Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Παρουσίαση του βιβλίου " Συναπάντημα στην Δύση"



 Παρουσίαση του βιβλίου " Συναπάντημα στην Δύση" (εκδ. Σταμούλη),
 που εκφωνήθηκε στο πνευματικό κέντρο της Ι. Μητροπόλεως Καρπενησίου, στις 2/6/2013

Από τον π. Χριστόδουλο Μπίθα


Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, Α­γα­πη­τοί Πα­τέ­ρες και α­δελ­φοί,

Για να εν­νο­ή­σου­με κα­λύ­τε­ρα το βι­βλί­ο «Συ­να­πάν­τη­μα στην Δύ­ση», του π. Βα­σι­λεί­ου Χρι­στο­δού­λου, θα έ­πρε­πε πρώ­τα να σας μι­λή­σω για έ­να Συ­να­πάν­τη­μα στην Α­να­το­λή, δη­λα­δή το δι­κό μου άν­τά­μω­μα με τον συγ­γρα­φέ­α α­πό την αρ­χή της ι­ε­ρω­σύ­νης του. Να σας δι­η­γη­θώ την πνευ­μα­τι­κή του πο­ρεί­α ό­πως την πα­ρα­κο­λου­θώ πολ­λά χρό­νια τώ­ρα, να σας μι­λή­σω για τις χα­ρές και τις λύ­πες του, για τις πτώ­σεις και την με­τά­νοι­ά του, την α­γω­νί­α του για την συ­νάν­τη­ση με τον Χρι­στό, την α­φο­σι­ώ­σή του στην Εκ­κλη­σί­α και τους αν­θρώ­πους, την μα­νι­κή ε­να­σχό­λη­σή του με την ποί­η­ση, το γρά­ψι­μο και τον λό­γο, την α­γά­πη του στους πα­τέ­ρες της εκ­κλη­σί­ας. Ί­σως θα έ­πρε­πε α­κό­μα, να σας ε­ξι­στο­ρή­σω και τις α­τέρ­μο­νες συ­ζη­τή­σεις μας για τον Θε­ό και τον άν­θρω­πο, την θε­ο­λο­γί­α και την τέ­χνη, ό­λα αυ­τά δη­λα­δή που έ­θρε­ψαν την πέ­να του και δη­μι­ούρ­γη­σαν τις λέ­ξεις, τα νο­ή­μα­τα και τους στο­χα­σμούς του.

Ό­μως, α­φού το θέ­μα της ει­σή­γη­σης εί­ναι το δη­μι­ούρ­γη­μα και ό­χι ο δη­μι­ουρ­γός, να ξε­κι­νή­σου­με λέ­γον­τας, πως το «Συ­να­πάν­τη­μα στην δύ­ση», το εμ­πνεύ­στη­κε ο π. Βα­σί­λει­ος, α­πό την συ­νάν­τη­ση του με τον δί­και­ο του Θε­ού, πρε­σβύ­τε­ρο Κων­σταν­τί­νο Σκόν­δρα, στην δύ­ση της ζω­ής του. Και έ­τσι, γεν­νή­θη­κε, το βι­βλί­ο που κρα­τά­με τώ­ρα στα χέ­ρια μας και τέρ­πει το νου και τις αι­σθή­σεις.


Το «Συ­να­πάν­τη­μα στην δύ­ση», εί­ναι έ­να συ­να­ξά­ρι για τον μα­κα­ρι­στό πα­πα-Κώ­στα, και συ­νά­μα η μα­τιά του π. Βα­σι­λεί­ου στον κό­σμο, με α­φορ­μή τον α­γα­θό λευ­ί­τη. Α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες δι­α­πι­στώ­νου­με ό­τι κά­νου­με έ­να τα­ξί­δι στον κό­σμο της α­γι­ό­τη­τας μέ­σα α­πό τα μά­τια του συγ­γρα­φέ­α, με ό­χη­μα την ζω­ή του παπ­πού - ό­πως τον α­πο­κα­λεί, (προ­φα­νώς ε­πη­ρε­α­σμέ­νος α­πό την γνω­ρι­μί­α του με τον ά­γιο Γέ­ρον­τα Ε­φραίμ Κα­του­να­κι­ώ­τη). Κα­θώς το ξε­φυλ­λί­ζου­με, μας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ζων­τα­νή η έν­νοι­α της πα­ρά­δο­σης. Α­νι­χνεύ­ου­με την πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ε­νός α­γω­νι­στή ι­ε­ρέ­α της πα­λιάς Ελ­λά­δας, ό­πως την ψη­λα­φεί ο συγ­γρα­φέ­ας, ως φο­ρέ­ας της Α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής Ορ­θό­δο­ξης πα­ρά­δο­σης που με την σει­ρά του μα­θή­τευ­σε δί­πλα στον πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα,  μα­κα­ρι­στό ι­ε­ρο­μό­να­χο Ι­λα­ρί­ω­να, «τον πλο­η­γό η­λι­ά­το­ρα, που α­πό παι­δί α­κό­μα, τον γέ­μι­ζε με ε­πι­θυ­μί­α ε­ξό­δου α­πό τον προ­φα­νή χώ­ρο του», ό­πως γρά­φει στην α­φι­έ­ρω­ση του βι­βλί­ου.

Ο π. Βα­σί­λει­ος μας α­πο­κα­λύ­πτει την ο­σια­κή ζω­ή του π. Κων­σταν­τί­νου, την πεί­να και την δί­ψα του, την μα­τιά του στον κό­σμο, την α­γω­νί­α του να α­κο­λου­θή­σει την στε­νή και τε­θλιμ­μέ­νη ο­δό, αυ­τήν που ο­δη­γεί στην Ζω­ή και την Α­λή­θεια, στον Χρι­στό, που αν έ­χεις την α­πο­κο­τιά να τον α­κο­λου­θή­σεις, γρή­γο­ρα συ­νει­δη­το­ποι­είς ό­τι με την χά­ρη του Θε­ού, φτά­νεις στην Ευ­χα­ρι­στί­α και την χα­ρά.

Ο συγ­γρα­φέ­ας θέ­τει μό­νος του το ε­ρώ­τη­μα, για­τί έ­γρα­ψε το βι­βλί­ο, α­φού ε­λά­χι­στα γνώ­ρι­ζε τον παπ­πού; Κι α­παν­τά: «Για να βρον­το­φω­νά­ξω ό­τι ο Θε­ός μας ε­πι­σκέ­φθη­κε και συ­νε­χί­ζει να το κά­νει, χω­ρίς ε­μείς να παίρ­νου­με χαμ­πά­ρι, χω­ρίς να υ­πο­ψι­α­ζό­μα­στε.  Περ­πα­τά μέ­σα στη ζω­ή μας, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ά­πει­ρους και δι­α­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους. Χρη­σι­μο­ποι­εί τους βη­μα­τι­σμούς αν­θρώ­πων για να α­φή­νει τα δι­κά Του χνά­ρια.»

Πράγ­μα­τι, στο πρό­σω­πο του π. Κων­σταν­τί­νου, ο α­να­γνώ­στης α­να­γνω­ρί­ζει τις α­ρε­τές του α­λη­θι­νού ποι­μέ­να, στα πα­λι­ό­τε­ρα δύ­σκο­λα χρό­νια της Νε­ώ­τε­ρης Ελ­λά­δας, ο ο­ποί­ος πρώ­τα α­π’ ό­λα υ­πήρ­ξε Λει­τουρ­γός, δι­ά­πυ­ρος προ­σευ­χής: «Κα­τά­φε­ρε», δι­α­βά­ζου­με, «ο π. Κων­σταν­τί­νος να δι­α­τη­ρή­σει α­λώ­βη­τη α­πό το πέ­ρα­σμα του χρό­νου ε­κεί­νη την εκ­πλήσ­σου­σα ρί­γη των πρώ­των λει­τουρ­γι­ών, της πρώ­της α­νό­δου στα κρά­σπε­δα του θυ­σι­α­στη­ρί­ου, της πρώ­της λα­χτά­ρας για την α­φή των Τι­μί­ων Δώ­ρων. Μι­λώ ει­λι­κρι­νά, δεν έ­χω συ­ναν­τή­σει ξα­νά στη ζω­ή μου τέ­τοι­α λα­χτά­ρα και α­γά­πη για την λει­τουρ­γί­α, εκ­φρα­ζό­με­νη α­πό καρ­διά ο­γδόν­τα ε­πτά χρό­νων». Και συ­νε­χί­ζει: «Το εκ­κλη­σά­κι του α­γί­ου Νι­κο­λά­ου στην Πο­τα­μιά ή­ταν ο δι­κός του προ­σω­πι­κός χώ­ρος συ­νάν­τη­σης με τον λα­τρε­μέ­νο του Θε­ό. Ή­ταν ο χώ­ρος στον ο­ποί­ο εί­χε ζή­σει πά­νω α­πό πε­νήν­τα χρό­νια λει­τουρ­γι­κών συ­να­παν­τη­μά­των με τον θυ­σι­α­ζό­με­νο α­μνό».
Ε­κεί, μνη­μό­νευ­ε α­τε­λεύ­τη­τα ζών­τες και κε­κοι­μη­μέ­νους για ώ­ρες. Για­τί ο α­λη­θι­νός ποι­μέ­νας, ζει με την έ­γνοι­α των ψυ­χών που ο Θε­ός έ­φε­ρε στον δρό­μο του. Δεν παύ­ει να εύ­χε­ται, να στη­ρί­ζει, να νοι­ά­ζε­ται, να προ­σεύ­χε­ται στον Κύ­ριο γι’ αυ­τές. Α­κό­μα κι ό­ταν φύ­γουν α­πό τού­τη την ζω­ή, πα­ρα­μέ­νουν στις δε­ή­σεις του, ζουν στην μνή­μη του κα­θη­με­ρι­νά.  Δι­α­βά­ζου­με: «Η α­γά­πη του παπ­πού για τον κό­σμο, για τους αν­θρώ­πους, τον ω­θού­σε να πράτ­τει υ­περ­βο­λές α­γά­πης. Ό­λα αυ­τά τα κα­τε­βα­τά ο­νο­μά­των δεν τα μνη­μό­νευ­ε μό­νο στη Θ.Λ. αλ­λά και στην προ­σω­πι­κή του προ­σευ­χή κά­θε βρά­δυ, στο α­πό­δει­πνό του. Το ί­διο και κα­τά τα ι­ε­ρά σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γα των Χρι­στου­γέν­νων. Τα ο­νό­μα­τα των αν­θρώ­πων τα μνη­μό­νευ­ε, ό­χι μό­νο στην Προ­σκο­μι­δή αλ­λά και το α­πό­γευ­μα, στον Ε­σπε­ρι­νό. Πί­σω α­πό κά­θε ό­νο­μα κρυ­βό­ταν και μί­α κραυ­γή, δεν μπο­ρού­σε να την πα­ρα­βλέ­ψει».

***

Στην ζω­ή του μα­κα­ρι­στού πα­πα-Κώ­στα α­πο­τυ­πώ­νε­ται η δί­ψα για την μά­θη­ση και το δι­ά­βα­σμα, μέ­σα σε συν­θή­κες αν­τί­ξο­ες, τό­τε που η μόρ­φω­ση ή­θε­λε κό­πο και θυ­σί­ες πολ­λές, για­τί ή­ταν πα­ρά­θυ­ρο στον κό­σμο, ά­νοιγ­μα ο­ρί­ζον­τα. «Α­πό την παι­δι­κή του η­λι­κί­α δι­έ­κρι­νε κα­νείς την βου­λι­μί­α του για μά­θη­ση, για γνώ­ση», μας λέ­ει ο συ­γρα­φέ­ας. «Εί­ναι το πρώ­το ξε­πέ­ταγ­μα της καρ­διάς που αι­σθά­νε­ται την α­νάγ­κη να ψα­χου­λέ­ψει τον κό­σμο, το «για­τί», την ύ­παρ­ξη.
 Ο λό­γος, η γρα­φή, η α­νά­γνω­ση προ­σφέ­ρον­ται για τα­ξί­δια, για γνω­ρι­μί­ες, για πε­ρι­πλα­νή­σεις. Εί­ναι ο τρό­πος να φεύ­γεις μα­κρυ­ά ε­νώ πα­ρα­μέ­νεις α­με­τα­κί­νη­τος. … Παίρ­νεις έ­να βι­βλί­ο στα χέ­ρια σου και βρί­σκε­σαι να φυλ­λο­με­τράς την καρ­διά του συγ­γρα­φέ­α. Να με­τέ­χεις στις σκέ­ψεις του, στις α­νη­συ­χί­ες του, στα βι­ώ­μα­τά του. Κά­θε βι­βλί­ο και μί­α ρωγ­μή στην δι­α­στα­τή πε­ρα­τό­τη­τά μας. Α­φορ­μή για το πλά­τυα­σμα της καρ­διάς, το ά­νοιγ­μα του νου, τον πλου­τι­σμό των συ­ναι­σθη­μά­των. Ά­νοιγ­μα και­νού­ρι­ων ο­ρι­ζόν­των, άλ­λης αν­τί­λη­ψης, δι­α­φο­ρε­τι­κής μα­τιάς».

 Α­κό­μα και στα γη­ρα­τειά του, ο π. Κων­σταν­τί­νος, δι­ά­βα­ζε ο,τι κα­λό έ­πε­φτε στα χέ­ρια του. Εί­ναι ση­μαν­τι­κό για έ­να ποι­μέ­να, αλ­λά και για κά­θε πι­στό, η συ­νε­χής εν­τρύ­φη­ση στα νά­μα­τα του Ευ­αγ­γε­λί­ου, στους λό­γους των Πα­τέ­ρων, στους προ­βλη­μα­τι­σμούς των Θε­ο­λό­γων και των στο­χα­στών, η δια­ρκής πα­ρα­μυ­θί­α,. «Σε πολ­λά εκ­κλη­σι­α­στι­κά πε­ρι­ο­δι­κά α­παν­τού­σε εγ­γρά­φως, στέλ­νον­τας ε­πι­στο­λές για πολ­λά θέ­μα­τα που τον εί­χαν συγ­κι­νή­σει. Ε­παι­νού­σε πολ­λές φο­ρές τους εκ­δό­τες και συγ­γρα­φείς για πολ­λά άρ­θρα που τον α­νέ­παυ­αν. Πολ­λές φο­ρές α­παν­τού­σε σε γράμ­μα­τα φυ­λα­κι­σμέ­νων στέλ­νον­τάς τους και χρή­μα­τα και με την ά­δο­λη καρ­διά του τους προ­σκα­λού­σε να τους φι­λο­ξε­νή­σει κι­ό­λας στο σπί­τι του στην Α­θή­να, αν έ­παιρ­ναν κά­ποι­α ά­δεια και δεν εί­χαν που να μεί­νουν», δι­α­βά­ζου­με στο βι­βλί­ο.

Στην ε­πο­χή μας, δυ­στυ­χώς λί­γοι δι­α­βά­ζουν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Νε­ο­έλ­λη­νες εί­ναι κα­θη­λω­μέ­νοι α­πό την α­νο­η­σί­α της τη­λε­ο­πτι­κής ει­κό­νας που  προ­κα­λεί α­πο­προ­σα­να­το­λι­σμό και σύγ­χι­ση. Κα­θώς χρό­νια τώ­ρα, οι κυ­ρί­αρ­χες ι­δε­ο­λο­γί­ες του κό­σμου τού­του αλ­λο­τρι­ώ­νουν την αν­τί­λη­ψη του μέ­σου αν­θρώ­που, προ­ά­γουν την η­μι­μά­θεια,  την λή­θη και τον ά­κρι­το κα­τα­να­λω­τι­σμό, ο πα­πα-Βα­σί­λης γρά­φει για τον παπ­πού και συ­νά­μα προ­τρέ­πει τον α­να­γνώ­στη: «Έ­νοι­ω­θα», λέ­ει, «ό­τι η καρ­διά του δεν έ­χει πε­ρι­ο­ρι­σμό. Δεν μπο­ρού­σα με τί­πο­τα να χορ­τά­σω την πεί­να των μα­τι­ών της καρ­διάς του. Η δί­ψα του για γνώ­ση, για μά­θη­ση, ή­ταν α­σί­γα­στη».


Ο μα­κα­ρι­στός πα­πα-Κώ­στας α­γα­πού­σε με α­γνό­τη­τα και πά­θος την Ελ­λά­δα. «Η α­γά­πη του για την πα­τρί­δα μας, ή­ταν σπλα­χνι­κή», δι­α­βά­ζου­με. «Έ­ζη­σε στο πε­τσί του την πε­ρί­ο­δο της κα­το­χής, τον εμ­φύ­λιο σπα­ραγ­μό, την δι­κτα­το­ρί­α, ψη­λα­φών­τας ου­σι­α­στι­κά τα στίγ­μα­τα των βα­σα­νι­σμών πά­νω στο κορ­μί της Ελ­λά­δας. Αυ­τό τον εί­χε κά­νει να εί­ναι α­λη­θι­νός πα­τρι­ώ­της. Να α­γα­πά την Ελ­λά­δα ό­χι σαν ι­δέ­α, αλ­λά σαν ζων­τα­νό κοι­νω­νού­με­νο πο­λι­τι­σμό, σαν με­τα­λαμ­πα­δευ­ό­με­νο ή­θος α­προ­σμέ­τρη­το, σαν αρ­χον­τιά προ­σώ­πων, σαν πλού­το συ­ναι­σθη­μά­των». Ό­μως ταυ­τό­χρο­να να μην ξε­χω­ρί­ζει κα­νέ­ναν, ό­τι και αν φρο­νού­σε, αλ­λά να βλέ­πει με α­γά­πη τον κά­θε άν­θρω­πο, α­κο­λου­θών­τας τα βή­μα­τα του Χρι­στού. «Να α­γα­πή­σεις τον πλη­σί­ον σου ως ε­αυ­τόν».

Αυ­τό εί­ναι που λεί­πει σε αυ­τό τον τό­πο σή­με­ρα. Το θυ­σι­α­στι­κό ή­θος, η α­γά­πη για τον συ­νάν­θρω­πο, η α­πεμ­πλο­κή α­πό την φί­λαυ­τη ε­να­σχό­λη­ση με τα δι­κά μας και τα μι­κρο­συμ­φε­ρον­τά μας. Μα­στί­ζε­ται η χώ­ρα α­πό την πα­τρι­δο­κα­πη­λεί­α και τα δι­α­φό­ρων α­πο­χρώ­σε­ων ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα. Πολ­λοί μι­λούν για την Ελ­λά­δα, αλ­λά η πρα­κτι­κή τους εί­ναι κον­τό­φθαλ­μη, ε­πι­θε­τι­κή και εμ­πα­θής. Εν­δι­α­φέ­ρον­ται για τα πα­ρα­τα­ξια­κά συμ­φέ­ρον­τα, για την ε­πι­κρά­τη­ση της ι­δε­ο­λο­γί­ας τους, ό­χι για την πα­τρί­δα και τον συ­νάν­θρω­πο.«Η α­γά­πη» δι­α­βά­ζου­με, «και η κα­τα­δε­κτι­κό­τη­τα του παπ­πού ή­ταν αυ­τή που κι­νη­το­ποί­η­σε τις καρ­δι­ές των ί­σως α­δι­ά­φο­ρων για την πί­στη ε­ξό­ρι­στων αν­θρώ­πων. Εί­ναι η α­γά­πη, η μο­να­δι­κή αυ­τή συμ­παν­τι­κή δύ­να­μη, που μπο­ρεί να δι­εισ­δύ­σει στα πιο κα­λο­α­σφα­λι­σμέ­να α­πό τον ε­γω­ι­σμό και τις ι­δε­ο­λη­ψί­ες α­νή­λια­γα καρ­δια­κά τα­μεί­α, και να ε­ξά­γει το πρω­τό­κτι­στο α­δα­μια­ίο ζεύ­γος, την α­πλό­τη­τα και την συμ­πό­νια, το νοι­ά­ξι­μο και την θυ­σί­α, την τρυ­φε­ρό­τη­τα και κα­λο­σύ­νη. Να μας α­να­στή­σει πε­θα­μέ­νους τρό­πους ζω­ής, ξε­χα­σμέ­νες α­ρε­τές, α­πω­θη­μέ­νη ω­ραι­ό­τη­τα…
Η α­γά­πη δε σε υ­πο­χρε­ώ­νει α­πλώς και μό­νο, δεν κι­νη­το­ποι­εί το φι­λό­τι­μό σου, σε ει­σά­γει στον χώ­ρο της, σε συ­νά­πτει στον δι­κό της τρό­πο ζω­ής, σε κά­νει να αι­σθά­νε­σαι γνώ­ρι­μος και α­πο­δε­κτός.   
Κι ό­μως, στην παν­το­δύ­να­μο α­γά­πη μπο­ρεί να αν­τι­στα­θεί έ­να και μό­νο πράγ­μα, η ε­λευ­θε­ρί­α του αν­θρώ­που να την αρ­νη­θεί. Να μην θε­λή­σει να ζή­σει την πλη­ρό­τη­τά της αλ­λά να ε­πι­λέ­ξει την α­σφυ­ξί­α του ε­γω­ι­σμού, των σκο­πι­μο­τή­των, των στρα­τευ­μέ­νων ι­δε­ο­λο­γι­ών».

Κα­θώς δι­α­νύ­ου­με μια με­γά­λη πνευ­μα­τι­κή πα­ρακ­μή σε ό­λα τις εκ­φάν­σεις του σύγ­χρο­νου κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κού βί­ου, το βι­βλί­ο μας α­φυ­πνί­ζει μέ­σα α­πό το ή­θος του πα­πα-Κώ­στα: «Η ει­λι­κρι­νής α­γα­πη τό­σο για τον τό­πο σου ό­σο και για τους αν­θρώ­πους του εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα του δο­σί­μα­τος της καρ­διάς σου στον Χρι­στό, μέ­σα α­π’ την ο­ποί­α α­νοί­γε­ται, πλα­τιά­ζει, γί­νε­ται πε­ρι­ε­κτι­κή. Αυ­τή η α­γά­πη σε ξε­μυ­τί­ζει α­πό την ε­γω­τι­κή εγ­κύ­στω­ση και τον ι­δι­ο­τε­λή τρό­πο σκέ­ψης και σου α­νοί­γει την μα­τιά στον πλα­τύ ο­ρί­ζον­τα. Σε κά­νει να προ­τάσ­σεις το κοι­νό κα­λό, ο­ρα­μα­τι­ζό­με­νος τις ε­ξε­λί­ξεις και την ω­φέ­λεια σε βά­θος χρό­νου. Να μην χτί­ζεις μό­νο για τα δι­κά σου βή­μα­τα μα και για τις περ­πα­τη­σι­ές των ε­πο­μέ­νων».

Μέ­χρι την δύ­ση του βί­ου του α­γα­πού­σε τους αν­θρώ­πους ο πα­πα­Κώ­στας, τους έ­βλε­πε ως ει­κό­νες θε­ού, ή­ταν κοι­νω­νός της χα­ράς που ε­πι­φέ­ρει η χά­ρις του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος: «Ο παπ­πούς», δι­α­βά­ζου­με στο βι­βλί­ο, «ή­ταν έ­να περ­πά­τη­μα πα­ρα­δεί­σιας χα­ράς μέ­σα στον τό­πο της ε­ξο­ρί­ας της, στην δι­κή μας την Α­θή­να. Στην πό­λη που δεν έ­χου­με πια την δι­ά­θε­ση, την α­φορ­μή και τον χρό­νο να χα­ρού­με. Η α­ναγ­κα­στι­κή του πα­ρα­μο­νή στην Α­θή­να κά­θε χρό­νο α­πό το Νο­έμ­βριο πε­ρί­που μέ­χρι και το Πά­σχα δεν κα­τέ­στη ι­κα­νή να του αμ­βλύ­νει την χα­ρω­πό­τη­τα της καρ­διάς του. Έ­βλε­πες έ­ναν άν­θρω­πο ό­χι α­πλώς να γε­λά­ει αλ­λά να χαί­ρε­ται, και έ­νοι­ω­θες ό­τι το χα­μό­γε­λό του δεν ή­ταν κί­νη­ση σύ­σπα­σης των χει­λέ­ων, αλ­λά πα­ρά­δω­μά τους στην πλημ­μυ­ρί­δα χα­ράς που α­να­δυ­ό­ταν α­π’ την καρ­διά και κα­τέ­κλυ­ζε σπι­θα­μή προς σπι­θα­μή ό­λη την ύ­παρ­ξη.» Ζού­σε την α­γά­πη για τον συ­νάν­θρω­πό έμ­πρα­κτα. Μέ­σα στην α­πρό­σω­πη με­γα­λού­πο­λη χά­ρι­ζε α­πλό­χε­ρα το νοι­ά­ξι­μό του, στους δι­α­βά­τες της γει­το­νιάς, στον πλα­νό­διο μου­σι­κάν­τη, στην μο­να­χι­κή γρι­ού­λα. Έ­βλε­πε στον κά­θε άν­θρω­πό την ει­κό­να του θε­ού. Κι ό­ταν η χά­ρις του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος σε σκε­πά­ζει, δεν έ­χει ση­μα­σί­α που μέ­νεις, αλ­λά το πως νοι­ώ­θεις. «Ουχ ο τρό­πος, αλ­λ’ ο τρό­πος». Α­κό­μα και μέ­σα στην πο­λύ­βου­η και τα­ραγ­μέ­νη πό­λη, η ψυ­χή α­γάλ­λε­ται και το βλέμ­μα σου α­να­κα­λύ­πτει την κρυμ­μέ­νη ο­μορ­φιά.

 «Ό­ταν έ­χεις», γρά­φει ο π. Βα­σί­λει­ος «αυ­τήν την χα­ρά της πα­ρου­σί­ας του Θε­ού στην καρ­διά σου και βλέ­πον­τας τον κά­θε άν­θρω­πο, αι­σθά­νε­σαι, ό­τι ά­κους την πα­ρα­κλη­τι­κή φω­νή του Μα­κε­δό­να νέ­ου στις Πρά­ξεις των Α­πο­στό­λων: «δια­βάς εις Μα­κε­δο­νί­αν βο­ή­θη­σον η­μίν». ...Πέ­ρα­σε τα σύ­νο­ρα του ε­αυ­τού σου, της προ­σω­πι­κής σου ε­πάρ­κειας και κοι­νώ­νη­σε μα­ζί μας την πα­ρου­σί­α του Χρι­στού. Έ­λα να μας μι­λή­σεις, να μας αγ­γί­ξεις, να μας υ­πο­ψιά­σεις, να μας α­να­τα­ρά­ξεις. Σαν την αυ­λα­κω­μέ­νη α­πό αυχ­μό ά­νυ­δρη γη, ε­κλι­πα­ρού­σα ό­χι α­πλώς βρο­χή αλ­λά υ­έ­τια κα­ται­γί­δα, η υ­πό­στα­ση του κά­θε αν­θρώ­που ε­κλι­πα­ρεί για λί­γη πα­ρου­σί­α Χρι­στού, ε­πι­τέ­λους για λί­γη χα­ρά, για πραγ­μα­τι­κό χα­μό­γε­λο».

***

Ί­σως κά­ποι­ος να α­να­ρω­τη­θεί πως εί­ναι δυ­να­τόν ο συγ­γρα­φέ­ας να γρά­φει τό­σο εμ­φαν­τι­κά για κά­ποι­ον που γνώ­ρι­σε τό­σο λί­γο δι­ά­στη­μα. Πέ­ρα ό­μως α­πό το γε­γο­νός ό­τι το φως που εκ­πέμ­πει έ­νας η­λι­κι­ω­μέ­νος, φα­νε­ρώ­νει πάν­τα και το διά­βα του βί­ου του, υ­πάρ­χει κι έ­να άλ­λο μυ­στι­κό:

Μας το φα­νε­ρώ­νει ο π. Βα­σί­λει­ος: «Το πό­σο κα­λά γνω­ρί­ζεις έ­ναν άν­θρω­πο που έ­χει η­λι­ο­τρι­βή­σει στην ζω­ή του, δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο κον­τά σ’ αυ­τόν βρι­σκό­σουν, α­πό τον βαθ­μό συγ­γέ­νειας η το χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα της συμ­πό­ρευ­σης. Δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σα πολ­λά πράγ­μα­τα έ­ζη­σες μα­ζί του η α­πό τα πό­σα στοι­χεί­α γνω­ρί­ζεις για την ύ­παρ­ξή του. Ε­ξαρ­τά­ται α­πό τον βαθ­μό συ­νο­δοι­πο­ρί­ας σου στον χώ­ρο που ε­κεί­νος υ­πήρ­χε και α­νέ­πνε­ε, στον χώ­ρο της α­γά­πης.»

Θυ­μό­μα­στε ε­δώ, τον μέ­γα Αβ­βά Δω­ρό­θε­ο αυ­τή την με­γά­λη α­σκη­τι­κή μορ­φή του 6ου αι­ώ­να μας λέ­ει: Φαν­τα­στεί­τε έ­να κύ­κλο  πά­νω στη γη, σαν έ­να σχή­μα στρογ­γυ­λό που χά­ρα­ξε κά­ποι­ος με δι­α­βή­τη α­π’ το κέν­τρο του κύ­κλου. Υ­πο­θέ­στε ό­τι ο κύ­κλος αυ­τός εί­ναι ο κό­σμος και ό­τι το κέν­τρο του κύ­κλου εί­ναι ο Χρι­στός. Οι α­κτί­νες του κύ­κλου α­πό την πε­ρι­φέ­ρεια προς το κέν­τρο εί­ναι οι δρό­μοι για το Θε­ό, δη­λα­δή οι τρό­ποι ζω­ής των αν­θρώ­πων. Προ­χω­ρούν λοι­πόν οι πι­στοί προς το ε­σω­τε­ρι­κό το κύ­κλου ε­πι­θυ­μών­τας να πλη­σιά­σουν τον Θε­ό. Και ό­σο προ­χω­ρούν προς το κέν­τρο, τό­σο πλη­σιά­ζουν και τον Θε­ό  και με­τα­ξύ τους.

Αυ­τός εί­ναι ο δρό­μος,  που ο Κύ­ριος μας ζή­τη­σε να πο­ρευ­τού­με. Ό­χι ό­σοι δη­λώ­νου­με πως εί­μα­στε Χρι­στια­νοί, αλ­λά ό­σοι, πα­ρά την α­δύ­να­μία μας, θέ­λου­με να εί­μα­στε μα­θη­τές του, κοι­νω­νοί της α­γά­πης Του, α­πό­στο­λοι της χα­ράς του. Να πο­ρευ­ό­μα­στε μα­ζί, μί­α ποί­μνη, εις ποι­μήν, συ­νηγ­μέ­νοι στο Ό­νο­μά Του κι ό­χι δι­α­σκορ­πι­σμέ­νοι ο κα­θέ­νας στο σπί­τι του, μό­νοι και φο­βι­σμέ­νοι, ό­πως δυ­στυ­χώς συμ­βαί­νει στους πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό ε­μάς.

Αυ­τός εί­ναι ο τρό­πος που ο­φεί­λου­με να προ­σεγ­γί­ζου­με τον Θε­ό, ο τρό­πος της πεί­νας και δί­ψας για την δι­και­ο­σύ­νη Του κι ό­χι μια α­νού­σια θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, που ε­πι­φα­νεια­κά α­να­κου­φί­ζει, αλ­λά δεν σώ­ζει, δεν χα­ρι­τώ­νει τον άν­θρω­πο.

Α­να­ρω­τι­ό­μα­στε για­τί πολ­λοί θρη­σκευ­ό­με­νοι ζού­με χλια­ρά, χω­ρίς νό­η­μα α­να­στά­σι­μο στην ζω­ή μας, κι ο συγ­γρα­φέ­ας α­παν­τά: «Δεν αν­τέ­χει άλ­λο ο άν­θρω­πος τον Θε­ό – μπιμ­πε­λό, πο­λύ­τι­μο μεν, χω­ρίς χρη­σι­μό­τη­τα δε στη ζω­ή του. Δεν υ­πάρ­χει νό­η­μα πια και ελ­πί­δα σε μια τέ­τοι­α α­νού­σια «σχέ­ση». Τί­πο­τα δεν αλ­λά­ζει, τί­πο­τα δεν προ­χω­ρά. Ε­θι­μι­κές ε­πα­να­λή­ψεις ε­τή­σι­ες, μα ό­χι γι­ορ­τή, κα­θό­λου πα­νη­γύ­ρι. Δρό­μος χω­ρίς Θε­ό δεν αν­τέ­χε­ται...».


«Συ­νη­θί­σα­με», γρά­φει ο πα­πα Βα­σί­λης, «μέ­σα στην α­στο­χί­α μας και τους δύ­σκο­λους και­ρούς που ζού­με, να ο­νο­μά­ζου­με πνευ­μα­τι­κό άν­θρω­πο τον τύ­πο του ά­καμ­πτου η­θι­κο­λό­γου που τά­χα πο­τέ δεν έ­χει πτώ­σεις, η να κα­τα­σκευ­ά­ζου­με φαν­τα­σια­κές ει­κό­νες για τους Α­γί­ους, να κα­τα­σκευ­ά­ζου­με υ­περ­φυ­σι­κούς γί­γαν­τες που δεν μπο­ρού­με να μι­μη­θού­με».

Πολ­λά βι­βλί­α έ­χουν γρα­φτεί τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, που μας φα­νέ­ρω­σαν την ζω­ή ο­σί­ων αν­θρώ­πων. Εί­ναι με­γά­λη ευ­λο­γί­α αυ­τό, αλ­λά με­ρι­κά α­πό αυ­τά πα­ρου­σιά­ζουν έ­ναν κίν­δυ­νο. Κά­ποι­οι συγ­γρα­φείς, ά­πει­ροι πνευ­μα­τι­κής ω­ρι­μό­τη­τος προ­βάλ­λουν στο πρό­σω­πο που πε­ρι­γρά­φουν, δι­κές τους α­πό­ψεις, που κα­θι­στούν το πρό­σω­πο α­πό­μα­κρο, η υ­περ­το­νί­ζουν κά­ποι­ες υ­περ­φυ­σι­κές ι­δι­ό­τη­τες, γε­γο­νός που έ­χει ως α­πο­τέ­λε­σμα να α­πο­καρ­δι­ώ­νε­ται ο α­να­γνώ­στης και να κα­τα­λή­γει στο συμ­πέ­ρα­σμα ό­τι η α­γι­ό­τη­τα α­φο­ρά ε­λά­χι­στους ε­κλε­κτούς κι ό­τι δεν εί­μα­στε ό­λοι κε­κλη­μέ­νοι στην Βα­σι­λεί­α Του. Κι έ­τσι, άν­θρω­ποι του θε­ού ό­πως ο π. Κων/νος περ­νά­νε α­πα­ρα­τή­ρη­τοι, αν δεν υ­πάρ­ξει η ευ­αι­σθη­σί­α ε­νός ο­δί­τη που θα μας θυ­μί­σει ό­τι ό­λοι εί­μα­στε κε­κλη­μέ­νοι στον δρό­μο προς την α­γι­ό­τη­τα. Ξε­χά­σα­με τους Ο­σί­ους και τις Ο­σί­ες της δι­πλα­νής πόρ­τας, ε­κεί­νους που ό­πως λέ­ει ό­μορ­φα ο πα­πα­Βα­σί­λης: «Ευ­τυ­χώς που δεν ε­πι­θυ­μού­σαν αν­δριά­ντες, δι­ό­τι δεν θα μας έ­φτα­ναν οι πλα­τεί­ες». Τους αν­θρω­πους του Θε­ού που ζουν α­νά­με­σά μας και που με το πα­ρα­δειγ­μά τους, μυ­στι­κά μας δι­δά­σκουν ό­σα οι κυ­ρί­αρ­χες ι­δε­ο­λο­γί­ες θέ­λουν να μας κά­νουν να ξε­χά­σου­με.


Ο συγ­γρα­φέ­ας μέ­σα α­πό την δι­κή του α­γω­νί­α, μέ­σα α­πό την προ­σω­πι­κή του δι­α­δρο­μή που τον δί­δα­ξε πολ­λά, κα­τα­νο­εί και πο­νά. Α­φουγ­κρά­ζε­ται και δι­α­τυ­πώ­νει τον τρό­πο που δι­α­βαί­νεις, τον δρό­μο τον λι­γό­τε­ρο τα­ξι­δε­μέ­νο, αυ­τόν που ξε­χά­σα­με μέ­σα στην κα­λο­πέ­ρα­σή μας. «Αι­σθά­νε­σαι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος», μας λέ­ει. «Βλέ­πεις τον α­ναγ­κε­μό παν­τού γύ­ρω σου και υ­πο­ψι­ά­ζε­σαι πό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρος θα υ­πάρ­χει λί­γο πα­ρα­πέ­ρα, ε­κεί που δεν μπο­ρείς να φτά­σεις, να κοι­τά­ξεις. Θέ­λεις τό­τε να σπά­σεις τα ό­ριά σου. Να πε­τά­ξεις ψη­λά, πο­λύ ψη­λά. Να ση­κώ­σεις τη ζω­ή σου α­πό την με­τρι­ό­τη­τα, την κα­θη­κον­το­λο­γί­α, τον η­θι­κι­σμό, την τυ­πι­κή ε­λε­η­μο­σύ­νη».
Αυ­τά ό­λα δη­λα­δή, α­δελ­φοί μου, που κά­νουν τον άν­θρω­πο χλια­ρό, του δη­μι­ουρ­γούν ψεύ­τι­κες αυ­το­δι­και­ώ­σεις, τον βγά­ζουν α­πό τον δρό­μο της πε­ρι­χώ­ρη­σης και της συγ­χώ­ρε­σης, του στε­ρούν τον δρό­μο προς την α­γα­πη, την ει­ρή­νη, την Α­γι­ό­τη­τα.

«Κα­λεί­σαι να α­πο­φα­σί­σεις», προ­σθέ­τει ο συγ­γρα­φέ­ας. «Και ε­κεί, α­πό το ύ­ψος της α­γά­πης, ό­πως και ο Κύ­ριός σου α­πό το ύ­ψος του Σταυ­ρού, α­πο­φα­σί­ζεις ό­χι να δώ­σεις, μα να δο­θείς. Να τε­μα­χι­στείς σε μι­κρά – μι­κρά κομ­μα­τά­κια α­γά­πης, ε­λε­η­μο­σύ­νης, στορ­γής, χα­ράς, κα­ταλ­λα­γής, ει­ρή­νης, προ­σευ­χής και να μοι­ρα­στείς παν­τού, σε ό­σους αί­ρουν τις καρ­δι­ές και ζη­τούν ου­ρά­νιο υ­ε­τό. Ύ­στε­ρα θα κα­τέ­βεις, σαν τον Κύ­ριό σου, θαρ­ρα­λέ­α, δι­ό­τι τί­πο­τα δεν μπο­ρεί πλέ­ον να σκιά­σει, να φο­βί­σει την α­να­στά­σι­μη ζω­ή σου. Θα κα­τέ­βεις θαρ­ρα­λέ­α να πά­ρεις την σει­ρά σου στην α­να­μο­νή της α­να­στά­σε­ως, στο δι­κό σου μνή­μα.»

***

Ό­λο το βι­βλί­ο εί­ναι έ­να ύ­μνος ευ­χα­ρι­στί­ας και δο­ξο­λο­γί­ας στον Θε­ό, έ­να κά­λε­σμα συ­νο­δοι­πο­ρί­ας στα χνά­ρια του γλυ­κύ­τα­του Χρι­στού. Μια υ­πεν­θύ­μι­ση, ό­τι εί­μα­στε κε­κλη­μέ­νοι ό­λοι στο λη­σμο­νη­μέ­νο ό­ρα­μα της Α­γι­ό­τη­τος. Στην πρώ­τη Εκ­κλη­σί­α, οι πι­στοί α­πο­κα­λού­σαν ο έ­νας τον άλ­λον Ά­γιο, για να θυ­μούν­ται έ­τσι την δια­ρκή κλή­ση του Κυ­ρί­ου στην Βα­σι­λεί­α του. Σή­με­ρα, που ξε­χα­σμέ­νοι στην πα­ρα­ζά­λη του πα­ρόν­τος αι­ώ­νος, ψελ­λί­ζου­με ό­τι πά­με στην Εκ­κλη­σί­α για να γί­νου­με κα­λύ­τε­ροι άν­θρω­ποι, να η­ρε­μή­σου­με, και άλ­λα τέ­τοι­α χλια­ρά του  ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα, χρει­ά­ζε­ται να α­φυ­πνι­στού­με και να πο­θή­σου­με πά­λι την χα­ρά της μέ­θε­ξης του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

***

Το «Συ­να­πάν­τη­μα στην Δύ­ση», κα­τά την διά­ρκεια της α­νά­γνω­σης μας αλ­λοι­ώ­νει, μας υ­πεν­θυ­μί­ζει, μας συγ­κι­νεί, μας α­φυ­πνί­ζει πνευ­μα­τι­κά. Ό­πως κά­θε ση­μαν­τι­κό θε­ο­λο­γι­κό κεί­με­νο, εί­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ί­διο το θέ­μα που δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται. Υ­περ­βαί­νει την τε­χνι­κή, την γλώσ­σα και την πλο­κή του.  Μας ει­σά­γει και πά­λι μυ­στι­κά στον δρό­μο της με­τα­νοί­ας. Μας θυ­μί­ζει ό­τι η Α­γι­ό­τη­τα εί­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νη για ο­ποι­ον­δή­πο­τε α­πό ε­μάς το ε­πι­θυ­μή­σει και δι­ψά­σει για το ύ­δωρ το ζων, το αλ­λό­με­νον εις ζω­ήν αι­ώ­νιον. Ας θυ­μη­θού­με πως Ε­κεί­νος μας υ­πο­σχέ­θη­κε ό­τι πο­τα­μοί εκ της κοι­λί­ας μας θα ρεύ­σουν ύ­δα­τος ζών­τος κι η χά­ρις του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος θα α­να­πλη­ρώ­σει ό­λες τις α­δυ­να­μί­ες μας, κα­θι­στών­τας μας πά­λι το ά­λας της γης.

Οι όσιοι της διπλανής πόρτας μας το βεβαιώνουν αυτό, μας γεμίζουν αισιοδοξία για τον δικό μας δρόμο, για την θέση μας μέσα στην κοινωνία σε χρόνους χαλεπούς. Κι όπως οι παλιότεροι δύσκολοι καιροί γέννησαν πνευματικά αναστήματα σαν τον μακαριστό παπαΚώστα - τις πρεσβείες του να έχουμε - έτσι και τώρα οι δοκιμασίες θα οδηγήσουν πολλούς από εμάς στην μετάνοια και την ελπίδα.

Ευχαριστούμε και πάλι τον π. Βασίλειο που ζυμώνοντας την ψυχή του με τα νάματα των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας και με το νέκταρ των μεγάλων ποιητών που τόσο αγαπάει, μας ψάλλει με λόγο ποιητικό, όχι μόνο ένα requiem για τον όσιο του Θεού, αλλά και ένα Ύμνο της χαράς για την εν Χριστώ Ζωή.
Να δώσει ο Θεός να συνεχίσουν να παρουσιάζονται σε τούτο τον τόπο τον ποτισμένο από το αίμα και τα δάκρυα Αγίων και ήρώων, αναστήματα σαν του π. Κωνσταντίνου Σκόνδρα, άνθρωποι δίκαιοι κι ευσεβείς, φάροι φωτεινοί και πρότυπα ήθους, σε εποχές όμίχλης. Τους έχει ανάγκη η εκκλησία, το γένος, ο τόπος, ο κόσμος όλος. Αμήν.

Την ευχή σας Σεβασμιώτατε,

  Χριστός Ανέστη!