Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Ολοκληρωμένοι ή μισοί Χριστιανοί;


Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότ. Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.




«Κάποιος άρχοντας ρώτησε τον Ιησού: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς του απάντησε: «Γιατί με αποκαλείς “αγαθό”; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Ξέρεις τις εντολές: μη μοιχεύσεις, μη σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Κι εκείνος του είπε: «'Ολα αυτά τα τηρώ από τα νιάτα μου». 'Οταν τ' άκουσε ο Ιησούς του είπε: «'Ενα ακόμη σου λείπει: πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, κι έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό· κι έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις εκείνος τ' άκουσε αυτά, πολύ στενοχωρήθηκε, γιατί ήταν πάμπλουτος.

'Οταν ο Ιησούς τον είδε τόσο στενοχωρημένον, είπε: «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα!Ευκολότερο είναι να περάσει καμήλα μέσα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού». 'Οσοι τον άκουσαν είπαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Αυτά που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για το Θεό είναι δυνατά».(Λουκ. 18, 18-27)


Είναι συμπαθής η περίπτωση του Ιουδαίου άρχοντα που έχοντας τηρήσει από τη νεότητα του όλες τις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου ρωτάει τον Ιησού, τι του μένει ακόμη να κάνει για να εξασφαλίσει την αιωνιότητα. Κι ο Ιησούς, γνωρίζοντας πολύ καλά τι κρατά συνήθως τον άνθρωπο γερά δεμένο στη γη, του απαντά: «Ένα ακόμη σου λείπει πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, κι έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό· και έλα να με ακολουθήσεις».

Δεν χωράει αμφιβολία ότι ο Ιουδαίος αυτός άρχοντας ήταν ευσεβής άνθρωπος, εφόσον τηρούσε τον Νόμο κι είχε μέσα του την επιθυμία της τελειότητας. Ο Νόμος όμως της Π. Διαθήκης καταλήγει, ολοκληρώνεται και κορυφώνεται στον Χριστό, ο οποίος αποκαλύπτει την απόλυτη απαίτηση του Θεού προς τον άνθρωπο. Κι η απαίτηση αυτή δεν συνίσταται μόνο στην τήρηση των βασικών εντολών αλλά στην πλήρη αποδέσμευση όλου του άνθρωπου από ό,τι τον κρατά κολλημένο στο χώμα αφ' ενός και στο ολοκληρωτικό δόσιμο του στον Θεό αφ' έτερου. Η στάση του πλουσίου αυτού Ιουδαίου πού λυπήθηκε βαθύτατα για την υπόδειξη του Ιησού και έφυγε μη μπορώντας να την ακολουθήσει, δείχνει πόσο δύσκολο είναι να δοθεί κανείς ολοκληρωτικά στον Θεό. Κι ακόμη μαρτυρεί πόσο εύκολο είναι να δημιουργηθεί μια ψεύτικη ικανοποίηση μέσα στη συνείδηση του ανθρώπου, ικανοποίηση που προέρχεται από την τήρηση ορισμένων, έστω βασικών εντολών.


Πιστεύει κανείς πολύ γρήγορα ότι ξόφλησε τούς λογαριασμούς του με τον Θεό με το να τηρήσει μερικές τυπικές διατάξεις, με το να ακολουθήσει κανονικά όλες τις νηστείες, με το να εκκλησιάζεται πυκνά, με το να μην είναι παραβάτης των βασικών εντολών. Σε μια κρίσιμη όμως στιγμή της ζωής του που καλείται να διαλέξει ανάμεσα στον Θεό και στα χρήματά του, ανάμεσα στον Θεό και στην κοινωνική ή επαγγελματική θέση του, ανάμεσα στον Θεό και στους επίγειους δεσμούς του, δεν θυσιάζει τίποτε απ' όλα αυτά για τον Θεό, αποδείχνοντας έτσι ότι η θρησκευτικότητα του καλύπτει ένα μόνο μέρος της ζωής του, αυτό που φαίνεται εξωτερικά, κι όχι στο σύνολο της, κι όχι όλο το βάθος της· ότι συνίσταται στην ανώδυνη τήρηση εντολών κι όχι στην οδυνηρή υποταγή του όλου ανθρώπου στην απόλυτη απαίτηση του Θεού.

Ο Ιησούς δεν κατηγορεί τον ευσεβή συνομιλητή του για ό,τι έκανε, αλλά για ό,τι παρέλειψε να κάνει· δεν τον κατακρίνει για τις αρετές του, αλλά γιατί βλέπει ότι αυτές δεν εντάσσονται στο ολοκληρωτικό δόσιμό του στον Θεό κι είναι μεμονωμένες εκδηλώσεις της ζωής του, αν και κατά πάντα σωστές και αξιέπαινες. Βλέπει ακόμη ότι η θρησκευτικότητα του δεν συνδέεται άμεσα με τη ζωή του μέσα στην κοινωνία· ότι ό δρόμος πού τον φέρνει στον Θεό δεν περνάει μέσα από την κοινωνία των αδελφών και δεν διασταυρώνεται με τους δρόμους των συνανθρώπων του. Είναι ένας μονόδρομος πού εξασφαλίζει την ικανοποίηση μέσα στη συνείδηση του, όχι όμως και την ικανοποίηση του Θεού, ο όποιος δεν δέχεται συμβιβασμούς, υποκρισίες και ψευτιές.

Στην περικοπή μας υπογραμμίζονται τρεις κυρίως αλήθειες:
1. Ό Θεός, όπως αποκαλύπτεται στην ανθρωπότητα διά του Ιησού Χριστού, έχει απόλυτη απαίτηση από όλους, χωρίς συμβιβασμούς και μονόπλευρες εκδηλώσεις· ζητάει ολόκληρο τον άνθρωπο κι όχι μόνο μερικές θρησκευτικές εκδηλώσεις, μερικές αρετές του, μερική τήρηση των εντολών του.
2. Εκείνο που εμποδίζει το ολοκληρωτικό δόσιμο του ανθρώπου στον Θεό είναι η προσκόλληση στον επίγειο θησαυρισμό.
Και 3. Αυτό που φαίνεται δύσκολο για τον άνθρωπο, να είναι δηλ. όχι μερικά αλλά ολοκληρωτικά δοσμένος στον Θεό, γίνεται εύκολο με τη χάρη του Θεού, με τη βίωση και αποδοχή αυτής της χάρης μέσα στην Εκκλησία. Εάν «τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Θεό», τότε ας μη νομίσει κανείς ότι η ολοκληρωτική υποταγή του άνθρωπου στον Θεό είναι πράγμα ακατόρθωτο και απραγματοποίητο.

ΠΗΓΗ: AMEN.GR

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ



          Η ζωή κάθε χριστιανού στηρίζεται στην προσπάθειά του να καλλιεργήσει τα χαρίσματα που του δόθηκαν από τον Δημιουργό προκειμένου να φτάσει στη θέωση δηλαδή να πλησιάσει τον Θεό. Η προσπάθεια αυτή δεν είναι εύκολη και χρειάζεται μεγάλος πνευματικός αγώνας. Η Εκκλησία μας προκειμένου να βοηθήσει τον πιστό στον αγώνα του αυτόν προτείνει εσωτερική άσκηση που σίγουρα όμως πρέπει να φωτίζεται από τη θεία χάρη. Μία από τις πνευματικές αυτές ασκήσεις είναι και η νηστεία.
            Η λέξη νηστεία προέρχεται από το στερητικό μόριο νη και το ρήμα έδω που σημαίνει τρώγω, δηλαδή δηλώνει την αποχή από κάποιες κατηγορίες τροφών (ψάρια, κρέας ζώων και πτηνών, τα γεννήματα και τα παράγωγά τους, όπως αυγά, τυρί, γάλα, ελαιόλαδο). Η αποχή αυτή σκοπό έχει την ασκητική υπακοή του ανθρώπου για την χαλιναγώγηση των παθών του και τον καθαρμό του σώματος και της ψυχής. Μέσω της νηστείας ο πιστός συγκρατεί την υπερβολή των επιθυμιών του, τιθασεύει τους πειρασμούς και αποδεσμεύεται από τα υλικά αγαθά και με αυτόν τον τρόπο ευκολότερα δύναται να επιθυμήσει τα αγαθά της ουράνιας βασιλείας. Ο χαρακτήρας της είναι ανασταλτικός και καθαρτικός. Όποιος θέλει να βαδίσει την οδό του Κυρίου πρέπει να στεναχωρεί την γαστέρα του και όχι να την θεραπεύει και να την υπερφορτίζει. Η νηστεία δεν πρέπει να θεωρείται άρνηση των φυσικών αναγκών μας αλλά άρνηση της ακολασίας και του υπέρμετρου καταναλωτισμού, αφού θέτει τις βάσεις για να μένει ο άνθρωπος ακλόνητος ενώπιον των πειρασμών που τον βάλλουν διαρκώς στην καθημερινή του ζωή. Ασκώντας το σώμα στην εκούσια στέρηση αποφεύγει να υποχωρήσει στην αμαρτία. Όπως η σωματική άθληση χαρίζει ευεξία και ευλυγισία έτσι και η ψυχική άσκηση προσφέρει πνευματική ανάταση. Άλλωστε η αξία της νηστείας φαίνεται και από τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου που λέγει ότι η νηστεία έχει ηλικία ίση με την ανθρωπότητα διότι νομοθετήθηκε στον Παράδεισο και βασίστηκε στην εντολή του Θεού να μην δοκιμάσουν οι πρωτόπλαστοι από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Επειδή δεν τηρήθηκε η νηστεία αυτή, ο άνθρωπος εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο, έχασε την επικοινωνία του με τον Θεό – Πατέρα και αμαύρωσε τα χαρίσματα που του είχαν δοθεί από τη στιγμή της δημιουργίας του, όπως την ελευθερία, τη συναδελφικότητα, την αγάπη, το αυτεξούσιο, κάνοντας δυσκολότερη την επίτευξη του καθ’ ομοίωση, δηλαδή της δυνατότητάς μας να ομοιάσουμε στο Θεό. 



Ο Μωυσής μετά από νηστεία ευλογήθηκε να λάβει σε λίθινες πλάκες τον Νόμο στο όρος Σινά, ο Προφήτης Ηλίας νηστεύσας για σαράντα ημέρες αξιώθηκε να δει «εν φωνῆ λεπτῆς αὖρας διερχομένης…τόν Κύριον», η νηστεία ανάπαυσε τον φτωχό Λάζαρο στους κόλπους του Αβραάμ, νηστεία και προσευχή έκανε και ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων με τα γνωστά θαυμαστά αποτελέσματα. Η ζωή του Ιωάννου του Προδρόμου υπήρξε μια συνεχής νηστεία· ο οποίος δεν είχε κρεβάτι, ούτε τραπέζι, ούτε καλλιεργήσιμη γη, ούτε ζώα για όργωμα, ούτε αρτοποιό, ούτε τίποτε άλλο από τα πράγματα της ζωής. Και για αυτό «μεταξύ των γεννηθέντων από τις γυναίκες, μεγαλύτερος δεν έχει αναφανεί άλλος από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή», είπε ο Χριστός (Ματθ. 11, 11). Ο Απόστολος Παύλος μαζί με τα άλλα καυχήματα, απαρίθμησε και τη νηστεία, στις θλίψεις του, οι οποίες τον ανέβασαν στον τρίτο ουρανό (Β' Κορ. 11, 27· 12, 2). 



Ενώ το μεγαλύτερο παράδειγμα των ευεργετικών επιδράσεων της νηστείας μας το δίνει ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος πριν αρχίσει να κηρύττει δημόσια νήστεψε σαράντα ημέρες στην έρημο ώστε μπόρεσε να κατανικήσει τους τρεις πειρασμούς του Σατανά και ειδικότερα εκείνον που τον προέτρεπε να μετατρέψει τις πέτρες σε άρτους. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση του Ιησού ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με την τροφή "ἀλλ' ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ" (Ματθ. 4, 4). Από την άλλη ο Ησαύ για λίγο φαγητό πούλησε τα πρωτοτόκια στον Ιακώβ μη δείχνοντας εγκράτεια.
Η νηστεία λοιπόν, γεννά Προφήτες, κάνει ισχυρότερους τους ισχυρούς, τους σοφούς σοφότερους, άγιο τον αφιερωμένο στο Θεό και ικανώνει τους ιερείς να προσφέρουν αληθινή θυσία κατά τη Θεία Ευχαριστία. Η νηστεία είναι αρχαίο δώρο, δεν παλαιώνει και δεν γηράσκει, αλλά ανανεούμενο ανθίζει πάντοτε για να φέρει ώριμους καρπούς. Δικαιολογημένα επομένως η νηστεία έχει αξιολογηθεί στην πατερική παράδοση ως αγγέλων ομοίωσις, ως θείον δώρημα, ως της μελλούσης ζωής εικώνα, ως όπλο κατά του πονηρού, ως παθοκτόνο φάρμακο, ως πνευματικών αγώνων αρχή και πλήθος άλλων χαρακτηρισμών, οι οποίοι διατρανώνουν τη σημασία της εν λόγω αρετής και εκφράζουν την εξέχουσα θέση που κατέχει στη ζωή των χριστιανών.
        Για τους παραπάνω λόγους η Εκκλησία, καθιέρωσε τη νηστεία ως προπαρασκευή για θαυμαστά γεγονότα που σχετίζονται είτε με τον επίγειο βίο του Ιησού Χριστού είτε με το δυναμικό παρόν και τη μαρτυρία που έδωσαν οι άγιοί μας. Η αποχή από τις τροφές δεν δηλώνει σε καμία περίπτωση περιφρόνηση ορισμένων ειδών τροφής γιατί δεν υπάρχουν καθαρές και ακάθαρτες τροφές – καθώς όλα έχουν δημιουργηθεί καλά λίαν από τον Δημιουργό. Η διάκρισή τους σχετίζεται με τη θρεπτική και πεπτική ικανότητά τους καθώς οι νηστίσιμες τροφές είναι πιο απλές και λιγότερο πλούσιες σε πρωτεΐνες, ώστε ο νους να μη μεριμνά για τις φυσικές σωματικές του ανάγκες αλλά να στρέφεται ανεπηρέαστος προς τα άνω και η σκέψη ελαφρότερη να αναζητά τους πνευματικούς θησαυρούς. 



Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η νηστεία δεν περιορίζεται μόνο στις τροφές αλλά πρωταρχικά και κυρίως στην ψυχή μας. Κατά τη διάρκειά της οφείλουμε να ξεπερνάμε όλα μας τα πάθη για να προετοιμάσουμε τον εαυτό μας για το μέγα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Τι ωφελεί αν δεν τρώγουμε κρέας αλλά κατατρώμε με τα μάτια μας τα υπάρχοντα του συνανθρώπου μας ή συκοφαντούμε τον πλησίον μας και φθονούμε την ευτυχία του; Η τυπική νηστεία όσο αυστηρή κι αν είναι αν δεν συνοδεύεται από την πραγματική αγάπη του Θεού και των ανθρώπων σίγουρα δεν έχει καμία αξία. Απεναντίας αποτελεί παγίδα για τους πιστούς καθώς θεωρούν ότι βαδίζουν το δρόμο της άσκησης και πως εναρμονίζονται με τις επιταγές της πνευματικής ζωής, αλλά ουσιαστικά δεν βλέπουν το αμάρτημά τους ώστε δεν το διορθώνουν. Τέτοια νηστεία έκαναν οι Φαρισαίοι και την κατέκρινε ο Χριστός, αφού νήστευαν επιδεικτικά, υποκριτικά, προς το θεαθήναι. Προσπαθούσαν να φαίνονται σκυθρωποί και να δίνουν την εντύπωση του μεγάλου νηστευτού. Όμως τέτοιου είδους νηστεία σίγουρα δεν είναι θεάρεστη καθώς γίνεται για τη δόξα των ανθρώπων και όχι του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος τόνισε: «ὅταν δέ νηστεύητε, μή γίνεσθαι ὥσπερ οἱ ὑποκριταί σκυθρωποί˙ αφανίζουσι γάρ τά πρόσωπά αὐτῶν, ὅπως φανώσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες˙ ἀμίν λέγων ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσι τόν μισθόν αὐτῶν. Σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανείς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ˙  καί ὁ Πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσι σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. 6, 14). Και στην εποχή μας πολλοί δίδουν μεγάλη σημασία και σχολαστικότητα για τα φαγητά, ενώ αδιαφορούν για άλλα πράγματα, όπως για την ουσιαστική συμμετοχή στην εν γένει εκκλησιαστική ζωή.



             Επιπλέον ας έχουμε κατά νου ότι σπουδαίο ρόλο στη νηστεία παίζει και η ποσότητα των τροφών, αφού η λαιμαργία και η κατάχρηση στα φαγητά οδηγεί τον άνθρωπο να γίνει γαστρίμαργος και να απομακρυνθεί από τη δίψα για τις απολαύσεις της αιωνίου ζωής, προτιμώντας τις υλικές απολαύσεις του επίγειου βίου. Μέγα, λοιπόν, παράπτωμα όσων θέλουν να λογίζονται γνήσιοι χριστιανοί η ακολασία της γαστέρας, καθώς τους καθηλώνει στα εφήμερα και εγκόσμια. Η νηστεία είναι όπλο για την εκστρατεία κατά των δαιμόνων, διότι όπως διαβάζουμε και στην Καινή Διαθήκη: «τό γένος αὐτό δέν ἐξέρχεται, παρά μόνον μέ τήν προσευχή καί τή νηστεία» (Μάρκ. 9, 28).
          Ακριβώς αυτόν τον εφήμερο χαρακτήρα των πάντων θέλησε να αποκαταστήσει ο Θεός και να δώσει ακόμη μια ευκαιρία στον άνθρωπο να απολαύσει την ουράνια βασιλεία Του. Για το λόγο αυτό πραγματοποιεί την υπόσχεση που είχε δώσει στους πρώτους ανθρώπους, πως όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου θα στείλει τον Υιό Του να συντρίψει το κακό και να σώσει τα δημιουργήματά Του από το πονηρό. Η πραγματοποίηση αυτή λαμβάνει χώρα κατά τη γέννηση του Ιησού από τη Θεοτόκο Μαρία, όταν στη Βηθλεέμ έρχεται στον κόσμο το θείο βρέφος. Τη λαμπρότητα του γεγονότος αυτού η Εκκλησία μας τιμά στις 25 Δεκεμβρίου ημέρα αφιερωμένη στον μοναδικό αληθινό ήλιο της ζωής, τον Χριστό!
Ως προπαρασκευή για την προσωπική βίωση των ακατάληπτων θείων μυστηρίων και του σχεδίου της θείας Οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους από την αμαρτία και τη φθορά, έχει καθιερωθεί η σαρανταήμερη νηστεία των Χριστουγέννων ή όπως αλλιώς λέγεται του αγίου Φιλίππου, επειδή αρχίζει την επομένη της εορτής του δηλαδή στις 15 Νοεμβρίου και λήγει στις 24 Δεκεμβρίου. Κατά την περίοδο αυτή καταλύουμε ψάρι, κρασί έλαιο καθημερινά εκτός Τετάρτης και Παρασκευής, μέχρι και 17 Δεκεμβρίου.



      Η σαρανταήμερη νηστεία των Χριστουγέννων ήταν αρκετά μεταγενέστερη από τη Μ. Σαρακοστή του Πάσχα και αρχικά ήταν επταήμερη, τον ΣΤ΄ όμως αιώνα κατ’ επίδραση πιθανότατα του μοναχισμού και του γενικότερου ασκητικού χαρακτήρα της Εκκλησίας, εμφανίζεται στα μοναστήρια της Συρίας και της Παλαιστίνης και έκτοτε καθιερώνεται αν και με χαλαρότερο χαρακτήρα, αφού πανηγύρεις και πολλές μνήμες αγίων καθιστούν την περίοδο πριν από τα Χριστούγεννα χαρούμενη προεόρτια ατμόσφαιρα. Ωστόσο μας καλεί βεβαίως σε ένα άλλο είδος ασκητισμού, προκειμένου να ανακαλύψουμε τη σπουδαιότητα της εορτής των Χριστουγέννων και το άπειρο κάλλος της αγάπης του Θεού που στέλνει τον Υιό Του στον κόσμο για να θεώσει την αμαρτωλή ανθρώπινη φύση προσλαμβάνοντάς την ταυτόχρονα με τη θεία φύση Του.
       Σύμφωνα με τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, η νηστεία των Χριστουγέννων, συμβολίζει τη νηστεία του Μωυσή, αφού νήστεψε σαράντα ημέρες και νύχτες έλαβε τις δέκα εντολές του Θεού, δηλαδή το θείο λόγο. Και για να λάβει τη δεύτερη νομοθεσία χρειάσθηκε και δεύτερη νηστεία. Παρόμοια και εμείς σαράντα ημέρες πριν από τη γέννηση του Ιησού Χριστού προετοιμάζουμε τη δική μας ψυχή να δεχθεί τον Υιό και Λόγο του Θεού. Η νηστεία από τη στιγμή που καθιερώθηκε μέχρι και τις ημέρες μας πραγματοποιείται μέσα στο ίδιο πνεύμα, με την αντίστοιχη νηστεία του Μωυσή, καθώς αυτός έλαβε το Νόμο και εμείς λαμβάνουμε τον Υιό του Νομοδότου. Επιπροσθέτως, νηστεύουμε και προσευχόμαστε κατά μίμηση των ιερών προσώπων της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, όπως του προφήτου Μωυσή, καθώς ο Θεός φανέρωσε σ’ αυτόν το θέλημά Του και σε μας μέσω της νηστείας φανερώνει τον εαυτό Του.



Κατά την σαρανταήμερη περίοδο προ των Χριστουγέννων, η νηστεία αποτελεί ένα ισχυρότατο όπλο για όλους μας, άνδρες και γυναίκες, νέους και ηλικιωμένους, κληρικούς και λαϊκούς κατά των παθών. Το πνευματικό αυτό όπλο είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη σύγχρονη εποχή όπου τα πάντα αμφισβητούνται, οι αξίες καταρρίπτονται και η Εκκλησία βάλλεται από πολλές πλευρές. Η άρνηση σε κάποια φαγητά μας κάνει δυνατούς να πούμε όχι και στον πειρασμό, όταν θα κυκλώσει την καρδιά μας, με σκοπό να την αποσπάσει από την ζεστή αγκαλιά του Θεού και να την ρίξει στην άβυσσο της αμαρτίας. Όπως ο γιατρός σε περίπτωση μιας σωματικής ασθένειας μας επιβάλλει συγκεκριμένο διαιτολόγιο, έτσι και η Εκκλησία για την ψυχική μας υγεία συνιστά περιορισμό υλικών τροφών και απολαύσεων.
           Βέβαια η νηστεία δεν δύναται από μόνη της να φέρει τη σωτηρία στην καρδιά μας, αλλά πρέπει να επικουρηθεί και από άλλες αρετές, όπως την προσευχή, τη μετοχή στα ιερά μυστήρια, κυρίως στην εξομολόγηση και τη Θεία κοινωνία, τις αγαθοεργίες, τη συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες. Ο άνθρωπος που νηστεύει έχει ένα σκοπό, να καθαρίσει το σώμα του από τις καθημερινές έγνοιες και αμόλυντος πλέον να ενωθεί με τον Θεό. Αυτό όμως το πετυχαίνει όταν συνειδητοποιεί τα αμαρτήματά του, συντρίβεται η καρδιά του από μεταμέλεια και ζητά από τον εκπρόσωπο του Χριστού επί της γης, τον πνευματικό, άφεση αμαρτιών μέσω του μυστηρίου της αγίας εξομολογήσεως. Στη συνέχεια, λαμβάνει καθαγιασμένο άρτο και οίνο, δηλαδή σώμα και αίμα Χριστού, και λαμπρύνει τον εσωτερικό του κόσμου με το άσβεστο θείο φως. Η ανακαίνιση που συμβαίνει τότε μέσα του δεν μπορεί παρά να τον οδηγήσει στην αγάπη του Θεού και του πλησίον του, ώστε να προσπαθεί με κάθε τρόπο να απαλλάξει τον συνάνθρωπό του από τη θλίψη και τον πόνο, να βοηθήσει τον φτωχό, να συμπονέσει τον άρρωστο, να συνδράμει τον έχοντα ανάγκη. Τα παραπάνω είναι πράξεις αγαθές όταν φυσικά είναι αγαθή και η προαίρεσή μας, αφού η φιλευσπλαχνία πρέπει να κινείται από ανόθευτη και ανιδιοτελή αγάπη, όπως το μέγα έλεος του Θεού. Τα έργα αυτά τονώνουν περισσότερο το θρησκευτικό φρόνημα του ατόμου και πραγματώνουν την πίστη του, η οποία εκφράζεται σ’ όλο της το μεγαλείο κατά τη διάρκεια όλων των ιερών ακολουθιών. Πρέπει δε να γνωρίζουμε ότι όταν πράττουμε μια αρετή το κάνουμε όχι γι’ αυτή την ίδια την αρετή, αλλά γιατί σε αυτή υπάρχει ο Χριστός.



         Δυστυχώς όμως η νηστεία έχει απωλέσει το περιεχόμενό της και θεωρείται ως αναχρονιστική, ξεπερασμένη, ανούσια, αν όχι αφελής και άχρηστη, από κάποιους οι οποίοι είναι μακράν της πνευματικής ζωής. Ακόμα όμως και αν πιστεύουν μερικοί ότι η νηστεία δεν ταιριάζει σε μια εποχή εξέλιξης και προόδου έχουμε να αντιτάξουμε ότι η πιο γνήσια πρόοδος του ανθρώπου είναι αυτή της ψυχής του, η οποία είναι αθάνατη και άρα αιώνια, ενώ η τεχνολογία και η εξέλιξη των υλικών πραγμάτων, αν και είναι σεβαστές και σίγουρα απαραίτητες στη ζωή μας, δεν μπορούν να απαντήσουν στα διαχρονικά ερωτήματα των ανθρώπων για τη ζωή και το θάνατο, το λόγο της ύπαρξής μας και το σκοπό της δημιουργίας του σύμπαντος. Σ’ αυτά τα ζητήματα η απάντηση της ορθόδοξης θεολογίας είναι αστείρευτη πηγή, που δροσίζει τον κάθε διψασμένο και χαρίζει ελπίδα πως το τέλος της επίγειας ζωής δεν είναι το τέλος του παντός, αλλά η αρχή της ενώσεώς μας με τον Πανάγαθο Θεό, ο Οποίος από αμέριστη αγάπη δημιούργησε τα πάντα και προνοεί γι’ αυτά στο διηνεκές του χρόνου. 
      Αντίδωρο ευγνωμοσύνης στον Ύψιστο, εμείς οι χριστιανοί προσφέρουμε την καθαρότητα του σώματος και της ψυχής μας και μορφώνουμε τις καρδιές μας σε φιλόξενα κατοικητήρια των αρετών και αγωνιζόμαστε τον αγώνα τον καλό ώστε να αναπλάσουμε ολόκληρο τον κόσμο σε κήπο ευωδιαστό από τη χάρη του Θεού. Η Τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων, είναι μια καλή ευκαιρία να αναθεωρήσουμε τα αρνητικά του βίου μας, να παλέψουμε τα πάθη μας, να δωρίσουμε αγαπητικά τις καρδιές μας στον συνάνθρωπό μας και να ελαφρύνουμε το νου και την ψυχή μας. 



Η ενανθρώπηση του λυτρωτή και Σωτήρα μας, μάς καλεί να σαλπίσουμε τον ύμνο της θείας δοξολογίας και να τείνουμε όλοι προς τον ουρανό: «Ἡ γέννησίς σου, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τό φῶς τό τῆς γνώσεως».


Δρ. Σωτ. Κόλλιας
 

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Ο ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ...


 Α­πο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ο­μι­λί­α 
    του π. Χρι­στο­δού­λου Μπί­θα
(Αναδημοσίευση)

 Για μια α­κό­μη φο­ρά έ­νας νο­μο­δι­δά­σκα­λος πλη­σιά­ζει τον Κύ­ριο με σκο­πό να Τον ντρο­πιά­σει, να Τον εκ­θέ­σει μπρο­στά στους πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους α­φού η δι­δα­σκα­λί­α του Χρι­στού, έρ­χε­ται σε αν­τί­θε­ση με την πα­ρά­δο­ση που δι­δά­σκουν οι Φα­ρι­σαί­οι και οι Γραμ­μα­τείς και οι νο­μο­δι­δά­σκα­λοι. Του κά­νει λοι­πόν, μί­α ε­ρώ­τη­ση: "Τι πρέ­πει να κά­νω για να κλη­ρο­νο­μή­σω την αι­ώ­νια ζω­ή;" Ο Χρι­στός αν­τι­στρέ­φει την ε­ρώ­τη­ση: "Ε­σύ τι νο­μί­ζεις ό­τι πρέ­πει να κά­νεις; Ποι­α εί­ναι η ση­μαν­τι­κό­τε­ρη εν­το­λή που πρέ­πει να τη­ρή­σεις;"

  Ο νο­μο­δι­δά­σκα­λος αυ­τός δεν εί­ναι τυ­χαί­ος. Α­πό την α­πάν­τη­σή του φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι πο­λύ κα­ταρ­τι­σμέ­νος. Δι­ό­τι α­π' ό­λες τις εν­το­λές που υ­πάρ­χουν μέ­σα στον νό­μο δι­α­λέ­γει έ­να στί­χο που ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται στο Λευ­ϊ­τι­κό και στο Δευ­τε­ρο­νό­μιο, το "α­γα­πή­σεις Κύ­ριον τον Θε­όν σου και τον πλη­σί­ον σου ως ε­αυ­τόν". Αυ­τή α­κρι­βώς εί­ναι και η εν­το­λή την ο­ποί­α εί­χε δι­δά­ξει ο Κύ­ριος ως πρώ­τη και σπου­δαί­α εν­το­λή. Πι­θα­νόν να το ή­ξε­ρε και ο νο­μο­δι­δά­σκα­λος. Ί­σως ε­πει­δή ά­κου­γε τον Χρι­στό να ε­πι­λέ­γει αυ­τή την φρά­ση α­νά­με­σα α­πό ό­λο το νό­μο για να συγ­κε­φα­λαι­ώ­σει την δι­δα­σκα­λί­α Του, μπο­ρεί ε­πί­τη­δες να λέ­ει αυ­τή την α­πάν­τη­ση. Το για­τί θα το δού­με α­μέ­σως με­τά. 

Του λέ­ει ο Χρι­στός "Συγ­χα­ρη­τή­ρια, αυ­τή εί­ναι η α­πάν­τη­ση. Αν μπο­ρέ­σεις να κά­νεις πρά­ξη αυ­τό, δη­λα­δή να α­γα­πάς τον Θε­ό, να εί­σαι α­φι­ε­ρω­μέ­νος σ' Ε­κεί­νον, να α­γα­πάς τον πλη­σί­ον σου μ' ό­λη σου την καρ­διά, αλ­λά να α­γα­πάς και τον ε­αυ­τό σου, τό­τε θα σω­θείς." Του κά­νει, λοι­πόν, ο νο­μο­δι­δά­σκα­λος την ε­ρώ­τη­ση που εί­ναι, θα λέ­γα­με, ε­ρώ­τη­ση-πα­γί­δα. "Ποι­ος εί­ναι ο πλη­σί­ον;" Η ε­ρώ­τη­ση, λοι­πόν, δεν εί­ναι τυ­χαί­α, και εί­πα λί­γο πριν ό­τι μπο­ρεί ε­πί­τη­δες α­κού­γον­τας το κή­ρυγ­μα του Χρι­στού να την εί­χε ε­πι­λέ­ξει, δι­ό­τι ε­δώ βρι­σκό­ταν και η με­γά­λη δι­α­φω­νί­α για την έν­νοι­α του "πλη­σί­ον" α­νά­με­σα σε αυ­τό που εν­νο­ού­σε ο Χρι­στός και σε αυ­τό που εν­νο­ού­σαν οι Ε­βραί­οι. 

Θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ό­τι η έν­νοι­α του "πλη­σί­ον" χω­ρι­ζό­ταν σε τρεις κα­τη­γο­ρί­ες, α­νά­λο­γα με το ποι­ος την πί­στευ­ε. Πρώ­τ' α­π' ό­λα για το σύ­νο­λο του ε­βρα­ϊ­κού λα­ού, "πλη­σί­ον"  ή­ταν μό­νο οι Ε­βραί­οι. Ό­λοι οι άλ­λοι ή­ταν ει­δω­λο­λά­τρες και δεν ή­θε­λαν να έ­χουν κα­μί­α σχέ­ση μα­ζί τους. Ει­δω­λο­λά­τρες, αι­ρε­τι­κοί, ε­θνι­κοί. 

Με­τά ή­ταν η τά­ξη των Φα­ρι­σαί­ων, των νο­μο­δι­δα­σκά­λων και των Γραμ­μα­τέ­ων, άν­θρω­ποι μορ­φω­μέ­νοι, κα­ταρ­τι­σμέ­νοι στον νό­μο, και αυ­στη­ροί τη­ρη­τές του. Ε­κεί­νοι θε­ω­ρού­σαν ό­τι "πλη­σί­ον" μπο­ρεί να εί­ναι μό­νο ό­ποι­ος έ­χει μια α­νώ­τε­ρη κα­τάρ­τι­ση, α­νή­κει στους Σαδ­δου­καί­ους ή τους Φα­ρι­σαί­ους και συ­νε­πώς δεν μπο­ρεί "πλη­σί­ον" να εί­ναι ο ό­χλος, οι α­γράμ­μα­τοι και α­σή­μαν­τοι φτω­χοί. 

Η τρί­τη αν­τί­λη­ψη, α­κό­μα πιο σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κή θα λέ­γα­με, ή­ταν αυ­τή της αι­ρέ­σε­ως των Εσ­σαί­ων. Οι Εσ­σαί­οι ή­ταν μια αί­ρε­ση α­κό­μα πιο αυ­στη­ρή α­πό τους Φα­ρι­σαί­ους, οι ο­ποί­οι εί­χαν φύ­γει α­πό τα κα­τοι­κη­μέ­να μέ­ρη κι εί­χαν πά­ει να ζή­σουν στην έ­ρη­μο του Εν-Γα­δί της Ι­ου­δαί­ας, στη Δυ­τι­κή πλευ­ρά της Νε­κράς Θα­λάσ­ση­ς  και α­ριθ­μού­σε κά­ποι­α πε­ρί­ο­δο μέ­χρι και 4.000 μέ­λη. (Εί­ναι γνω­στά τα χει­ρό­γρα­φα που βρέ­θη­καν ε­κεί, τα χει­ρό­γρα­φα του Κουμ­ράν, που βρέ­θη­καν στα μέ­σα του προ­η­γού­με­νου αι­ώ­να, τα πα­λαι­ό­τε­ρα χει­ρό­γρα­φα που α­να­φέ­ρον­ται στην Γρα­φή.) Οι Εσ­σαί­οι, λοι­πόν, ή­ταν άν­θρω­ποι α­φι­ε­ρω­μέ­νοι, θα λέ­γα­με σαν μέ­λη μιας πο­λύ α­κραί­ας θρη­σκευ­τι­κής ορ­γά­νω­σης, ζού­σαν στην έ­ρη­μο, δεν έ­κα­ναν παι­διά, πε­ρί­με­ναν το τέ­λος του κό­σμου και γι' αυ­τούς ο "πλη­σί­ον" ή­ταν μό­νο τα μέ­λη των Εσ­σαί­ων, κα­νείς άλ­λος. 

Βλέ­που­με, λοι­πόν, ό­τι σύμ­φω­να με τις αν­τι­λή­ψεις της ε­πο­χής και ό­χι μό­νο, για­τί ε­δώ υ­πάρ­χει κά­τι που μας εν­δι­α­φέ­ρει κι ε­μάς, ο "πλη­σί­ον" πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν α­νά­λο­γα με τις αν­τι­λή­ψεις της κά­θε κά­στας, τά­ξης ή φυ­λής. Πρώ­τα η έν­νοι­α η ρα­τσι­στι­κή, η ρά­τσα, η φυ­λή, ο πο­λύς λα­ός. Δεύ­τε­ρον, η έν­νοι­α των ε­κλε­κτών, που εί­χαν οι Φα­ρι­σαί­οι και οι Γραμ­μα­τείς, των ε­κλε­κτών, του κα­λού γέ­νους, των κα­ταρ­τι­σμέ­νων. Και τρί­τη εί­χα­με την πο­λύ στε­νό­τε­ρη αν­τί­λη­ψη, των δι­κών μας (ό­λοι οι άλ­λοι θα χα­θούν και θα τι­μω­ρούν­ται στην κό­λα­ση), των Εσ­σαί­ων και των ο­μοί­ων με αυ­τούς. 

Ο Χρι­στός κο­μί­ζει στην ι­στο­ρί­α μια άλ­λη αν­τί­λη­ψη για το ποι­ος εί­ναι ο πλη­σί­ον. Γι' αυ­τό αν­τι­στρέ­φει το θέ­μα. Ε­νώ ο νο­μο­δι­δά­σκα­λος ρω­τά­ει "ποι­ος εί­ναι ο πλη­σί­ον", ο Χρι­στός το θέ­μα το βά­ζει αλ­λι­ώς. Ποι­ος ε­νερ­γεί ως πλη­σί­ον. Ό­χι ποι­ον θε­ω­ρού­με ε­μείς πλη­σί­ον α­νά­λο­γα με την δι­κή μας αν­τί­λη­ψη. Αλ­λά ποι­ος πραγ­μα­τι­κά ε­νερ­γεί ως πλη­σί­ον. 

Η ι­στο­ρί­α στην συ­νέ­χεια εί­ναι γνω­στή. Έ­νας ι­ε­ρέ­ας κι έ­νας Λευ­ί­της περ­νούν δί­πλα α­πό τον πε­σμέ­νο άν­θρω­πο, τραυ­μα­τι­σμέ­νο α­πό τους λη­στές. Ο Χρι­στός δεν θέ­λει σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση να πο­λε­μή­σει τον κλή­ρο. Δεν εί­ναι αυ­τός ο σκο­πός του. Το λέ­ω αυ­τό για­τί υ­πάρ­χουν κά­ποι­ες ερ­μη­νεί­ες ε­πι­φα­νεια­κές σή­με­ρα "οι ι­ε­ρείς ί­διοι ή­ταν πάν­τα" κ.λπ. Ό­χι. Και ο ι­ε­ρέ­ας και ο Λευ­ί­της ή­ταν άν­θρω­ποι του νό­μου. Αυ­τό που κά­νουν, να προ­σπε­ρά­σουν δη­λα­δή αν­τί να πλη­σιά­σουν, εί­ναι για­τί θέ­λουν να τη­ρή­σουν το νό­μο μέ­χρι τε­λευ­ταί­ας γραμ­μής. 

Και ο νό­μος έ­λε­γε (το γρά­φει στο Δευ­τε­ρο­νό­μιο) ό­τι έ­νας ι­ε­ρέ­ας ή έ­νας Λευ­ί­της ό­που ή­ταν οι άν­θρω­ποι που κα­τε­ξο­χήν έμ­παι­ναν σ' ό­λα τα σπί­τια για τις θρη­σκευ­τι­κές α­νάγ­κες του λα­ού κι ό­χι μό­νο (και για ι­α­τρι­κές α­νάγ­κες) δεν έ­πρε­πε να πλη­σιά­σουν πτώ­μα. Με την ζέ­στη που ε­πι­κρα­τού­σε στην πε­ρι­ο­χή της Πα­λαι­στί­νης με­τα­φέ­ρον­ταν πά­ρα πο­λύ εύ­κο­λα μο­λύν­σεις. Κι έ­τσι, λοι­πόν, μέ­σα στην Γρα­φή για λό­γους υ­γι­ει­νής, υ­πήρ­χε αυ­τή η δι­ά­τα­ξη που δεν α­φο­ρού­σε μό­νο τους ι­ε­ρείς, α­φο­ρού­σε ό­λους. Ό­ποι­ος πλη­σιά­σει πτώ­μα θε­ω­ρεί­ται α­κά­θαρ­τος, μέ­νει μα­κριά α­π' την συ­να­γω­γή, α­πό το να­ό, χρει­ά­ζε­ται κα­θα­ρι­σμό, να μπει σε κα­ραν­τί­να, χρει­ά­ζε­ται να βε­βαι­ω­θεί ό­τι εί­ναι κα­λά πριν πλη­σιά­σει τους άλ­λους αν­θρώ­πους. Ο ι­ε­ρέ­ας, λοι­πόν, κι ο Λευ­ί­της βά­ζουν την καρ­διά τους, το εν­δι­α­φέ­ρον για τον πλη­σί­ον στην ά­κρη και τη­ρούν το νό­μο. Δεν θα πλη­σιά­σω ού­τε θα δι­α­κιν­δυ­νεύ­σω για έ­ναν άν­θρω­πο που φαί­νε­ται να εί­ναι πε­θα­μέ­νος. Ας τον βρουν άλ­λοι. 

Ο Σα­μα­ρεί­της εί­ναι έ­να πρό­σω­πο κα­τα­κρι­τέ­ο α­πό τους Ε­βραί­ους. Και α­πό τις τρεις τά­ξεις που α­να­φέ­ρα­με πριν. Και α­πό τον λα­ό, για­τί εί­ναι μι­γάς και αι­ρε­τι­κός και α­πό τους Φα­ρι­σαί­ους και τους Εσ­σαί­ους βέ­βαι­α, οι ο­ποί­οι θε­ω­ρούν ό­τι έ­χει δι­α­στρέ­ψει λό­γω του συγ­κρη­τι­σμού την πί­στη του α­πό τις αιχ­μα­λω­σί­ες των προ­η­γού­με­νων αι­ώ­νων. Αυ­τός, λοι­πόν, ο αι­ρε­τι­κός, για τον ο­ποί­ο δεν ξέ­ρου­με τί­πο­τα πέ­ρα α­πό το ό­τι δεν εμ­πί­πτει σε κα­μί­α α­πό τις προ­η­γού­με­νες τρεις κα­τη­γο­ρί­ες, α­δι­α­φο­ρεί για τον νό­μο και βά­ζει την καρ­διά του πά­νω α­π' ό­λα. Πλη­σιά­ζει, δι­α­πι­στώ­νει ό­τι ο άν­θρω­πος δεν έ­χει πε­θά­νει, του δέ­νει πρό­χει­ρα τις πλη­γές, τον παίρ­νει μα­ζί του, πά­ει σ' έ­να παν­δο­χεί­ο, α­φή­νει και χρή­μα­τα για να τον γι­α­τρο­πο­ρἐ­ψου­νε και δι­α­βε­βαι­ώ­νει τον ξε­νο­δό­χο ό­τι στην ε­πι­στρο­φή του θα δώ­σει και ό­σα χρή­μα­τα χρει­ά­ζον­ται γι' αυ­τό τον ά­γνω­στο σ' ε­κεί­νον άν­θρω­πο, φτά­νει να γί­νει κα­λά.

Ο Κα­λός Σα­μα­ρεί­της, δεν ζη­τά κα­μί­α ε­πι­βρά­βευ­ση, κα­μί­α αν­τα­μοι­βή, δεν ευ­ερ­γε­τεί για να πά­ρει αν­τα­πό­δω­ση και α­να­γνώ­ρι­ση. Έ­χει α­γά­πη, πέ­ρα και πά­νω α­πό το νό­μο και την υ­πο­χρέ­ω­ση.

Ο Χρι­στός τε­λει­ώ­νον­τας την δι­ή­γη­ση ρω­τά­ει τον νο­μο­δι­δά­σκα­λο: "Ποι­ος εί­ναι ο πλη­σί­ον;" Κι ε­κεί­νος α­παν­τά­ει.  Εί­ναι νι­κη­μέ­νος. Έ­χει κα­τα­λά­βει: "Έ­χεις δί­κιο, εί­ναι ε­κεί­νος που έ­δει­ξε έ­λε­ος, ό­χι αυ­τό που εν­νο­ού­σα ε­γώ." 

Θα πει κά­ποι­ος "ε­μάς πό­σο μας α­φο­ρά αυ­τή η πα­ρα­βο­λή;" Η α­πάν­τη­ση εί­ναι εύ­κο­λη. Ό­σο μας α­φο­ρούν ό­λες. Ε­δώ κά­τι πα­ρα­πά­νω, για­τί αυ­τή η πα­ρα­βο­λή του κα­λού Σα­μα­ρεί­τη μα­ζί με την πα­ρα­βο­λή του Α­σώ­του, νο­μί­ζω ό­τι α­πο­τε­λούν δυ­ο α­πό τις βα­σι­κό­τε­ρες πα­ρα­βο­λές της δι­δα­σκα­λί­ας του Κυ­ρί­ου. Η α­γά­πη στον συ­νάν­θρω­πο εί­ναι αυ­τό που λεί­πει α­πό αυ­τό τον κό­σμο. Αν­τί­θε­τα, η α­γά­πη για τους οι­κεί­ους (το α­να­φέ­ρει αλ­λού ο Χρι­στός αυ­τό), για τους ο­μο­ε­θνείς μας ή τους ο­μό­θρη­σκούς μας εί­ναι το εύ­κο­λο. Ει­δι­κά σε ε­πο­χές οι ο­ποί­ες έ­χουν έν­τα­ση, ό­πως εί­χαν ε­κεί­νη την ε­πο­χή στο Ισ­ρα­ήλ, λό­γω της Ρω­μα­ϊ­κής κα­το­χής, αλ­λά και προ­η­γου­μέ­νως λό­γω των ε­πα­νει­λημ­μέ­νων αιχ­μα­λω­σι­ών α­πό Έλ­λη­νες, Βα­βυ­λώ­νιους, Ασ­σύ­ριους μέ­σα στους αι­ώ­νες, ή­ταν ε­πό­με­νο ο ε­θνι­κός πα­ρά­γον­τας, ο φυ­λε­τι­κός πα­ρά­γον­τας να εί­ναι πά­ρα πο­λύ ε­νι­σχυ­μέ­νος στο νου των Ι­ου­δαί­ων. 

Κα­τά έ­να τρό­πο βρι­σκό­μα­στε σε μια πα­ρό­μοι­α ε­πο­χή. Η δύ­σκο­λη κα­τά­στα­ση που περ­νά­ει η Ελ­λά­δα σή­με­ρα με την με­τα­νά­στευ­ση και ταυ­τό­χρο­να οι με­γά­λες κα­κου­χί­ες και σφα­γές που έ­χει αν­τι­με­τω­πί­σει ο λα­ός μας στον προ­η­γού­με­νο και στον προ-προ­η­γού­με­νο αι­ώ­να α­πό τους γεί­το­νες, μάς κά­νει να αν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τα πράγ­μα­τα πιο στε­νά για την έν­νοι­α του πλη­σί­ον. 

Η χρι­στι­α­νι­κή πί­στη ὀ­μως ε­πι­τάσ­σει κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό. Πρώ­τα βά­ζου­με τον Χρι­στό και με­τά βά­ζου­με την πα­τρί­δα. Δεν υ­πο­τι­μού­με την πα­τρί­δα, αλ­λά ο­νει­ρευ­ό­μα­στε την ου­ρά­νια πα­τρί­δα. Α­γα­πά­με την πα­τρί­δα μας και την υ­πε­ρα­σπί­ζου­με α­πέ­ναν­τι σε ο­ποι­ον­δή­πο­τε θέ­λει με δι­ά­φο­ρα ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα και α­νο­η­σί­ες να ε­ξα­λεί­ψει την ση­μα­σί­α της, μα πά­νω α­π' ό­λα θυ­μό­μα­στε τον λό­γο και την δι­δα­σκα­λί­α του Χρι­στού. 

Πλη­σί­ον μας εί­ναι ο κά­θε άν­θρω­πος, χω­ρίς να κά­νου­με δι­ά­κρι­ση φυ­λής, θρη­σκεί­ας ή ό,τι­δή­πο­τε άλ­λο. Και πά­νω α­π' ό­λα, πλη­σί­ον μας εί­ναι κά­θε άν­θρω­πος που κα­τα­λα­βαί­νου­με ό­τι εί­ναι πλά­σμα του Θε­ού σαν κι ε­μάς. Που στα μά­τια του Θε­ού, ό,τι και να πι­στεύ­ει εί­ναι το ί­διο παι­δί Του. Αν έ­χου­με την πί­στη της α­λη­θεί­ας (ό­σοι την έ­χου­με για­τί πια), την α­λη­θι­νή πί­στη στον Υι­ό του Θε­ού, αυ­τό πρέ­πει να το θε­ω­ρού­με προ­νό­μιο, δώ­ρο και ευ­ερ­γε­σί­α του Θε­ού. Κι ό­χι να το χρη­σι­μο­ποι­ού­με για να ε­πι­τε­θού­με στους άλ­λους. Ό­ταν ε­μείς γνω­ρί­ζου­με την α­λή­θεια, κά­ποι­ον που δεν την γνω­ρί­ζει δεν του θυ­μώ­νου­με. Προ­σευ­χό­μα­στε γι' αυ­τόν, νοι­α­ζό­μα­στε γι' αυ­τόν, πα­ρα­κα­λού­με τον Θε­ό να τον ε­λε­εί και να τον ε­νι­σχύ­ει.

Η πα­ρα­βο­λή του Κα­λού Σα­μα­ρεί­τη εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή για να κα­τα­λά­βου­με τι θα πει ορ­θό­δο­ξη πί­στη, α­γά­πη ά­νευ ό­ρων για ό­λα. Ό­λους τους αν­θρώ­πους να τους βλέ­που­με ως ει­κό­νες Θε­ού, για να αι­σθα­νό­μα­στε κι ε­μείς ει­κό­νες Θε­ού. Με το μί­σος, την μι­σαλ­λο­δο­ξί­α και την εμ­πά­θεια χά­νου­με αυ­τή την δυ­να­τό­τη­τα, να νι­ώ­θου­με ει­κό­νες Θε­ού. Μι­κραί­νει η ψυ­χή μας, σκο­τει­νιά­ζει ο νους μας, γι­νό­μα­στε κι ε­μείς ρα­τσι­στές σαν τους Ε­βραί­ους ε­κεί­νης της ε­πο­χής, υ­πο­τασ­σό­μα­στε στο μι­κρο­συμ­φέ­ρον. Ας ξα­να­θυ­μη­θού­με τον λό­γο του Χρι­στού: Δεν έ­χει α­ξί­α να α­γα­πάς μό­νο τους οι­κεί­ους σου, αυ­τό το κά­νουν και οι άλ­λοι. Ο Χρι­στός δι­ευ­ρύ­νει με αυ­τή την πα­ρα­βο­λή και με ό­λη Του την δι­δα­σκα­λί­α την έν­νοι­α του πλη­σί­ον. Το­πο­θε­τεί την χρι­στι­α­νι­κή πί­στη στο κέν­τρο ό­λου του κό­σμου με την έν­νοι­α της α­γά­πης. 

Αυ­τό το ξέ­χα­σαν οι άν­θρω­ποι. Το ξέ­ρου­με πά­ρα πο­λύ κα­λά. Αν κά­τσου­με και κα­τα­με­τρή­σου­με πό­σοι πό­λε­μοι έ­γι­ναν α­πό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα στο ό­νο­μα του Χρι­στού και πό­σα θύ­μα­τα υ­πήρ­ξαν θα φρί­ξου­με. Αν σκε­φτού­με ό­τι κα­τά την διά­ρκεια του πρώ­του καί τοῦ Β' Παγ­κο­σμί­ου πο­λέ­μου εί­χα­με χρι­στι­α­νι­κούς λα­ούς να πο­λε­μούν με­τα­ξύ τους και ι­ε­ρείς τής κά­θε ο­μο­λο­γί­ας να ευ­λο­γούν τα ό­πλα για να πά­νε να σκο­τώ­σουν Χρι­στια­νοί άλ­λους Χρι­στια­νούς, θα αι­σθαν­θού­με-ό­πως πολ­λοί άν­θρω­ποι κα­τη­γο­ρούν-ό­τι η χρι­στι­α­νι­κή πί­στη έ­χει α­πο­τύ­χει. Ό­μως αυ­τό εί­ναι λά­θος. Δεν έ­χει α­πο­τύ­χει η χρι­στι­α­νι­κή πί­στη. Ε­μείς α­πο­τύ­χα­με.

Το μή­νυ­μα του Κυ­ρί­ου πα­ρα­μέ­νει ζων­τα­νό, ε­πί­και­ρο και ελ­πι­δο­φό­ρο για τον κά­θε άν­θρω­πο. Ε­κεί­νο που α­πέ­τυ­χε εί­ναι το ό­τι οι άν­θρω­ποι προ­τί­μη­σαν το σκο­τά­δι μάλ­λον πα­ρά το φως, ό­πως λέ­ει ο ευ­αγ­γε­λι­στής Ι­ω­άν­νης. Και συ­νε­χί­ζουν να το προ­τι­μούν. Και βλέ­που­με στην πα­ρού­σα κα­τά­στα­ση να βυ­θί­ζε­ται πά­λι η οι­κου­μέ­νη σ' έ­να σκο­τά­δι, σ' έ­να εκ­βαρ­βα­ρι­σμό. Το μί­σος βα­σι­λεύ­ει παν­τού. Παν­τού γύ­ρω μας, κα­θώς η χρι­στι­α­νι­κή πί­στη υ­πο­χω­ρεί, ο κό­σμος, πα­ρά τον Δι­α­φω­τι­σμό και την προ­σπά­θεια για αν­θρω­πι­σμό, κι­νεί­ται α­πό στε­νά συμ­φέ­ρον­τα. Κά­θε χώ­ρα εν­δι­α­φέ­ρε­ται μό­νο για τον ε­αυ­τό της. Και τα πο­νη­ρά παι­χνί­δια των και­ρο­σκό­πων φαί­νε­ται κά­θε μέ­ρα πό­σο με­γά­λη ε­πί­πτω­ση έ­χου­νε και στην δυ­τι­κή οι­κο­νο­μί­α και στην παγ­κό­σμια. 

Για μας που '­μα­στε χρι­στια­νοί, μο­να­δι­κή ελ­πί­δα μας εί­ναι ο δρό­μος του Ευ­αγ­γε­λί­ου. Χα­ρά φέρ­νει στην ψυ­χή του αν­θρώ­που και ελ­πί­δα με­γά­λη ό­τι το Ευ­αγ­γέ­λιο δεν δι­α­ψεύ­στη­κε. Χα­ρά και ελ­πί­δα με­γά­λη φέρ­νει ό­τι το μή­νυ­μα του Χρι­στού πα­ρα­μέ­νει ως μο­να­δι­κή ελ­πί­δα για τον κό­σμο τού­το. Να α­γα­πάς τον πλη­σί­ον σου πέ­ρα α­π' τα στε­νά σου συμ­φέ­ρον­τα. Να α­γα­πάς τον Θε­ό για­τί αυ­τό σου δί­νει την δυ­να­τό­τη­τα να κοι­τάς προς τα πά­νω. Να έ­χεις μια ελ­πί­δα ό­τι μπο­ρείς να υ­περ­βείς τον ε­αυ­τό σου. Δεν μπο­ρεί ο άν­θρω­πος να προ­χω­ρή­σει έ­χον­τας ως α­να­φο­ρά τον ε­αυ­τό του. Εί­ναι α­δύ­να­τον αυ­τό. Και για να τα κά­νεις ό­λα αυ­τά πρέ­πει να α­γα­πάς τον ί­διο σου τον ε­αυ­τό. Δη­λα­δή, να μην κά­νεις αυ­τά που η φύ­ση η πε­πτω­κυί­α σου σε ο­δη­γεί να κά­νεις. Το ά­δι­κο, το κα­κό, να μην εί­σαι εμ­πα­θής. Και ό­λα τα άλ­λα που ξέ­ρου­με και δεν εί­ναι της ώ­ρας να τα πού­με. 

Με την πα­ρα­βο­λή του κα­λού Σα­μα­ρεί­τη στον νου, ας πο­ρευ­ό­μα­στε στην ζω­ή μας προ­σπα­θών­τας να τον μι­μη­θού­με. Με την πα­ρα­βο­λή του κα­λού Σα­μα­ρεί­τη που εί­ναι ο ί­διος ο Χρι­στός, ας πο­ρευ­τού­με αυ­τά τα δύ­σκο­λα χρό­νια, αλ­λά με την ελ­πί­δα ό­τι αυ­τό για το ο­ποί­ο μας δι­α­βε­βαί­ω­σε, ό­τι θα ζή­σου­με, εί­ναι πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Το βε­βαι­ώ­νουν οι ά­γιοι της εκ­κλη­σί­ας και η πα­ρά­δο­σή μας. Κά­θε έ­νας α­πό ε­μάς κα­θώς με­γα­λώ­νει, δι­α­πι­στώ­νει πως α­κό­μα κι αν στην ε­φη­βεί­α του ή στα νιά­τα αμ­φι­σβή­τη­σε έν­το­να την χρι­στι­α­νι­κή πί­στη, ό­τι η ζω­ή χω­ρίς νό­η­μα δεν πη­γαί­νει, δεν βγαί­νει. Δι­α­πι­στώ­νει ό­τι α­κό­μα κι αν προ­σπα­θή­σει να αγ­κι­στρω­θεί α­πό τα υ­λι­κά, τα χρή­μα­τα, αυ­τά εί­ναι πε­πε­ρα­σμέ­να, τε­λει­ώ­νουν ή κα­ταρ­ρέ­ουν. 

Με την ελ­πί­δα και τον λό­γο του Χρι­στού στην καρ­διά μας ας πο­ρευ­τού­με προς τη νη­στεί­α της Σα­ρα­κο­στής των Χρι­στου­γέν­νων. Να ευ­χη­θού­με α­π' ό­λη αυ­τή την πε­ρί­ο­δο ε­μείς να βγού­με ε­νι­σχυ­μέ­νοι. Να ευ­χη­θού­με ό­τι πα­ρά τα ό­σα γί­νον­ται γύ­ρω στην πο­λι­τεί­α μας τα δυ­σά­ρε­στα, ε­μείς θα πο­ρευ­τού­με στα Χρι­στού­γεν­να γε­μά­τοι ελ­πί­δα και χα­ρά, ι­κε­τεύ­ον­τας τον Θε­ό να μας δί­νει φώ­τι­ση, ό­χι α­πλώς να αν­τέ­χου­με, αλ­λά και να με­τα­δί­δου­με το ευ­αγ­γέ­λιο του Χρι­στού σε ό­ποι­ον μπο­ρού­με. Πάν­τα μ' έ­να λό­γο κα­λο­σύ­νης, γλυ­κύ­τη­τος, ει­ρή­νης και α­γά­πης. Α­μήν!   
                       

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Ο μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος Καλαμαράς (1980-2012)




«Οι δί­και­οι έ­χουν ως ο­δη­γό την α­κε­ραι­ό­τη­τα τους» (Παρ. 11: 3.6)


π. Αν­τώ­νιος Πι­να­κού­λας
θε­ο­λό­γου συγ­γρα­φέ­α


Ε­άν στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του '70 τύ­χαι­νε να γνω­ρί­σει κά­ποι­ος τον αρ­χι­μαν­δρί­τη Με­λέ­τιο Κα­λα­μα­ρα-Βε­λα­νι­δι­ώ­τη και πι­θα­νο­λο­γού­σε τη μελ­λον­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α, θα τον έ­βλε­πε η­γού­με­νο σέ μο­νή του Ά­γίου Ό­ρους ή γέ­ρον­τα μι­κρό­τε­ρης συ­νο­δεί­ας στον ί­διο τό­πο. Αυ­τή τη στα­δι­ο­δρο­μί­α εί­χαν τό­τε ι­ε­ρο­μό­να­χοι σαν τον π. Με­λέ­τιο και αυ­τό προσ­δο­κού­σαν οι νε­ό­τε­ροι α­πό ό­σους τον γνώ­ρι­ζαν. Γύ­ρω α­πό προ­σω­πι­κό­τη­τες σαν τη δι­κή του άρ­χι­σαν νά συγ­κρο­τούν­ται ο­μά­δες α­πό νέ­ους άν­θρώ­πους που α­να­κά­λυ­πταν τους Πα­τέ­ρες, τον μο­να­χισμό και τη λει­τουρ­γι­κή ζω­ή. Στις ο­μά­δες αυ­τές κυ­ρι­αρ­χού­σε η α­να­νε­ω­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα της θε­ο­λο­γί­ας που εμ­φα­νί­στη­κε με­τά την κρί­ση του ευ­σε­βι­σμού το 1960 και γι­νό­ταν λό­γος για η­συ­χα­σμό, πα­λα­μι­κή θε­ο­λο­γί­α, ά­σκη­ση και θέ­ω­ση. Με αυ­τά έ­δε­σε και η ε­πελ­θού­σα Με­τα­πο-λί­τευ­ση, που για τους νέ­ους χρι­στια­νούς ση­μα­το­δο­τού­σε το τέ­λος των ο­ρα­μά­των του ευ­σε­βι­σμού για μια εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νη Εκ­κλη­σί­α στα πλαί­σια του α­στι­κού πο­λι­τι­σμού. Η τελευ­ταί­α γρα­φι­κή προ­σπά­θεια δι­α­ψεύ­στη­κε κα­τά τα χρό­νια της ε­πτά­χρο­νης δι­κτα­το­ρί­ας στην Ελ­λά­δα των Ελ­λή­νων Χρι­στια­νών.

Ή­ταν τό­τε που η Ι­ε­ραρ­χί­α εί­χε βια­ίως ε­ξευ­σε­βι­στεί σε με­γά­λο πο­σο­στό και εί­χε δι­αι­ρε­θεί σε "πρε­σβυ­τέ­ρα" και "νε­ο­τέ­ρα". Στήν "πρε­σβυ­τέ­ρα" κυ­ρι­αρ­χού­σε ο τύ­πος ε­πι­σκό­που α­νώ­τε-ρου α­ξι­ω­μα­τού­χου του κρά­τους. Αυ­τό σή­μαι­νε μια πε­ρισ­σό­τε­ρο στα­τι­κή και δι­α­χει­ρι­στι­κή στά­ση των εκ­κλη­σι­α­στι­κών πραγ­μά­των μέ­σα στά κα­θι­ε­ρω­μέ­να πλαί­σια της κρα­τι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας, ό­πως δι­α­μορ­φώ­θη­καν α­πό τη στε­νή σχέ­ση Εκ­κλη­σί­ας και κρά­τους. Αν­τί­θε­τα στη "νε­ο­τέ­ρα", που α­πο­τε­λούν­ταν α­πό στε­λέ­χη του ευ­σε­βι­σμού, στα ί­δια πλαί­σια της κρα­τι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας, κυ­ρι­αρ­χού­σε ο τύ­πος ε­πι­σκό­που α­να­νε­ω­τή της εκ­κλη­σι­α­στι­κής ζω­ής, στά πλαίσια ό­μως ε­νός ξε­πε­ρα­σμέ­νου α­στι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού. Ή­ταν ε­πό­με­νο της πο­ρεί­ας του ευ­σε-βι­σμού, που α­πό κί­νη­μα εκ­συγ­χρο­νι­σμού, ε­πί έ­ναν πε­ρί­που αι­ώ­να, κα­τέ­λη­ξε με­τά την πο­λι­τι-στι­κή ε­πα­νά­στα­ση του '60 σε φο­ρέ­α αν­τί­δρα­σης σε κά­θε προ­σπά­θεια α­να­νέ­ω­σης, σύ­νη­θες φαι­νό­με­νο για εκ­συγ­χρο­νι­στι­κά κι­νή­μα­τα κα­τά την εκ­πνο­ή τους. Με πρό­σχη­μα την α­πο­χου-ντο­ποί­η­ση, που πο­τέ δέν έ­γι­νε, έ­χου­με το 1974 έ­να τε­λι­κό ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμών με­τα­ξύ των δύ­ο ο­μά­δων, "πρε­σβυ­τέ­ρας" καί "νε­ο­τέ­ρας", που πρω­τα­γω­νί­στη­σαν κα­τά τις δύ­ο φά­σεις της δι­κτα­το­ρί­ας, υ­πέρ της "πρε­σβυ­τέ­ρας". Στη Με­τα­πο­λί­τευ­ση εγ­και­νι­ά­στη­κε α­πό το κρά­τος νέ­α εκ­κλη­σι­α­στι­κή πο­λι­τι­κή με κύ­ριο γνώ­ρι­σμα την α­δι­α­φο­ρί­α α­πέ­ναν­τι στα έκ­κλη­σι­α­στι­κά πράγ­μα­τα. Ο μει­ω­μέ­νος ρό­λος της Ι­ε­ραρ­χί­ας στον δη­μό­σιο χώ­ρο συρ­ρί­κνω­σε και το ρό­λο του μη­τρο­πο­λί­τη α­ξι­ω­μα­τού­χου του κρά­τους, ε­νώ ο α­πο­λι­θω­μέ­νος συν­τη­ρη­τι­σμός των ευ­σε­βισ-τών ποι­μέ­νων δεν έ­βρι­σκε θέ­ση στη νέ­α πο­λι­τι­κή και πο­λι­τι­σμι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Μέ τον νέ­ο Κα­τα­στα­τι­κό Χάρ­τη του 1977 έ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε η γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκ­κλη­σί­ας, που εί­χε συν­τε­λε­στεί στον Με­σο­πό­λε­μο. Για λό­γους πο­λι­τι­κούς, κοι­νω­νι­κούς και ορ­γα­νω­τι­κούς, σε αλ­λη­λε­πί­δρα­ση και αλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση, άρ­χι­σε να φαί­νε­ται η αυ­το­νόμη­ση της Ι­ε­ραρ­χί­ας τό­σο α­πό την κοι­νω­νί­α ό­σο και α­πό το εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα. Αυ­τού του συλ­λο­γι­κού σώ­μα­τος θα εί­ναι μέ­λος ο π. Με­λέ­τιος για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τριά­ντα χρό­νια.

Μια στα­δι­ο­δρο­μί­α σαν αυ­τή που α­να­φέρ­θη­κε στην αρ­χή δεν ή­ταν για τον π. Με­λέ­τιο. Ή σχέ­ση του με τις α­να­νε­ω­τι­κές κι­νή­σεις της ε­πο­χής δεν εί­χε α­φε­τη­ρί­α τον ευ­σε­βι­σμό και τους προ­βλη­μα­τι­σμούς που γέν­νη­σε στους κόλ­πους του η κρί­ση του 1960. Εί­χε κα­ρεί μο­να­χός στην μο­νή Βε­λα­νι­διάς της Κα­λα­μά­τας το 1954, σε έ­να α­πο­μει­νά­ρι του πα­ρα­δο­σια­κού μο­να­χι­σμού, και εί­χε μα­θη­τεύ­σει κον­τά στον α­εί­μνη­στο π. Ι­ω­ήλ Γι­αν­να­κό­που­λο, με­τα­φρα­στή της Πα­λαι-άς Δι­α­θή­κης και με­λε­τη­τή του Πα­σκάλ, του Κίρ­κεγ­κωρ και του Πα­πί­νι. Μι­λού­σε τις κύ­ρι­ες ευ­ρω­πα­ϊ­κές γλώσ­σες και στη βι­βλι­ο­θή­κη του, μα­ζί με τη Φι­λο­κα­λί­α, για την δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση της ο­ποί­ας εί­χε κο­πιά­σει δι­ορ­θώ­νον­τας τα δο­κί­μια, εί­χαν εμ­φα­νή θέ­ση τα υ­πο­μνή­μα­τα των εκ­δό­σε­ων Herder στά βι­βλί­α της Α­γί­ας Γρα­φής. Η σχέ­ση του με τους Πα­τέ­ρες φαί­νε­ται στη με­τά­φρα­ση έρ­γων του Δι­δύ­μου του Τυ­φλού1, του Μ. Βα­σι­λεί­ου2 καί του Γρη­γο­ρί­ου του Θε­ο­λό­γου (3). Προς τά τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του '70, άρ­χι­σε να με­τα­φρά­ζει τα Πρα­κτι­κά της Ε' Οι-κου­με­νι­κής Συ­νό­δου α­πό τη σω­ζό­με­νη λα­τι­νι­κή τους με­τά­φρα­ση που κυ­κλο­φό­ρη­σαν αρ­γό­τε-ρα4. Ως Μη­τρο­πο­λί­της Νι­κο­πό­λε­ως φρόν­τι­σε για την έκ­δο­ση των σχο­λί­ων του Νι­κη­φό­ρου Καλ­λί­στου Ξαν­θο­πού­λου στην Κλί­μα­κα5. Η σχέ­ση του με τη σύγ­χρο­νη θε­ο­λο­γί­α φαί­νε­ται στη με­τά­φρα­ση της Θέ­ας του Θε­ού του Βλ. Λό­σκι (6) και άρ­θρων του π. Γ. Φλο­ρόφ­σκι με τί­τλο Α­να­το­μί­α προ­βλη­μά­των πί­στε­ω­ς (7). Ο μο­να­χι­σμός, οι Πα­τέ­ρες και η λει­τουρ­γι­κή ζω­ή δεν ή­ταν για τον π. Με­λέ­τιο α­να­κά­λυ­ψη της ε­πο­χής, αλ­λά ορ­γα­νι­κή συ­νέ­χεια και προ­σω­πι­κό βί­ω­μα. Ταυ­τό­χρο­να έ­νας α­πο­λο­γη­τι­κός τό­νος και μια ε­πι­λε­κτι­κή χρή­ση των χρι­στια­νών δια­νο-ου­μέ­νων της Δύ­σης, κλη­ρο­νο­μιά του π. Ι­ω­ήλ, θα συ­νο­δεύ­ουν τη σκέ­ψη του σ’ ο­λό­κλη­ρη τη ζω­ή του.

Έ­να στοι­χεί­ο που τον ξε­χώ­ρι­ζε α­πό τους άλ­λους γέ­ρον­τες της ε­πο­χής ή­ταν η θέ­ση του στην εκ­κλη­σι­α­στι­κή γρα­φει­ο­κρα­τί­α. Α­πό το 1968 δι­ο­ρί­στη­κε γραμ­μα­τέ­ας της Ε­πι­τρο­πής ε­πί των Ε­ξω­τε­ρι­κών της Ι­ε­ράς Συ­νό­δου της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος. Ή γλωσ­σο­μά­θειά του και ι­δι-αί­τε­ρα η γνώ­ση των ρω­σι­κών, έ­παι­ξαν ε­δώ α­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο. Α­πό τη θέ­ση αυ­τή υ­πη­ρέ­τη­σε με συ­νέ­πεια τις δι­ορ­θό­δο­ξες και δι­α­χρι­στι­α­νι­κές σχέ­σεις της Εκ­κλη­σί­ας. Δεν υ­πήρ­ξε μό­νο δι­εκπε­ραι­ω­τής υ­πάλ­λη­λος και μέ­λος των ε­πί­ση­μων αν­τι­προ­σω­πει­ών της Εκ­κλη­σί­ας μας, αλ­λά κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Καρ­ποί αυ­τής της δι­α­κο­νί­ας του εί­ναι οι ει­ση­γή­σεις της Εκ­κλη­σί­ας μας προς τη Μέλ­λου­σα Πα­νορ­θό­δο­ξο Σύ­νο­δο γιά τό Γά­μο και τό Η­με­ρο­λό­γιο που συν­τά­χτη-καν, κα­τό­πιν α­νά­θε­σης, α­πό τον ί­διο, έ­γι­ναν α­πο­δε­κτές και εκ­δό­θη­καν α­πό την Ι­ε­ρά Σύ­νο­δο (8). 

Η έ­γνοι­α του για τις δι­ορ­θό­δο­ξες σχέ­σεις συ­νε­χί­στη­κε και με­τά τη χει­ρο­το­νί­α του σε ε­πί-σκο­πο, ό­πως φαί­νε­ται α­πό τη συμ­με­το­χή του στις Β' (1982) και Γ' (1986) προ­συ­νο­δι­κές δια­σκέ-ψεις και ει­δι­κό­τε­ρα με τη συμ­βο­λή του στη σύν­τα­ξη του ο­ρι­στι­κού κει­μέ­νου σχε­τι­κά με το θέ­μα της νη­στεί­ας. Το ί­διο συ­νέ­βη και με τη συμ­με­το­χή του στο δι­ά­λο­γο με τους Αν­τι­χαλ­κη-δο­νί­ους και τη συμ­βο­λή του στην υ­πο­γρα­φή της κα­θο­ρι­στι­κής για την πε­ραι­τέ­ρω πο­ρεί­α του Β’ Κοι­νής Δή­λω­σης (Γε­νεύ­η 1990).

Τρεις συ­νι­στώ­σες λοι­πόν κα­θο­ρί­ζουν τη στα­δι­ο­δρο­μί­α του π. Με­λε­τί­ου. Η μο­να­χι­κή του α­φι­έ­ρω­ση, η εν­τα­ξή του στον ά­γα­μο κλή­ρο της Εκ­κλη­σί­ας μας και η θέ­ση του στην εκ­κλη­σια-στι­κή γρα­φει­ο­κρα­τί­α. Ο π. Με­λέ­τιος υ­πήρ­ξε μο­να­χός, αρ­χι­μαν­δρί­της και συ­νο­δι­κός γραμ­ματέ­ας. Το να ε­κλε­γεί μη­τρο­πο­λί­της δεν εί­ναι κά­τι που πρέ­πει να ξαφ­νιά­ζει, αλ­λά πρέ­πει να κα­τα­νο­εί­ται ως συ­νέ­χεια και ορ­γα­νι­κή κα­τά­λη­ξη των πα­ρα­πά­νω συ­νι­στω­σών της στα­δι­ο­δρομί­ας των στε­λε­χών της Εκ­κλη­σί­ας μας. Οι πα­ρα­πά­νω συ­νι­στώ­σες δεν εί­χαν το ί­διο βά­ρος στη συ­νεί­δη­σή του. Το με­γα­λύ­τε­ρο εξ αυ­τών ή­ταν η μο­να­χι­κή του α­φι­έ­ρω­ση. Εί­πε ο ί­διος: «Η κο­ρυ­φαί­α και πιο ι­ε­ρή στιγ­μή στη ζω­ή ό­λων μας εί­ναι η στιγ­μή που βα­πτι­ζό­μα­στε και παίρ­νου­με τη σφρα­γί­δα του Χρι­στού. Εξ ί­σου κο­ρυ­φαί­α ι­ε­ρή στιγ­μή για μέ­να ή­ταν η η­μέ­ρα που α­φι­έ­ρω­σα τη ζω­ή μου στον Χρι­στό και έ­γι­να μο­να­χός»9.

Στη μο­να­χι­κή του α­φι­έ­ρω­ση ο π. Με­λέ­τιος έ­μει­νε πι­στός μέ­χρι τέ­λους. Προ­σευ­χή, νησ-τεί­α, α­κτη­μο­σύ­νη, μα­κριά α­πό συγ­γε­νείς, ε­σω­τε­ρι­κευ­μέ­νη α­φο­σί­ω­ση στους εκ­κλη­σι­α­στι­κούς θε­σμούς. Στη Μο­νή του πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι την ου­σι­α­στι­κή δι­ά­λυ­σή της το 1959. Τό­τε, με τη χει­ρο­το­νί­α του σε πρε­σβύ­τε­ρο, εν­τά­χτη­κε στον ά­γα­μο κλή­ρο και δι­ο­ρί­στη­κε ι­ε­ρο­κή­ρυ­κας της Μη­τρο­πό­λε­ως Μεσ­ση­νί­ας. Ά­γα­μος κλη­ρι­κός-αρ­χι­μαν­δρί­της-ι­ε­ρο­κή­ρυ­κας εί­ναι έ­να εί­δος υβ-ρί­διο στη νε­ό­τε­ρη ι­στο­ρί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας, που α­φο­ρά αν­θρώ­πους χω­ρίς οι­κο­γέ­νεια, μο­ναχούς χω­ρίς α­δελ­φό­τη­τα, πρε­σβυ­τέ­ρους χω­ρίς κοι­νό­τη­τα. Ί­σως πρό­κει­ται για το τρα­γι­κό­τε­ρο εκ­κλη­σι­α­στι­κό τάγ­μα. Ε­νώ δεν έ­χουν θέ­ση τα­κτι­κού ε­φη­με­ρί­ου, εί­ναι ε­ξο­πλι­σμέ­νοι μέ προ­νόμια υ­πε­ρο­χής έ­ναν­τι του έγ­γα­μου κλή­ρου. Εί­ναι υ­πο­ψή­φιοι ε­πί­σκο­ποι, αλ­λά η σχέ­ση τους με τον έ­πί­σκο­πο εί­ναι εύ­θραυ­στη, με α­πο­τέ­λε­σμα να γί­νον­ται τα πρώ­τα θύ­μα­τα κά­θε α­να­τροπής. Ε­άν λά­βει κα­νείς υ­πό­ψη του την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυ­τής της ι­δι­ό­τη­τας, με τις κοι­νω­νι­κές και τις ψυ­χο­λο­γι­κές πα­ρα­μέ­τρους της, εί­ναι να θαυ­μά­ζει πώς ο π. Με­λέ­τιος μπό­ρε­σε, στα πά-νω α­πό εί­κο­σι χρό­νια που βρέ­θη­κε σ’ αυ­τή τή θέ­ση, να κρα­τή­σει ι­σορ­ρο­πί­ες μέ­σα του και στά­ση προς το πε­ρι­βάλ­λον του τέ­τοι­α που πο­τέ δεν φά­νη­κε σ’ αυ­τήν ά­κρι­τος ζη­λω­τι­σμός, χυ­δαί­ος φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, α­λα­ζο­νι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά προ­ϊ­στα­μέ­νου, ή κα­τα­πι­ε­σμέ­νος κα­ρι­ε­ρι-σμός. Αν­τί­θε­τα, ή­ταν πάν­το­τε γε­μά­τος προ­σή­νεια, κα­τα­δε­κτι­κό­τη­τα, τα­πεί­νω­ση και α­πέ­ραντη κα­λο­σύ­νη. Α­κρι­βής τη­ρη­τής των πα­ρα­δό­σε­ων, ε­νη­με­ρω­μέ­νος, έ­τοι­μος και α­νοι­κτός σε κάθε συ­ζή­τη­ση.

Ο π. Με­λέ­τιος δεν ξε­χώ­ρι­σε στη συ­νεί­δη­ση και στην πρα­κτι­κή του πο­τέ την ι­δι­ό­τη­τα του Αρ­χι­μαν­δρί­τη α­πό ε­κεί­νην του μο­να­χού και θε­ω­ρού­σε αυ­το­νό­η­τη την ταύ­τι­σή τους. Θε­ω­ρού-σε ό­τι κλει­δί της ζω­ής του ά­γα­μου κλη­ρι­κού εί­ναι η α­σκη­τι­κή ζω­ή. Α­πό τις πρώ­τες φρον­τί­δες του ως μη­τρο­πο­λί­του ή­ταν η ί­δρυ­ση της μο­νής του Προ­φή­του Η­λιού, για την εγ­κα­τα­βί­ω­ση σ’ αυ­τήν των μα­θη­τών του που τον α­κο­λού­θη­σαν στην Πρέ­βε­ζα και ε­πι­θυ­μού­σαν να μο­νά­σουν. Τή μο­νή ε­ξό­πλι­σε με θε­σμούς για την α­πρό­σκο­πτη λει­τουρ­γί­α της σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο-ση και της ά­φη­σε κλη­ρο­νο­μιά το "πιο τί­μιο", το α­σκη­τι­κό του ή­θος. Πα­ρα­τη­ρού­με ταυ­τό­χρο­να και συ­νέ­χει­ες της ι­δι­ό­τη­τας του ά­γα­μου κλη­ρι­κού ό­πως πα­ρα­πά­νω την α­να­φέ­ρα­με. Θά χει­ρο-το­νή­σει εκ των μο­να­χών της ε­πι­σκο­πής του κλη­ρι­κούς, θα τους χει­ρο­θε­τή­σει αρ­χι­μαν­δρί­τες και θα τους α­πο­στεί­λει ι­ε­ρο­κή­ρυ­κες. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­τι α­πό τους εί­κο­σι πέν­τε μο­ναχούς της πα­ρα­πά­νω μο­νής οι μι­σοί εί­ναι αρ­χι­μαν­δρί­τες. Ο λό­γος του πε­ρί ι­ε­ρο­σύ­νης -δέν γνω­ρί­ζω αν α­κού­στη­κε κα­λύ­τε­ρος σε βά­θος και έν­τα­ση στις μέ­ρες μας- ή­ταν ου­σι­α­στι­κή ε­ξή­γη­ση της ι­ε­ρο­σύ­νης του Χρι­στού και βι­ω­μα­τι­κή έκ­φρα­ση της πι­στό­τη­τάς του σ’ αυ­τήν. Πα-ράλ­λη­λα ό­μως, ή­ταν πάν­το­τε α­σύν­δε­τος με τη συγ­κε­κρι­μέ­νη ε­νο­ρί­α και σύ­να­ξη του χει­ρο­το-νου­μέ­νου. Ή­ταν γε­νι­κός και α­ό­ρι­στος, αν­τα­πο­κρι­νό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο σε προ­ϋ­πο­θέ­σεις που υ­πάρ­χουν σε πε­ρι­ο­δεύ­ον­τα υ­πη­ρέ­τη του κη­ρύγ­μα­τος και σε κλη­ρι­κό πνευ­μα­τι­κό – κα­θο­δη­γητή ο ο­ποί­ος δέ­χε­ται αν­θρώ­πους χω­ρίς τη δι­α­με­σο­λά­βη­ση της κοι­νό­τη­τας.

Πί­στευ­ε και το δι­α­κή­ρυσ­σε ό­τι τα κα­τά και­ρούς εμ­φα­νι­ζό­με­να σκάν­δα­λα α­πό τη ζω­ή των α­γά­μων έ­χουν πη­γή την ου­σι­α­στι­κή α­θέ­τη­ση των υ­πο­σχέ­σε­ων του μο­να­χού. Χω­ρίς να αμ­φισ-βη­τή­σει κα­νείς την το­πο­θέ­τη­σή του πε­ρί α­σκη­τι­κής ζω­ής, ού­τε στο ε­λά­χι­στο, έ­χου­με τη γνώ-μη ό­τι η πα­ρα­πά­νω θε­ώ­ρη­ση της ι­ε­ρο­σύ­νης, που προ­ϋ­πο­θέ­τει μια σχε­δόν αυ­τό­νο­μη ύ­παρ­ξη του μο­να­χού-κλη­ρι­κού, έ­να εί­δος ξε­χω­ρι­στού τάγ­μα­τος, πέ­ρα α­πό τις βα­σι­κές εκ­κλη­σια­στι-κές μο­νά­δες της ε­νο­ρί­ας και της μο­νής, εί­ναι ου­σι­α­στι­κός πα­ρά­γον­τας προ­βλη­μά­των στον ά­γα­μο κλή­ρο. Η θε­σμο­ποί­η­ση του ά­γα­μου κλή­ρου της Εκ­κλη­σί­ας μας έ­χει τις ρί­ζες της στην ε­πο­χή της Τουρ­κο­κρα­τί­ας, εν­τεί­νε­ται στο νε­ο­ελ­λη­νι­κό κρά­τος και α­πο­τε­λεί το θε­μέ­λιο της γρα­φει­ο­κρα­τι­κής ορ­γά­νω­σης της Εκ­κλη­σί­ας μας. Το ση­μεί­ο έκ­φρα­σης της θε­σμο­ποί­η­σής του εί­ναι ο κα­τά­λο­γος των υ­πο­ψη­φί­ων προς αρ­χι­ε­ρα­τεί­α, στον ο­ποί­ο εγ­γρα­φό­με­νοι οι αρ­χι­μαν-δρί­τες ο­λο­κλη­ρώ­νουν την έν­τα­ξή τους σε μια συλ­λο­γι­κό­τη­τα που ό­χι μό­νο εί­ναι πέ­ρα της ε­νο­ρί­ας και της μο­νής, αλ­λά και πέ­ρα της ε­πι­σκο­πής. Η θε­σμο­ποί­η­ση αυ­τή εί­ναι α­νοι­κτό εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα.

Η εκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή έ­χει χρω­μα­τι­στεί βα­θιά α­πό τη γρα­φει­ο­κρα­τί­α που αν­τι­κα­τέ­στη­σε τη συ­νο­δι­κό­τη­τα. Η ε­κλο­γή των ε­πι­σκό­πων γί­νε­ται α­πό τη Σύ­νο­δο, ό­χι με βά­ση το τρι­πρό­σω-πο που κα­τά τους Ι­ε­ρούς Κα­νό­νες κα­ταρ­τί­ζε­ται εν­τός της ε­πι­σκο­πής, αλ­λά με βά­ση το τριπρό­σω­πο που κα­ταρ­τί­ζει, κα­τά πα­ρά­βα­ση πά­σης εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κής αρ­χής, το ί­διο όρ­γα­νο που κά­νει την τε­λι­κή ε­κλο­γή. Η ε­κλο­γή των ε­φη­με­ρί­ων και η συγ­κρό­τη­ση των εκ­κλη­σι­α­στι­κών συμ­βου­λί­ων και του μη­τρο­πο­λι­τι­κού γί­νον­ται α­πό τον μη­τρο­πο­λί­τη. Τα α­νώ­τε­ρα όρ­γα­να, αντί να ε­λέγ­χουν, να εγ­γυ­ών­ται και να βε­βαι­ώ­νουν τη συ­νο­δι­κό­τη­τα, έ­χουν κα­ταρ­γή­σει την ου­σι­α­στι­κή λει­τουρ­γί­α των ε­νο­ρι­ών και των ε­πι­σκο­πών. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό αυ­τής της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας η κα­τάρ­γη­ση της κα­τά­στα­σης των ε­πι­σκό­πων και των πρε­σβυ­τέ­ρων και η αν­τι­κα­τά­στα­σή της α­πό το δι­ο­ρι­σμό, που ση­μαί­νει α­νά­θε­ση δι­οι­κη­τι­κής θέ­σης. Ο ε­πί­σκο­πος ποι­μαί­νει ο­λο­μό­να­χος, χω­ρίς πο­τέ ν’ α­κού­ει τη γνώ­μη των πρε­σβυ­τέ­ρων και χω­ρίς ν’ α­πο­βλέπει στη συμ­φω­νί­α του λα­ού. Πάν­τες έ­χουν μί­α υ­πο­χρέ­ω­ση και έ­να δι­καί­ω­μα. Υ­πα­κο­ή στο α-νώ­τε­ρο όρ­γα­νο, τό ο­ποί­ο και μπο­ρεί να κα­ταρ­γή­σει κά­θε α­πό­φα­ση του κα­τώ­τε­ρου. Ό μη­τρο-πο­λί­της μπο­ρεί να κα­ταρ­γεί τις α­πο­φά­σεις των εκ­κλη­σι­α­στι­κών συμ­βου­λί­ων και η Σύ­νο­δος ε­κεί­νες του μη­τρο­πο­λί­τη. Σύγ­χυ­ση ε­πι­κρα­τεί γύ­ρω α­πό την έν­νοι­α της υ­πα­κο­ής. Πρό­κει­ται για την εν­το­λή του Θε­ού, ή για τη δι­οι­κη­τι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση παν­τός υ­παλ­λή­λου στον προ­ϊ­στά-με­νο του;

Ο π. Με­λέ­τιος, ό­πως έ­βλε­πε την θε­σμο­ποί­η­ση του ά­γα­μου κλή­ρου ως φυ­σι­κή έκ­φρα­ση της ι­ε­ρο­σύ­νης, με τον ί­διο τρό­πο έ­βλε­πε και τη γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκ­κλη­σί­ας. Το 1987, ό­ταν η Πο­λι­τεί­α α­πο­πει­ρά­θη­κε με τρό­πο αυ­θαί­ρε­το κά­ποι­ον εκ­δη­μο­κρα­τι­σμό της εκκ-λη­σι­α­στι­κής δι­οί­κη­σης, ο π. Με­λέ­τιος αν­τι­τά­χτη­κε, και σω­στά. Σε συ­νέν­τευ­ξή του την ε­πο­χή ε­κεί­νη, στην ε­ρώ­τη­ση: « - Τί γί­νε­ται σή­με­ρα σε άλ­λες το­πι­κές Ορ­θό­δο­ξες Εκ­κλη­σί­ες;», με­τα­ξύ άλ­λων α­πάν­τη­σε: « - Πάν­τως σε γε­νι­κές γραμ­μές σή­με­ρα στις 'Ορθόδοξες Εκ­κλη­σί­ες υ­πάρ­χει συμ­με­το­χή του λα­ϊ­κού στοι­χεί­ου στή δι­οί­κη­σή τους, που κα­θο­ρί­ζε­ται με κα­νο­νι­σμούς που ψη­φί­ζον­ται α­πό τήν Ι­ε­ραρ­χί­α, που σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα α) να α­κυ­ρώ­νει τις α­πο­φά­σεις των κα­τω­τέ­ρων ορ­γά­νων, β) να δι­ο­ρί­ζει και να παύ­ει τα μέ­λη τους, και γ) να τρο-πο­ποι­εί τους σχε­τι­κούς κα­νο­νι­σμούς»10. Α­νε­πί­γνω­στα, με την α­πάν­τη­σή του έ­κα­νε πε­ρι­γρα­φή του ε­πι­κρα­τούν­τος συ­στή­μα­τος δι­οί­κη­σης, που εί­ναι το ί­διο με αυ­τό που ε­φαρ­μό­ζουν τα σο­σια­λι­στι­κάκομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα, δη­λα­δή του δη­μο­κρα­τι­κού συγ­κεν­τρω­τι­σμού.

Ε­κεί­νο που μπο­ρεί ξε­κά­θα­ρα να δει κά­ποι­ος ή­ταν ό­τι την εκ­κλη­σι­α­στι­κή ορ­γά­νω­ση την έ­βλε­πε πάν­το­τε «πνευ­μα­τι­κά». Στήν ί­δια συ­νέν­τευ­ξη εί­πε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι κοι­νω­νί­α υ­πα­κο­ής των πάν­των στο λό­γο του Θε­ού. Και φρου­ροί της κα­θα­ρό­τη­τας του λό­γου του Θε­ού εί­ναι οι αρ­χι­ε­ρείς». Α­νε­πι­φύ­λα­κτα μπο­ρού­με να πού­με ό­τι στην πε­ρί­πτω­σή του αυ­τό ί­σχυ­ε α­πό­λυ­τα. Το ε­ξα­σφά­λι­ζε η α­κε­ραι­ό­τη­τά του, η ι­δι­ό­τη­τα ε­κεί­νη που σύμ­φω­να με τή Βίβλο εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των δι­καί­ων (Παρ. 11: 3.6 κ.ά.). Ο π. Με­λέ­τιος δεν φαί­νε­ται να εί­χε ε­πη­ρε­α­στεί α­πό τις νε­ό­τε­ρες θε­ο­λο­γι­κές θε­ω­ρή­σεις πε­ρί συ­νο­δι­κό­τη­τας. Ε­ξάλ­λου, οι τε­λευ-ταί­ες δεν άγ­γι­ξαν μέ­χρι στιγ­μής τη θε­σμι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκ­κλη­σί­ας μας. Όν­τας αν­τι­ρο­μαν-τι­κός και ρε­α­λι­στής, δεν τον εν­δι­έ­φε­ρε μια συ­ζή­τη­ση πε­ρί συ­νο­δι­κό­τη­τας στην ο­ποί­α δεν δι­ευ-κρι­νί­ζον­ται οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις της και οι δι­α­φο­ρές της α­πό τις δη­μο­κρα­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες και που ρί­χνει νε­ρό στον μύ­λο μιας θρι­αμ­βι­κής Ορ­θο­δο­ξί­α­ς11. Έ­χου­με τη γνώ­μη ό­τι η συ­ζή­τη­ση πε­ρί συ­νο­δι­κό­τη­τας πρέ­πει ν’ α­φή­σει την α­φε­λή θε­ώ­ρη­ση της εκ­κλη­σι­α­στι­κής ι­στο­ρί­ας και να ε­πι­κεν­τρω­θεί στα ση­με­ρι­νά προ­βλή­μα­τα. Μέ αυ­τό τον τρό­πο, θα κα­τα­φέ­ρει να δεί­ξει ό­τι η γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση εί­ναι α­συμ­βί­βα­στη με την εκ­κλη­σι­α­στι­κή. Η συ­νο­δι­κό­τη­τα πρέ­πει να α­πο­κτή­σει ε­κτό­πι­σμα μέ­σα στο πλή­ρω­μα της Εκ­κλη­σί­ας που θα μπο­ρέ­σει να α­πει­λή­σει και να α­να­τρέ­ψει το ι­σχύ­ον σύ­στη­μα. Δι­α­φο­ρε­τι­κά θα συ­νε­χί­ζε­ται ό,τι και μέ­χρι τώ­ρα, ο δη-μο­κρα­τι­κός συγ­κεν­τρω­τι­σμός να θρι­αμ­βεύ­ει και οι ε­ξαι­ρέ­σεις τύ­που π. Με­λε­τί­ου να εί­ναι πε­ρι­πτώ­σεις πε­φω­τι­σμέ­νης ε­πι­σκο­πεί­ας.

Ο π. Με­λέ­τιος έ­βλε­πε τα προ­βλή­μα­τα της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας και στη σκέ­ψη του υ­πάρ­χουν τα βα­σι­κά στοι­χεί­α της συ­νο­δι­κό­τη­τας. Στην πα­ρα­πά­νω συ­νέν­τευ­ξη υ­πο­στή­ρι­ξε ο­τι: «Στην Εκ­κλη­σί­α δεν εί­χα­με πο­τέ δη­μο­κρα­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες. Για­τί δεν έ­χουν ό­λα τα μέ­λη της Εκ­κλη-σί­ας "ι­σό­τυ­πη κα­τά­στα­ση"»· και «η ε­κλο­γή ι­ε­ρέ­ων και αρ­χι­ε­ρέ­ων εί­ναι υ­πευ­θυ­νό­τη­τα των ι­ε­ρέ-ων και άρ­χι­ε­ρέ­ων». Ό­ταν το 2007 εκ­δό­θη­κε άρ­θρο μας ό­που υ­πο­στη­ρί­ζε­ται ό­τι η ε­κλο­γή των ε­πι­σκό­πων κα­τά τους Ι­ε­ρούς Κα­νό­νες και τη βυ­ζαν­τι­νή νο­μο­θε­σί­α γι­νό­ταν α­πα­ραί­τη­τα κα­τό-πιν πρό­τα­σης του κλή­ρου και του λα­ού της ε­πι­σκο­πή­ς (12) και προ­τεί­νε­ται τρό­πος συμ­με­το­χής τους για σή­με­ρα, ο π. Με­λέ­τιος μας έ­γρα­ψε ό­τι ο τρό­πος πα­ρου­σί­α­σης «δεί­χνει πνευ­μα­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό και πνευ­μα­τι­κή πρό­σβα­ση στο θέ­μα. Δυ­στυ­χώς ό­μως το θέ­μα έ­χει μπλέ­ξει σε ά­σχη­μα γρα­νά­ζια». Πα­ρό­τι προ­ερ­χό­ταν α­πό τα σπλά­χνα της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας και την υ­πη­ρέ-τη­σε με τα α­γνό­τε­ρα κί­νη­τρα, ο π. Με­λέ­τιος δεν γλύ­τω­σε α­πό τα ‘’­γρα­νά­ζια­’’ της ό­πως πα­ρακά­τω θά δεί­ξου­με.

Δεν θα α­σχο­λη­θού­με με την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα του π. Με­λε­τί­ου για να α­να­δι­ορ­γα­νώ­σει τη Μη­τρό­πο­λη Νι­κο­πό­λε­ως. Η α­να­νέ­ω­ση του κλή­ρου της, η ί­δρυ­ση και ε­πάν­δρω­ση μο­νών, η α­νέ­γερ­ση κτη­ρί­ων υ­πο­δο­μής του εκ­κλη­σι­α­στι­κού έρ­γου στις πό­λεις της Μη­τρο­πό­λε­ως, η α­να­στή­λω­ση των εκ­κλη­σι­α­στι­κών μνη­μεί­ων, αλ­λά κυ­ρί­ως και πά­νω α­π’ ό­λα η α­να­νέ­ω­ση της εκ­κλη­σι­α­στι­κής ζω­ής των με­λών της το­πι­κής Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι έ­να γι­γαν­τια­ίο έρ­γο που πρέ­πει να βρει τον ι­στο­ρι­κό του. Ξε­χω­ρι­στό κε­φά­λαι­ο πρέ­πει να α­πο­τε­λέ­σει η α­πο της εν­θρονί­σε­ώς του και ε­ξής συγ­γρα­φή, με­τά­φρα­ση και έκ­δο­ση βι­βλί­ων και έν­τυ­πων που α­πευ­θύ­νον-ταν προς τους α­πλούς πι­στούς με σκο­πό την κα­τάρ­τι­σή τους. Πρό­κει­ται για πλή­θος δη­μο­σι-ευ­μά­των γραμ­μέ­νων α­πό τον ί­διο, αλ­λά και α­πό άλ­λους κλη­ρι­κούς της μη­τρο­πό­λε­ώς του που δεί­χνουν τη με­γά­λη προ­σπά­θεια. Ού­τε ε­πί­σης θά α­σχο­λη­θού­με με τη δι­α­κο­νί­α του ως μέ­λους της Ι­ε­ραρ­χί­ας, της Δια­ρκούς Ι­ε­ράς Συ­νό­δου και των δι­α­φό­ρων συ­νο­δι­κών ε­πι­τρο­πών στις ο­ποί­ες υ­πη­ρέ­τη­σε πάν­το­τε με ευ­θύ­νη και συ­νέ­πεια. Θα προ­σπα­θή­σου­με να α­να­φερ­θού­με σε τρεις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πε­ρι­πτώ­σεις της πο­λι­τεί­ας του που έ­χουν γε­νι­κό­τε­ρο εν­δι­α­φέ­ρον για το μέλ­λον της εκ­κλη­σι­α­στι­κής μας ζω­ής.

Ό­πως πα­ρα­πά­νω έ­γι­νε λό­γος, ο π. Με­λέ­τιος έ­λα­βε μέ­ρος στο δι­ά­λο­γο με τις Αν­τι­χαλ-κη­δό­νι­ες Εκ­κλη­σί­ες και υ­πέ­γρα­ψε ως εκ­πρό­σω­πος της Εκ­κλη­σί­ας μας τη Β’ Κοι­νή Δή­λω­ση τό 1990. Η συμ­με­το­χή του προ­τά­θη­κε α­πό τους μέ­χρι τό­τε συμ­με­τέ­χον­τες στο δι­ά­λο­γο, ε­πει­δή ή­ταν κα­λός γνώ­στης της χρι­στο­λο­γι­κής προ­βλη­μα­τι­κής του δι­α­λό­γου και ει­δι­κό­τε­ρα της λα-τι­νι­κής θε­ο­λο­γι­κής ο­ρο­λο­γί­ας που χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στον Τό­μο του Λέ­ον­τος, βα­σι­κού κει­μέ­νου της με­τα­ξύ Ορ­θο­δό­ξων και Αν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ων δι­έ­νε­ξης. Κά­να­με ή­δη λό­γο ό­τι με­τέ­φρα­σε α­πό τα λα­τι­νι­κά τα Πρα­κτι­κά τής Ε’ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου (553), με την ο­ποί­α ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε η μα­κρά και ε­πί­πο­νος δι­α­δι­κα­σί­α πρόσ­λη­ψης της Συ­νό­δου της Χαλ­κη­δό­νος (451). Δεν θα α­σχο-λη­θού­με με τις λε­πτο­μέ­ρει­ες της συμ­με­το­χής του, αλ­λά με την πρόσ­λη­ψη των δι­α­λό­γων α­πό το εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα, την ου­σι­α­στι­κή δη­λα­δή θέ­ση των α­πο­τε­λε­σμά­των τους.

Συ­νή­θως οι δι­ά­λο­γοι γί­νον­ται α­πό κα­θη­γη­τές των θε­ο­λο­γι­κών μας σχο­λών που δι­ο­ρί­ζονται α­πό τη Σύ­νο­δο, με τη συμ­με­το­χή σπά­νια ε­πι­σκό­πων η κλη­ρι­κών κα­τώ­τε­ρων βαθ­μών. Τα πε­ρί αυ­τών (πρα­κτι­κά συ­ζη­τή­σε­ων, κοι­νές δη­λώ­σεις, ε­κτι­μή­σεις της πο­ρεί­ας τους, συ­ζη­τήσεις) δη­μο­σι­εύ­ον­ται σε ε­πί­ση­μα θε­ο­λο­γι­κά πε­ρι­ο­δι­κά, πολ­λές φο­ρές του ε­ξω­τε­ρι­κού, προ­σβάσι­μα σε λί­γους και ει­δι­κούς. Κά­ποι­α ξέ­φτια και α­πο­σπα­σμα­τι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες γί­νον­ται γνω-στα α­πό πε­ρι­θω­ρια­κά καί λα­θρό­βια έν­τυ­πα, ό­που η εί­δη­ση δεν ξε­χω­ρί­ζει α­πό το σχό­λιο, το ο­ποί­ο τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές κα­τα­φέ­ρε­ται κα­τά του δι­α­λό­γου, οι συμ­με­τέ­χον­τες κα­ταγ­γέλ-λον­ται ως προ­δό­τες της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως και η ό­λη υ­πό­θε­ση πνί­γε­ται μέ­σα σέ ζό­φο ά­γνοι-ας, υ­πο­ψί­ας και α­μυν­τι­κού ορ­θο­δο­ξι­σμού. Οι συμ­με­τέ­χον­τες δεν α­παν­τούν, οι αν­τι­τι­θέ­με­νοι πάν­το­τε κα­ταγ­γέλ­λουν και το εκ­κλη­σι­α­στι­κό σώ­μα πα­ρα­μέ­νει σε α­φα­σί­α. Στε­νο­χω­ρι­έ­ται κα­νείς ό­ταν βλέ­πει αυ­τή την κα­τά­στα­ση, τό­σος κό­πος των συμ­με­τε­χόν­των να μην α­να­γνω­ρίζε­ται, αλ­λά αν­τί­θε­τα να συ­κο­φαν­τεί­ται και να κα­θυ­βρί­ζε­ται και το έρ­γο του Χρι­στού, το ο­ποί­ο υ­πη­ρε­τούν οι δι­ά­λο­γοι, να κα­τα­λή­γει στο κε­νό.

Ε­δώ ο π. Με­λέ­τιος έ­κα­νε τη δι­α­φο­ρά. Με­τά την υ­πο­γρα­φή της Κοι­νής Δή­λω­σης και α­φού δέ­χτη­κε τις πρώ­τες βο­λές, άρ­χι­σε ν’ α­παν­τά σε ό­λους. Στα ε­πί­ση­μα και ε­πι­στη­μο­νι­κά πε­ριοδι­κά, στα πε­ρι­θω­ρια­κά και λα­θρό­βια έν­τυ­πα, σε πε­ρι­ο­δι­κά πνευ­μα­τι­κής οι­κο­δο­μής και σε νεα­νι­κά, σε ε­πι­στή­μο­νες και σε ι­δι­ώ­τες. Ε­πί­σης, α­παν­τού­σε σε ε­πι­στο­λές που δε­χό­ταν, έ­δι­νε συνεν­τεύ­ξεις και συ­ζη­τού­σε. Χρη­σι­μο­ποι­ού­σε κά­θε φο­ρά τη γλώσ­σα του συ­νο­μι­λη­τή του, δεν έ­κρυ­βε τί­πο­τα και φα­νέ­ρω­νε ό­τι ο δι­ά­λο­γος εί­ναι ευ­θύ­νη της Εκ­κλη­σί­ας και του κά­θε χρι­στιανού που θέ­λει να εί­ναι, μα­θη­τής του Χρι­στού και ε­πο­μέ­νως α­γω­νιά και υ­πο­φέ­ρει για τη στέ-ρη­ση των α­δελ­φών που δεν θέ­λουν και δεν μπο­ρούν να κοι­νω­νή­σουν μα­ζί του στο Σταυ­ρό και την Α­νά­στα­σή του. Τα ε­πι­χει­ρή­μα­τά του ή­ταν α­πό τη θε­ο­λο­γί­α των Πα­τέ­ρων, τους βί­ους των α­γί­ων και την εκ­κλη­σι­α­στι­κή ι­στο­ρί­α. Άν και έ­νας κού­κος δέν φέρ­νει την ά­νοι­ξη, ο δρόμος που υ­πέ­δει­ξε ο π. Με­λέ­τιος εί­ναι ο μό­νος που μπο­ρεί να δώ­σει νό­η­μα και προ­ο­πτι­κή στους δι­ά­λο­γους της Εκ­κλη­σί­ας μας. Δι­α­φο­ρε­τι­κά θα γί­νον­ται στον α­έ­ρα, θα κα­λύ­πτουν δημό­σι­ες σχέ­σεις και ου­δέ­πο­τε θα γί­νουν δε­κτοί α­πό τα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας μας, πα­ρα­μέ­νοντας στο πε­ρι­θώ­ριο της εκ­κλη­σι­α­στι­κής γρα­φει­ο­κρα­τί­ας και στην α­νυ­πο­λη­ψί­α των χρι­στια­νών μας.

Έ­να άλ­λο θέ­μα που α­πα­σχό­λη­σε τον π. Με­λέ­τω και τον έ­φε­ρε αν­τι­μέ­τω­πο με τους ί­διους σχε­δόν κύ­κλους ή­ταν το θέ­μα του "σφρα­γί­σμα­τος του 666-αν­τί­χρι­στου". Το πρό­βλη­μα προέ­κυ­ψε α­πό την η­λε­κτρο­νι­κή-ψη­φια­κή ορ­γά­νω­ση της α­γο­ράς και την ε­πέ­κτα­σή της σε ό­λους σχε­δόν τους το­μείς τή­ρη­σης αρ­χεί­ων και ε­πε­ξερ­γα­σί­ας στοι­χεί­ων. Πη­γή των α­νη­συ­χι­ών των "ορ­θο­δό­ξων" εί­ναι, ό­πως πάν­τα, ο συλ­λο­γι­κός ψυ­χο­λο­γι­κός α­μυν­τι­σμός, και α­φορ­μή έ­γι­ναν οι ι­δέ­ες κά­ποι­ας Mary Stewart Relfe, που άρ­χι­σαν να γί­νον­ται γνω­στές στην Ελ­λά­δα α­πό το 1981. Οι ι­δέ­ες αυ­τές συ­νο­ψί­ζον­ται στο ο­τι το χά­ραγ­μα του αν­τί­χρι­στου, το ό­νο­μα του αν­τί­χρι-στου και ο α­ριθ­μός του ο­νό­μα­τός του, το 666, αλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ρούν­ται και ταυ­τί­ζον­ται και στο ό­τι το νέ­ο οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα συ­ναλ­λα­γών (με κομ­πι­ού­τερ και με το bar code), ει­σά­γει στη ζω­ή των αν­θρώ­πων το σφρά­γι­σμά του. Οι ι­δέ­ες αυ­τές, με τη δι­α­με­σο­λά­βη­ση κλη­ρι­κών και α­γι­ο­ρει­τών μο­να­χών, μέ­σω εν­τύ­πων, προ­κά­λε­σαν φο­βε­ρή α­να­στά­τω­ση. Στα μέ­σα της δε­κα­ε-τί­ας του 1990 τα πράγ­μα­τα πή­ραν με­γά­λες δι­α­στά­σεις. Δι­α­δη­λώ­σεις, δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, συλ­λο­γές υ­πο­γρα­φών ή­ταν στην η­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξη. Η ί­δια η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος α­ναγ­κά­στη­κε να εκ­δώ­σει δύ­ο εγ­κυ­κλί­ου­ς (13).

Η ου­σί­α του θέ­μα­τος εί­ναι γνω­στή και δεν έ­χει κα­μιά ση­μα­σί­α. Ση­μα­σί­α έ­χει ό­μως η αν­τι­με­τώ­πι­σή του. Η υ­πό­θε­ση δο­κί­μα­σε για τα κα­λά την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α του πλη­ρώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας, τη σχέ­ση ευ­σέ­βειας-α­σκη­τι­κής ζω­ής με τη θε­ο­λο­γί­α και την πα­ρά­δο­ση της Εκ-κλη­σί­ας και, το κυ­ρι­ό­τε­ρο, την αυ­θεν­τί­α της εκ­κλη­σι­α­στι­κής δι­δα­σκα­λί­ας μα­ζί με την α­νά­λη-ψη ευ­θύ­νης των αρ­μο­δί­ων. Δυ­στυ­χώς, α­πο­τέ­λε­σε τη φα­νέ­ρω­ση των χει­ρό­τε­ρων. Το πλή­ρω­μα α­πο­δε­χό­ταν τις θέ­σεις ε­νός α­κραί­ου φον­τα­μεν­τα­λι­στι­κού προ­τε­σταν­τι­σμού ως ορ­θό­δο­ξες, ευ­λα­βείς κλη­ρι­κοί και χα­ρι­σμα­τού­χοι μο­να­χοί έ­γι­ναν δι­α­πρύ­σιοι κή­ρυ­κες αυ­τών των θέ­σε­ων και οι ε­πί­σκο­ποί της δέν τολ­μού­σαν προ­σω­πι­κά να αν­τι­τε­θούν για να μη χα­ρα­κτη­ρι­στούν ο­πα­δοί του σφρα­γί­σμα­τος του αν­τί­χρι­στου και μά­λι­στα εν μέ­σω προ­ε­κλο­γι­κής πε­ρι­ό­δου για την ε­κλο­γή αρ­χι­ε­πι­σκό­που.

Ο π. Με­λέ­τιος πα­ρε­νέ­βη στο πρό­βλη­μα εκ­δί­δον­τας το βι­βλί­ο του «Το χά­ραγ­μα του Αν­τίχ-ρι­στου»14, στο ο­ποί­ο δι­α­κή­ρυ­ξε με σα­φή­νεια την ορ­θό­δο­ξη θέ­ση με βά­ση την δι­δα­σκα­λί­α των Πα­τέ­ρων και τις βα­σι­κές αρ­χές της εκ­κλη­σι­α­στι­κής πα­ρα­δό­σε­ως. Χω­ρίς δι­σταγ­μό α­πο­κά­λυ­ψε την πη­γή των κα­κό­δο­ξων α­πό­ψε­ων και καυ­τη­ρί­α­σε τον τρό­πο και τις με­θό­δους πα­ρα­πλά­νη-σης του πλη­ρώ­μα­τος . Κά­νον­τας αυ­το­κρι­τι­κή σε πα­λαι­ό­τε­ρη θέ­ση του­15, α­να­λύ­ον­τας α­πλά και δι­δα­κτι­κά το θέ­μα, χω­ρίς προ­σω­πι­κές ε­πι­θέ­σεις, αλ­λά και με χι­ού­μορ, πα­ρου­σί­α­σε τη θε-ο­λο­γί­α της Εκ­κλη­σί­ας και έ­δει­ξε ό­τι τα προ­βλή­μα­τα αν­τι­με­τω­πί­ζον­ται με τη συ­νε­πή και ξε­κά­θα­ρη θέ­ση των υ­πευ­θύ­νων. Έ­γρα­φε συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά: «Ε­ξευ­τε­λί­σα­με την μό­νη ελ­πί­δα! Την ελ­πί­δα του κό­σμου, ό­τι μπο­ρεί να βρει κον­τά στο Χρι­στό φώς. Για­τί ποι­ος άν­θρω­πος του σύ-γχρο­νου κό­σμου, που σέ­βε­ται στοι­χει­ω­δώς τον ε­αυ­τό του, θα δε­χθεί πο­τέ να πά­ρει στά σο­βα­ρά, ό­τι παίρ­νον­τας μια σο­κο­λά­τα ή μια ο­δον­τό­κρε­μα με bar code χά­νει τη σω­τη­ρί­α του; Να η πα­γί­δα, να κα­τα­φρο­νη­θεί η Εκ­κλη­σί­α! Να η πα­γί­δα, που θα κά­μει την εν Χρι­στώ σω­τη­ρί­α α­πό γλυ­κιά ελ­πί­δα γε­λοί­α και μι­ση­τή στον κό­σμο!»16. Οι αν­τί­πα­λοι α­φή­νια­σαν και του ε­πι­τέ­θη­καν προ­σω-πι­κά ο­νο­μά­ζον­τάς τον "αι­ρε­τι­κό" και "ά­γράμ­μα­το". Ε­κεί­νος α­πάν­τη­σε: «Δεν ψά­χνω να μου πουν ό­λοι μπρά­βο. Δεν ε­πέ­τρε­ψα πο­τέ στον ε­αυ­τό μου πρά­ξεις πα­ρά συ­νεί­δη­ση, για να κά­μω με­ρι­κούς νά έ­χουν κα­λή γνώ­μη γιά μέ­να. Μεί­ζων πλού­τος α­πό ό­λους τους θη­σαυ­ρούς της "Αι­γύ­πτου" (= εν προ­κει­μέ­νω α­πό κά­θε ε­πί­γεια δό­ξα καί τι­μή καί ά­πό κά­θε θώ­κο) ο ο­νει­δι­σμός του Χρι­στού»17. Και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις, στον δι­ά­λο­γο με τους Αν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ους και στο λε­γό­με­νο σφρά­γι­σμα, ο π. Με­λέ­τιος έ­δει­ξε την ευ­θύ­νη του ε­πι­σκό­που που δεν δι­στά­ζει ν’ α­να­λά­βει το κό­στος της "βρώ­μι­κης δου­λεί­ας" αν­τα­πο­κρι­νό­με­νος στις α­νάγ­κες του πλη­ρώ­ματος.

Έ­να άλ­λο θέ­μα που α­πα­σχό­λη­σε τον π. Με­λέ­τιο και έ­γι­νε α­φορ­μή συ­ζη­τή­σε­ων και αν­τε-γκλή­σε­ων εί­ναι το αί­τη­μα της λει­τουρ­γι­κής α­να­νέ­ω­σης. Α­πό­το­κο του εν­δι­α­φέ­ρον­τος για τη λει­τουρ­γι­κή ζω­ή, έ­γι­νε έ­να α­πό τα καί­ρια προ­βλή­μα­τα του εκ­κλη­σι­α­στι­κού βί­ου. Για τη λειτουρ­γι­κή α­να­νέ­ω­ση γι­νό­ταν λό­γος σε κύ­κλους θε­ο­λο­γούν­των, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να εί­χα­με και κά­ποι­ους καρ­πούς με­τα­φρα­στι­κών προ­σπα­θει­ών α­γι­ο­γρα­φι­κών και λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων. Στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του '90, η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος συ­νέ­στη­σε ει­δι­κή ε­πι­τρο­πή που δι­ορ­γα­νώ­νει συ­νέ­δρια για την συ­ζή­τη­ση των θε­μά­των της λει­τουρ­γι­κής α­να­νέ­ω­σης. Η συ­ζή­τη­ση αυ­τή πα-ρα­μέ­νει σε α­κα­δη­μα­ϊ­κό ε­πί­πε­δο και ε­άν ε­ξαι­ρέ­σει κα­νείς τους τό­μους που πε­ρι­λαμ­βά­νουν τις ε­κά­στο­τε ει­ση­γή­σεις των κα­θη­γη­τών των θε­ο­λο­γι­κών μας σχο­λών γύ­ρω α­πό τη συγ­κρό­τη­ση της α­κο­λου­θί­ας και τις προ­τά­σεις τους για ορ­θό­τε­ρη τέ­λε­σή της, ου­δέν άλ­λο προ­σκό­μι­σε στο καί­ριο αυ­τό ζή­τη­μα. Ο π. Με­λέ­τιος κι­νή­θη­κε πέ­ρα των α­κα­δη­μα­ϊ­κών συ­ζη­τή­σε­ων και των α­κίν­δυ­νων μι­κρο­δι­ορ­θώ­σε­ων. Ξε­κι­νών­τας α­πό την α­πλή και σκλη­ρή δι­α­πί­στω­ση του ποι­μέ­να ό­τι η λει­τουρ­γι­κή γλώσ­σα εί­ναι α­κα­τα­νό­η­τη, προ­χώ­ρη­σε στο κρί­σι­μο βή­μα της με­τά­φρα­σης των πε­ζών κει­μέ­νων της θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας και των Μυ­στη­ρί­ων και την τέ­λε­σή τους στην ο­μι-λού­με­νη γλώσ­σα. Το εγ­χεί­ρη­μα έ­δει­ξε πό­σο εύ­κο­λο εί­ναι να μι­λά­ει κα­νείς για λει­τουρ­γι­κή α­να­νέ­ω­ση και πό­σο δύ­σκο­λο να την ε­φαρ­μό­ζει. Έ­δει­ξε ε­πί­σης τί αν­τί­κρι­σμα έ­χει στη συ­νεί­δηση των πι­στών μας και στη συ­νέ­πεια των υ­πευ­θύ­νων η με ά­νε­ση δι­α­τυμ­πα­νι­ζό­με­νη θέ­ση των ορ­θο­δό­ξων ό­τι δέν έ­χουν ι­ε­ρή γλώσ­σα καί ό­τι εί­ναι έ­τοι­μοι να με­τα­φρά­ζουν στις το­πι­κές γλώσ­σες τα λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να. Αλ­λά η υ­πό­θε­ση α­νέ­δει­ξε και άλ­λες πα­ρα­μέ­τρους της εκκλη­σι­α­στι­κής ζω­ής, ό­πως το έλ­λειμ­μα συ­νο­δι­κό­τη­τας και το πλε­ό­να­σμα της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας.

Τα ει­δι­κό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα που α­νέ­κυ­ψαν με την α­νά­λη­ψη αυ­τής της πρω­το­βου­λί­ας εί­ναι ε­άν πρέ­πει να γί­νει με­τά­φρα­ση, ποι­ός εί­ναι αρ­μό­διος γι’ αυ­τό, με ποι­ον τρό­πο θα ε­φαρ­μο­σθεί και με ποι­ον τρό­πο θα γί­νει η με­τά­φρα­ση. Το πρώ­το εί­ναι δυ­στυ­χώς το αυ­το­νό­η­το. Πρέ­πει να με­τα­φρα­στούν τα λει­τουρ­γι­κά κεί­με­να; Λες και θέ­λει πολ­λή σκέ­ψη τι πρέ­πει να κά­νου­με ό­ταν οι πι­στοί μας δεν κα­τα­νο­ούν α­πό αυ­τά που α­κού­νε πα­ρά μό­νο λέ­ξεις. Ό­ταν και οι λο­γι­ό­τε­ροι εξ αυ­τών χρει­ά­ζον­ται λε­ξι­κό για να τα κα­τα­νο­ή­σουν. Και ό­μως. Ε­πει­δή κα­νείς δεν μπο­ρεί να υ­πο­στη­ρί­ξει και να πεί­σει ό­τι η λει­τουρ­γι­κή γλώσ­σα εί­ναι κα­τα­νο­η­τή, υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι η με­τά­φρα­ση δεν χρει­ά­ζε­ται, α­φού το παν εί­ναι η μέ­θε­ξη και ό­χι η κα­τα­νό­η­ση. Ο π. Με­λέ-τιος α­πο­δύ­θη­κε σ’ έ­ναν α­γώ­να να ε­ξη­γή­σει τί εί­ναι μέ­θε­ξη και τί κα­τα­νό­η­ση α­κο­λου­θών­τας τη βι­βλι­κή-πα­τε­ρι­κή πα­ρά­δο­ση πε­ρί δι­α­κρί­σε­ως πνεύ­μα­τος και νο­ός ή νο­ός και δι­α­νοί­ας ή νο­ός και λό­γου ή καρ­δί­ας και νο­ός ή αι­σθή­σε­ως και πρά­ξε­ω­ς18. Χω­ρίς τη βα­σι­κή αυ­τή αν­θρω-πο­λο­γι­κή δι­ά­κρι­ση δεν μπο­ρεί να γί­νει ού­σι­α­στι­κή συ­ζή­τη­ση πε­ρί με­τά­φρα­σης των λει­τουρ­γικών κει­μέ­νων. Πά­νω σ’ αυ­τή τη δι­ά­κρι­ση, «προ­σεύ­ξο­μαι τω πνεύ­μα­τι προ­σεύ­ξο­μαι δε και τω νοι» (Α' Κορ. 14: 15), ο α­πό­στο­λος Παύ­λος οι­κο­δό­μη­σε τα πε­ρί της λο­γι­κής λα­τρεί­ας (Ρωμ. 12: 1), και ο­λό­κλη­ρη η πα­ρά­δο­σή μας τη συ­νέ­χι­σε.

Κα­τά τον π. Με­λέ­τιο, αρ­μό­διος να προ­χω­ρή­σει στη χρή­ση με­τά­φρα­σης εί­ναι ο υ­πεύ­θυ­νος ποι­μέ­νας. Έ­γρα­ψε: «Δέν έ­κα­μα πο­τέ κα­νέ­να γκά­λοπ. Τα θε­ω­ρώ α­στει­ό­τη­τες. Ο Κύ­ριος με έ­κα-με ποι­μέ­να, ό­χι πρό­βα­το. Ο Κύ­ριος με έ­κα­με κε­φα­λή, ό­χι ου­ρά. Η ευ­θύ­νη μου δεν με­τα­το­πί­ζε­ται σέ κα­νέ­ναν»19. Στο ί­διο κεί­με­νο υ­πο­στή­ρι­ξε, με συγ­κε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό την αρ­χαί­α και νε­ό­τε­ρη εκ­κλη­σι­α­στι­κή ι­στο­ρί­α, ό­τι κα­μιά με­τά­φρα­ση της Α­γί­ας Γρα­φής ή των λει­τουρ­γι-κών κει­μέ­νων δεν έ­γι­νε με προ­η­γού­με­νη συ­νο­δι­κή α­πό­φα­ση ή έγ­κρι­ση, αλ­λά δι­α­πι­στώ­θη­κε η χρη­σι­μό­τη­τά τους και α­θό­ρυ­βα κα­θι­ε­ρώ­θη­κα­ν (20). Τη χρή­ση της με­τά­φρα­σης πρό­τει­νε στους ε­φη­με­ρί­ους της Μη­τρο­πό­λε­ως. Ε­άν κά­ποι­ος συμ­φω­νού­σε και έ­πει­θε τους ε­νο­ρί­τες του, άρ­χι­ζε η ε­φαρ­μο­γή της. Πα­ράλ­λη­λα, εί­χε εκ­δώ­σει α­πό­φα­ση σύμ­φω­να με την ο­ποί­α η α­κο­λου­θί­α γι-νό­ταν α­πό ό­λους στη γλώσ­σα που ε­φαρ­μο­ζό­ταν στη συγ­κε­κρι­μέ­νη ε­νο­ρί­α. Δη­λα­δή, η α­κο-λου­θί­α έ­πρε­πε να γί­νει σύμ­φω­να με την τά­ξη που εί­χε κα­θι­ε­ρω­θεί και ό­χι σύμ­φω­να με την προ­τί­μη­ση του κλη­ρι­κού που τυ­χόν θα προ­ΐ­στα­το, ως ι­ε­ρο­κή­ρυ­κας ή με άλ­λη ι­δι­ό­τη­τα. Την α­πό­φα­ση τη­ρού­σε και ο ί­διος και ό­ταν λει­τουρ­γού­σε σε ε­νο­ρί­α που δεν εί­χε κα­θι­ε­ρώ­σει τη με­τά­φρα­ση, λει­τουρ­γού­σε στο πρω­τό­τυ­πο. Με τον τρό­πο αυ­τό, η με­τά­φρα­ση εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει στο έ­να τέ­ταρ­το των ε­νο­ρι­ών της Μη­τρο­πό­λε­ως. Μέ­ρη της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, μυ­στή­ρια και τε­λε­τές γί­νον­ταν α­πό με­τά­φρα­ση σε πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­νο­ρί­ες και με­ρι­κά σε ό­λες.

Τα κεί­με­να με­τέ­φρα­ζε ο ί­διος, δο­κι­μά­ζον­ταν κα­τά την ε­φαρ­μο­γή τους και βελ­τι­ώ­νον­ταν. Στη δι­α­δι­κα­σί­α αυ­τή λά­βαι­ναν μέ­ρος και άλ­λοι κλη­ρι­κοί της Μη­τρο­πό­λε­ως, ε­νώ δεν υ­πάρ­χει ο­ρι­στι­κή και ε­πί­ση­μη έκ­δο­σή τους. Η με­τά­φρα­ση εί­ναι θε­ο­λο­γι­κά α­κρι­βής, γλωσ­σι­κά α­πλή και ε­ξη­γη­τι­κή, και ρέ­πει προς την πα­ρά­φρα­ση. Εν­δι­α­φέ­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο για το νό­η­μα του κει­μέ­νου και ό­χι για τη μορ­φή. Χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται λα­ϊ­κό­τρο­πες εκ­φρά­σεις, α­κό­μη και α­κραί­ας μορ­φής. Προ­φα­νώς α­πη­χεί την προ­σω­πι­κή του αν­τί­λη­ψη και σκο­πεύ­ει στη συμ­με­το­χή του εκ­κλη­σι­ά­σμα­τος. Ό­λοι γνω­ρί­ζου­με ό­τι ε­δώ το θέ­μα έ­χει πολ­λές πα­ρα­μέ­τρους. Τά λει­τουρ­γι-κά κεί­με­να έ­χουν γρα­φτεί σέ δι­ά­φο­ρες χρο­νι­κές πε­ρι­ό­δους, εί­ναι σε πολ­λές γλωσ­σι­κές μορφές και πά­νω τους έ­χει κα­θί­σει το βά­ρος της ι­στο­ρί­ας, ό­πως εί­ναι φυ­σι­κό, α­πό τη συ­νε­χή χρήση και την ευ­λα­βή αν­τι­με­τώ­πι­σή τους. Η με­τά­φρα­ση των λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων α­παι­τεί ευρεί­α συ­ζή­τη­ση, που θα κα­λύ­πτει ό­λες τις πτυ­χές του προ­βλή­μα­τος και θα κα­τα­λή­ξει σε "συμφω­νί­α" γύ­ρω α­πό τα βα­σι­κά προ­βλή­μα­τα. Αλ­λά πως μπο­ρεί να γί­νει η συ­ζή­τη­ση ό­ταν και μό-νο η πρό­τα­ση πε­ρί της ύ­παρ­ξης του προ­βλή­μα­τος δη­μι­ουρ­γεί α­κρα­ϊ­ες αν­τι­δρά­σεις που δεν ε­πι­τρέ­πουν καν την εκ­κί­νη­ση;

Στο ση­μεί­ο αυ­τό α­να­δει­κνύ­ε­ται η προ­φη­τι­κή στά­ση του π. Με­λε­τί­ου. Για­τί το θέ­μα της με­τά­φρα­σης των λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων δεν έ­χει μό­νο τα πα­ρα­πά­νω δευ­τε­ρεύ­ον­τα προ­βλήμα­τα τα ο­ποί­α ο π. Με­λέ­τιος προ­σπά­θη­σε ν’ αν­τι­με­τω­πί­σει, αλ­λά έ­χει α­πέ­ναν­τί του έ­να ισχυ­ρό συλ­λο­γι­κό α­συ­νεί­δη­το. Αυ­τό το α­συ­νεί­δη­το οι­κο­δο­μή­θη­κε με τον χρό­νο, τις ι­στο­ρι­κές πε­ρι­πέ­τει­ες της Εκ­κλη­σί­ας μας, τη θέ­ση της στο νε­ό­τε­ρο ελ­λη­νι­κό κρά­τος, τις α­να­πλη­ρω­μα­τικές συλ­λο­γι­κές νο­ο­τρο­πί­ες που γεν­νά­ει έ­να κα­χε­κτι­κό πα­ρόν μπρο­στά σε έ­να φαν­τα­στι­κό με­γα­λει­ώ­δες πα­ρελ­θόν. Η πρό­τα­ση της με­τά­φρα­σης δεν έ­χει ν’ αν­τι­πα­λέ­ψει λο­γι­κές, αλ­λά συμ­πτώ­μα­τα του συλ­λο­γι­κού θρη­σκευ­τι­κού βί­ου. Εί­ναι τα συμ­πτώ­μα­τα που αν­τι­με­τώ­πι­σαν οι προ­φή­τες του αρ­χαί­ου Ισ­ρα­ήλ, ο ί­διος ο Χρι­στός, οι Α­πό­στο­λοι και κά­θε μάρ­τυ­ρας της εκκλη­σι­α­στι­κής πι­στό­τη­τας. Γι’ αυ­τό και η προ­φη­τι­κή στά­ση του εί­ναι η μό­νη που μπο­ρεί ν’ ο­δηγή­σει στη λύ­ση του προ­βλή­μα­τος. Συ­νέ­δρια, προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες δι­α­δι­κα­σί­ες και σχε­τι­κές κα­νο­νι­κό­τη­τες θα βερ­νι­κώ­νουν το πα­ρελ­θόν και θα ρί­χνουν νε­ρό στο μύ­λο της α­να­πο­φα­σιστι­κό­τη­τας και, ό­πως θα πα­ρα­τη­ρού­σε ο Μάξ Βέμ­περ, ελ­λεί­ψει προ­φή­τη το ρό­λο του θα α­να-λά­βουν οι κα­θη­γη­τές με τις πα­ρα­δό­σεις τους, ως α­μει­βό­με­νοι α­πό το κρά­τος ή ως προ­νο­μιού-χοι μι­κροί προ­φή­τες χω­ρίς βέ­βαι­α α­πο­τέ­λε­σμα.

Στις 14 Α­πρι­λί­ου 2010 ο π. Με­λέ­τιος κλή­θη­κε για δι­ευ­κρι­νί­σεις πε­ρί της με­τα­φρά­σε­ως στη Δια­ρκή Ι­ε­ρά Σύ­νο­δο με­τά α­πό σχε­τι­κές α­να­φο­ρές. Με­τά τις δι­ευ­κρι­νί­σεις του η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος ε­ξέ­δω­σε α­να­κοί­νω­ση με την ο­ποί­α δή­λω­νε ό­τι εμ­μέ­νει στην τέ­λε­ση της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας και των Ι­ε­ρών Μυ­στη­ρί­ων στο πρω­τό­τυ­πο, ό­τι α­παι­τεί­ται ά­δεια της Ι­ε­ράς Συ­νό­δου για α­νάγνω­ση κει­μέ­νων σε με­τά­φρα­ση, και κα­λού­σε σε α­να­μο­νή μέ­χρι το θέ­μα να συ­ζη­τη­θεί, να μελε­τη­θεί και να λη­φθούν α­πο­φά­σεις α­πό την Ι­ε­ραρ­χί­α. Ρη­τά στην α­να­κοί­νω­ση της ΔΙΣ α­να­φέρε­ται ό­τι: «Το θέ­μα α­πο­δε­σμεύ­τη­κε α­πό την πρα­κτι­κή που γί­νε­ται στην ι­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη Νι-κο­πό­λε­ως και Πρε­βέ­ζης και αν­τι­με­τω­πί­στη­κε γε­νι­κά, α­πό πλευ­ράς θε­ο­λο­γι­κής, λει­τουρ­γι­κής και ποι­μαν­τι­κής». Ο π. Με­λέ­τιος συ­νέ­χι­σε να χρη­σι­μο­ποι­εί με­τά­φρα­ση ό­πως πα­ρα­πά­νω α­να-φέρ­θη­κε. Με­τά την κοί­μη­σή του, ο το­πο­τη­ρη­τής α­πα­γό­ρευ­σε τη με­τά­φρα­ση, πράγ­μα που συνε­χί­ζει ο ε­κλε­γείς δι­ά­δο­χός του, ε­πι­κα­λού­με­νοι την α­να­κοί­νω­ση της Συ­νό­δου. Σκέ­πτε­ται κανείς: Για­τί η βι­α­σύ­νη της α­πα­γό­ρευ­σης; Για­τί η βι­α­σύ­νη να α­πα­ξι­ω­θεί μια προ­σπά­θεια πολ-λών ε­τών; Για­τί δέν σκέ­φτη­καν οι α­πα­γο­ρεύ­σαν­τες τις ποι­μαν­τι­κές και ψυ­χο­λο­γι­κές συ­νέ­πει-ες της α­πα­γό­ρευ­σης σε αν­θρώ­πους που τε­λού­σαν τη λα­τρεί­α τους σε με­τά­φρα­ση πολ­λά χρό-νια; 'Αλλά και έ­να άλ­λο έ­ρώ­τη­μα: Για­τί η α­πα­γό­ρευ­ση δεν έ­γι­νε με τον τρό­πο που ε­φαρ­μόστη­κε η με­τά­φρα­ση, με συ­νεν­νό­η­ση καί συ­ναί­νε­ση; Η υ­πό της ΔΙΣ ρη­τή α­πο­δέ­σμευ­ση του θέμα­τος για τη Μη­τρό­πο­λη Νι­κο­πό­λε­ως καί Πρε­βέ­ζης κά­νει τα πα­ρα­πά­νω ε­ρω­τή­μα­τα πιο εύλο­γα.

Έ­χου­με τη γνώ­μη ό­τι ό­λα ξε­κι­νούν α­πό τη γρα­φει­ο­κρα­τι­κή αν­τί­λη­ψη του θέ­μα­τος. Μια δι­α­φο­ρε­τι­κή αν­τί­λη­ψη θα έ­βλε­πε ό­τι η υ­πό­θε­ση της με­τά­φρα­σης δέν εί­ναι δι­οι­κη­τι­κό θέ­μα και δεν αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται με δι­οι­κη­τι­κές α­πο­φά­σεις. Εί­ναι θέ­μα που προ­ϋ­πο­θέ­τει ό­χι μό­νο την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α της Εκ­κλη­σί­ας, αλ­λά και τις συλ­λο­γι­κές νο­ο­τρο­πί­ες στη δι­α­δι­κα­σί­α του πο­λι-τι­σμού. Α­κό­μη και δευ­τε­ρεύ­ον­τα θέ­μα­τα, ό­ταν εμ­πί­πτουν στην πα­ρα­πά­νω κα­τη­γο­ρί­α, δεν ρυθ­μί­ζον­ται δι­οι­κη­τι­κά. Για πα­ρά­δειγ­μα, η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος με α­πο­φά­σεις της τα έ­τη 1882 καί 18 83 α­πα­γό­ρευ­σε την πε­ρι­φο­ρά ε­πι­τα­φί­ων πέ­ρα του να­ού ­22. Με πα­ρό­μοι­ες α­πο­φά­σεις προ του 1865, του 1865 και του 1990 α­πα­γό­ρευ­σε τον ε­πι­τά­φιο ύ­μνο στην Κοί­μη­ση της Θε­ο­τό­κου­ 23. Δεν δι­α­νο­εί­ται βέ­βαι­α κα­νείς να τε­λέ­σει την α­κο­λου­θί­α της Με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ής χω­ρίς πε­ρι­φο-ρά του ε­πι­τα­φί­ου. Αλ­λά και η δεύ­τε­ρη α­πα­γό­ρευ­ση δεν α­πέ­τρε­ψε τη συ­νή­θεια ό­που έ­χει ε­πικ-ρα­τή­σει. Ε­άν ε­ξαι­ρέ­σου­με την πε­ρί­πτω­ση του π. Με­λε­τί­ου θα πα­ρα­τη­ρή­σου­με ό­τι τέ­λε­ση της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας α­πό με­τά­φρα­ση γί­νε­ται με­μο­νω­μέ­να και α­πό άλ­λους ε­πι­σκό­πους και πρε-σβυ­τέ­ρους, ό­πως ε­πί­σης και μυ­στή­ρια, α­νά­γνω­ση κει­μέ­νων και ευ­χών. Τό θέ­μα έ­χει α­νοί­ξει και ας ελ­πί­σου­με ό­τι στο μέλ­λον η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος θα φρον­τί­σει με θε­τι­κές ε­νέρ­γει­ες στη προ­ώ-θη­ση της λει­τουρ­γι­κής α­να­νέ­ω­σης.

 Ό­πως η λει­τουρ­γι­κή α­να­νε­ω­τι­κή προ­σπά­θεια του π. Με­λε­τί­ου μπλό­κα­ρε στα γρα­νά­ζια της γρα­φει­ο­κρα­τί­ας, στα ί­δια γρα­νά­ζια μπλό­κα­ρε και η δι­α­δο­χή του. Σύμ­φω­να με την κα­νονι­κή πα­ρά­δο­ση, δύ­ο ό­ροι εί­ναι α­πα­ραί­τη­τοι για την έγ­κυ­ρο έ­κλο­γή. Οι υ­πο­ψή­φιοι πρέ­πει να εί­ναι μέ­λη του κλή­ρου της μη­τρο­πό­λε­ως και το τρι­πρό­σω­πο πρέ­πει να κα­ταρ­τι­σθεί εν­τός της μη­τρο­πό­λε­ως με ψη­φί­σμα­τα των πρε­σβυ­τέ­ρων και των πρώ­των της πό­λε­ως. Υ­πάρ­χει μά­λιστα πρό­βλε­ψη για την πε­ρί­πτω­ση που η μη­τρό­πο­λη δεν εί­χε υ­πο­ψη­φί­ους ή δεν προ­έ­βαι­νε σε πρό­τα­ση­24. Δυ­στυ­χώς αυ­τά δεν ι­σχύ­ουν σή­με­ρα και η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος ε­κλέ­γει τους μη­τρο­πο­λίτες χω­ρίς να εί­ναι υ­πο­χρε­ω­μέ­νη να τη­ρεί τους πα­ρα­πά­νω ό­ρους. Ή­δη ά­να­φέ­ρα­με πως υ­ποψή­φιοι για κά­θε χη­ρεύ­ου­σα μη­τρό­πο­λη εί­ναι ά­παν­τες οι εγ­γε­γραμ­μέ­νοι στον κα­τά­λο­γο προς αρ­χι­ε­ρα­τεί­α και ό­χι μό­νο οι κλη­ρι­κοί της μη­τρο­πό­λε­ως. Ε­πί­σης η μη­τρό­πο­λη που έ­χει χη­ρέ­ψει δεν μπο­ρεί να προ­τεί­νει υ­πο­ψη­φί­ους. Αυ­τό γί­νε­ται συ­νή­θως για κά­θε μη­τρό­πο­λη που χη­ρεύ­ει και δεν θα χρει­α­ζό­ταν κα­νέ­νας σχο­λια­σμός ε­άν δεν συ­νέ­βαι­νε η μη­τρό­πο­λη Νι­κο­πό­λε­ως να έ­χει πολ­λούς υ­πο­ψη­φί­ους. Μα­ταί­ως οι κλη­ρι­κοί της «ψη­φί­σμα­τα ε­ποί­η­σαν» και μα­ταί­ως οι «πρώ­τοι της πό­λε­ως», βου­λευ­τές και δη­μο­τι­κοί άρ­χον­τες, έ­κα­μαν πα­ρα­στά­σεις και εκ­κλή­σεις στους αρ­μο­δί­ους. Η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος α­κο­λού­θη­σε την πά­για τα­κτι­κή της και έ­ξέ­λε­ξε μη­τρο­πο­λίτη εκ του γε­νι­κού κα­τα­λό­γου, ε­νώ θα μπο­ρού­σε νο­μί­μως να ε­κλέ­ξει εκ των υ­πο­ψη­φί­ων της μη­τρο­πό­λε­ως. Ε­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε με αυ­τόν τον τρό­πο ό­τι η γρα­φει­ο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της Εκκ-λη­σί­ας μας δεν ε­πι­τρέ­πει τη λει­τουρ­γί­α εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κών κρι­τη­ρί­ων.

Ποι­ά εί­ναι η κλη­ρο­νο­μιά του π. Με­λε­τί­ου; Θα έ­λε­γε κα­νείς με βά­ση τα πα­ρα­πά­νω ό­τι οι προ­σπά­θει­ες του α­πέ­τυ­χαν. Ο δι­ά­λο­γος με τους Αν­τι­χαλ­κη­δό­νιους πα­ρα­μέ­νει στά­σι­μος. Η φα­σα­ρί­α για τον αν­τί­χρι­στο έ­χει κο­πά­σει, αλ­λά ό­χι ε­πει­δή ε­πι­κρά­τη­σαν οι α­πό­ψεις του. Η τέλε­ση της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας α­πό με­τά­φρα­ση α­πα­γο­ρεύ­τη­κε στη μη­τρό­πο­λη του. Η υ­πο­ψη­φιότη­τα του κλη­ρι­κού που προ­τά­θη­κε α­πό τους πρε­σβυ­τέ­ρους της μη­τρο­πό­λε­ως του για τη διαδο­χή του συν­τρί­φτη­κε. Σκό­νη στον ά­νε­μο λοι­πόν; Σε έ­να τέ­τοι­ο συμ­πέ­ρα­σμα θα κα­τα­λή­γα­με ε­άν σκε­φτό­μα­στε χω­ρίς να εί­μα­στε μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας. Ε­άν δη­λα­δή δεν βλέ­πα­με την προ-φη­τι­κή δι­ά­στα­ση του π. Με­λε­τί­ου. Κα­νέ­νας γνή­σιος προ­φή­της δεν α­πέ­βλε­ψε σε τί­πο­τε πε­ρισ-σό­τε­ρο α­πό το να κο­μί­σει έ­να μή­νυ­μα. Και κα­νε­νός προ­φή­τη η πο­ρεί­α δεν ή­ταν ε­πι­τυ­χής στα μά­τια των αν­θρώ­πων. Για τον ί­διο τον Χρι­στό έ­χει γρα­φτεί: «Τον α­γνο­ή­σα­με, σα να ‘ταν έ­να τί­πο­τα, του δώ­σα­με την κα­τα­φρό­νια μας, κι ε­κτί­μη­ση ού­τε μια στά­λα» (Ήσ. 53: 3). Ό π. Με­λέ­τιος δεν ά­φη­σε για κλη­ρο­νο­μιά τί­πο­τε χει­ρο­πια­στό και με­τα­βι­βά­σι­μο σύμ­φω­να με τους νό­μους. Σάν άλ­λος πα­τριά­ρχης Ι­α­κώβ μοί­ρα­σε στο ποί­μνιο του και στους μα­θη­τές του τις ε­παγ­γε­λί­ες του Θε­ού. Ό­πως ε­κεί­νος στην Αί­γυ­πτο, μα­κριά α­πό τη γη της Ε­παγ­γε­λί­ας, ξέ­νος και πά­ροι-κος, κά­λε­σε τους γιούς του για να τους α­ναγ­γεί­λει τον ερ­χο­μό του Χρι­στού (Γεν. 49,10), με τον ί­διο τρό­πο και ο π. Με­λέ­τιος με τη ζω­ή του κά­λε­σε ό­σους του εμ­πι­στεύ­τη­κε ο Θε­ός να μεί­νουν πι­στοί σ’ αυ­τό που έ­μα­θαν κον­τά του.

Έ­λε­γε: «Ό­ταν πή­γα στο μο­να­στή­ρι (1954, Βε­λα­νι­διά Κα­λα­μά­τας), α­σκή­τευ­ε ε­κεί ο π. Πο­λύ­καρ-πος ο ο­ποί­ος έ­γι­νε κα­λό­γη­ρος με­τά που πέ­θα­νε η γυ­ναί­κα του. Τα πρώ­τα χρό­νια κα­τά­φερ­νε και δι­ά­βα­ζε την α­κο­λου­θί­α. Αρ­γό­τε­ρα δέν μπο­ρού­σε». Τόν ρω­τή­σα­με: «Δεν έ­βλε­πε; Εί­χε πρό­βλη­μα με τα μά­τια του;» «Ό­χι», α­πάν­τη­σε, «αλ­λά ό­ταν έ­φτα­νε στο Πι­στεύ­ω του Με­σο­νυ­κτι­κού και στο ση­μεί­ο "…τον δι’ η­μάς τους αν­θρώ­πους και δια την η­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν κα­τελ­θόν­τα...", σκε­φτό­ταν την φι­λαν­θρω­πί­α του Θε­ού, ερ­χό­ταν σε κα­τά­νυ­ξη και πλημ­μύ­ρι­ζαν τα μά­τια του δάκρυ­α. Έ­χα­νε τη σει­ρά και άρ­χι­ζε πά­λι α­πό την αρ­χή. Με­τά α­πό μί­α, δύ­ο φο­ρές οι πα­τέ­ρες του έ­λε­γαν: "Έ­λα στήν ά­κρη, πά­τερ Πο­λύ­καρ­πε, για να τε­λει­ώ­σου­με κά­πο­τε την α­κο­λου­θί­α"»

Ξέ­ρου­με ό­λοι τί ση­μα­σί­α έ­χει αυ­τό που θέ­λου­με να θυ­μό­μα­στε, αυ­τό που κρα­τά­με συ­νεχώς στη μνή­μη μας. Σ’ αυ­τό που θέ­λου­με να δι­η­γού­μα­στε εν­τάσ­σου­με τον ε­αυ­τό μας και γι-νό­μα­στε μέ­ρος της α­φή­γη­σης. Σ’ αυ­τή τη με­γά­λη α­φή­γη­ση, της ε­ναν­θρώ­πη­σης του Θε­ού, του μυ­στη­ρί­ου του Χρι­στού, ή­ταν ορ­γα­νι­κά εν­ταγ­μέ­νος ο π. Με­λέ­τιος και αυ­τό ά­φη­σε κλη­ρο­νομιά στο ποί­μνιο του και στους μα­θη­τές του. «Σχοί­νι­σμα κλη­ρο­νο­μιάς Ι­α­κώβ».


    
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Πε­ρί του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος (Α­πό αρ­χαί­α λα­τι­νι­κή με­τά­φρα­ση), Β. Ρη­γό­που­λος, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1973.
2. Ε­πι­στο­λαί 31-55, 105-196, 301-366, Κα­τά Ευ­νο­μί­ου, Πε­ρί του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, στη σει­ρά «Ά­παν­τα των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων», τόμ. 2, 4, 5, 8, 9, 10, Α­θή­ναι 1972-1976.
3. Θε­ο­λο­γι­κοί Λό­γοι, «Ά­παν­τα των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων», τόμ. 1, Α­θή­ναι 1976.
4. Η Πέμ­πτη Οι­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, Α­θή­ναι 1985.
5. Ε­ξή­γη­σις σύν­το­μος εις την Κλί­μα­κα του Ι­ω­άν­νου, Πρέ­βε­ζα 2002.
6. Β. Ρη­γό­που­λος, θεσ­σα­λο­νί­κη 1973.
7. Β. Ρη­γό­που­λος, θεσ­σα­λο­νί­κη 1977. 8. Τα κω­λύ­μα­τα του γά­μου και Το η­με­ρο­λο­για­κόν ζή­τη­μα, Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος, Α­θή­ναι 1971.
9. Συ­νέν­τευ­ξη στην ε­φη­με­ρί­δα Νι­κό­πο­λη της Πρέ­βε­ζας, 20.5.2000.
10. Συ­νέν­τευ­ξη στη ε­φη­με­ρί­δα Χρι­στι­α­νι­κή, 28-5-1987
11. Βλέ­πε και το άρ­θρο μας «Η συ­νο­δι­κό­τη­τα εν­τός της ε­πι­σκο­πής στην Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος σή­με-ρα», θε­ο­λο­γί­α 80.2 (2009), σσ. 151-172.
12. Ψή­φω κλή­ρου και λα­ού, έκδ. Εν πλω, Α­θή­να 2007.
13. Με α­ριθ­μό 1097/7-4-97, και με α­ριθ­μό 445/9-2-98. Αι Συ­νο­δι­καί Εγ­κύ­κλιοι, τόμ. Ζ', Α­πο­στο­λι­κή Δι­α­κο­νί­α, Α­θή­ναι 2006, σσ. 47 κ.έ. και σσ. 87 κ.έ.
14. Πρέ­βε­ζα 1997. Το βι­βλί­ο έκ­δό­θη­κε άλ­λες δύ­ο φο­ρές, τό 1998 καί τό 2011. Οι πα­ρα­πομ­πές γί­νον­ται στη δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση ε­πει­δή εί­ναι εμ­πλου­τι­σμέ­νη με πα­ραρ­τή­μα­τα και α­παν­τή­σεις του συγ­γρα­φέ­α.
15. Τό Χά­ραγ­μα, σ. 203.
16. "Ο.π., σ. 194.
17. "Ο.π., σ. 240.
18. ‘’Μέθεξη ή κα­τα­νό­η­ση;’’, Πρέ­βε­ζα 2011. Πρό­κει­ται για βι­βλί­ο ό­που ο π. Με­λέ­τιος, ό­πως και με ‘’Το Χά­ραγ­μα του Αν­τί­χρι­στου­’’, προ­σπα­θεί να α­παν­τή­σει στους αν­τι­τι­θέ­με­νους στη με­τά­φρα­ση.
19. «Πε­ρί με­τα­φρά­σε­ων των λει­τουρ­γι­κών κει­μέ­νων α­νοι­χτή ε­πι­στο­λή σε α­δελ­φό αν­τιρ­ρη­σί­α», Σύ­να­ξη 112 (2009), σ. 103.
20. Ό.π., σσ. 104-105.
21. Η ε­πι­στή­μη ως ε­πάγ­γελ­μα, μτφρ. Μ. Κυ­πραί­ου, Πα­πα­ζή­σης, 'Αθήνα 1989, σ. 124.
22. Εγ­κύ­κλιοι της 12-5-1882 και της 14-3-1883, Αρ­χι­μι. Σ. Γι­αν­νο­πού­λου, Συλ­λο­γή των εγ­κυ­κλί­ων της Ι­ε­ρας Συ­νό­δου της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος, Α­θή­ναι 1901, σσ. 619-620.
23. Εγ­κύ­κλιος της 21-4-1865, ο.π., σ. 608, και της 6-6-1990, A­ι Συ­νο­δι­καί Εγ­κύ­κλιοι, τόμ. ΣΤ', Α­πο­στο­λι­κή Δι­α­κο­νί­α, Α­θή­ναι 2001, σ. 401.
24. Πρά­ξεις φ' καί ι γ' της Δ’ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου.