Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Η χαρά των Χριστιανών..




                                    
 Χαί­ρε δι ης η χα­ρά ε­κλάμ­ψει,


Χαί­ρε, ό­τι τα ου­ρά­νια συ­να­γάλ­λε­ται τη γη. 
Χαί­ρε, ό­τι τα ε­πί­γεια συγ­χο­ρεύ­ει ου­ρα­νοίς.

Χαί­ρε, τρο­φή του μάν­να δι­ά­δο­χε.
 Χαί­ρε, τρυ­φής α­γί­ας δι­ά­κο­νε.

Χαί­ρε, η γη της ε­παγ­γε­λί­ας. 
Χαί­ρε, εξ ης ρέ­ει μέ­λι και γά­λα.


Ομιλία π. Χριστοδούλου στους β΄χαιρετισμούς





Σ’ αυτόν τον κό­σμο, υ­πάρ­χουν δι­α­φό­ρων ει­δών χα­ρές. Εί­ναι ε­κεί­νες που προ­κύ­πτουν α­πό τις ε­πι­τυ­χί­ες μας, την ευ­η­με­ρί­α μας, τα ε­πι­τεύγ­μα­τά μας. Εί­ναι η χα­ρά που νι­ώ­θου­με α­πό τις σχέ­σεις μας, α­πό την αί­σθη­ση ό­τι μας α­γα­πούν κι ό­τι α­γα­πά­με. Εί­ναι η χα­ρά α­πό την δι­α­σκέ­δα­ση της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, α­πό την α­πό­λαυ­ση της ύ­λης.



Εί­ναι και οι χα­ρές που ε­πι­δι­ώ­κου­με μέ­σα α­πό την ι­κα­νο­ποί­η­ση των πα­θών μας, την ε­ξου­σί­α, το χρή­μα, την κα­το­χή α­γα­θών, α­πό τις δι­ά­φο­ρες κα­τα­χρή­σεις.



Ό­μως, ζού­με σε έ­να κό­σμο φθαρ­τό, σε έ­να κό­σμο ό­που κυ­ρια­ρχεί ο πό­νος, η θλί­ψη, η α­δι­κί­α, η βί­α. Εύ­κο­λα η χα­ρά μας μπο­ρεί να χα­θεί και να αι­σθαν­θού­με αυ­τό που α­να­κρά­ζει ο Εκ­κλη­σια­στής: Μα­ται­ό­της μα­ται­ο­τή­των, τα πάν­τα μα­ται­ό­της.



Βλέ­που­με στις μέ­ρες μας να υ­πο­χω­ρεί η ψευ­δαί­σθη­ση της ευ­δαι­μο­νί­ας μας, κα­θώς πα­ρα­τη­ρού­με την πνευ­μα­τι­κή και πο­λι­τι­σμι­κή πα­ρακ­μή να μας καταπνί­γει, τους ι­σχυ­ρούς της γης να παί­ζουν πά­λι τα παι­χνί­δια ε­ξου­σί­ας, την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση που ρί­χνει πολ­λούς αν­θρώ­πους στην α­πελ­πι­σί­α.



Κι ό­λο α­κού­με για πο­λέ­μους και α­πει­λές πο­λέ­μων, α­κού­με για εμ­φύ­λιους και στυ­γνές δι­κτα­το­ρί­ες­ και πεί­να κι αρ­ρώ­στι­ες φο­βε­ρές.



Πό­σο ευ­κο­λα μπο­ρεί η προ­σω­πι­κή μας χα­ρά να χα­θεί! Πό­σες σχέ­σεις δεν α­πο­τυ­χαί­νουν, πό­σες φι­λί­ες δεν χα­λά­νε, πό­σες συγ­γέ­νει­ες δεν φτά­νουν στην α­πο­μά­κρυν­ση και την α­πο­ξέ­νω­ση.



Κι α­να­ρω­τι­ό­μα­στε: Υ­πάρ­χει ά­ρα­γε χα­ρά στον κό­σμο αυ­τό; Που θα βρού­με την α­λη­θι­νή χα­ρά; Τι εν­νο­εί ο στί­χος «Χαί­ρε, δι  ης η χα­ρά ε­κλάμ­ψει»; Πώς γί­νε­ται η Πα­να­γί­α να εί­ναι η πη­γή της χα­ράς; Η τρο­φή του μά­να; Η γη της ε­παγ­γε­λί­ας α­πό την ο­ποί­α ρέ­ει μέ­λι και γά­λα;



Μα, αυ­τό εί­ναι το μυ­στι­κό ό­σων α­πό αρ­χής μέ­χρι των ε­σχά­των πι­στεύ­ουν α­λη­θι­νά, σχε­τί­ζον­ται προ­σω­πι­κά με τον Χρι­στό, νι­ώ­θουν την χά­ρη του Α­γί­ου Πνευ­μα­τος στην ζω­ή τους, α­πο­ζη­τούν την ει­ρή­νη στην ψυ­χή, πο­λε­μούν τα πά­θη τους, πο­λε­μούν να α­γα­πή­σουν τον Θε­ό, τον πλη­σί­ον και τον ε­αυ­τό τους.



Η Πα­να­γί­α εί­ναι πη­γή της χα­ράς και γη της ε­παγ­γε­λί­ας, για­τί Αυ­τή έ­φε­ρε την χα­ρά στον κό­σμο, τον Χρι­στό. Κι η μό­νη α­λη­θι­νή χα­ρά εί­ναι ο Ι­η­σούς Χρι­στός. 



 Χαί­ρε­τε και α­γαλ­λιά­σθε, μας λέ­ει ο Χρι­στός. Χαί­ρε­τε και πά­λι, λέ­ω χαί­ρε­τε, γρά­φει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος, παρ'   ό­λο που ή­ταν α­λυ­σο­δε­μέ­νος μέ­σα στη φυ­λα­κή.



Η Ορ­θο­δο­ξί­α εί­ναι θρη­σκεί­α της χα­ράς. Α­πό την ε­πο­χή των δι­ωγ­μών και της δου­λεί­ας, των μαρ­τυ­ρί­ων και των δι­ώ­ξε­ων, οι Χρι­στια­νοί α­κο­λου­θούν τον Χρι­στό σε έ­να κό­σμο α­μαρ­τί­ας, πει­νών­τας και δι­ψών­τας για την α­λη­θι­νή χα­ρά, αυ­τή που κα­νείς δεν μπο­ρεί να στε­ρή­σει. Για να εί­ναι κά­ποι­ος πραγ­μα­τι­κά Χρι­στια­νός, ο­φεί­λει να κα­τα­νο­ή­σει την μα­ται­ό­τη­τα του κό­σμου τού­του, το πε­πε­ρα­σμέ­νο των προσ­δο­κι­ών του, το σύ­νο­λο των ψευ­δαι­σθή­σε­ων του, το α­πο­τέ­λε­σμα των δι­α­ψεύ­σε­ών του, να αναγνωρίσει τα λάθη του και να α­να­ζη­τή­σει με πεί­να και δι­ψα την α­λη­θι­νή χα­ρά. Κι α­φού νι­ώ­σει την κα­τά Θε­όν α­πελ­πι­σί­α να α­πο­ζη­τή­σει την τρυ­φή και την γη της ε­παγ­γε­λί­ας.



Εί­πε ο Κύ­ριος: Χα­ρά γί­νε­ται ε­νώ­πιον των αγ­γέ­λων του Θε­ού ε­πί ε­νί α­μαρ­τω­λώ με­τα­νο­ούν­τι.



Όταν ο άν­θρω­πος ζη­τά­ την χά­ρη του Θε­ού, ό­ταν στην θέ­ση της α­πελ­πι­σί­ας βά­λει την πί­στη, ό­ταν την ώ­ρα της ορ­γής γο­να­τί­ζει και προ­σεύ­χε­ται στον α­γα­πη­μέ­νο του Χρι­στό, όταν με συντριβή αναγνωρίσει τις αστοχίες του, ό­ταν α­φή­νει πί­σω του τις ε­νο­χές του χτες και νι­κά τον φό­βο του αύ­ριο, τό­τε κα­τα­λα­βαί­νει για­τί α­πό την Πα­να­γί­α ρέ­ει μέ­λι και γά­λα.



Λέ­ει ο Μέ­γας Ντο­στο­γι­έφ­σκι: ε­ξο­μο­λο­γή­θη­κα και πα­ρά­δει­σος φύ­τρω­σε στην καρ­διά μου. Πα­ρά­δει­σος, για­τί με­τα­νο­ών­τας δια­ρκώς, ο χρό­νος μη­δε­νί­ζε­ται, οι ε­νο­χές ε­ξα­φα­νί­ζον­ται, το αύ­ριο παύ­ει να εί­ναι πη­γή άγ­χους και μέ­ρι­μνας κι ο πι­στός ζει την χα­ρά του σή­με­ρα, ό­σες λύ­πες κι αν υ­πάρ­χουν.



Αυ­τή εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή ορ­θο­δο­ξί­α, α­δελ­φοί μου, η θρη­σκεί­α της χα­ράς. Γι αυ­τήν μι­λά­ει το Ευ­αγ­γέ­λιο, αυ­τήν έ­ζη­σαν οι μάρ­τυ­ρες κι οι ό­σιοι κι οι ά­γιοι της δι­πλα­νής πόρ­τας. Αυ­τή συγ­κρά­τη­σε πάμ­πολ­λους προ­γό­νους μας σε ε­πο­χές δι­ωγ­μών και ε­θνι­κών κα­τα­στρο­φών και φτώ­χιας.



Για­τί αυ­τή την δω­ρε­ά της χα­ράς, της ου­ρά­νιας πνευ­μα­τι­κής χα­ράς δεν μπο­ρεί να μας την πά­ρει κα­νείς! Ε­πει­δή εί­ναι καρ­πός του Πνεύ­μα­τος, την δι­α­τη­ρεί ο πι­στός, εί­τε αρ­ρω­σταί­νει, εί­τε δι­ώ­κε­ται, εί­τε υ­πο­φέ­ρει και βα­σα­νί­ζε­ται α­πό α­δι­κί­ες, εί­τε συ­κο­φαν­τεί­ται α­ναι­τί­ως, εί­τε πει­ρά­ζε­ται α­πό το κα­κό.


Οι θλί­ψεις, οι α­δι­κί­ες και οι δυ­σκο­λί­ες, αν­τέ­χον­ται με χα­ρά, μό­νο όμως με τη χά­ρη του Θε­ού και την βο­ή­θεια της Πα­να­γί­ας μας. Αυ­τό εί­ναι το κοι­νό μυ­στι­κό ό­σων έ­γι­ναν μα­θη­τές του Χρι­στού μέ­σα στους αι­ώ­νες. Γι αυ­τό δι­α­δό­θη­κε με τό­ση τα­χύ­τη­τα ο Χρι­στι­α­νι­σμός κι έ­γι­νε η θρη­σκεί­α της Α­γά­πης. Την χα­ρά αυ­τή δεν μπο­ρεί να την νι­ώ­σει ό­ποι­ος δεν εί­ναι δια­ρκώς με­τα­νο­ών για τα λά­θη και τις α­στο­χί­ες του, ό­ποι­ος δεν α­γα­πά τον πλη­σί­ον του ως ε­αυ­τόν, ό­ποι­ος δεν συγ­χω­ρεί, ό­ποι­ος κλεί­νε­ται στον ε­αυ­τό του και κοι­τά το μι­κρο­συμ­φέ­ρον του, ό­ποι­ος βου­λιά­ζει στα πά­θη του…


Ο τρό­πος ζω­ής του ορ­θό­δο­ξου Χρι­στια­νού πε­ρι­γρά­φε­ται στον πε­ρί­φη­μο στί­χο του Α­πο­στό­λου Παύ­λου, στην προς Ρω­μαί­ους Ε­πι­στο­λή: Χαί­ρειν με­τά των χαι­ρόν­των και κλαί­ειν με­τά των κλαι­όν­των.



Να ζεις κά­θε μέ­ρα της ζω­ής σου συμ­πά­σχον­τας με τους άλ­λους. Αν­τί να εί­σαι κλει­σμέ­νος στα δι­κά σου, να αν­τλείς χα­ρά α­πό την χα­ρά του πλη­σί­ον και να συμ­με­τέ­χεις στην θλί­ψη του άλ­λου, έ­τσι που η καρ­διά σου να με­γα­λώ­νει και να χω­ρά­ει ό­λο τον κό­σμο.



Το να γί­νει η η λύ­πη σου λύ­πη μου, και ο πό­νος σου πό­νος μου, δεν εί­ναι εύ­κο­λο. Αλ­λά πιο δύ­σκο­λο εί­ναι η χα­ρά σου να γί­νε­ται χα­ρά μου. Η ε­πι­τυ­χί­α σου να γί­νε­ται ε­πι­τυ­χί­α μου, η ευ­τυ­χί­α σου να γί­νε­ται ευ­τυ­χί­α μου, η ε­πι­τυ­χί­α του παι­διού σου να γί­νε­ται και δι­κή μου ε­πι­τυ­χί­α. Η εμ­πει­ρί­α των Πα­τέ­ρων μας βε­βαι­ώ­νει ό­τι το συγ­χαί­ρειν, εί­ναι α­συγ­κρί­τως δυ­σκο­λό­τε­ρο α­πό το συμ­πά­σχειν.



Ό­μως αυ­τός εί­ναι ο δρό­μος προς την α­γά­πη.


Ό­λα αυ­τά θέ­λουν α­γώ­να πνευ­μα­τι­κό. Θέ­λει να βά­λου­με το Ευ­αγ­γέ­λιο στην καρ­διά μας. Η ζω­ή περ­νά, κά­θε μέ­ρα το ρο­λό­ι λει­τουρ­γεί αν­τι­στρο­φα. Μό­λις τε­λει­ώ­σει η α­φέ­λεια της πρώ­της νε­ό­τη­τας το κα­τα­λα­βαί­νου­με Σή­με­ρα υ­πάρ­χου­με, αύ­ριο θα πε­θά­νου­με. Σή­με­ρα ευ­η­με­ρού­με κι αύ­ριο πτω­χεύ­ου­με. Σή­με­ρα έ­χου­με ει­ρή­νη κι αύ­ριο τα συμ­φέ­ρον­τα των με­γά­λων μας βου­λιά­ζουν στην δυ­σκο­λί­α. Σαν τις μω­ρές παρ­θέ­νες τε­λει­ώ­νου­με τον βί­ο μας οι πε­ρισ­σό­τε­ροι άν­θρω­ποι, που πο­τέ δεν θα συ­ναν­τή­σουν τον Νυμ­φί­ο της χα­ράς, για­τί πο­τέ δεν τον α­πο­ζή­τη­σαν, η κου­ρά­στη­καν στου δρό­μου τα μι­σά, ή για­τί ο σπό­ρος έ­πε­σε σε τό­πο ά­γο­νο και δεν φύ­τρω­σε.




Ας α­να­ζη­τή­σου­με λοι­πόν α­δελ­φοί μου, την Α­να­στά­σι­μη χα­ρά που εί­ναι γέν­νη­μα της α­λη­θι­νής με­τά­νοι­ας. Η πο­ρεί­α της ζω­ής μας εί­ναι Σταυ­ρι­κή για­τί η ζω­ή εί­ναι δύ­σκο­λη και για­τί πρέ­πει να σταυ­ρώ­νου­με δια­ρκώς την φι­λαυ­τί­α μας, αλ­λά ο σκο­πός και το μέ­σον μας εί­ναι η χα­ρά. Γι’ αυ­τό και η Α­να­στά­σι­μη χα­ρά, ο­νο­μά­ζε­ται Σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μη χα­ρά. Λυ­πού­μα­στε για τα λά­θη μας, αλ­λά χαι­ρό­μα­στε την ζω­ή. Κλαί­με τις α­στο­χί­ες μας, αλ­λά ζού­με την χα­ρά της η­μέ­ρας. Θλι­βό­μα­στε για την κα­κί­α του κό­σμου τού­του που γεν­νά την βί­α, τον φα­να­τι­σμό, την α­δι­κί­α, αλ­λά α­κο­λου­θού­με τον Α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό. Βλέ­που­με τον θά­να­το να θε­ρί­ζει, αλ­λά ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο πι­στεύ­ου­με στην Α­νά­στα­ση, πα­ρα­κα­λού­με να μας δί­νει ο Θε­ός πί­στη για να αι­σθα­νό­μα­στε αι­ώ­νιοι.



Αν ο Χρι­στός δεν α­να­στή­θη­κε, τό­τε μά­ται­η εί­ναι η πί­στη μας, λέ­ει ο Α­πό­στο­λος. Ό­λα τα τρο­πά­ρια του Πά­σχα, εί­ναι γε­μά­τα α­πό χα­ρά, α­πό φως, α­πό ζω­ή, α­πό ελ­πί­δα. Η πρώ­τη λέ­ξις του Α­να­στη­μέ­νου Κυ­ρί­ου, ό­ταν εμ­φα­νί­στη­κε στις Μυ­ρο­φό­ρες, ή­ταν το «Χαί­ρε­τε». Και κεί­νες «με­τά χα­ράς με­γά­λης, έ­τρε­ξαν να α­ναγ­γεί­λουν το με­γά­λο γε­γο­νός της Α­νά­στα­σης.



Κα­θώς βα­δί­ζου­με προς το Πά­σχα ας έ­χου­με στο νου μας ό­τι α­πό την ε­πο­χή του Χρι­στού αυ­τό κά­νουν οι με­τα­νο­ούν­τες Χρι­στια­νοί. Αυ­τό εί­ναι το μή­νυ­μα του Κυ­ρί­ου στους αι­ώ­νες, η χα­ρά της Εκ­κλη­σί­ας, της λα­τρεί­ας μας. «Χαί­ρε­τε εν Κυ­ρί­ω», λέ­ει δια­ρκώς Α­πό­στο­λος Παύ­λος στις Ε­πι­στο­λές του. 

Αυ­τή την χα­ρά εί­θε να πο­θή­σου­με δια πρε­σβει­ών της Πα­να­γί­ας μας και σε και­ρούς δί­σε­κτους να ζή­σου­με την τρυ­φή που έ­νοι­ω­σαν και οι Ά­γιοι, οι ό­σιοι οι μάρ­τυ­ρες και οι δί­και­οι πριν α­πό ε­μάς. Α­μήν!