Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Εί­ναι μύ­θος η ά­πο­ψη ό­τι η ι­δε­ο­λο­γί­α της Χρυ­σής Αυ­γής αν­τί­κει­ται στον Χρι­στι­α­νι­σμό;




 Ίσως κά­ποι­ος α­να­γνώ­στης να α­να­ρω­τη­θεί για­τί α­να­φε­ρό­μα­στε με την ανάρτηση αυτή στην Χρυ­σή Αυ­γή κι ό­χι στα ά­κρα της άλ­λης πλευ­ράς. Αφού διαβάσει βέβαια ο αναγνώστης τα όσα φρικτά έχουν γραφτεί από τους ηγέτες της Χ.Α. ενάντια στην Ορθόδοξη πίστη θα καταλάβει.



Όμως, να το­νί­σου­με κατηγορηματικά ό­τι εί­μα­στε ε­νάν­τια σε κά­θε μορ­φής βί­ας, συ­νε­πώς και στον Στα­λι­νι­σμό και στην δικτατορία του προλεταριάτου και σε κά­θε ά­κρο, που αν­τί για την Α­γά­πη πρε­σβεύ­ει το μί­σος και θε­ω­ρεί ό­τι «ο ο­ποισ­δή­πο­τε σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα». Επίσης δι­αφ­ωνού­με κάθετα με την βί­α που ε­πι­χει­ρεί να δι­και­ο­λο­γή­σει ο φον­τα­μεν­τα­λι­στι­κός προ­τε­σταν­τι­κός «χρι­στι­α­νι­σμός», και με οποιουδήποτε είδους «σταυροφορία», διαφωνούμε με κάθε μορφής ολοκληρωτισμό, κόκκινο, μαύρο, θρησκευτικό, ισλαμικό κλπ.



Αγαπάμε την πατρίδα μας και τον πολιτισμό μας σε όλη την μακραίωνη ιστορία της, αλλά διαφωνούμε με τις ακραίες αρχαιολατρικές θρησκείες του μίσους και του παραλογισμού. 

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι μια ακόμα θρησκεία, αλλά ζωντανή σχέση με τον Σταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό, στον Τριαδικό Θεό της Αγάπης, όπως καταγράφται από την ζωντανή παράδοση των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας και διατυπώνεται στο Ευαγγέλιο.  







Α­πό­σπα­σμα α­πό άρ­θρο του Βα­σί­λη Αρ­γυ­ριά­δη, που δη­μο­σι­εύ­τη­κε στο πε­ρι­ο­δι­κό ΣΥΝΑΞΗ (Μάρ­τιος 2013) με τί­τλο, «Τέσ­σε­ρις πλά­νες κι έ­να βι­βλί­ο». (Το άρθρο έχει με αφορμή το βιβλίο «Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής» του Δημ. Ψαρρά, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2012)

… Για την ι­δε­ο­λο­γί­α της Χρυ­σής Αυ­γής ο χρι­στι­α­νι­σμός εί­ναι τμή­μα του «απε­χθούς» Ε­βρα­ϊ­σμού. Α­να­φέ­ρει η Δι­α­κή­ρυ­ξη των Ιδεολογικών Αρχών τους: «Ο Ι­ου­δαι­οχρι­στι­α­νι­σμός... με το ι­σο­πε­δω­τι­κό του μι­κρό­βιο και το μεσ­σι­α­νι­κό του κή­ρυγ­μα, έ­φθει­ρε και α­νέ­τρε­ψε τις πα­ρα­δο­σια­κές δο­μές των αρ­χαί­ων κοι­νω­νι­ών... Έ­τσι αυ­τή η θρη­σκεί­α των δού­λων και των Ε­βραί­ων προ­σέ­λα­βε τις δι­α­στά­σεις μιας ο­ρι­ζόν­τιας ε­πι­δη­μίας που στα­δια­κά πρό­σβα­λε ο­λους τους λα­ούς της Ευ­ρώ­πης, για να κα­τα­στεί στη συ­νέ­χεια και για πολ­λούς αι­ώ­νες το δε­σμω­τήριο το­υ Ευρω­πα­ϊ­κο­ύ Πο­λι­τι­σμού» [σ. 238].



Και στο πε­ρι­ο­δι­κό τους οι χρυ­σαυ­γί­τες δη­λώ­νουν α­πε­ρί­φρα­στα το 1981: «Εί­μα­στε πα­γα­νι­στές για­τί στη θέ­ση των η­ρώ­ων και των φι­λο­σό­φων μας δεν θα μπο­ρέ­σου­με πο­τέ να βά­λου­με προ­φή­τες σκο­τει­νούς και βα­σι­λιά­δες αι­μο­στα­γείς ε­νός ά­ξε­στου νο­μα­δι­κο­ύ λα­ο­ύ... Εί­μα­στε εξ­τρε­μιστές για­τί η ι­στο­ρί­α γρά­φε­ται α­πό πα­ρά­τολ­μους δη­μι­ουρ­γούς με με­τα­φυ­σι­κές πα­ρορ­μή­σεις και ό­χι α­πό φι­λή­συ­χα αν­θρω­πά­κια, υ­πη­ρέ­τες της Εβραϊκής σα­πί­λας» [σ. 39].


Και το 2007: «Το μα­κρο­βι­ό­τε­ρο Κί­νη­μα των Ελλήνων Ε­θνι­κι­στών Χρυ­σή Αύ­γή, ουδέ­πο­τε στα 26 χρό­νια το­υ ι­δε­ο­λο­γι­κού της α­γώ­νος στά­θη­κε αρ­νη­τι­κή α­πέ­ναν­τι σε κά­ποι­ες προ­σπά­θει­ες που πα­ρα­τη­ρούν­ται α­πό ο­ρι­σμέ­νους συμ­πα­τρι­ώ­τες μας για την α­να­βί­ω­ση της Ελληνικής Πα­τρώ­ας Θρη­σκεί­ας. Της πα­τρο­πα­ρά­δο­της δη­λα­δή ευ­σέ­βειας των Αρ­χαί­ων Προ­γό­νων μας που σε ε­πί­πε­δο κο­σμο­θε­ω­ρη­τι­κό ε­ξέ­φρα­ζε έ­να λα­ό φυ­λε­τι­κά ο­μοι­ο­γε­νή, με ι­σχυ­ρή πί­στη στα ι­δα­νι­κά της Ε­θνι­κής Κοι­νό­τη­τος» [σ. 229].



  Το «ά­νοιγ­μα» που έ­χει κά­νει στην Ορθοδοξία η Χ.Α., α­πό τη στιγ­μή που ει­σήλ­θε στο κοι­νο­βού­λιο, έ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νη ερ­μη­νεί­α: «Πι­στεύ­ου­με σε έ­ναν Ελληνικό Χρι­στι­α­νι­σμό...», γρά­φει ο Ν. Μι­χα­λο­λιά­κος, «Βλέ­που­με στη γλυ­κιά μορ­φή της Πα­να­γί­ας-Στρα­τη­γού την Παλ­λά­δα-Αθηνά (!), βλέ­που­με στην ε­ορ­τή των Χρι­στου­γέν­νων την ημέ­ρα το­υ Ανίκητου Ή­λιου (!), στην η­μέ­ρα της Αναστάσεως ό­χι το ε­βρα­ϊ­κό Πά­σχα, αλ­λά τα αν­θε­στή­ρια (!)» [σ. 248].



Το «άνοιγ­μα» έ­χει ε­πί­σης συγ­κε­κρι­μέ­να πλαί­σια (τα πλαί­σια που έ­χει ή­δη θέ­σει στην ι­στο­ρί­α η να­ζι­στι­κή Γερ­μα­νί­α): «Οφείλουμε να θυ­μη­θο­ύ­με τη στά­ση που κρά­τη­σε α­πέ­ναν­τι στη θρη­σκεί­α η Ε­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κή Γερ­μα­νί­α το­υ Τρί­του Ρά­ιχ... Λέ­γον­τας οι Γερ­μα­νοί Εθνι­κο­σο­σι­α­λι­στές ότι πι­στεύ­ουν σε έ­να "θε­τι­κό χρι­στι­α­νι­σμό" εν­νο­ο­ύ­σαν α­κρι­βώς αυτό: ότι η θρη­σκεί­α εί­ναι επι­θυ­μη­τή, εφό­σον δεν στέ­κε­ται εμ­πό­διο στις ε­θνι­κές και φυ­λε­τι­κές ε­πι­δι­ώ­ξεις το­υ Κρά­τους», ανα­φέ­ρει το πε­ρι­ο­δι­κό έν­τυ­πο της Χ.Α. [σ. 230]. Με άλ­λα λό­για, για τη Χ.Α., ο χρι­στι­α­νι­σμός εί­ναι α­νε­κτός, υ­πό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι θα α­πο­κη­ρύ­ξει τον πυ­ρή­να της Και­νής Δι­α­θή­κης και ο­λό­κλη­ρη την Πα­λαι­ά...



Ας μας ε­πι­τρα­πεί στο ση­μεί­ο αυτό να εκ­θέ­σου­με κά­ποι­α α­κό­μη ντο­κου­μέν­τα το­υ βι­βλί­ου το­υ Δημήτρη Ψαρρά, ζη­τών­τας εκ προ­οι­μί­ου συγ­γνώ­μη από τους ευ­αίσθη­τους α­να­γνώ­στες, για κά­ποι­ες ο­λό­τε­λα α­νάρ­μο­στες εκ­φρά­σεις που τα ντο­κου­μέν­τα αυ­τά πε­ρι­λαμ­βά­νουν.



Ποί­η­μα το­υ Νί­κου Μι­χα­λο­λιά­κου: «Σι­γή στο δά­σος πα­γε­ρή, ο­σμή εγ­κλήμα­τος·/ σύλ­λη­ψις της στιγ­μής και αν­θρω­πο­θυ­σία./ Τρα­γό­μορ­φος ε­πρό­βα­λε το­υ Μύ­θου νο­σταλ­γός,/ Σα­τα­νι­κά υπέ­ρο­χος, ο Μέ­γας Παν./ Ώ­ρα το­υ δει­λινο­υ, το σκό­τος ανα­τέλ­λει/ και οι εξό­ρι­στοι της μέ­ρας/ οι ε­ω­σφό­ροι, οι ποι­η­τές ξυ­πνο­ύνε·/ η­δο­νι­κά με βλέμ­μα κόκ­κι­νο, θο­λό τυ­ρα­γνι­σμέ­νο/ μιά κί­τρι­νη Σε­λή­νη που προ­βάλ­λει αν­τι­κρί­ζουν/ και τα στοι­χειά της νύ­χτας ξα­να­ζού­νε,/ οι μο­νο­μά­χοι, οι κρε­μα­σμέ­νοι και οι συ­νω­μό­τες./ Και Αυ­τός στη μέ­ση το­υ Να­ο­ύ,/ στο κέν­τρο της τε­ρά­στιας αι­μά­τι­νης κη­λί­δας,/ στο βά­θρο το­υ Βω­μο­ύ./ Τρα­γό­μορ­φος, Σα­τα­νι­κά υ­πέ­ρο­χος/ την ώ­ρα δο­ξά­ζει της θυ­σί­ας,/ των ευ­γε­νών εν­στίκτων και της βί­ας,/ Αυτός ο Αι­ώ­νιος Κυ­βερ­νή­της, ο Μέ­γας Παν». Το ποί­η­μα φέ­ρει τον τί­τλο «Ο Μέ­γας Παν» και όλως πε­ρι­έρ­γως θυ­μί­ζει το δι­ά­ση­μο έρ­γο «Ύμνος στον Πά­να», το­υ δι­α­βό­η­του σα­τα­νι­στή το­υ 20ου αι­ώ­να Άλι­στερ Κρό­ου­λι. Η ομοι­ό­της θα ή­ταν σύμ­πτω­ση α­πλή (έ­στω και «δι­α­βο­λι­κή»), αν η α­πο­κρυ­φι­στι­κή ορ­γά­νω­ση το­υ Ά­λι­στερ Κρό­ου­λι (της ο­ποί­ας μέ­λος, κα­τά τη δι­ε­θνή νε­ο­να­ζι­στι­κή πα­ρα­φι­λο­λο­γί­α, ή­ταν και ο Α­δόλ­φος Χί­τλερ) δεν έ­φε­ρε το όνο­μα Ερ­μη­τι­κό Τάγ­μα της Χρυ­σής Αυγής [σσ. 286-288 και 276),



Σε μια άλ­λη ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή (το­υ Οδυσσέα Πα­τε­ρά­κη), ο Πρό­λο­γος εί­ναι γραμ­μέ­νος από τον Νί­κο Μι­χα­λο­λιά­κο. Στη συλ­λο­γή αυτή πε­ρι­έ­χε­ται το εξής στι­χούρ­γη­μα: «Σκύ­ψε· τα χέ­ρια σου ά­πλω­σε και πά­ρε την ψυ­χή μου-/ σ' εσέ­να α­νή­κει, ω Σα­τα­νά, κι ε­δώ και μπρος και πάν­τα,/ για­τί το τόλ­μη­σα κι ε­γώ, το πως να το ρω­τή­σω,/ γί­νε­ται να '­ναι δί­και­ος, ο δη­μι­ουρ­γός της πλά­σης». Η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή φέ­ρει τον εύ­γλωτ­το τί­τλο Το Αστραφτερό σκο­τά­δι το­υ Εωσφόρου και στον Πρό­λο­γο έ­χει γρά­ψει γι' αυτή ο Νί­κος Μι­χα­λο­λιά­κος: «Εκείνο το οπο­ίο προ­σω­πι­κώς πε­ρισ­σό­τε­ρο τι­μώ εις το Αστραφτερό σκο­τά­δι το­υ Εωσφόρου εί­ναι η Πνευ­μα­τι­κή Τόλ­μη και η Ι­δε­ο­λο­γι­κή Συ­νέ­πεια. Η Πνευ­μα­τι­κή Τόλ­μη ε­νός νέ­ου αν­θρώ­που να μην υ­πο­λο­γί­ζει τον σκο­τα­δι­σμόν εί­κο­σι αι­ώ­νων και να τολ­μά α­να­φο­ράς εις τους πα­λαι­ούς απω­λε­σθέν­τας πα­ρα­δεί­σους, οι ο­ποίοι συγ­χρό­νως εί­ναι και οι μελ­λον­τι­κοί κό­σμοι των ο­νεί­ρων μας, τα ο­πο­ία με την βού­λη­σίν μας θα γί­νουν πραγ­μα­τι­κό­της» [σ. 289].

 

Ο βου­λευ­τής και μέ­λος της Κεν­τρι­κής Ε­πι­τρο­πής της Χ.Α. Γι­ώρ­γος Γερ­μέ­νης (γνω­στός και με το ψευ­δώ­νυ­μο «Καιά­δας») πα­ρα­βρέ­θη­κε στις 8.9.2012 στο Πα­νη­γύ­ρι της Πα­να­γί­ας Παν­το­βα­σί­λισ­σας στη Ρα­φή­να, ε­πι­κε­φα­λής κλι­μα­κί­ου της Χ.Α. (ή­ταν τό­τε που έ­γι­ναν και τα ε­πει­σό­δια με τους μι­κρο­πω­λη­τές). Η δή­λω­ση που έ­κα­νε στις τη­λε­ο­πτι­κές κά­με­ρες κρί­θη­κε ευ­σε­βής: «Ηρ­θα­με κι ε­με­ις να τι­μή­σου­με την Πα­να­γί­α», ειπε. Εντούτοις, η άλ­λη ι­δι­ό­τη­τα και δρά­ση του εν λό­γω βου­λευ­τή θέ­τει εν αμ­φι­βό­λω την ει­λι­κρί­νεια της τη­λε­ο­πτι­κής δή­λω­σης: ο Γι­ώρ­γος Γερ­μέ­νης εί­ναι μέ­λος του ελ­λη­νονορ­βη­γι­κο­ύ συγ­κρο­τή­μα­τος Naer Mataron (black metal ο­νο­μά­ζε­ται ή μου­σι­κή που παί­ζουν) και έ­να από τα τρα­γού­δια του ανα­φέ­ρει εν­δει­κτι­κά: «... Για μι­σό εκατομ­μύ­ριο χρό­νια ο Θε­ός κα­θό­τα­νε/ και έ­βλε­πε τον έ­να να βγά­ζει το μά­τι το­υ αλ­λου­νο­ύ/ Και μό­νο τό­τε εί­χε τη λαμ­πρή ι­δέ­α/ να στεί­λει τον μπά­σταρ­δο γιο του, τον γαμ----* Ι­η­σο­ύ Χρι­στό/ Αλ­λά τώ­ρα θρι­αμ­βεύ­ει ο Δι­ά­βο­λος/ Θ' α­φή­σου­με την εκ­κλη­σία να σα­πί­σει/ και θα σφά­ξου­με στην α­γία τρά­πε­ζά τους τους ηλί­θιους...» [σσ. 305-307].



Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ




Σω­τη­ρί­ου Ν. Κόλ­λια




              Με τη χά­ρη του Θε­ού συνεχίζεται το ταξίδι μας στην Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή και προ­ε­τοι­μαζόμαστε να υ­πο­δε­χτού­με βι­ω­μα­τι­κά το πά­θος και την Α­νά­στα­ση του Χρι­στού. Η ι­ε­ρή, λοι­πόν, αυ­τή πε­ρί­ο­δος α­παι­τεί α­πό τους ευ­σε­βείς χρι­στια­νούς πνευ­μα­τι­κή ζω­ή και ε­ξά­σκη­ση των α­ρε­τών. Πως αλ­λι­ώς θα αν­τι­κρί­σου­με τον Κύ­ριο μας ε­πά­νω στο Σταυ­ρό Του, ο Ο­ποί­ος βα­σα­νί­στη­κε, τα­πει­νώ­θη­κε και πέ­θα­νε για ό­λους ε­μάς, ε­άν δεν Του δεί­ξου­με την ευ­γνω­μο­σύ­νη μας με το να α­γω­νι­στού­με στο ε­λά­χι­στο, σε σχέ­ση με τις δι­κές του ευ­ερ­γε­σί­ες; Άλ­λω­στε, οι θυ­σί­ες των αν­θρώ­πων, συ­νι­στούν αν­τα­πό­δο­ση και ο­φει­λή, ε­νώ ό,τι δί­δει ο Θε­ός εί­ναι χά­ρις και με­γα­λο­δω­ρί­α.


              Η πο­ρεί­α της Σα­ρα­κο­στής έ­χει ως σκο­πό να φτά­σου­με στην Α­νά­στα­ση και να συ­ναι­σθαν­θού­με αυ­τό το με­γά­λο μυ­στή­ριο. Έ­να μυ­στή­ριο που τό­σο δύ­σκο­λα το χω­ρά­ει ο νους του αν­θρώ­που! Συ­νε­πώς, πρώ­το στά­διο εί­ναι να κα­τα­νο­ή­σου­με το νό­η­μα της Α­να­στά­σε­ως, για να ρι­ζώ­σει στα­θε­ρά στην καρ­διά μας ο λό­γος της πο­ρεί­ας μας στη Σα­ρα­κο­στή. Πρό­τυ­πα και βο­η­θοί μας εί­ναι οι ά­γιοι, αυ­τοί που γεύ­θη­καν το φως και τη χα­ρά της Α­να­στά­σε­ως, για­τί πρώ­τα βί­ω­σαν το Γολ­γο­θά του προ­σω­πι­κού τους α­γώ­να κι έ­κα­ναν δι­κό τους τον πό­νο ό­λου του κό­σμου. Δυ­στυ­χώς πολ­λοί εξ η­μών δη­λώ­νου­με ό­τι πι­στεύ­ου­με στον Χρι­στό και την Α­νά­στα­σή Του, αλ­λά η ζω­ή μας φα­νε­ρώ­νει το αν­τί­θε­το. Ζού­με έ­τσι έ­να εί­δος πνευ­μα­τι­κής πε­νί­ας, μια α­συμ­φω­νί­α λό­γων και έρ­γων, που α­πο­τε­λεί το με­γά­λο σκάν­δα­λο για τους άλ­λους και το κυ­ρι­ό­τε­ρο εμ­πό­διο για να πλη­σιά­σουν τον Χρι­στό και την Εκ­κλη­σί­α.
 

              Αρ­χί­ζου­με, λοι­πόν, το πνευ­μα­τι­κό μας τα­ξί­δι στην Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή με την Κυ­ρια­κή της Συγ­γνώ­μης, ό­που προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε ού­τως ώ­στε με τα­πεί­νω­ση και συγ­χώ­ρε­ση ο έ­νας προς τον άλ­λο, να ξε­κι­νή­σου­με την πο­ρεί­α α­νε­βαί­νον­τας στα­δια­κά την κλί­μα­κα των α­ρε­τών. Α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι να αρ­χί­σου­με α­γα­πη­μέ­νοι και συγ­χω­ρη­μέ­νοι τον δρό­μο αυ­τό, δι­α­φο­ρε­τι­κά η ο­ποι­α­δή­πο­τε προ­σπά­θεια, ό­σο α­σκη­τι­κή κι αν εί­ναι, δεν θα καρ­πο­φο­ρή­σει, κα­θώς δεν θα έ­χει α­πο­βλη­θεί α­πό μέ­σα μας το με­γα­λύ­τε­ρό μας πά­θος, ο ε­γω­ι­σμός μας. Η προ­σπά­θεια αυ­τή σί­γου­ρα δεν εί­ναι εύ­κο­λη και χρει­ά­ζε­ται με­γά­λος πνευ­μα­τι­κός α­γώ­νας. 


Κά­θε ε­βδο­μά­δα της Σα­ρα­κο­στής πο­λύ ορ­θά τί­θεν­ται νέ­οι στό­χοι και νέ­ες προ­κλή­σεις. Με τις προ­η­γι­α­σμέ­νες α­κο­λου­θί­ες των τι­μί­ων δώ­ρων, η Εκ­κλη­σί­α μας δί­δει τη δυ­να­τό­τη­τα στους πι­στούς να προ­σέρ­χον­ται πιο συ­χνά στο ι­ε­ρό πο­τή­ριο και να κοι­νω­νούν τον ζω­ο­δό­τη Χρι­στό. 


Στο τέ­λος κά­θε ε­βδο­μά­δας – τις Πα­ρα­σκευ­ές – α­γαλ­λιά­ζει η καρ­διά μας α­κού­γον­τας τα υ­πέ­ρο­χα «Χαί­ρε» προς την Υ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο και τον αρ­χον­τι­κό παιά­να «Τη Υ­περ­μά­χω Στρα­τη­γώ τα νι­κη­τή­ρια». 


Οι καν­τα­νυ­κτι­κοί ε­σπε­ρι­νοί κά­θε Κυ­ρια­κής, που συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό πνευ­μα­τι­κές ο­μι­λί­ες, ο­λο­κλη­ρώ­νουν με τον κα­λύ­τε­ρο τρό­πο το στά­διο ζω­ής της Σα­ρα­κο­στής.


Οι πέν­τε Κυ­ρια­κές της Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στής δί­δουν τις α­νά­λο­γες κα­τευ­θύν­σεις και προ­ο­πτι­κές: Την Α΄ Κυ­ρια­κή των νη­στει­ών η Εκ­κλη­σί­α μας την α­φι­ε­ρώ­νει στην πί­στη μας, στην Ορ­θο­δο­ξί­α μας και στο θρί­αμ­βό της α­πέ­ναν­τι στις προ­κλή­σεις των αι­ρε­τι­κών. 


Η Β΄ Κυ­ρια­κή εί­ναι χα­ρι­σμέ­νη στον ά­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μά, Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο Θεσ­σα­λο­νί­κης, δι­ό­τι με την α­σκη­τι­κό­τη­τά του, τους πνευ­μα­τι­κούς του α­γώ­νες και τη θε­ο­φώ­τι­στη γρα­φί­δα του κα­τα­πο­λέ­μη­σε την αλ­λοί­ω­ση του ορ­θο­δό­ξου δόγ­μα­τος και θε­με­λί­ω­σε την πί­στη μας. 


Η ύ­ψω­ση του τι­μί­ου Σταυ­ρού προ­βάλ­λε­ται την Γ΄ Κυ­ρια­κή της Σα­ρα­κο­στής, ως πρό­τυ­πο ελ­πί­δας, κου­ρά­γιου, θάρ­ρους και δύ­να­μης. Κύ­ριο στοι­χεί­ο της ε­πο­χής μας και του πο­λι­τι­σμού μας εί­ναι ό­τι ό­λοι και ό­λα γύ­ρω μας μάς υ­πό­σχον­ται χα­ρά, ευ­χα­ρί­στη­ση, κα­λο­πέ­ρα­ση. Την αρ­ρώ­στια, τον πό­νο και τον θά­να­το τα α­πω­θού­με στο πε­ρι­θώ­ριο της ζω­ής μας. Θέ­λου­με να α­πο­κτή­σου­με τα με­γά­λα πνευ­μα­τι­κά α­γα­θά ή ζη­λεύ­ου­με τις α­ρε­τές των άλ­λων, χω­ρίς να εί­μα­στε δι­α­τε­θει­μέ­νοι ό­μως να κα­τα­βά­λου­με κό­πο για να τα α­πο­κτή­σου­με. Θέ­λου­με να φτά­σου­με κα­τ' ευ­θεί­αν στην Α­νά­στα­ση χω­ρίς να πε­ρά­σου­με α­πό τον πό­νο του Σταυ­ρού. Η Α­νά­στα­ση ό­μως εί­ναι άρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη με τον Σταυ­ρό. Συ­νε­πώς το πρό­τυ­πο του Σταυ­ρού α­κρι­βώς στο μέ­σο της πνευ­μα­τι­κής αυ­τής πε­ρι­ό­δου εί­ναι α­να­νε­ω­τι­κό και ψυ­χω­φε­λές.


Την Δ΄ Κυ­ρια­κή η Εκ­κλη­σί­α μας την α­φι­ε­ρώ­νει στον με­γά­λο α­σκη­τή ά­γιο Ι­ω­άν­νη τον Σι­να­ΐ­τη, ο ο­ποί­ος έ­χει γρά­ψει το πο­λύ σπου­δαί­ο έρ­γο που ο­νο­μά­ζε­ται «Κλί­μαξ». Πο­λύ σο­φά ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης σε αυ­τό το έρ­γο του α­πα­ριθ­μεί ό­λες τις πνευ­μα­τι­κές α­ρε­τές που ο­φεί­λει να έ­χει ο πι­στός χρι­στια­νός προ­κει­μέ­νου να πλη­σιά­σει τον Θε­ό και να ο­μοιά­σει με τους α­γί­ους. Το βι­βλί­ο αυ­τό, συ­νε­πώς, πα­ρου­σιά­ζει τον α­γώ­να των αν­θρώ­πων να α­νέ­βουν πνευ­μα­τι­κά την κλί­μα­κα των α­ρε­τών και να α­πο­δε­σμευ­τούν α­πό τα ε­πί­γεια προ­σκόμ­μα­τα. Έ­να θε­ά­ρε­στο έρ­γο που πρέ­πει προ­σε­χτι­κά να με­λε­τή­σου­με και να α­κο­λου­θή­σου­με τις προ­τρο­πές του. 


Η Ε΄ και τε­λευ­ταί­α Κυ­ρια­κή των νη­στει­ών α­φι­ε­ρώ­νε­ται στην α­πί­στευ­τη με­τά­νοι­α της α­γί­ας Μα­ρί­ας της Αι­γυ­πτί­ας, μιας α­μαρ­τω­λής γυ­ναί­κας που ξε­πέ­ρα­σε κά­θε νό­η­μα με­τά­νοι­ας και με τον τρό­πο ζω­ής της κα­τέ­στη φω­τει­νό πρό­τυ­πο προς μί­μη­ση φτά­νον­τας την α­γι­ό­τη­τα. Πά­λι η Εκ­κλη­σί­α μας δί­δει το μή­νυ­μα ό­τι ό­λα συγ­χω­ρούν­ται στην εν Χρι­στώ ζω­ή, αρ­κεί να υ­πάρ­χει α­λη­θι­νή και εγ­κάρ­δια με­τά­νοι­α. 


Προ­βάλ­λον­τας αυ­τά τα πρό­τυ­πα α­σκή­σε­ως και α­γι­ό­τη­τος η Εκ­κλη­σί­α μας σκο­πό έ­χει να μας εν­δυ­να­μώ­σει στον α­γώ­να μας και να μας δώ­σει κου­ρά­γιο και ελ­πί­δα πως μπο­ρού­με τε­λι­κά να με­τα­μορ­φώ­σου­με τους ε­αυ­τούς μας και να τους κά­νου­με ά­ξια κα­τοι­κη­τή­ρια του σώ­μα­τος και αί­μα­τος του Χρι­στού.


Εί­ναι πράγ­μα­τι εκ­πλη­κτι­κό με πό­ση σο­φί­α οι ά­γιοι Πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας μας το­πο­θέ­τη­σαν τις ι­ε­ρές α­κο­λου­θί­ες μέ­σα στην Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή, α­πο­σκο­πών­τας στην κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη προ­ε­τοι­μα­σί­α των πι­στών!


Πρέ­πει, λοι­πόν, να πά­ρου­με σο­βα­ρά την Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή, κα­θώς δεν εί­ναι έ­να δι­ά­στη­μα που πρέ­πει να κά­νου­με κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό μό­νο α­πό συ­νή­θεια ή υ­πο­χρέ­ω­ση, αλ­λά ε­πει­δή σε αυ­τή την πε­ρί­ο­δο ζού­με πιο έν­το­να την λα­τρεί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας. Μέ­σω αυ­τού του βι­ώ­μα­τος αλ­λά­ζου­με τον νου μας, αλ­λοι­ώ­νου­με προς το κα­λύ­τε­ρο την καρ­διά μας, πο­λε­μού­με να πε­ρι­ο­ρί­σου­με τα πά­θη μας και προ­σφέ­ρου­με τον ε­αυ­τό μας κα­θα­ρό στη χά­ρη του Χρι­στού. Ό­λα τα πρό­τυ­πα που προ­βάλ­λον­ται στις ι­ε­ρές α­κο­λου­θί­ες έ­χουν ως σκο­πό να στο­χα­στού­με πά­νω σε αυ­τά σχε­τί­ζον­τάς τα με τη ζω­ή μας, την οι­κο­γε­νεια­κή μας κα­τά­στα­ση, τις ε­παγ­γελ­μα­τι­κές μας υ­πο­χρε­ώ­σεις, τις σχέ­σεις μας με τους συ­ναν­θρώ­πους μας. Έ­χει δη­λα­δή πρα­κτι­κή ε­φαρ­μο­γή στη ζω­ή μας αυ­τή η πο­ρεί­α, που α­πο­σκο­πεί στην κα­λυ­τέ­ρευ­ση του ε­αυ­τού μας.


Ε­πει­δή η νη­στεί­α της Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής α­πο­τε­λεί πρω­ταρ­χι­κό μέ­λη­μα του πι­στού θα α­φι­ε­ρώ­σου­με πα­ρα­κά­τω λί­γες σκέ­ψεις σχε­τι­κά με τη συγ­κε­κρι­μέ­νη α­ρε­τή:

          Η α­πο­χή α­πό κά­ποι­ες κα­τη­γο­ρί­ες τρο­φών σκο­πό έ­χει την α­σκη­τι­κή υ­πα­κο­ή του αν­θρώ­που για την χα­λι­να­γώ­γη­ση των πα­θών του και τον κα­θαρ­μό του σώ­μα­τος και της ψυ­χής. Μέ­σω της νη­στεί­ας ο πι­στός συγ­κρα­τεί την υ­περ­βο­λή των ε­πι­θυ­μι­ών του, τι­θα­σεύ­ει τους πει­ρα­σμούς και α­πο­δε­σμεύ­ε­ται α­πό τα υ­λι­κά α­γα­θά. Με αυ­τόν τον τρό­πο ευ­κο­λό­τε­ρα μπο­ρεί να ε­πι­θυ­μή­σει τα α­γα­θά της ου­ρά­νιας βα­σι­λεί­ας. Ο χα­ρα­κτή­ρας της νη­στεί­ας εί­ναι α­να­σταλ­τι­κός και κα­θαρ­τι­κός. Ό­ποι­ος θέ­λει να βα­δί­σει την ο­δό του Κυ­ρί­ου πρέ­πει να στε­να­χω­ρεί τη γα­στέ­ρα του και ό­χι να τη θε­ρα­πεύ­ει και να την υ­περ­φορ­τί­ζει. Η νη­στεί­α δεν πρέ­πει να θε­ω­ρεί­ται άρ­νη­ση των φυ­σι­κών α­ναγ­κών μας, αλ­λά άρ­νη­ση της α­κο­λα­σί­ας και του υ­πέρ­με­τρου κα­τα­να­λω­τι­σμού, α­φού θέ­τει τις βά­σεις για να μέ­νει ο άν­θρω­πος α­κλό­νη­τος ε­νώ­πιον των πει­ρα­σμών που τον βάλ­λουν δια­ρκώς στην κα­θη­με­ρι­νή του ζω­ή. Α­σκών­τας το σώ­μα στην ε­κού­σια στέ­ρη­ση α­πο­φεύ­γει να υ­πο­χω­ρή­σει στην α­μαρ­τί­α. Ό­πως η σω­μα­τι­κή ά­θλη­ση χα­ρί­ζει ευ­ε­ξί­α και ευ­λυ­γι­σί­α, έ­τσι και η ψυ­χι­κή ά­σκη­ση προ­σφέ­ρει πνευ­μα­τι­κή α­νά­τα­ση. 


Η Εκ­κλη­σί­α, κα­θι­έ­ρω­σε τη νη­στεί­α ως προ­πα­ρα­σκευ­ή για θαυ­μα­στά γε­γο­νό­τα που σχε­τί­ζον­ται εί­τε με τον ε­πί­γει­ο βί­ο του Ι­η­σού Χρι­στού εί­τε με το δυ­να­μι­κό πα­ρόν και τη μαρ­τυ­ρί­α που έ­δω­σαν οι ά­γιοί μας. Η α­πο­χή α­πό τις τρο­φές δεν δη­λώ­νει σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­φρό­νη­ση ο­ρι­σμέ­νων ει­δών τρο­φής, για­τί δεν υ­πάρ­χουν κα­θα­ρές και α­κά­θαρ­τες τρο­φές κα­θώς ό­λα έ­χουν δη­μι­ουρ­γη­θεί κα­λά λί­αν α­πό τον Δη­μι­ουρ­γό. Η δι­ά­κρι­σή τους σχε­τί­ζε­ται με την θρε­πτι­κή και πε­πτι­κή ι­κα­νό­τη­τά τους, κα­θώς οι νη­στή­σι­μες τρο­φές εί­ναι πιο α­πλές ώ­στε ο νους να μην με­ρι­μνά για τις φυ­σι­κές σω­μα­τι­κές του α­νάγ­κες αλ­λά να στρέ­φε­ται α­νε­πη­ρέ­α­στος προς τα ά­νω και η σκέ­ψη ε­λα­φρό­τε­ρη να α­να­ζη­τά τους πνευ­μα­τι­κούς θη­σαυ­ρούς.  


Στο ση­μεί­ο αυ­τό πρέ­πει να το­νι­στεί ό­τι η νη­στεί­α δεν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται μό­νο στις τρο­φές αλ­λά πρω­ταρ­χι­κά και κυ­ρί­ως στην ψυ­χή μας. Τι ω­φε­λεί αν δεν τρώ­γου­με κρέ­ας αλ­λά κα­τα­τρώ­με με τα μά­τια μας τα υ­πάρ­χον­τα του συ­ναν­θρώ­που μας ή συ­κο­φαν­τού­με τον πλη­σί­ον μας και φθο­νού­με την ευ­τυ­χί­α του; Η τυ­πι­κή νη­στεί­α ό­σο αυ­στη­ρή κι αν εί­ναι αν δεν συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό την πραγ­μα­τι­κή α­γά­πη του Θε­ού και των αν­θρώ­πων σί­γου­ρα δεν έ­χει κα­μί­α α­ξί­α. Α­πε­ναν­τί­ας α­πο­τε­λεί πα­γί­δα για τους πι­στούς κα­θώς θε­ω­ρούν ό­τι βα­δί­ζουν το δρό­μο της ά­σκη­σης, αλ­λά ου­σι­α­στι­κά δεν βλέ­πουν το α­μάρ­τη­μά τους και δεν το δι­ορ­θώ­νουν. 


          Ε­πι­πλέ­ον ας έ­χου­με κα­τά νου ό­τι σπου­δαί­ο ρό­λο στη νη­στεί­α παί­ζει και η πο­σό­τη­τα των τρο­φών, α­φού η λαι­μαρ­γί­α και η κα­τά­χρη­ση στα φα­γη­τά ο­δη­γεί τον άν­θρω­πο να γί­νει γα­στρί­μαρ­γος και να α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό τη δί­ψα για τις α­πο­λαύ­σεις της αι­ω­νί­ου ζω­ής, προ­τι­μών­τας τις υ­λι­κές α­πο­λαύ­σεις του ε­πί­γει­ου βί­ου. 


          Βέ­βαι­α η νη­στεί­α δεν δύ­να­ται α­πό μό­νη της να φέ­ρει τη σω­τη­ρί­α στην καρ­διά μας, αλ­λά πρέ­πει να ε­πι­κου­ρη­θεί και α­πό άλ­λες α­ρε­τές, ό­πως την προ­σευ­χή, τη με­το­χή στα ι­ε­ρά μυ­στή­ρια, κυ­ρί­ως στην ε­ξο­μο­λό­γη­ση και τη Θεί­α Κοι­νω­νί­α, τις α­γα­θο­ερ­γί­ες, τη με­λέ­τη των ι­ε­ρών κει­μέ­νων, τη σπου­δή του Ευ­αγ­γε­λί­ου, τη συμ­με­το­χή στις ι­ε­ρές α­κο­λου­θί­ες. Ο άν­θρω­πος που νη­στεύ­ει έ­χει έ­να σκο­πό, να κα­θα­ρί­σει το σώ­μα του α­πό τις κα­θη­με­ρι­νές έ­γνοι­ες και α­μό­λυν­τος πλέ­ον να ε­νω­θεί με τον Θε­ό. Αυ­τό ό­μως το πε­τυ­χαί­νει ό­ταν συ­νει­δη­το­ποι­εί τα α­μαρ­τή­μα­τά του, συν­τρί­βε­ται η καρ­διά του α­πό με­τα­μέ­λεια και ζη­τά α­πό τον εκ­πρό­σω­πο του Χρι­στού ε­πί της γης, τον πνευ­μα­τι­κό, ά­φε­ση α­μαρ­τι­ών μέ­σω του μυ­στη­ρί­ου της α­γί­ας ε­ξο­μο­λο­γή­σε­ως. Στη συ­νέ­χεια, λαμ­βά­νει σώ­μα και αί­μα Χρι­στού και λαμ­πρύ­νει τον ε­σω­τε­ρι­κό του κό­σμου με το ά­σβε­στο θεί­ο φως. Η α­να­καί­νι­ση που συμ­βαί­νει τό­τε μέ­σα του δεν μπο­ρεί πα­ρά να τον ο­δη­γή­σει στην α­γά­πη του Θε­ού και του πλη­σί­ον του, ώ­στε να προ­σπα­θεί με κά­θε τρό­πο να α­παλ­λά­ξει τον συ­νάν­θρω­πό του α­πό τη θλί­ψη και τον πό­νο, να βο­η­θή­σει τον φτω­χό, να συμ­πο­νέ­σει τον άρ­ρω­στο, να συν­δρά­μει τον έ­χον­τα α­νάγ­κη. Πρέ­πει δε να γνω­ρί­ζου­με ό­τι ό­ταν πράτ­του­με μια α­ρε­τή το κά­νου­με ό­χι γι’ αυ­τή την ί­δια την α­ρε­τή, αλ­λά για­τί σε αυ­τή υ­πάρ­χει ο ί­διος ο Χρι­στός. 


Η Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή εί­ναι μια κα­λή ευ­και­ρί­α να α­να­θε­ω­ρή­σου­με τα αρ­νη­τι­κά του βί­ου μας, να πα­λέ­ψου­με τα πά­θη μας, να δω­ρί­σου­με α­γα­πη­τι­κά τις καρ­δι­ές μας στον συ­νάν­θρω­πό μας και να ε­λα­φρύ­νου­με τον νου και την ψυ­χή μας. Η νέ­κρω­ση των πα­θών μας ση­μα­το­δο­τεί την α­νά­στα­ση του πνε­ύ­μα­τός μας. Για να πλη­σι­ά­σου­με λί­γο πα­ρα­πά­νω φέ­τος το νό­η­μα της Α­να­στά­σε­ως ας προ­ε­τοι­μα­στού­με σω­στά κα­τά την ι­ε­ρά αυ­τή πε­ρί­ο­δο. Α­μήν!


         





ΚΥΡΙΕ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ...




Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα, στον εσπερινό της Συγγνώμης

 Για να ε­ξη­γή­σου­με το νό­η­μα της Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στής σε κά­ποι­ον που δεν έ­χει α­κού­σει πο­τέ ξα­νά γι' αυ­τήν, θα ή­ταν λά­θος να μι­λή­σου­με πρώ­τα για την νη­στεί­α. Ε­κεί­νο που θα έ­πρε­πε να του πού­με και να του ερ­μη­νεύ­σου­με πρώ­τα α­π’­ό­λα, εί­ναι την ευ­χή του Α­γί­ου Ε­φραίμ του Σύ­ρου. Για­τί αυ­τή πε­ρι­λαμ­βά­νει ό­λο το μυ­στή­ριο της με­τα­νοί­ας του αν­θρώ­που, ό­λη την προ­σπά­θεια της υ­πέρ­βα­σης, που κά­θε χρι­στια­νός που θέ­λει πραγ­μα­τι­κά να προ­χω­ρή­σει στην πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, θα πρε­πει να πα­σχί­σει να βά­λει στη ζω­ή του. 


Ο­μο­λο­γού­με ό­τι ο Θε­ός εί­ναι Κύ­ριος και Δε­σπό­της της ζω­ή μας. Δη­λα­δή Αυ­τός που δε­σπό­ζει στα πάν­τα, Ε­κεί­νος τον ο­ποί­ο έ­χου­με Κύ­ριό μας, σ' Αυ­τόν που α­πευ­θυ­νό­μα­στε, που ελ­πί­ζου­με, που Του έ­χου­με τό­ση εμ­πι­στο­σύ­νη, ό­πως έ­να μι­κρό παι­δί στην αγ­κα­λί­α της μά­νας του. Κύ­ρι­ε και Δέ­σπο­τα της ζω­ής μου, λέ­ει. Ε­σύ που έ­χεις την ζω­ή μου στα χέ­ρια Σου. Ε­σύ που μου την έ­χεις χα­ρί­σει. Ε­σύ που μου δω­ρί­ζεις ο­ποι­α­δή­πο­τε α­ρε­τή μπο­ρεί να υ­πάρ­χει στον κό­σμο, για­τί τί­πο­τα δεν μπο­ρώ να κά­νω με τις δι­κές μου δυ­νά­μεις. Ε­σύ θέ­λεις να σε πλη­σιά­σω και να πράτ­τω το α­γα­θό αλ­λά Ε­σύ με τη σει­ρά Σου στέλ­νεις το Ά­γιο Πνεύ­μα κά­θε φο­ρά που προ­σπα­θώ με τον τρό­πο που Ε­σύ λες και μου ζη­τάς, στέλ­νεις τον Πα­ρά­κλη­το να μου δί­νει αυ­τές τις α­ρε­τές.


Κύ­ρι­ε και Δέ­σπο­τα της ζω­ής μου, πνεύ­μα αρ­γί­ας, πε­ρι­ερ­γεί­ας και αρ­γο­λο­γί­ας μη μοι δως. Ού­τε φι­λαρ­χί­α να μου δώ­σεις, για­τί η πε­πτω­κυί­α μου φύ­ση με α­ναγ­κά­ζει, με πι­έ­ζει να θέ­λω να ε­ξου­σιά­σω τους άλ­λους, τον πιο μι­κρό και α­ναγ­κε­μέ­νο που θα συ­ναν­τή­σω μπρο­στά μου, την οι­κο­γέ­νειά μου, τους φί­λους μου, τους συ­νερ­γά­τες μου. Εί­ναι αυ­τή η πτώ­ση που με κά­νει να θέ­λω να ε­ξου­σιά­σω τους πάν­τες. Και ταυ­τό­χρο­να, να αρ­γο­λο­γώ και να έ­χω πε­ρι­έρ­γεια, ως α­πο­τέ­λε­σμα μιας ζω­ής που εί­ναι κε­νή, α­κό­μα κι αν πή­ρα πολ­λά πτυ­χί­α, α­κό­μα κι αν δι­ά­βα­σα πολ­λά βι­βλί­α, α­κό­μα κι αν έ­χω πολ­λές ε­πι­δε­ξι­ό­τη­τες και πολ­λά χα­ρί­σμα­τα. Για­τί ό­λα αυ­τά Θε­έ μου μα­κριά Σου, δεν εί­ναι τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά κε­νά κα­τορ­θώ­μα­τα, που με χωρίζουν από τον αδελφό μου κι από Σένα. Βοήθησέ με όλα να τα αρνηθώ. Για­τί δεν πραττω το αγαθό, το οποίο θέλω, αλλά το κακό, που δεν το θέλω, αυτό πράττω, όπως λέει κι ο Απόστολος Παύλος...


Σου ζη­τά­ω Θε­έ μου πνεύ­μα σω­φρο­σύ­νης, τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, υ­πο­μο­νής και α­γά­πης να έ­χω, ως α­πο­τέ­λε­σμα δω­ρε­άς δι­κής Σου που δί­νε­ται ύ­στε­ρα α­πό α­γώ­να πνευ­μα­τι­κό με­γά­λο στην ζω­ή μου. Για­τί την πραγ­μα­τι­κή υ­πο­μο­νή, την πραγ­μα­τι­κή σω­φρο­σύ­νη, την πραγ­μα­τι­κή τα­πει­νό­τη­τα που ε­λευ­θε­ρώ­νει τον άν­θρω­πο α­πό την φι­λαυ­τί­α του δεν μπο­ρεί κα­νείς να την έ­χει εύ­κο­λα, πα­ρά εί­ναι α­γώ­νας ο­λά­κε­ρης ζω­ής. Γι' αυ­τό ο Χρι­στι­α­νι­σμός έ­χει να κά­νει με το ή­θος και ό­χι με την η­θι­κή. Γι' αυ­τό ο χρι­στι­α­νι­σμός ο πραγ­μα­τι­κός έ­χει να κά­νει με την αλ­λοί­ω­ση του αν­θρώ­που την υ­παρ­κτι­κή προς το α­γα­θό κι ό­χι μ' έ­να τύ­πο που κά­ποι­ος τον φο­ρά­ει και τον πε­ρι­φέ­ρει δε­ξιά και α­ρι­στε­ρά.


"Πνεύ­μα αρ­γί­ας, πε­ρι­ερ­γεί­ας, φι­λαρ­χί­ας και αρ­γο­λο­γί­ας μη μοι δως. Πνεύ­μα δε σω­φρο­σύ­νης, τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, υ­πο­μο­νής και α­γά­πης"… Για­τί α­γά­πη δεν έ­χου­με. Ό­σο κι αν ε­ρω­τευ­ό­μα­στε, αν γο­η­τευ­ό­μα­στε, αν λέ­με ό­τι α­γα­πά­με, α­κό­μα κι αν αυ­τή την λέ­ξη την έ­χου­με πει χι­λιά­δες φο­ρές στη ζω­ή μας. Η έν­νοι­α η πραγ­μα­τι­κή της "α­γά­πης" έ­χει να κά­νει με τον Θε­ό, με τις ε­νέρ­γει­ες του Θε­ού στον κό­σμο. Κι ό­σοι εί­μα­στε χρι­στια­νοί κα­τα­λα­βαί­νου­με πό­σο πο­λύ α­πέ­χου­με α­πό αυ­τή την α­γά­πη. Ό­τι συ­νή­θως αυ­τό που λέ­με α­γά­πη εί­ναι έ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κό πυ­ρο­τέ­χνη­μα, που εύ­κο­λα ό­πως έρ­χε­ται το ί­διο χά­νε­ται, κά­θε φο­ρά που ο άλ­λος θα α­πο­μα­κρυν­θεί, θα πά­ει ε­νάν­τια στο θέ­λη­μά μας, θα πα­ρε­ξη­γη­θεί μα­ζί μας και ού­τω κα­θε­ξής. Ό­λη η ζω­ή μας εί­ναι μια προ­σπά­θεια αυ­τή την α­γά­πη να την κερ­δί­σου­με στην ζω­ή μας, να την κά­νου­με πρά­ξη, να γί­νου­με θε­οί κα­τά χά­ριν. Για­τί μό­νο ό­ταν το πι­στέ­ψει ο άν­θρω­πος ό­τι εί­ναι κε­κλη­μέ­νος να γί­νει θε­ός κα­τά χά­ριν μπο­ρεί να αρ­χί­σει να αν­τι­λαμ­βά­νε­ται τι θα πει Θε­ός της α­γά­πης. Μέ­χρι τό­τε, εί­μα­στε κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι να θρη­σκεύ­ου­με α­πελ­πι­σμέ­να. Πό­τε να πι­α­νό­μα­στε α­πό τον τύ­πο, πό­τε να πι­α­νό­μα­στε α­πό το νό­μο, πό­τε να πι­α­νό­μα­στε α­πό την αυ­το­δι­καί­ω­ση, ε­πει­δή δεν μπο­ρού­με να κα­τα­λά­βου­με ό­τι έ­νας τρό­πος υ­πάρ­χει μό­νο να πλη­σιά­σει κα­νείς τον Θε­ό. 


Και λέ­ει ο Ά­γιος Ε­φραίμ στον τε­λευ­ταί­ο στί­χο τον τρό­πο ε­κεί­νο διά τον ο­ποί­ο ο άν­θρω­πος ο­δη­γεί­ται στη με­τά­νοι­α και διά της με­τα­νοί­ας στην α­γά­πη, στην υ­πο­μο­νή, στην τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, στην ελ­πί­δα. "Δώ­ρη­σαί μοι του ο­ράν τα ε­μά πταί­σμα­τα", λέ­ει. Αν δεν ζη­τή­σει με συν­τρι­βή καρ­δί­ας ο άν­θρω­πος να πά­ρει αυ­τή την δω­ρέ­α να μπο­ρεί να βλέ­πει τα λά­θη του, να κα­τα­λα­βαί­νει τις α­δυ­να­μί­ες του, τα ε­λατ­τώ­μα­τά του, η πε­πτω­κυί­α φύ­ση μας ο­δη­γεί να κα­τη­γο­ρού­με πάν­τα τους άλ­λους. Πάν­τα οι άλ­λοι να φταί­νε, η κοι­νω­νί­α, το σύ­στη­μα, αυ­τά λέ­με συ­νε­χώς. Οι άλ­λοι α­πέ­ναν­τί μας, α­κό­μα κι οι δι­κοί μας άν­θρω­ποι φταί­νε. 


Το να βλέ­πει κα­νείς τα δι­κά του πταί­σμα­τα ση­μαί­νει ό­τι ο­δη­γεί­ται σε μια βα­θιά με­τά­νοι­α, με­τα­στρο­φή του νου. Ζη­τά­ει α­π' τον Θε­ό την συγ­χώ­ρε­ση. Κι έ­τσι μπο­ρεί κι ο ί­διος να συγ­χω­ρεί. Κα­τα­λα­βαί­νει τι θα πει η έν­νοι­α της αι­ώ­νιας τι­μω­ρί­ας, για­τί προ­γεύ­ε­ται α­πό αυ­τό τον κό­σμο την αί­σθη­ση αυ­τής της τι­μω­ρί­ας. Να μην μπο­ρείς να κα­τα­λα­βαί­νεις ποι­ος εί­σαι, να φέ­ρε­σαι πάν­τα τυ­φλά, να α­φή­νε­σαι στις πα­ρορ­μή­σεις και τις ε­νορ­μή­σεις σου, στα πά­θη, στην ορ­γή, στο θυ­μό, στη θλί­ψη, σε ο,τι­δή­πο­τε τε­λι­κά σε χω­ρί­ζει α­πό τον άλ­λο άν­θρω­πο. Να εί­σαι με τον άλ­λον πλά­τη με πλά­τη και να μην μπο­ρείς να τον κοι­τά­ξεις στο πρό­σω­πο.


"Δώ­ρη­σαί μοι του ο­ράν τα ε­μά πταί­σμα­τα και μη κα­τα­κρί­νειν τον α­δελ­φόν μου". Για­τί κα­τα­λα­βαί­νω ό­τι πε­ρίσ­σε­ψε η κα­τά­κρι­ση μέ­σα μου, ό­τι πε­ρίσ­σε­ψε σε τού­το τον κό­σμο αυ­τό το μί­σος που ο έ­νας κα­τα­κρί­νει τον άλ­λο και κα­νείς δεν δι­και­ο­λο­γεί. Και κα­τα­λα­βαί­νω για­τί η ι­στο­ρί­α του κό­σμου, δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια με­τά που ο Χρι­στός α­να­λή­φθη­κε και μας ά­φη­σε την πρώ­τη α­πο­στο­λι­κή κοι­νό­τη­τα, μοιά­ζει να εί­ναι χει­ρό­τε­ρη και πιο δυ­σοί­ω­νη α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή. Για­τί οι άν­θρω­ποι προ­τί­μη­σαν το σκο­τά­δι μάλ­λον πα­ρά το φως. Για­τί προ­τί­μη­σαν να μην ζη­τά­νε να τους φα­νε­ρώ­νον­ται τα δι­κά τους πταί­σμα­τα, αλ­λά μό­νο να κα­τη­γο­ρούν τους άλ­λους για τα δι­κά τους πταί­σμα­τα. Κλει­σμέ­νοι μ' έ­ναν σχε­δόν ε­ω­σφο­ρι­κό τρό­πο ο κα­θέ­νας στον ε­αυ­τό του, κα­τα­δι­κά­ζει, κα­τη­γο­ρεί και θέ­λει να φά­ει την σάρ­κα του αλ­λου­νού. Έ­θνος ε­ναν­τί­ον έ­θνους, γέ­νος ε­ναν­τί­ον γέ­νους, άν­θρω­πος ε­ναν­τί­ον αν­θρώ­που. Α­κό­μα και μέ­σα στην εκ­κλη­σί­α κα­τη­γο­ρε­ςί ο έ­νας τον άλ­λο, ψά­χνει να δει ποι­ός εί­ναι λά­θος, αν­τί να βλέ­πει τα δι­κά του πτά­ι­σμα­τα. 


Το κα­κό, η α­δι­κί­α, ό­λα πε­ρίσ­σε­ψαν πα­ρά τις φρού­δες προσ­δο­κί­ες του αν­θρω­πι­σμού που κα­λά έ­κα­νε και υ­πήρ­χε, αλ­λά που δεν μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει πο­τέ λύ­ση γι' αυ­τό τον κό­σμο. Που δεν μπο­ρού­σε σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση να μπει στη θέ­ση της πί­στης στον Χρι­στό. Αυ­τός ο αν­θρω­πι­σμός ο­δή­γη­σε σε μια αυ­το­α­να­φο­ρά του αν­θρώ­που στον ε­αυ­τό του. Κι ό­ταν α­να­φε­ρό­μα­στε στον ε­αυ­τό μας και δεν έ­χου­με κά­που να τεί­νου­με που να μας υ­περ­βαί­νει, τό­τε μοι­ραί­α κα­τα­λή­γου­με να φά­με τις σάρ­κες του δι­πλα­νού και τε­λι­κά του ε­αυ­τού μας. 


Έ­να με­γά­λο σκο­τά­δι πά­λι α­πλώ­νε­ται πά­νω α­πό την οι­κου­μέ­νη. Οι πιο έμ­πει­ροι πνευ­μα­τι­κά βέ­βαι­α έ­λε­γαν ό­τι πο­τέ δεν εί­χε πά­ψει να υ­πάρ­χει. Ε­λά­χι­στα εί­ναι τα χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα στην ι­στο­ρί­α του αν­θρω­πί­νου γέ­νους που έ­χου­με μια εν­τύ­πω­ση ό­τι λάμ­πει έ­να φως. Ό­ταν τε­λεί­ω­σε ο φρι­κτός Β' Παγ­κό­σμιος Πό­λε­μος, ο δυ­τι­κός κό­σμος ε­ξέ­φρα­σε την ελ­πί­δα ό­τι οι πό­λε­μοι θα στα­μα­τή­σουν. Ύ­στε­ρα α­πό ό­λη την ο­δύ­νη των 60-80 ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων νε­κρών, ό­λη την τε­ρά­στια οι­κο­λο­γι­κή κα­τα­στρο­φή που έ­γι­νε-α­τέ­λει­ω­τες πη­γές ε­νερ­γεί­ας ε­ξα­φα­νί­στη­καν, οι θά­λασ­σες γέ­μι­σαν με τα κου­φά­ρια πλοί­ων, μο­λύν­θη­καν νε­ρά και πο­τά­μια-το μί­σος πε­ρίσ­σε­ψε στη γη και ο άν­θρω­πος πί­στε­ψε ό­τι τώ­ρα πια, με­τά α­πό αυ­τούς τους δύ­ο πο­λέ­μους δεν θα ε­πέ­στρε­φε πο­τέ μα πο­τέ πά­λι πί­σω σ' αυ­τή τη φρί­κη. Κι ό­μως α­μέ­σως ξε­κί­νη­σε ο ψυ­χρός πό­λε­μος, οι το­πι­κοί πό­λε­μοι, ο πό­λε­μος της Κο­ρέ­ας, ο πό­λε­μος του Βι­ετ­νάμ, ο πό­λε­μος στην Καμ­πό­τζη, ο πό­λε­μος στο Λά­ος, οι εμ­φύ­λιοι πό­λε­μοι στις χώ­ρες της Α­φρι­κής, οι φρι­κτές δι­κτα­το­ρί­ες που υ­πήρ­ξαν σ' ό­λη την Λα­τι­νι­κή Α­με­ρι­κή και τό­σα άλ­λα, που αν μπο­ρού­σα­με να βά­λου­με κουκ­κί­δες πο­λέ­μων και βί­ας και κα­τα­στρο­φής πά­νω στη γη θα σκε­πα­ζό­ταν ο­λά­κε­ρη η γη και δεν θα έ­με­νε τί­πο­τα. 


Ή­ταν ό­λα μια ψευ­δαί­σθη­ση. Την ζή­σα­με στο δυ­τι­κό κό­σμο και στην πα­τρί­δα μας. Θέ­λα­με να το πι­στεύ­ου­με κά­ποι­οι, οι πιο α­φε­λείς ί­σως, ό­τι με­τά α­πό τον α­δελ­φο­κτό­νο πό­λε­μο που πε­ρά­σα­με, σι­γά-σι­γά ο κό­σμος θα ο­δη­γεί­το σε μια κα­τα­λα­γή σε μια παγ­κό­σμια ει­ρή­νη. Ό­μως, α­κρι­βώς ε­πει­δή δεν ζη­τά­με α­πό τον Θε­ό να μας δί­νει να βλέ­που­με τα πταί­σμα­τά μας βυ­θι­στή­κα­με πά­λι στη λή­θη. Και να που με­τά α­πό κά­ποι­α χρό­νια πά­λι ο δι­χα­σμός, πά­λι το μί­σος, πά­λι η κα­τά­κρι­ση, πά­λι οι άν­θρω­ποι ξέ­χα­σαν τον Θε­ό, Τον αρ­νή­θη­καν α­πό την ζω­ή τους, θέ­λουν να Τον ξε­ρι­ζώ­σουν, να βγά­λουν την εκ­κλη­σί­α και να την πε­τά­ξουν α­πό το γέ­νος. Και δυ­στυ­χώς πα­ρα­σύ­ρον­ται πά­ρα πολ­λοί. 


Και φο­βό­μα­στε για τους αν­θρώ­πους. Φο­βό­μα­στε ό­τι χω­ρίς Θε­ό οι Έλ­λη­νες (έ­χου­με και τα συμ­πτώ­μα­τα) θα γί­νουν θη­ρί­α. Για­τί οι Έλ­λη­νες ή­ταν έ­νας έν­θε­ος λα­ός α­πό την ε­πο­χή ε­κεί­νη που άρ­χι­σαν να γρά­φουν ι­στο­ρί­α. Ή­ταν έ­νας λα­ός που πί­στευ­ε πάν­τα στον Θε­ό, που εί­χε πάν­τα την α­να­ζή­τη­ση για το ε­πέ­κει­να, για την υ­πέρ­βα­ση. Εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρί­α -αρ­γά αρ­γά έ­γι­νε βέ­βαι­α, δεν έ­γι­νε ξαφ­νι­κά- που βλέ­που­με σα­στι­σμέ­νοι τους συμ­πα­τρι­ώ­τες μας να μην πι­στεύ­ουν που­θε­νά κι άλ­λος να δη­λώ­νει δε­ξιά, άλ­λος α­ρι­στε­ρά, ό­χι μό­νο στα πο­λι­τι­κά, αλ­λά και σε θε­ω­ρί­ες του κό­σμου τού­του, σε θρη­σκεί­ες του κό­σμου τού­του πε­ρί­ερ­γες, σε αι­ρέ­σεις πα­ρά­ξε­νες, άν­θρω­ποι μό­νοι τους, φο­βι­σμέ­νοι, που σι­γά-σι­γά ό­λα αυ­τά τους ο­δη­γούν σ' έ­να δι­χα­σμό, σ' έ­να μί­σος. Για­τί ε­λά­χι­στοι πα­ρα­κα­λούν πια τον Θε­ό να τους δι­δά­ξει τι θα πει να βλέ­πεις τα πταί­σμα­τά σου. 


Ό­ταν ο άν­θρω­πος στρέ­φε­ται στο να δει τα δι­κά του πταί­σμα­τα, τό­τε ο­δη­γεί­ται και στο άλ­λο που λέ­ει η κα­τά­λη­ξη της προ­σευ­χής. "Δώ­ρη­σαί μοι του ο­ράν τα ε­μά πταί­σμα­τα και μη κα­τα­κρί­νειν τον α­δελ­φόν μου". Για­τί α­κρι­βώς η βά­ση της κα­κί­ας μας εί­ναι η κα­τά­κρι­ση στον άλ­λο. Το δο­κά­ρι που τυ­φλώ­νει το μά­τι μας σφη­νω­μέ­νο βα­θιά δεν μας α­φή­νει να δού­με ό­τι ο άλ­λος μπο­ρεί να έ­χει μι­κρά πταί­σμα­τα και ε­μείς οι τά­χα δί­και­οι να εί­μα­στε βυ­θι­σμέ­νοι μέ­σα στην κα­κί­α. Και δεν κα­τα­λα­βαί­νου­με πως αυ­τό το δο­κά­ρι του μί­σους, της γκρί­νιας, της α­νο­η­σί­ας μας σκο­τώ­νει κά­θε μέ­ρα, ό­τι εί­μα­στε πνευ­μα­τι­κά νε­κροί αν δεν πα­ρα­κα­λού­με τον Θε­ό να μας δώ­σει σω­φρο­σύ­νη, τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, υ­πο­μο­νή και α­γά­πη, να μας δώ­σει να βλέ­που­με τα πταί­σμα­τά μας και να α­γα­πά­με τον πλη­σί­ον μας. Για­τί αυ­τό μας ζή­τη­σε ο Χρι­στός, αυ­τός ο ξε­χα­σμέ­νος Χρι­στός. Στις καρ­δι­ές και τα μυα­λά των πε­ρισ­σο­τέ­ρων αν­θρώ­πων πια. 


Κά­ποι­ος θα '­λε­γε ό­τι τού­τα τα λό­για έ­χουν μια α­παι­σι­ο­δο­ξί­α. Ό­τι δεν θα '­πρε­πε να μπού­με έ­τσι στη Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή. Ό­μως αν­τί­θε­τα, έ­τσι θα έ­πρε­πε να μπού­με. Ό­χι μό­νο για­τί εί­μα­στε στο 2013, αλ­λά α­κό­μα κι αν ή­μα­στε στο 1950, στο 30 και στο 20 και στο 1830 και βά­λε πί­σω. Για­τί α­κρι­βώς η εκ­κλη­σί­α μας, ό­πως εί­πα­με το πρω­ί, ό­ρι­σε την Κυ­ρια­κή αυ­τή της συγ­γνώ­μης να εί­ναι α­φι­ε­ρω­μέ­νη στην υ­πεν­θύ­μι­ση της ε­ξο­ρί­ας των πρω­το­πλά­στων. Που ση­μαί­νει ό­τι η πραγ­μα­τι­κή εκ­κλη­σί­α του Χρι­στού, το σώ­μα του Χρι­στού, οι άν­θρω­ποι ε­κεί­νοι που θέ­λουν να α­κο­λου­θή­σουν τον Κύ­ριο έ­χουν την  ι­στο­ρι­κή ε­πί­γνω­ση και τη θε­ο­λο­γι­κή δια­ύγεια α­πό τό­τε που έ­φυ­γε ο Χρι­στός να θυ­μούν­ται ό­τι ο κό­σμος βα­δί­ζει προς τα έ­σχα­τα. Δεν ξέ­ρου­με πό­τε. Η χρι­στι­α­νι­κή κοι­νό­τη­τα κα­τα­δί­κα­σε ο­ποι­ο­δή­πο­τε χι­λια­σμό που ή­θε­λε να ο­νει­ρεύ­ε­ται χρι­στι­α­νι­κές πο­λι­τεί­ες. Γνώ­ρι­ζε πο­λύ κα­λά τα λό­για του Κυ­ρί­ου ό­τι "άρ­χων του κό­σμου τού­του εί­ναι ο σα­τα­νάς". Γνώ­ρι­ζε πά­ρα πο­λύ κα­λά ό­τι δεν θα πά­ψουν πο­τέ οι πό­λε­μοι, δεν θα πά­ψει πο­τέ η πα­ρά­νοι­α κι ό­τι οι άν­θρω­ποι θα προ­τι­μή­σουν το σκο­τά­δι μάλ­λον πα­ρά το φως. 


Ποι­α εί­ναι, λοι­πόν, η ελ­πί­δα και η αι­σι­ο­δο­ξί­α που βγαί­νει μέ­σα α­πό τα λό­για τού­τα; Μα εί­ναι η αι­σι­ο­δο­ξί­α και η ελ­πί­δα που βγαί­νει μέ­σα α­πό το ευ­αγ­γέ­λιο. Λέ­ει ο Κύ­ριος ό­τι "άρ­χων του κό­σμου τού­του εί­ναι ο σα­τα­νάς, αλ­λά θαρ­σεί­τε, ε­γώ νε­νί­κη­κα τον κό­σμο". Μας δι­α­βε­βαι­ώ­νει Ε­κεί­νος ό­τι θα εί­ναι έ­τσι η ι­στο­ρί­α της αν­θρω­πό­τη­τας. "Θαρ­σεί­τε, ε­γώ νε­νί­κη­κα τον κό­σμο" λέ­ει.

 Και συμ­πλη­ρώ­νει ο Ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο ευ­αγ­γε­λι­στής στην Α­πο­κά­λυ­ψη, ό­τι ο κό­σμος έ­τσι θα τε­λει­ώ­σει. Μέ­σα στην κα­τα­στρο­φή που ε­πι­φέ­ρει η κα­κί­α. Αλ­λά ό­σοι συν­τα­χτούν με το ε­σφαγ­μέ­νο αρ­νί­ο αυ­τοί και θα σω­θούν. Αυ­τοί που συν­τάσ­σον­ται με το αρ­νί­ο γί­νον­ται το ά­λας της γης, για­τί συν­τη­ρούν την ελ­πί­δα των αν­θρώ­πων, το χα­μό­γε­λό τους, την ευ­χα­ρι­στί­α, την χα­ρά, την συμ­πα­ρά­στα­ση, την αλ­λη­λεγ­γύ­η. Σ' έ­να κό­σμο που δια­ρκώς την χά­νει, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο. 


Το να συν­τα­χθού­με με το ε­σφαγ­μέ­νο αρ­νί­ο ση­μαί­νει ό­τι τού­τη την ευ­χή την ο­ποί­α ψελ­λί­σα­με θα προ­σπα­θή­σου­με κα­τά τη διά­ρκεια της Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στής να την έ­χου­με στην καρ­διά μας. Ού­τως ή άλ­λως την λέ­με σε κά­θε α­κο­λου­θί­α. Εί­ναι τό­σο α­γα­πη­μέ­νη αυ­τή η ευ­χή που γρά­φτη­κε τον 4ο αι­ώ­να α­πό τον με­γά­λο ά­γιο Ε­φραίμ τον Σύ­ρο. Και ε­πί 1600 χρό­νια αν­πέμ­πε­ται ως προ­σευ­χή α­πό τους χρι­στια­νούς, σ' ό­λες τις γλώσ­σες των υ­πη­κό­ων της οι­κου­με­νι­κής βυ­ζαν­τι­νής αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Και αρ­γό­τε­ρα στα σλα­βι­κά, στα ρω­σι­κά, στα α­φρι­κά­νι­κα, στα α­με­ρι­κά­νι­κα, σ' ό­λες τις γλώσ­σες την ε­πα­να­λαμ­βά­νουν οι ορ­θό­δο­ξοι. 


Μα­ζί με ό­λα αυ­τά που εί­πα­με, ας προ­σπα­θή­σου­με να νη­στέ­ψου­με, ό­σο μπο­ρού­με. Ό­σοι δεν εί­ναι α­δύ­να­μοι στο σώ­μα ας κά­νου­με αυ­τό που ε­πί δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια τώ­ρα σχε­δόν κά­νουν ό­λοι οι χρι­στια­νοί. Να α­φή­σου­με τις υ­πεκ­φυ­γές. Εί­ναι τό­σο συγ­κι­νη­τι­κό να βλέ­που­με με­γά­λης η­λι­κί­ας αν­θρώ­πους, στα 70 και στα 80 τους χρό­νια, να προ­σπα­θού­με να τους πεί­σου­με ό­τι τώ­ρα που εί­ναι α­σθε­νής η σάρ­κα πρέ­πει να πε­ρι­ο­ρί­σουν την νη­στεί­α. Κι ε­κεί­νοι ε­πει­δή α­γω­νί­στη­καν στην ζω­ή τους να λέ­νε "ό­χι πά­τερ, δεν θέ­λω να την στα­μα­τή­σω τη νη­στεί­α, ό­λη μου την ζω­ή την πέ­ρα­σα έ­τσι". 


Εί­ναι κρί­μα λοι­πόν, ε­μείς να σχε­τι­κο­ποι­ού­με τα πάν­τα και να λέ­με "δεν μπο­ρώ, δεν αν­τέ­χω" και να εί­μα­στε σε νε­α­ρή η­λι­κί­α, σε η­λι­κί­α ό­που κα­τά τα άλ­λα έ­χου­με α­πε­ρι­ό­ρι­στες δυ­νά­μεις. Εί­ναι κρί­μα για­τί α­κρι­βώς η σω­μα­τι­κή προ­σπά­θεια υ­πεν­θυ­μί­ζει και ε­νι­σχύ­ει την πνευ­μα­τι­κή. Εν­νο­εί­ται βέ­βαι­α πως δεν χρει­ά­ζε­ται ψυ­χα­ναγ­κα­σμός, ού­τε να κα­τα­πι­έ­ζου­με ο έ­νας τον άλ­λον για τα θέ­μα­τα της νη­στεί­ας. Εί­ναι ά­θλη­μα ε­λευ­θε­ρί­ας ό­λα αυ­τά κι ό­χι κα­τα­πί­ε­ση, ού­τε συ­ναλ­λα­γή με τον Θε­ό. Ό­σο μπο­ρεί ο κα­θέ­νας, ό­σο αν­τέ­χει, τό­σο να κά­νει.


Ας προ­σπα­θή­σου­με. Αν δεν τα '­χα­με κα­τα­φέ­ρει μέ­χρι τώ­ρα, ας πασχίσουμε λί­γο πα­ρα­πά­νω. Δεν έ­χει ση­μα­σί­α πό­σο, ση­μα­σί­α έ­χει η προ­σπά­θεια. Η κα­λή προ­αί­ρε­ση, σ' έ­να κό­σμο που πα­ρα­νό­η­σε ε­μείς να στα­θού­με όρ­θιοι. Να έ­χου­με με­τά­νοι­α κι ελ­πί­δα κι α­γά­πη για τον πλη­σί­ον. Αυ­τό μας με­τα­φέ­ρουν οι πρά­ξεις των α­πο­στό­λων. Αυ­τό μας με­τα­φέ­ρουν οι ε­πι­στο­λές του Α­πο­στό­λου Παύ­λου. Αυ­τό μας με­τα­φέ­ρει ο βί­ος κά­θε α­γί­ου α­πό την  ε­πο­χή ε­κεί­νη μέ­χρι και τους α­γί­ους που θα α­να­κη­ρύ­ξει η εκ­κλη­σί­α μας  σύν­το­μα, τους α­γί­ους δη­λα­δή που κοι­μή­θη­καν λί­γα χρό­νια πριν.


Οι άν­θρω­ποι φεύ­γουν α­πό τον ε­σπε­ρι­νό της συγ­γνώ­μης κα­θώς αρ­χί­ζει η Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή, έ­χον­τας ζη­τή­σει συγ­γνώ­μη α­πό τους α­δερ­φούς τους για τα μι­κρά και τα με­γά­λα. Και άλ­λους α­δερ­φούς που δεν εί­ναι τώ­ρα α­πό­ψε ε­δώ ας τους βρού­με τις ε­πό­με­νες μέ­ρες κι ας ζη­τή­σου­με συγ­γνώ­μη. Ε­κεί που γί­νε­ται να ζη­τή­σου­με. Να ζη­τή­σου­με συγ­γνώ­μη και ν' α­φή­σου­με στην ά­κρη τις μι­κρό­τη­τές μας. 


Να συγχωρεθούμε, για να πε­ρά­σου­με αυ­τές τις 50 η­μέ­ρες μέ­χρι το βρά­δυ του Μ. Σαβ­βά­του που θα κοι­νω­νή­σου­με το σώ­μα και το αί­μα του Χρι­στού μέ­σα στην α­να­στά­σι­μη χα­ρά, να έ­χου­με νι­ώ­σει κά­τι να με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται μέ­σα μας. Ας μην πε­ρι­μέ­νου­με πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα και με­γά­λες κα­τα­στά­σεις. Ας ζη­τά­με ε­κεί­νο που μπο­ρού­με να ση­κώ­σου­με. Ας ζη­τά­με να γεν­νη­θεί το θέ­λη­μά Του. Αν θέ­λε­τε υ­πο­κλι­θεί­τε, γο­να­τί­στε, να δώ­σει ο ι­ε­ρέ­ας την ευ­χή και στην συ­νέ­χεια με­τά την α­πό­λυ­ση, τον α­σπα­σμό της α­γά­πης. Α­μήν.    

         

Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ





π. Χ.Μ.

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία

Ο Λό­γος του Ευ­αγ­γε­λί­ου ή­ταν και εί­ναι μο­νά­κρι­βος και λαμ­πρός θη­σαυ­ρός για τους χρι­στια­νούς. Η σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­μως, πο­λύ α­πέ­χει α­πό τον ευ­αγ­γε­λι­κό λό­γο, ο ο­ποί­ος φαί­νε­ται να μην έ­χει κα­μί­α ε­πί­δρα­ση πλέ­ον στην ζω­ή μας. Α­στα­μά­τη­τα γύ­ρω μας α­κού­γε­ται έ­νας κο­σμι­κός λό­γος, δί­και­ος η ά­δι­κος, ο ο­ποί­ος δεν έ­χει κα­μί­α σχέ­ση με το ήθος της Καινής Διαθήκης. Για όσους ό­μως θέ­λουμε να λε­γόμαστε Ορθόδοξοι χρι­στια­νοί, δεν γίνεται να υ­πάρ­χουν δύ­ο στά­σεις ζω­ής, μί­α κο­σμι­κή και μί­α πνευ­μα­τι­κή, δι­ό­τι θα ή­ταν σαν να α­πορ­ρί­πτου­με το κή­ρυγ­μα του Χρι­στού η να το ε­πι­κα­λού­με­θα μό­νο ό­ταν μας εί­ναι βο­λι­κό. Ο Ί­διος ο Κύ­ριος μας δή­λω­σε: “Ου­δείς οι­κέ­της δύ­να­ται δυ­σί κυ­ρί­οις δου­λεύ­ειν” (Λουκ. 16, 13).

Αν δού­με ι­στο­ρι­κά τον χρι­στι­α­νι­σμό σε ε­πί­πε­δο κρα­τών, θε­σμών και κοι­νω­νι­ών, θα δι­α­πι­στώ­σου­με μί­α πα­τα­γώ­δη α­πο­τυ­χί­α, μια μεγάλη δυσκολία των αν­θρώ­πων να το προσ­λά­βουν. Ο ευ­αγ­γε­λι­κός λό­γος δεν ευ­θύ­νε­ται κα­θό­λου για το γε­γο­νός ό­τι οι λεγόμενοι "Χριστιανικοί" λαοί έ­φτια­ξαν τυ­ραν­νι­κές ε­ξου­σί­ες και προ­σπά­θη­σαν, βά­ζον­τας μπρο­στά μί­α ση­μαί­α με σταυ­ρό, να νι­κή­σουν τους άλ­λους λα­ούς. Δεν ευ­θύ­νε­ται το Ευ­αγ­γέ­λιο για το γε­γο­νός ό­τι οι άν­θρω­ποι σκο­τώ­νουν ο έ­νας τον άλ­λο στο ό­νο­μα του Χρι­στού και της δή­θεν δι­και­ο­σύ­νης Του. Αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην α­δυ­να­μί­α των αν­θρώ­πων να προσ­λά­βουν το Ευ­αγ­γέ­λιο. Ο­φεί­λε­ται στο ό­τι δεν σχε­τί­στη­καν τε­λι­κά με τον Κύριο και με το λό­γο της α­γά­πης Του. Όσοι όμως στο διάβα του χρόνου θέλησαν να συνταχθούν με το «εσφαγμένον αρνίον», πόθησαν να ανήκουν πραγματικά στο σώμα του Χριστού, γεύτηκαν την Βασιλεία Του και έγιναν Άγιοι, δίκαιοι, όσιοι της διπλανής πόρτας.

Ζού­με σε μί­α θλι­βε­ρή ι­στο­ρι­κή πε­ρί­ο­δο. Εί­μα­στε έ­νας λα­ός α­πο­κομ­μέ­νος α­πό τις πα­ρα­δό­σεις του, πα­ρα­δο­μέ­νος σε δι­ά­φο­ρες θε­ω­ρί­ες και ι­δε­ο­λο­γί­ες, με κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα που αι­μα­το­κύ­λη­σαν την Ελ­λά­δα. Με κοι­νω­νι­κές δι­εκ­δι­κή­σεις που αν­τί να φέ­ρουν μί­α κα­λύ­τε­ρη ζω­ή στην ου­σί­α δι­έ­λυ­σαν τον κοι­νω­νι­κό ι­στό και την οι­κο­νο­μί­α. Πα­ρα­δο­μέ­νοι τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια σε έ­ναν ά­κρα­το κα­τα­να­λω­τι­σμό, φτά­σα­με στο ση­μεί­ο να έ­χου­με μί­α τε­ρά­στια πνευ­μα­τι­κή κρί­ση, και τώ­ρα πα­ρα­δο­μέ­νοι στα κα­τώ­τε­ρα έν­στι­κτά μας φω­νά­ζου­με για τους ξέ­νους δυ­νά­στες και τον κα­κό κα­πι­τα­λι­σμό α­γνο­ών­τας τη δι­κή μας ευ­θύ­νη. Οι μεγάλες δυνάμεις πάντα έπαιζαν τα γεωπολιτικά παιχνίδια τους, αλλά είναι η αμαρτία πάντα που δίνει χώρο στον πειρασμό. Αν ένας λαός έχει συνοχή, έχει ενότητα και διατηρεί ισχυρή την ταυτότητά του, δύσκολα μπορεί να αλλοτριωθεί και να νικηθεί. Κι εμείς δυστυχώς είμαστε πια έ­να έθνος που μοιά­ζει τυ­φλό, αρ­νεί­ται ο,τι κα­λό έ­χει, λη­σμο­νά την προί­κα που του έ­δω­σαν οι πα­λαι­οί και προ­χω­ρά στο μέλ­λον χω­ρίς ταυ­τό­τη­τα. Αυ­τός το γένος εί­ναι επόμενο να υ­πο­φέ­ρει.

Πα­ρά­δο­ξο φαί­νε­ται και το γε­γο­νός ό­τι συ­νε­χώς βλέ­που­με α­ό­ρα­τους ε­χθρούς γύ­ρω μας, οι ο­ποί­οι θέ­λουν να κα­τα­στρέ­ψουν τη χώ­ρα μας, την πί­στη μας, την ορ­θο­δο­ξί­α μας, μα δεν κοι­τά­με κα­θό­λου την δι­κή μας α­μαρ­τί­α. Το φρού­ριο της πί­στης μας θα ή­θε­λε να το κα­τα­κτή­σει ο ο­ποι­οσ­δή­πο­τε ε­χθρός αν ή­ταν όν­τως φρού­ριο. Ο τρό­πος με τον ο­ποί­ο μας βλέ­πουν οι ξέ­νοι και οι αλ­λό­θρη­σκοι εί­ναι μάλ­λον πε­ρι­φρο­νη­τι­κός και συμ­βαί­νει αυ­τό για­τί ε­μείς ε­πι­λέ­ξα­με να έ­χου­με μί­α τέ­τοι­α ει­κό­να για τον ε­αυ­τό μας. Εί­ναι πε­ρι­φρο­νη­τι­κός δι­ό­τι ού­τε κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή έ­χου­με, αλ­λά ού­τε και ι­σχυ­ρή ταυ­τό­τη­τα. Δεν γνω­ρί­ζου­με ποι­οί εί­μα­στε και που πά­με. Ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε σαν λα­ός ό­τι εί­μα­στε α­πό­γο­νοι ε­πι­φα­νών Ελ­λή­νων προ­γό­νων αλ­λά δεν μπή­κα­με πο­τέ στον κό­πο να τους γνω­ρί­σου­με. Έ­χου­με μί­α τε­ρά­στια και υ­πέ­ρο­χη υ­περ­χι­λι­ε­τή ι­στο­ρί­α της α­να­το­λι­κής Ρω­μα­ϊ­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας και την αρ­νού­με­θα. Έ­χου­με μί­α πί­στη η ο­ποί­α εί­ναι σω­τή­ρια και την χλευ­ά­ζου­με. Συ­νε­πώς, ας μην αυ­τα­πα­τώ­με­θα, κα­νείς δεν μας φταί­ει!

Ο λό­γος της Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι εκ δι­α­μέ­τρου αν­τί­θε­τος α­πό τη λο­γι­κή του κό­σμου. Έ­χου­με μί­α τε­ρά­στια πνευ­μα­τι­κή πα­ρα­κα­τα­θή­κη, το λό­γο του Χρι­στού, τις δι­δα­χές της Εκ­κλη­σί­ας μας, την δι­δα­σκα­λί­α των Πα­τέ­ρων και ό­λο αυ­τό το θη­σαυ­ρό τον αρ­νού­με­θα η Τον α­γνο­ού­με παν­τε­λώς. Πολλοί από εμάς αντιμετωπίζουμε την Εκ­κλη­σί­α εί­τε σε έ­να χώ­ρο μυ­στι­κών τε­λε­τουρ­γι­ών που δεν τις κα­τα­λα­βαί­νει κα­νέ­νας, εί­τε σαν μια «θρησκεία» κα­θω­σπρέ­πει αν­θρώ­πων, κι έτσι θυμίζουμε τους αυ­το­δι­και­ω­μέ­νους Φα­ρι­σαί­ους, που νό­μι­ζαν ό­τι για να εί­σαι Χρι­στια­νός α­πλώς πρέ­πει να ε­φαρ­μό­ζεις κα­θή­κον­τα και τί­πο­τε άλ­λο. Αν λεί­πει κά­τι σή­με­ρα α­πό χώ­ρο της Εκ­κλη­σί­ας αλλά και α­πό την κοι­νω­νί­α μας, εί­ναι μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κή θε­ώ­ρη­ση των πραγ­μά­των που θα τα το­πο­θε­τή­σει σε μί­α σω­στή βά­ση, γιατί μό­νο έ­τσι θα μπο­ρέ­σει να α­να­δυ­θεί η ελ­πί­δα. Που θα ο­ρί­ζει ως πρό­βλη­μα την α­πο­μά­κρυν­ση του αν­θρώ­που α­πό τον Θε­ό και θα αναγνωρίζει το με­γά­λο πρό­βλη­μα ταυ­τό­τη­τας που έ­χει ο ση­με­ρι­νός Έλ­λη­νας και γι᾽ αυ­τό δεν ξέ­ρει ποι­ός εί­ναι, που πατά λκαι που πηγαίνει.

Ποι­ά μπορεί τε­λι­κά εί­ναι η ελ­πί­δα μας; Δυστυχώς, μό­νο η τα­πεί­νω­ση! Η ι­στο­ρί­α δι­δά­σκει ό­τι ό­σο πιο πο­λύ τα­πει­νώ­νε­ται έ­νας λα­ός, τό­σες πιο πολ­λές ευ­και­ρί­ες έ­χει να αρ­χί­σει να ανακάμψει. Και αυ­τή η α­κού­σια τα­πεί­νω­ση δεν έ­χει α­κό­μα ο­λο­κλη­ρω­θεί στην Ελ­λά­δα. Ας δού­με τους Έλ­λη­νες του Πόν­του και της Μι­κράς Α­σί­ας που ήρ­θαν στην Ελ­λά­δα το 1922 έ­χον­τας χά­σει τα πάν­τα και φέρ­νον­τας στις α­πο­σκευ­ές τους, ως τον πο­λυ­τι­μό­τε­ρο θη­σαυ­ρό τους, μί­α ει­κό­να της Πα­να­γί­ας η του Χρι­στού. Αυ­τοί οι άν­θρω­ποι στά­θη­καν και πά­λι στα πό­δια τους και έ­χτι­σαν απ᾽ την αρ­χή τα σπί­τια τους σε νέ­α πα­τρί­δα. Αλ­λά πριν αρ­χί­σουν με την α­νοι­κο­δό­μη­ση της προ­σω­πι­κής τους οι­κί­ας, κύ­ριο μέ­λη­μά τους υ­πήρ­ξε η α­νοι­κο­δό­μη­ση της εκκλησιάς τους, για την ο­ποί­α ό­λοι βο­η­θού­σαν και με­ρι­μνού­σαν. Και στην συ­νέ­χει­α βο­η­θού­σε ο έ­νας τον αλ­λο στο χτί­σι­μο των σπι­τι­ών τους (και ό­χι ο κα­θέ­νας μό­νος του) με α­πο­τέ­λε­σμα σε σύν­το­μο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα να ξα­να­δη­μι­ουρ­γή­σουν και να α­να­γεν­νη­θούν α­πό τις στά­χτες. Αυ­τοί οι άν­θρω­ποι με­γα­λούρ­γη­σαν δι­ό­τι εί­χαν μί­α συ­νο­χή, μί­α ο­μοι­ο­γέ­νεια, μί­α δυ­να­τή πί­στη που τους έ­νω­νε, μί­α πο­λύ ι­σχυ­ρή ταυ­τό­τη­τα που μό­νο σε­βα­σμό ε­νέ­πνε­ε. Τι κοι­νό έ­χου­με οι Νε­ο­έλ­λη­νες με αυ­τούς τους υ­πέ­ρο­χους αν­θρώ­πους;

 Στην πα­ρά­δο­ση της Εκ­κλη­σί­ας μας υ­πάρ­χει ο τρό­πος ζω­ής που ο­νο­μά­ζε­ται χαρ­μο­λύ­πη. Εί­ναι έ­νας τρό­πος που δι­α­σφα­λί­ζει ό­τι ο άν­θρω­πος μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει σε αυ­τό τον κό­σμο χα­ρού­με­νος ε­νώ ταυ­τό­χρο­να να έ­χει α­πό­λυ­τη συ­νεί­δη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας γύ­ρω του. Να γνωρίζει την συλλογική αμαρτία, αλλά και την προσωπική του αμαρτία κι όμως να είναι χαρούμενος. Εί­ναι έ­νας δρό­μος που ό­χι α­πλώς κά­νει τους αν­θρώ­πους να γί­νον­ται δυ­να­μι­κοί αλ­λά να γί­νον­ται και Ά­γιοι. Εί­ναι έ­νας τρό­πος που κά­νει τον άν­θρω­πο να πα­τά­ει πο­λύ γε­ρά στα πό­δια του και με την καρ­διά του να ο­νει­ρεύ­ε­ται τη βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών. Η χαρ­μο­λύ­πη που εί­ναι ζη­τού­με­νο στην πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ση­μαί­νει ό­τι ο άν­θρω­πος λυ­πά­ται για τις α­μαρ­τί­ες του και ο­δη­γεί­ται στη με­τά­νοι­α, με α­πο­τέ­λε­σμα να έλ­κει τη χά­ρη του Θε­ού στην καρ­διά του και τον κά­νει να έ­χει μί­α α­νεί­πω­τη ευ­τυ­χί­α, α­κα­τα­νό­η­τη για τους πολ­λούς, για­τί μπο­ρεί να χαί­ρε­ται τη ζω­ή του κά­θε μέ­ρα ο,τι και να συμ­βαί­νει γύ­ρω του. Α­λί­μο­νό μας αν σκε­φτού­με ό­τι οι Ά­γιοι της Εκ­κλη­σί­ας ή­ταν δυ­στυ­χι­σμέ­νοι, αν α­να­λο­γι­στού­με ό­τι ό­λοι αυ­τοί στους ο­ποί­ους έ­χου­με προ­σευ­χη­θεί και έ­χου­με δι­α­βά­σει το λό­γο και τις νου­θε­σί­ες τους ή­ταν άν­θρω­ποι που γκρί­νια­ζαν σαν κι ε­μάς.

Δυ­στυ­χώς, ξε­χά­σα­με πως ο Χρι­στός σαρ­κώ­θη­κε, σταυ­ρώ­θη­κε και α­να­στή­θη­κε για να μας δεί­ξει το δρό­μο προς την σωτηρία. Α­δι­α­φο­ρή­σα­με γι᾽ αυ­τήν. Τον Θε­ό Τον θέ­λου­με σαν έ­να «φυ­λα­χτό» για να συ­νε­χί­σου­με να ζού­με την κα­τα­να­λω­τι­κή ζω­ή μας. Ήρ­θε ο και­ρός να συ­να­χθού­με ως α­λη­θι­νοί χρι­στια­νοί. Να κα­τα­λά­βου­με τι θα πει λα­ός του Θε­ού: ό­χι κά­ποι­ος που το γρά­φει στην ταυ­τό­τη­τα, ό­χι κά­ποι­ος ο ο­ποί­ος ε­κτε­λεί τα θρη­σκευ­τι­κά του κα­θή­κον­τα, ό­χι κά­ποι­ος που θυ­μά­ται τον Θε­ό ό­ταν αρ­ρω­στή­σει, αλ­λά κά­ποι­ος που ζει και α­να­πνέ­ει έ­χον­τας στο νου, την καρ­διά και την ψυ­χή του τον Θε­ό.

Η α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στην α­πο­στο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α και την Εκ­κλη­σί­α του σή­με­ρα εί­ναι χα­ο­τι­κή. Πα­ρη­γο­ριά με­γά­λη και ελ­πί­δα εί­ναι οι μι­κροί πυ­ρή­νες αν­θρώ­πων που προ­σπα­θούν να ζή­σουν με το πνεύμα του Ευαγγελίου, σε ενορίες, παρεκκλήσια και μοναστήρια. Χρι­στια­νός ορ­θό­δο­ξος εί­ναι ό­ποι­ος με­τέ­χει συ­στη­μα­τι­κά στα μυ­στή­ρια της Εκ­κλη­σί­ας και έ­χει ε­νερ­γό δρά­ση στο χώ­ρο της ε­νο­ρί­ας του. Εί­ναι ε­κεί­νος που αγωνίζεται να αλ­λοιώ­σει τον ε­αυ­τό του, να γίνει δο­χεί­ο της θεί­ας χά­ρι­τος και με την α­γά­πη του να ε­πη­ρε­ά­ζει και τους αν­θρώ­πους του πε­ρι­βάλ­λον­τός του. Δί­νει ελ­πί­δα, χα­μο­γε­λά­ει, βο­η­θά­ει χω­ρίς να ζη­τά­ει, εί­ναι αι­σι­ό­δο­ξος, πα­ρη­γο­ρεί τον κα­τα­φρο­νη­μέ­νο, α­κού­ει τον συ­νάν­θρω­πο, κα­τα­νο­εί τις α­νάγ­κες του, έ­χει έ­να κα­λό λό­γο για ό­λους, δεν κα­τα­κρί­νει δι­ό­τι ξέ­ρει ό­τι αύ­ριο μπο­ρεί να κα­τα­κρι­θεί και ο ί­διος, πάν­τα υ­πο­μέ­νει, πάν­τα ελ­πί­ζει, πάν­τα α­γα­πά­ει.

Δεν υ­πάρ­χει στην ι­στο­ρί­α της αν­θρω­πό­τη­τας ση­μαν­τι­κό­τε­ρη πο­λι­τι­κή πρά­ξη α­πό την πρά­ξη που μπο­ρεί να κά­νει έ­νας χρι­στια­νός. “Άλ­λα­ξε ε­σύ και θα αλ­λά­ξουν πολ­λοί γύ­ρω σου”, νου­θε­τούν οι Ά­γιοι. Ο χρι­στια­νός ου­δέ­πο­τε δι­εκ­δί­κη­σε τα δι­και­ώ­μα­τά του στα πε­ζο­δρό­μια και στις πο­ρεί­ες, ου­δέ­πο­τε ταυ­τί­στη­κε με τις κραυ­γές του μά­ται­ου κό­σμου, αλ­λά εί­χε πάν­τα στην καρ­διά του τον Χρι­στό. Και γι αυτό γινόταν μάρτυρας, πέθαινε για να ζήσει ο κόσμος. Κι όταν ζει σε περίοδο ειρήνης, όπως στις μέρες μας, ζεί το μαρτύριο της συνειδήσεως, καθώς παλεύει την αμαρτία του. Α­κό­μα κι αν γύ­ρω μας τα πάν­τα εί­ναι κό­λα­ση, μπορούμε στην καρδιά μας να έ­χουμε έ­ναν πα­ρά­δει­σο και να τον με­τα­δί­δουμε και στους άλ­λους.

 Ο Χρι­στός μέ­σα α­πό το λό­γο Του δεν μας κο­ρό­ι­δε­ψε, δεν μας υ­πο­σχέ­θη­κε χρι­στι­α­νι­κές βα­σι­λεί­ες, αν­τι­θέ­τως εί­πε πως ό­ποι­ος θέ­λει να Τον α­κο­λου­θή­σει ας ση­κώ­σει το σταυ­ρό του και ας α­παρ­νη­θεί τον ε­αυ­τό του. Να α­φυ­πνι­στού­με δι­ό­τι πα­ρα­μο­νεύ­ει η ορ­γή και η κα­τά­θλι­ψη που ο­δη­γούν σε τρο­μα­κτι­κά α­δι­έ­ξο­δα. Και ξε­χνού­με ό­τι αυ­τή τη στιγ­μή γί­νον­ται πό­λε­μοι στον κό­σμο, ό­τι πε­θαί­νουν παι­διά α­πό την πεί­να, ό­τι άν­θρω­ποι δι­α­νύ­ουν πολ­λά χι­λι­ό­με­τρα για να φτά­σουν σε πό­σι­μο νε­ρό κι ε­μείς γκρι­νι­ά­ζου­με, βρί­ζου­με και κα­τα­στρέ­φου­με την πό­λη μας, και πα­ρα­δι­νό­μα­στε βο­ρά σε πο­λι­τι­κές θε­ω­ρί­ες δο­κι­μα­σμέ­νες και α­πο­τυ­χη­μέ­νες.

Το Ευ­αγ­γέ­λιο εί­ναι το μυ­στι­κό της ζω­ής που κά­νει την ψυ­χή μας να πε­τά­ει στα ου­ρά­νια. Η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι ο μό­νος θε­σμός που α­πέ­μει­νε, που έ­χει πα­ρά­δο­ση, ταυ­τό­τη­τα, ι­δε­ο­λο­γί­α α­γά­πης, που έ­χει μί­α συ­νέ­χεια ε­δώ και 2.000 χρό­νια, για­τί εί­ναι το σώ­μα του Χρι­στού. Πολ­λές ι­δε­ο­λο­γί­ες χά­θη­καν στην λή­θη της ι­στο­ρί­ας. Ήρ­θε η ώ­ρα για μας που θέ­λου­με να λε­γό­μα­στε χρι­στια­νοί, να το εν­νο­ή­σου­με και να ε­πι­θυ­μή­σου­με την Βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών. Δεν έ­χει ση­μα­σί­α σε ποι­ά η­λι­κί­α βρι­σκό­μα­στε, α­κό­μα και στα ε­νε­νήν­τα μας μπο­ρού­με να με­τα­νο­ή­σου­με. Δεν υ­πάρ­χει πιο θλι­βε­ρό πράγ­μα α­πό το να φω­νά­ζου­με για το τι θα συμ­βεί σε δέ­κα χρό­νια και να πε­θά­νου­με αύ­ριο το πρω­ί σαν τον ά­φρο­να πλού­σιο. Ψά­χνου­με ση­μά­δια για το πό­τε θα έρ­θει το τέ­λος του κό­σμου, για το πό­τε θα έρ­θει ο αν­τί­χρι­στος, βυ­θι­ζό­μα­στε σε θε­ω­ρί­ες συ­νω­μο­σί­ας και δεν α­να­λο­γι­ζό­μα­στε ό­τι πρώ­τα μπο­ρεί να έρ­θει το τέ­λος το δι­κό μας και να έ­χου­με α­να­λώ­σει το πο­λύ­τι­μο δώ­ρο της ζω­ής σε μεμ­ψι­μοι­ρί­ες, γκρί­νια και κα­τά­κρι­ση για τους άλ­λους.

Παν­τού βα­σι­λεύ­ει ο θά­να­τος κι ε­μείς αν­τί να χα­ρού­με τη ση­με­ρι­νή η­μέ­ρα, που εί­ναι η μό­νη που έ­χου­με σί­γου­ρη, χα­ρα­μί­ζου­με τη ζω­ή μας στο αύ­ριο. Ο Ί­διος ο Κύ­ριος μας κά­λε­σε να μην με­ρι­μνού­με για το αύ­ριο: “Μη ουν με­ρι­μνή­ση­τε εις την αύ­ριον˙ η γαρ αύ­ριον με­ρι­μνή­σει τα ε­αυ­τής˙ αρ­κε­τόν τη η­μέ­ρα η κα­κί­α αυ­τής” (Ματθ. 6, 34). Και έ­τσι γι­νό­μα­στε πλέ­ον α­πό α­γα­θό ποί­μνιο, α­γέ­λη ά­γρι­ων ζώ­ων, ζών­τας μέ­σα στο άγ­χος και την κα­τά­θλι­ψη. Μέ­σα σε ό­λη αυ­τή την κα­τή­φεια η α­νά­παυ­ση που φέρ­νει η σχέ­ση με τον Χρι­στό, η χα­ρά που φέρ­νει η ση­με­ρι­νή η­μέ­ρα, η ελ­πί­δα που φέρ­νει το Ευ­αγ­γέ­λιο στη ζω­ή μας ας εί­ναι το πρω­ταρ­χι­κό και κυ­ρί­αρ­χο μέ­λη­μά μας.

Το  κήρυγμα των Α­πο­στό­λων διαδόθηκε σε χει­ρό­τε­ρες ε­πο­χές α­πό την δι­κή μας και αυ­τοί οι άν­θρω­ποι μέ­σα στην σκλη­ρή ρω­μα­ϊ­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α, μέ­σα σε ε­κεί­νο το νο­μι­κό κα­θε­στώς των Ε­βραί­ων και μέ­σα στη σκλη­ρο­καρ­δί­α των ει­δω­λο­λα­τρών, γυρ­νού­σαν χα­μο­γε­λα­στοί τον κό­σμο και δι­έ­δι­δαν το Ευ­αγ­γέ­λιο παν­τού κι εί­χαν χα­ρά με­γά­λη! Ε­μάς μας πή­ραν α­πό το στό­μα τα κα­τα­να­λω­τι­κά μας α­γα­θά και ουρ­λι­ά­ζου­με˙ ας ξα­να­γί­νου­με χρι­στια­νοί για να χα­ρού­με, κα­θώς “ε­νός δε ε­στί χρεί­α” (Λουκ. 10, 42). Ε­κεί­νοι οι ψα­ρά­δες τα πα­ρά­τη­σαν ό­λα και Τον κυ­νή­γη­σαν α­πό πί­σω, δεν νοι­ά­στη­καν αν θα χά­σουν το μι­σθό τους και τη βο­λή τους και Τον α­κο­λού­θη­σαν. Ο λό­γος του Χρι­στού εί­ναι α­δι­ά­ψευ­στος: “ουκ επ᾽ άρ­τω μό­νω ζή­σε­ται άν­θρω­πος αλλ᾽ ε­πί παν­τί ρή­μα­τι εκ­πο­ρευ­ο­μέ­νω δια στό­μα­τος Θε­ού” (Ματθ. 4, 4).

Έ­φτα­σε ο και­ρός να πά­ρου­με τον ε­αυ­τό μας στα σο­βα­ρά και να α­να­λο­γι­στού­με τις ευ­θύ­νες μας για να ξα­να­γί­νου­με “ά­λας της γης”, για να εί­μα­στε πραγ­μα­τι­κά ευ­τυ­χι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι. Ό­χι ε­πει­δή θα κα­τέ­χου­με, αλ­λά ε­πει­δή θα με­τα­νο­ού­με. Να ξα­να­βά­λου­με την α­γά­πη του Χρι­στού στην καρ­διά μας και να την με­τα­δώ­σου­με και σε άλ­λους. Να γί­νου­με Α­πό­στο­λοι του Κυ­ρί­ου και με το ή­θος μας να προ­σελ­κύ­ου­με και άλ­λους. Να πλα­τύ­νει ο νους και η ψυ­χή μας και να χω­ρά­ει τον κα­θέ­να μέ­σα. Να πά­ψου­με να δεί­χνου­με τους πο­λι­τι­κούς και να βλέ­που­με στον κα­θρέ­πτη τους ε­αυ­τούς μας. Να στα­μα­τή­σου­με να ντρε­πό­μα­στε να λέ­με ό­τι εί­μα­στε χρι­στια­νοί και να εί­μα­στε πε­ρή­φα­νοι γι᾽ αυ­τό. Και κά­θε ε­νο­ρί­α να γί­νει χώ­ρος πα­ρη­γο­ριάς, α­γά­πης, στή­ρι­ξης, ζύ­μω­σης δι­α­φο­ρε­τι­κών α­πό­ψε­ων, κα­τάρ­τι­σης και εν τέ­λει κρυ­φό σχο­λει­ό, ό­πως ή­δη εί­ναι εφ᾽ ό­σον δι­α­δί­δει και α­να­πα­ρά­γει έ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κό λό­γο.

Ήρ­θε ο και­ρός της συγ­κο­μι­δής, ήρ­θε ο και­ρός των Α­πο­στό­λων, ήρ­θε ο και­ρός των γνή­σι­ων χρι­στια­νών. Ας ελ­πί­σου­με ε­πι­τέ­λους! Ας α­να­ζη­τή­σου­με τον Κύ­ριο στη ζω­ή μας. Κι Ε­κεί­νος μας πε­ρι­μέ­νει υ­πο­μο­νε­τι­κά να Του πού­με: “Δεν αν­τέ­χω άλ­λο, Θε­έ μου, φώ­τι­σόν μου το σκό­τος”!



 Απομαγνητοφώνηση, επεξεργασία: Σωτήρης Κ.