Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ


Η επιστολή του Αγίου ιερομάρτυρος Πολυκάρπου επισκόπου Σμύρνης (80-167/8) προς τους Φιλιππησίους.
Γράφτηκε περί το 117.




Ο Πο­λύ­καρ­πος, και οι πρε­σβύ­τε­ροι που εί­ναι μα­ζί του, προς την Εκ­κλη­σί­α του Θε­ού  που βρί­σκε­ται στους Φι­λίπ­πους.  Να πλη­θυν­θεί  σε ε­σάς το έ­λε­ος και η ει­ρή­νη του Θε­ού του Παν­το­κρά­το­ρος και Ι­η­σού Χρι­στού του Σω­τή­ρα μας. 

 Χά­ρη­κα πο­λύ μα­ζί με ε­σάς εν Κυ­ρί­ω η­μών Ι­η­σού Χρι­στώ,  που δε­χθή­κα­τε να μι­μη­θεί­τε την α­λη­θι­νή α­γά­πη και που ξε­προ­βο­δί­σα­τε, ό­πως ε­πι­βάλ­λε­ται, ε­κεί­νους που εί­ναι τυ­λιγ­μέ­νοι με τα α­γι­ο­πρε­πή δε­σμά, τα ο­ποί­α εί­ναι δι­α­δή­μα­τα των α­λη­θι­νά ε­κλεγ­μέ­νων α­πό τον Θε­ό, και α­πό τον Κύ­ριό μας. K­αι που η σί­γου­ρη ρί­ζα της πί­στε­ώς σας, η ο­ποί­α εί­χε α­να­κοι­νω­θεί α­πό αρ­χαι­ο­τά­των χρό­νων,  μέ­χρι και τώ­ρα πα­ρα­μέ­νει και καρ­πο­φο­ρεί στον Κύ­ριό μας Ι­η­σού Χρι­στό, ο Ο­ποί­ος υ­πέ­μει­νε υ­πέρ των α­μαρ­τι­ών μας, φτά­νον­τας μέ­χρι τον θά­να­το, τον Ο­ποί­ον α­νέ­στη­σε ο Θε­ός, λύ­νον­τας τις ω­δί­νες του Ά­δη, Τον Ο­ποί­ον, χω­ρίς να Τον έ­χε­τε δει, Τον πι­στεύ­ε­τε με α­νε­κλά­λη­τη και γε­μά­τη δό­ξα χα­ρά, στην ο­ποί­α πολ­λοί ε­πι­θυ­μούν να ει­σέλ­θουν, βλέ­πον­τες ό­τι εί­σα­στε σω­σμέ­νοι δια της Χά­ρι­τος, και ό­χι δια των έρ­γων σας, αλ­λά με το θέ­λη­μα του Θε­ού, δια Ι­η­σού Χρι­στού.


Για τον λό­γο αυ­τό, ζώ­νον­τας την μέ­ση σας, να ερ­γά­ζε­σθε για τον Θε­ό με φό­βο και α­λή­θεια, εγ­κα­τα­λεί­πον­τας την κε­νή μα­ται­ο­λο­γί­α και την πλά­νη των πολ­λών, μιας και έ­χε­τε πι­στέ­ψει σε Ε­κεί­νον που α­νέ­στη­σε τον Κύ­ριό μας Ι­η­σού Χρι­στό εκ νε­κρών και που έ­δω­σε σε Αυ­τόν θρό­νο στα δε­ξιά Του, στον Ο­ποί­ον έ­χουν υ­πο­τα­γεί ό­λα τα ε­που­ρά­νια και τα ε­πί­γεια, τον Ο­ποί­ον κά­θε πνο­ή λα­τρεύ­ει, ο Ο­ποί­ος έρ­χε­ται ως Κρι­τής ζών­των και νε­κρών, του Ο­ποί­ου το Αί­μα θα α­παι­τή­σει ο Θε­ός α­πό ε­κεί­νους που α­πει­θούν σε Αυ­τόν. Ο δε Ε­κεί­νος που Τον α­νέ­στη­σε εκ των νε­κρών θα α­να­στή­σει και ε­μάς, ε­άν κά­νου­με το θέ­λη­μά Του και πο­ρευ­ό­μα­στε σύμ­φω­να με τις εν­το­λές Του και α­γα­πού­με αυ­τά που Ε­κεί­νος α­γά­πη­σε,  α­πέ­χον­τας α­πό κά­θε α­δι­κί­α, πλε­ο­νε­ξί­α, φι­λαρ­γυ­ρί­α, κα­τα­λα­λιά, ψευ­δο­μαρ­τυ­ρί­α, μη α­πο­δί­δον­τες κα­κό αν­τί κα­κού ή βρι­σιά αν­τί βρι­σιάς, ή γρο­θιά αν­τί γρο­θιάς, ή κα­τά­ρα αν­τί κα­τά­ρας, μνη­μο­νεύ­ον­τες ε­πί­σης ό­σα εί­πε ο Κύ­ριος, που δί­δα­σκε: «Μην κρί­νε­τε, για να μην κρι­θή­τε. Συγ­χω­ρεί­τε, και θα σας συγ­χω­ρε­θούν.  Να ε­λε­εί­τε, για να ε­λε­η­θεί­τε. Στο μέ­τρο που ε­σείς με­τρά­τε, θα αν­τι­με­τρη­θεί σε ε­σάς» και ό­τι «Μα­κά­ριοι οι πτω­χοί και οι δι­ω­κό­με­νοι έ­νε­κεν δι­και­ο­σύ­νης, δι­ό­τι αυ­τών εί­ναι η βα­σι­λεί­α του Θε­ού.»


Αυ­τά, α­δελ­φοί μου, πε­ρι δι­και­ο­σύ­νης, δεν τα έ­γρα­ψα α­φ’ ε­αυ­τού μου, αλ­λά ε­πει­δή ε­σείς μου το εί­χα­τε ζη­τή­σει πρω­τύ­τε­ρα. Δι­ό­τι ού­τε ε­γώ, αλ­λά ού­τε άλ­λος που να μου μοιά­ζει, μπο­ρεί να α­κο­λου­θή­σει την σο­φί­α του μα­κα­ρί­ου και εν­δό­ξου Παύ­λου, ο ο­ποί­ος ό­ταν ή­ταν μα­ζί σας ε­δί­δα­ξε προ­σω­πι­κά τους τό­τε αν­θρώ­πους με α­κρί­βεια και βε­βαι­ό­τη­τα τους λό­γους πε­ρι της α­λη­θεί­ας, ο ο­ποί­ος α­κό­μα και ό­ταν α­που­σί­α­ζε σας έ­γρα­φε ε­πι­στο­λές, τις ο­ποί­ες αν με­λε­τή­σε­τε, μπο­ρεί­τε να οι­κο­δο­μη­θεί­τε στην πί­στη σας, που σας δό­θη­κε, η ο­ποί­α εί­ναι μη­τέ­ρα ό­λων μας, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό την ελ­πί­δα, με πρώ­τη την α­γά­πη στον Θε­ό και Χρι­στό και στον πλη­σί­ον. Δι­ό­τι ε­άν κά­ποι­ος εί­ναι μέ­σα σε αυ­τά, τό­τε έ­χει εκ­πλη­ρώ­σει την εν­το­λή της δι­και­ο­σύ­νης.  Ε­πει­δή ε­κεί­νος που έ­χει α­γά­πη, α­πέ­χει μα­κριά α­πό κά­θε α­μαρ­τί­α. 


Η δε αρ­χή ό­λων των δυ­σκο­λι­ών, εί­ναι η φι­λαρ­γυ­ρί­α. Βλέ­πον­τες, λοι­πόν, ό­τι τί­πο­τε δεν φέ­ρα­με μέ­σα στον κό­σμο, αλ­λά ού­τε έ­χου­με τί­πο­τε να βγά­λου­με α­πό αυ­τόν, ας ο­πλι­ζό­μα­στε με τα ό­πλα της δι­και­ο­σύ­νης και ας δι­δά­ξου­με τους ε­αυ­τούς μας πρω­τί­στως να πο­ρευ­ό­μα­στε στην εν­το­λή του Κυ­ρί­ου. Έ­πει­τα και τις γυ­ναί­κες σας, στην πί­στη και την α­γά­πη που τους έ­χουν πα­ρα­δο­θεί,  να στέρ­γουν τους άν­δρες τους σε κά­θε α­λή­θεια και να α­γα­πούν ό­λους εξ ί­σου, με κά­θε εγ­κρά­τεια, και τα τέ­κνα να τα εκ­παι­δεύ­ουν με την παι­δεί­α του φό­βου του Θε­ού. Σω­φρο­νί­ζον­τας τις χή­ρες σχε­τι­κά με την πί­στη του Κυ­ρί­ου, να ι­κε­τεύ­ουν (τον Θε­ό) α­δι­ά­λει­πτα για τα πάν­τα, μα­κριά α­πό κά­θε δι­α­βο­λή, κα­τα­λα­λιά, ψευ­δο­μαρ­τυ­ρί­α, φι­λαρ­γυ­ρί­α και α­πό κά­θε κα­κό, γνω­ρί­ζον­τας ό­τι (αυ­τές) εί­ναι θυ­σι­α­στή­ριο του Θε­ού, και ό­τι τα πάν­τα περ­νούν α­πό έ­λεγ­χο, και ό­τι τί­πο­τε δεν Του δι­α­φεύ­γει, ού­τε α­πό λο­γι­σμούς, ού­τε α­πό έν­νοι­ες ού­τε το ο­ποι­ο­δή­πο­τε α­πό τα κρυ­φά της καρ­διάς. 


Βλέ­πον­τες λοι­πόν, ό­τι ο Θε­ός δεν εμ­παί­ζε­ται, ο­φεί­λου­με να περ­πα­τού­με α­ξί­ως στην εν­το­λή και την δό­ξα Του. Ο­μοί­ως οι Δι­ά­κο­νοι να εί­ναι ά­μεμ­ποι ε­νώ­πιόν της δι­και­ο­σύ­νης Του, ως δι­ά­κο­νοι του Θε­ού και του Χρι­στού  και ό­χι των αν­θρώ­πων.  Να μην εί­ναι δι­ά­βο­λοι, δί­λο­γοι, να εί­ναι α­φι­λάρ­γυ­ροι, εγ­κρα­τείς σε ό­λα, εύ­σπλα­χνοι, ε­πι­με­λείς,  να πο­ρεύ­ον­ται σύμ­φω­να με την α­λή­θεια του Κυ­ρί­ου, ο Ο­ποί­ος έ­γι­νε Δι­ά­κο­νος ό­λων, τον Ο­ποί­ον, αν ευ­α­ρε­στή­σου­με στον πα­ρόν­τα αι­ώ­να, θα α­πο­λά­βου­με και στον μέλ­λον­τα - α­φού μας υ­πο­σχέ­θη­κε πως θα μας ε­γεί­ρει εκ των νε­κρών, και ό­τι αν πο­λι­τευ­θού­με ά­ξια γι' Αυ­τόν, θα συμ­βα­σι­λεύ­σου­με μα­ζί Του, ε­άν πι­στεύ­ου­με. Ο­μοί­ως και οι νε­ώ­τε­ροι να εί­ναι ά­μεμ­πτοι σε ό­λα, προ­παν­τός να προ­νο­ούν για την α­γνό­τη­τά τους και να χα­λι­να­γω­γούν τους ε­αυ­τούς τους α­πό κά­θε κα­κό.  Δι­ό­τι εί­ναι κα­λό να α­να­κό­πτε­ται κα­νείς α­πό τις ε­πι­θυ­μί­ες του κό­σμου, α­φού κά­θε ε­πι­θυ­μί­α στρα­τεύ­ε­ται κα­τά του πνεύ­μα­τος, και ού­τε οι πόρ­νοι, ού­τε οι μαλ­θα­κοί, ού­τε οι αρ­σε­νο­κοί­τες θα κλη­ρο­νο­μή­σουν την βα­σι­λεί­α του Θε­ού, ού­τε ό­σοι κά­νουν ά­το­πα πράγ­μα­τα.  Γι’ αυ­τό, πρέ­πει να α­πέ­χε­τε α­πό ό­λα αυ­τά, υ­πο­τασ­σό­με­νοι στους Πρε­σβύ­τε­ρους και τους Δι­α­κό­νους, σαν στον Θε­ό και τον Χρι­στό. Οι παρ­θέ­νοι, ας βα­δί­ζουν με ά­μω­μη και α­γνή την συ­νεί­δη­σή τους.


Και οι Πρε­σβύ­τε­ροι δε, ας εί­ναι εύ­σπλαγ­χνοι, σε ό­λους ε­λε­ή­μο­νες, φέρ­νον­τας πί­σω τα πλα­νη­μέ­να (τέ­κνα της Εκ­κλη­σιας), ε­πι­σκε­πτό­με­νοι ό­λους τους α­σθε­νείς, μη α­με­λούν­τες τις χή­ρες ή ορ­φα­νό ή πέ­νη­τα, αλ­λά, προ­νο­ούν­τες πάν­το­τε για το κα­λό ε­νώ­πιον του Θε­ού και των αν­θρώ­πων, να α­πέ­χουν α­πό κά­θε ορ­γή, προ­σω­πο­λη­ψί­α, ά­δι­κη κρί­ση, μέ­νον­τες μα­κρυ­ά α­πό κά­θε φι­λαρ­γυ­ρί­α, να μην πι­στεύ­ουν εύ­κο­λα ε­ναν­τί­ον κά­ποι­ου, να μην εί­ναι α­πό­το­μοι στην κρί­ση τους, γνω­ρί­ζον­τας ό­τι ό­λοι μας εί­μα­στε ο­φει­λέ­τες της α­μαρ­τί­ας. Αν λοι­πόν δε­ό­μα­στε στον Κύ­ριο για την δι­κή μας ά­φε­ση, ο­φεί­λου­με και ε­μείς να δί­νου­με ά­φε­ση, δι­ό­τι εί­μα­στε α­πέ­ναν­τι στους ο­φθαλ­μούς του Κυ­ρί­ου και Θε­ού, και ό­λοι μας θα πα­ρα­στού­με στο Βή­μα του Χρι­στού, και ό­λοι πρέ­πει να πα­ρα­στα­θού­με στο βή­μα του Χρι­στού, και ο κα­θέ­νας θα δώ­σει λό­γο για τον ε­αυ­τό του. Έ­τσι λοι­πόν ας ερ­γα­ζό­μα­στε για Αυ­τόν, με φό­βο και κά­θε ευ­λά­βεια,  ό­πως ο Ί­διος έ­δω­σε εν­το­λή, και οι Α­πό­στο­λοι και προ­φή­τες που μας ευ­αγ­γέ­λι­σαν, οι προ­κη­ρύ­ξαν­τες την έ­λευ­ση του Κυ­ρί­ου μας.  Να εί­μα­στε ζη­λω­τές για το κα­λό, και να α­πέ­χου­με α­πό τα σκάν­δα­λα και τους ψευ­δα­δελ­φούς και ε­κεί­νους που με υ­πο­κρι­σί­α φέ­ρουν το ό­νο­μα του Κυ­ρί­ου,  οι ο­ποί­οι α­πο­πλα­νούν τους κε­νούς αν­θρώ­πους.


Δι­ό­τι, ο κά­θε άν­θρω­πος που δεν ο­μο­λο­γεί Ι­η­σού Χρι­στό ελ­θόν­τα εν σαρ­κί εί­ναι αν­τί­χρι­στος.  Και ό­ποι­ος δεν ο­μο­λο­γεί το μαρ­τύ­ριο του Σταυ­ρού, εί­ναι εκ του δι­α­βό­λου. Και ό­ποι­ος αν με­θο­δεύ­ει τα λό­για του Κυ­ρί­ου προς τις δι­κές του ε­πι­θυ­μί­ες, και λέ­ει πως ού­τε Α­νά­στα­ση, ού­τε Κρί­ση υ­πάρ­χει, ε­κεί­νος εί­ναι πρω­τό­το­κος του Σα­τα­νά. Γι’ αυ­τό, εγ­κα­τα­λεί­πον­τας την μα­ται­ό­τη­τα των πολ­λών (αν­θρώ­πων) και τις ψευ­το­δι­δα­σκα­λί­ες τους, ας ε­πι­στρέ­ψου­με στον εξ αρ­χής πα­ρα­δο­θέν­τα λό­γο, νή­φον­τες προς τις ευ­χές και υ­πο­μέ­νον­τες νη­στεί­ες, ζη­τούν­τες με δε­ή­σεις α­πό τον παν­τε­πό­πτη Θε­ό να μην μας ει­σά­γει σε πει­ρα­σμό (δο­κι­μα­σί­α), κα­θώς εί­πε ο Κύ­ριος: «Το μεν πνεύ­μα πρό­θυ­μο, η δε σαρξ α­σθε­νής». Ας προ­σκαρ­τε­ρού­με λοι­πόν μα­ζί με την ελ­πί­δα μας και τον αρ­ρα­βώ­να της δι­και­ο­σύ­νης, που εί­ναι ο Χρι­στός Ι­η­σούς, ο Ο­ποί­ος πή­ρε τις α­μαρ­τί­ες στο ί­διο το Σώ­μα Του πά­νω στο ξύ­λο, ο Ο­ποί­ος δεν έ­κα­νε κα­μί­α α­μαρ­τί­α, ού­τε βρέ­θη­κε δό­λος στο στό­μα Του, αλ­λά, για μας, για να ζή­σου­με εν Αυ­τώ, υ­πέ­μει­νε τα πάν­τα. Ας γί­νου­με λοι­πόν μι­μη­τές της υ­πο­μο­νής (Αυ­τού), και αν τυ­χόν πά­σχου­με για το Ό­νο­μά Του, ας Τον δο­ξά­ζου­με.  Αυ­τό εί­ναι ο υ­πο­γραμ­μός που μας έ­βα­λε δια του Ε­αυ­τού Του, και ε­μείς αυ­τό ε­πι­στεύ­σα­με.



Πα­ρα­κα­λώ λοι­πόν ό­λους σας να πει­θαρ­χεί­τε στον λό­γο της δι­και­ο­σύ­νης και να α­σκεί­τε κά­θε υ­πο­μο­νή, την ο­ποί­α και εί­δα­τε με τα μά­τια σας, και ό­χι μό­νο στους μα­κα­ρί­ους Ι­γνά­τιο και Ζώ­σι­μο και Ρού­φο, αλ­λά και σε άλ­λους α­πό ε­σάς, και στον ί­διο τον Παύ­λο και τους λοι­πούς α­πο­στό­λους, όν­τες πε­πει­σμέ­νοι ό­τι ό­λοι αυ­τοί δεν βά­δι­σαν ά­δι­κα, αλ­λά με πί­στη και δι­και­ο­σύ­νη, και ό­τι βρί­σκον­ται στον τό­πο που ο­φεί­λουν να εί­ναι πλά­ι στον Κύ­ριο, α­πό το ο­ποί­ο συμ­πε­ραί­νου­με ό­τι δεν α­γά­πη­σαν τον πα­ρόν­τα αι­ώ­να, αλ­λά Ε­κεί­νον τον α­πο­θα­νόν­τα για ε­μάς, και α­να­στάν­τα α­πό τον Θε­ό για ε­μάς.



Όλα τα σχετικά με τη επιστολή εδω, στην σελίδα της  ΟΟΔΕ:


 http://www.oodegr.com/oode/pateres1/polykarpos/epist_polykarpoy1.htm