­λα να μας μι­λή­σεις, να μας αγ­γί­ξεις, να μας υ­πο­ψιά­σεις, να μας α­να­τα­ρά­ξεις. Σαν την αυ­λα­κω­μέ­νη α­πό αυχ­μό ά­νυ­δρη γη, ε­κλι­πα­ρού­σα ό­χι α­πλώς βρο­χή αλ­λά υ­έ­τια κα­ται­γί­δα, η υ­πό­στα­ση του κά­θε αν­θρώ­που ε­κλι­πα­ρεί για λί­γη πα­ρου­σί­α Χρι­στού, ε­πι­τέ­λους για λί­γη χα­ρά, για πραγ­μα­τι­κό χα­μό­γε­λο».

***

Ί­σως κά­ποι­ος να α­να­ρω­τη­θεί πως εί­ναι δυ­να­τόν ο συγ­γρα­φέ­ας να γρά­φει τό­σο εμ­φαν­τι­κά για κά­ποι­ον που γνώ­ρι­σε τό­σο λί­γο δι­ά­στη­μα. Πέ­ρα ό­μως α­πό το γε­γο­νός ό­τι το φως που εκ­πέμ­πει έ­νας η­λι­κι­ω­μέ­νος, φα­νε­ρώ­νει πάν­τα και το διά­βα του βί­ου του, υ­πάρ­χει κι έ­να άλ­λο μυ­στι­κό:

Μας το φα­νε­ρώ­νει ο π. Βα­σί­λει­ος: «Το πό­σο κα­λά γνω­ρί­ζεις έ­ναν άν­θρω­πο που έ­χει η­λι­ο­τρι­βή­σει στην ζω­ή του, δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο κον­τά σ’ αυ­τόν βρι­σκό­σουν, α­πό τον βαθ­μό συγ­γέ­νειας η το χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα της συμ­πό­ρευ­σης. Δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σα πολ­λά πράγ­μα­τα έ­ζη­σες μα­ζί του η α­πό τα πό­σα στοι­χεί­α γνω­ρί­ζεις για την ύ­παρ­ξή του. Ε­ξαρ­τά­ται α­πό τον βαθ­μό συ­νο­δοι­πο­ρί­ας σου στον χώ­ρο που ε­κεί­νος υ­πήρ­χε και α­νέ­πνε­ε, στον χώ­ρο της α­γά­πης.»

Θυ­μό­μα­στε ε­δώ, τον μέ­γα Αβ­βά Δω­ρό­θε­ο αυ­τή την με­γά­λη α­σκη­τι­κή μορ­φή του 6ου αι­ώ­να μας λέ­ει: Φαν­τα­στεί­τε έ­να κύ­κλο  πά­νω στη γη, σαν έ­να σχή­μα στρογ­γυ­λό που χά­ρα­ξε κά­ποι­ος με δι­α­βή­τη α­π’ το κέν­τρο του κύ­κλου. Υ­πο­θέ­στε ό­τι ο κύ­κλος αυ­τός εί­ναι ο κό­σμος και ό­τι το κέν­τρο του κύ­κλου εί­ναι ο Χρι­στός. Οι α­κτί­νες του κύ­κλου α­πό την πε­ρι­φέ­ρεια προς το κέν­τρο εί­ναι οι δρό­μοι για το Θε­ό, δη­λα­δή οι τρό­ποι ζω­ής των αν­θρώ­πων. Προ­χω­ρούν λοι­πόν οι πι­στοί προς το ε­σω­τε­ρι­κό το κύ­κλου ε­πι­θυ­μών­τας να πλη­σιά­σουν τον Θε­ό. Και ό­σο προ­χω­ρούν προς το κέν­τρο, τό­σο πλη­σιά­ζουν και τον Θε­ό  και με­τα­ξύ τους.

Αυ­τός εί­ναι ο δρό­μος,  που ο Κύ­ριος μας ζή­τη­σε να πο­ρευ­τού­με. Ό­χι ό­σοι δη­λώ­νου­με πως εί­μα­στε Χρι­στια­νοί, αλ­λά ό­σοι, πα­ρά την α­δύ­να­μία μας, θέ­λου­με να εί­μα­στε μα­θη­τές του, κοι­νω­νοί της α­γά­πης Του, α­πό­στο­λοι της χα­ράς του. Να πο­ρευ­ό­μα­στε μα­ζί, μί­α ποί­μνη, εις ποι­μήν, συ­νηγ­μέ­νοι στο Ό­νο­μά Του κι ό­χι δι­α­σκορ­πι­σμέ­νοι ο κα­θέ­νας στο σπί­τι του, μό­νοι και φο­βι­σμέ­νοι, ό­πως δυ­στυ­χώς συμ­βαί­νει στους πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό ε­μάς.

Αυ­τός εί­ναι ο τρό­πος που ο­φεί­λου­με να προ­σεγ­γί­ζου­με τον Θε­ό, ο τρό­πος της πεί­νας και δί­ψας για την δι­και­ο­σύ­νη Του κι ό­χι μια α­νού­σια θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, που ε­πι­φα­νεια­κά α­να­κου­φί­ζει, αλ­λά δεν σώ­ζει, δεν χα­ρι­τώ­νει τον άν­θρω­πο.

Α­να­ρω­τι­ό­μα­στε για­τί πολ­λοί θρη­σκευ­ό­με­νοι ζού­με χλια­ρά, χω­ρίς νό­η­μα α­να­στά­σι­μο στην ζω­ή μας, κι ο συγ­γρα­φέ­ας α­παν­τά: «Δεν αν­τέ­χει άλ­λο ο άν­θρω­πος τον Θε­ό – μπιμ­πε­λό, πο­λύ­τι­μο μεν, χω­ρίς χρη­σι­μό­τη­τα δε στη ζω­ή του. Δεν υ­πάρ­χει νό­η­μα πια και ελ­πί­δα σε μια τέ­τοι­α α­νού­σια «σχέ­ση». Τί­πο­τα δεν αλ­λά­ζει, τί­πο­τα δεν προ­χω­ρά. Ε­θι­μι­κές ε­πα­να­λή­ψεις ε­τή­σι­ες, μα ό­χι γι­ορ­τή, κα­θό­λου πα­νη­γύ­ρι. Δρό­μος χω­ρίς Θε­ό δεν αν­τέ­χε­ται...».


«Συ­νη­θί­σα­με», γρά­φει ο πα­πα Βα­σί­λης, «μέ­σα στην α­στο­χί­α μας και τους δύ­σκο­λους και­ρούς που ζού­με, να ο­νο­μά­ζου­με πνευ­μα­τι­κό άν­θρω­πο τον τύ­πο του ά­καμ­πτου η­θι­κο­λό­γου που τά­χα πο­τέ δεν έ­χει πτώ­σεις, η να κα­τα­σκευ­ά­ζου­με φαν­τα­σια­κές ει­κό­νες για τους Α­γί­ους, να κα­τα­σκευ­ά­ζου­με υ­περ­φυ­σι­κούς γί­γαν­τες που δεν μπο­ρού­με να μι­μη­θού­με».

Πολ­λά βι­βλί­α έ­χουν γρα­φτεί τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, που μας φα­νέ­ρω­σαν την ζω­ή ο­σί­ων αν­θρώ­πων. Εί­ναι με­γά­λη ευ­λο­γί­α αυ­τό, αλ­λά με­ρι­κά α­πό αυ­τά πα­ρου­σιά­ζουν έ­ναν κίν­δυ­νο. Κά­ποι­οι συγ­γρα­φείς, ά­πει­ροι πνευ­μα­τι­κής ω­ρι­μό­τη­τος προ­βάλ­λουν στο πρό­σω­πο που πε­ρι­γρά­φουν, δι­κές τους α­πό­ψεις, που κα­θι­στούν το πρό­σω­πο α­πό­μα­κρο, η υ­περ­το­νί­ζουν κά­ποι­ες υ­περ­φυ­σι­κές ι­δι­ό­τη­τες, γε­γο­νός που έ­χει ως α­πο­τέ­λε­σμα να α­πο­καρ­δι­ώ­νε­ται ο α­να­γνώ­στης και να κα­τα­λή­γει στο συμ­πέ­ρα­σμα ό­τι η α­γι­ό­τη­τα α­φο­ρά ε­λά­χι­στους ε­κλε­κτούς κι ό­τι δεν εί­μα­στε ό­λοι κε­κλη­μέ­νοι στην Βα­σι­λεί­α Του. Κι έ­τσι, άν­θρω­ποι του θε­ού ό­πως ο π. Κων/νος περ­νά­νε α­πα­ρα­τή­ρη­τοι, αν δεν υ­πάρ­ξει η ευ­αι­σθη­σί­α ε­νός ο­δί­τη που θα μας θυ­μί­σει ό­τι ό­λοι εί­μα­στε κε­κλη­μέ­νοι στον δρό­μο προς την α­γι­ό­τη­τα. Ξε­χά­σα­με τους Ο­σί­ους και τις Ο­σί­ες της δι­πλα­νής πόρ­τας, ε­κεί­νους που ό­πως λέ­ει ό­μορ­φα ο πα­πα­Βα­σί­λης: «Ευ­τυ­χώς που δεν ε­πι­θυ­μού­σαν αν­δριά­ντες, δι­ό­τι δεν θα μας έ­φτα­ναν οι πλα­τεί­ες». Τους αν­θρω­πους του Θε­ού που ζουν α­νά­με­σά μας και που με το πα­ρα­δειγ­μά τους, μυ­στι­κά μας δι­δά­σκουν ό­σα οι κυ­ρί­αρ­χες ι­δε­ο­λο­γί­ες θέ­λουν να μας κά­νουν να ξε­χά­σου­με.


Ο συγ­γρα­φέ­ας μέ­σα α­πό την δι­κή του α­γω­νί­α, μέ­σα α­πό την προ­σω­πι­κή του δι­α­δρο­μή που τον δί­δα­ξε πολ­λά, κα­τα­νο­εί και πο­νά. Α­φουγ­κρά­ζε­ται και δι­α­τυ­πώ­νει τον τρό­πο που δι­α­βαί­νεις, τον δρό­μο τον λι­γό­τε­ρο τα­ξι­δε­μέ­νο, αυ­τόν που ξε­χά­σα­με μέ­σα στην κα­λο­πέ­ρα­σή μας. «Αι­σθά­νε­σαι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος», μας λέ­ει. «Βλέ­πεις τον α­ναγ­κε­μό παν­τού γύ­ρω σου και υ­πο­ψι­ά­ζε­σαι πό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρος θα υ­πάρ­χει λί­γο πα­ρα­πέ­ρα, ε­κεί που δεν μπο­ρείς να φτά­σεις, να κοι­τά­ξεις. Θέ­λεις τό­τε να σπά­σεις τα ό­ριά σου. Να πε­τά­ξεις ψη­λά, πο­λύ ψη­λά. Να ση­κώ­σεις τη ζω­ή σου α­πό την με­τρι­ό­τη­τα, την κα­θη­κον­το­λο­γί­α, τον η­θι­κι­σμό, την τυ­πι­κή ε­λε­η­μο­σύ­νη».
Αυ­τά ό­λα δη­λα­δή, α­δελ­φοί μου, που κά­νουν τον άν­θρω­πο χλια­ρό, του δη­μι­ουρ­γούν ψεύ­τι­κες αυ­το­δι­και­ώ­σεις, τον βγά­ζουν α­πό τον δρό­μο της πε­ρι­χώ­ρη­σης και της συγ­χώ­ρε­σης, του στε­ρούν τον δρό­μο προς την α­γα­πη, την ει­ρή­νη, την Α­γι­ό­τη­τα.

«Κα­λεί­σαι να α­πο­φα­σί­σεις», προ­σθέ­τει ο συγ­γρα­φέ­ας. «Και ε­κεί, α­πό το ύ­ψος της α­γά­πης, ό­πως και ο Κύ­ριός σου α­πό το ύ­ψος του Σταυ­ρού, α­πο­φα­σί­ζεις ό­χι να δώ­σεις, μα να δο­θείς. Να τε­μα­χι­στείς σε μι­κρά – μι­κρά κομ­μα­τά­κια α­γά­πης, ε­λε­η­μο­σύ­νης, στορ­γής, χα­ράς, κα­ταλ­λα­γής, ει­ρή­νης, προ­σευ­χής και να μοι­ρα­στείς παν­τού, σε ό­σους αί­ρουν τις καρ­δι­ές και ζη­τούν ου­ρά­νιο υ­ε­τό. Ύ­στε­ρα θα κα­τέ­βεις, σαν τον Κύ­ριό σου, θαρ­ρα­λέ­α, δι­ό­τι τί­πο­τα δεν μπο­ρεί πλέ­ον να σκιά­σει, να φο­βί­σει την α­να­στά­σι­μη ζω­ή σου. Θα κα­τέ­βεις θαρ­ρα­λέ­α να πά­ρεις την σει­ρά σου στην α­να­μο­νή της α­να­στά­σε­ως, στο δι­κό σου μνή­μα.»

***

Ό­λο το βι­βλί­ο εί­ναι έ­να ύ­μνος ευ­χα­ρι­στί­ας και δο­ξο­λο­γί­ας στον Θε­ό, έ­να κά­λε­σμα συ­νο­δοι­πο­ρί­ας στα χνά­ρια του γλυ­κύ­τα­του Χρι­στού. Μια υ­πεν­θύ­μι­ση, ό­τι εί­μα­στε κε­κλη­μέ­νοι ό­λοι στο λη­σμο­νη­μέ­νο ό­ρα­μα της Α­γι­ό­τη­τος. Στην πρώ­τη Εκ­κλη­σί­α, οι πι­στοί α­πο­κα­λού­σαν ο έ­νας τον άλ­λον Ά­γιο, για να θυ­μούν­ται έ­τσι την δια­ρκή κλή­ση του Κυ­ρί­ου στην Βα­σι­λεί­α του. Σή­με­ρα, που ξε­χα­σμέ­νοι στην πα­ρα­ζά­λη του πα­ρόν­τος αι­ώ­νος, ψελ­λί­ζου­με ό­τι πά­με στην Εκ­κλη­σί­α για να γί­νου­με κα­λύ­τε­ροι άν­θρω­ποι, να η­ρε­μή­σου­με, και άλ­λα τέ­τοι­α χλια­ρά του  ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα, χρει­ά­ζε­ται να α­φυ­πνι­στού­με και να πο­θή­σου­με πά­λι την χα­ρά της μέ­θε­ξης του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

***

Το «Συ­να­πάν­τη­μα στην Δύ­ση», κα­τά την διά­ρκεια της α­νά­γνω­σης μας αλ­λοι­ώ­νει, μας υ­πεν­θυ­μί­ζει, μας συγ­κι­νεί, μας α­φυ­πνί­ζει πνευ­μα­τι­κά. Ό­πως κά­θε ση­μαν­τι­κό θε­ο­λο­γι­κό κεί­με­νο, εί­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ί­διο το θέ­μα που δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται. Υ­περ­βαί­νει την τε­χνι­κή, την γλώσ­σα και την πλο­κή του.  Μας ει­σά­γει και πά­λι μυ­στι­κά στον δρό­μο της με­τα­νοί­ας. Μας θυ­μί­ζει ό­τι η Α­γι­ό­τη­τα εί­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νη για ο­ποι­ον­δή­πο­τε α­πό ε­μάς το ε­πι­θυ­μή­σει και δι­ψά­σει για το ύ­δωρ το ζων, το αλ­λό­με­νον εις ζω­ήν αι­ώ­νιον. Ας θυ­μη­θού­με πως Ε­κεί­νος μας υ­πο­σχέ­θη­κε ό­τι πο­τα­μοί εκ της κοι­λί­ας μας θα ρεύ­σουν ύ­δα­τος ζών­τος κι η χά­ρις του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος θα α­να­πλη­ρώ­σει ό­λες τις α­δυ­να­μί­ες μας, κα­θι­στών­τας μας πά­λι το ά­λας της γης.

Οι όσιοι της διπλανής πόρτας μας το βεβαιώνουν αυτό, μας γεμίζουν αισιοδοξία για τον δικό μας δρόμο, για την θέση μας μέσα στην κοινωνία σε χρόνους χαλεπούς. Κι όπως οι παλιότεροι δύσκολοι καιροί γέννησαν πνευματικά αναστήματα σαν τον μακαριστό παπαΚώστα - τις πρεσβείες του να έχουμε - έτσι και τώρα οι δοκιμασίες θα οδηγήσουν πολλούς από εμάς στην μετάνοια και την ελπίδα.

Ευχαριστούμε και πάλι τον π. Βασίλειο που ζυμώνοντας την ψυχή του με τα νάματα των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας και με το νέκταρ των μεγάλων ποιητών που τόσο αγαπάει, μας ψάλλει με λόγο ποιητικό, όχι μόνο ένα requiem για τον όσιο του Θεού, αλλά και ένα Ύμνο της χαράς για την εν Χριστώ Ζωή.
Να δώσει ο Θεός να συνεχίσουν να παρουσιάζονται σε τούτο τον τόπο τον ποτισμένο από το αίμα και τα δάκρυα Αγίων και ήρώων, αναστήματα σαν του π. Κωνσταντίνου Σκόνδρα, άνθρωποι δίκαιοι κι ευσεβείς, φάροι φωτεινοί και πρότυπα ήθους, σε εποχές όμίχλης. Τους έχει ανάγκη η εκκλησία, το γένος, ο τόπος, ο κόσμος όλος. Αμήν.

Την ευχή σας Σεβασμιώτατε,

  Χριστός Ανέστη!