Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ...



Α­νά­στα­ση και Ευ­χα­ρι­στί­α, ο δρό­μος προς την Α­γι­ό­τη­τα

 Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς
 
Ό­λες οι ι­δι­ό­τη­τες του Θε­ού εί­ναι α­πλές στην έκ­φρα­ση τους. Και τα θαύ­μα­τα Του. Και ό­λα ό­σα βρί­σκον­ται δο­σμέ­να στην Οι­κου­μέ­νη, γι’ αυ­τό και ο α­πλός άν­θρω­πος, δεν προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για την πνευ­μα­τι­κό­τη­τα της Σα­ρα­κο­στής και τον θρί­αμ­βο της Α­νά­στα­σης, χαί­ρε­ται τους Εκ­κλη­σι­α­στι­κούς ε­ορ­τα­σμούς και α­πο­λαμ­βά­νει μέ­σα στην κά­θε η­μέ­ρα του την α­πλό­τη­τα του Θε­ού, με την ε­σω­τε­ρι­κή του ει­ρή­νη.

Ο σύν­θε­τος άν­θρω­πος με την πο­λύ­πλο­κη σκέ­ψη του, πρέ­πει να α­να­κα­λύ­ψει λο­γι­κές δι­ό­δους για να δε­χθεί την αυ­τα­πό­δει­κτη δύ­να­μη της εμ­πει­ρί­ας, α­φού η γνώ­ση του κό­σμου α­πο­κτά­ται με τη μά­θη­ση, τη λο­γι­κή και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Η Α­λή­θεια ό­μως α­πο­κα­λύ­πτε­ται μό­νο πνευ­μα­τι­κά, με τη θερ­μή και συν­δυ­α­σμέ­νη ε­νερ­γο­ποί­η­ση του συ­νό­λου της προ­σω­πι­κό­τη­τας, δη­λα­δή με πί­στη, με έ­ρω­τα και με έμ­πνευ­ση.

Μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α, ό­λα εί­ναι κα­θα­ρά. Η Α­νά­στα­ση α­να­τρέ­πει τον θά­να­το και δεν εί­ναι α­να­με­νό­με­νη, δεν συ­νη­θί­ζε­ται, ού­τε ε­ξαν­τλεί­ται. Αν α­να­γνω­ρί­σου­με την Α­λή­θεια, στην πλη­ρό­τη­τα του Προ­σώ­που του Ι­η­σού και τον α­κο­λου­θή­σου­με στην Α­νά­στα­ση, θα α­να­γεν­νη­θού­με κι ε­μείς ά­γιοι, στην έ­νω­ση μας μα­ζί Του.

Α­γι­ό­τη­τα, εί­ναι η ε­πα­να­σύ­στα­ση του προ­σώ­που μας. Του προ­σώ­που του Α­δάμ, που με την υ­πεκ­φυ­γή της ευ­θύ­νης του α­πώ­λε­σε την ε­λευ­θε­ρί­α του πνεύ­μα­τος του. Έ­πα­ψε το «κα­τ’ ει­κό­να» πρό­σω­πο του, να λει­τουρ­γεί «ό­μοι­α» με του Θε­ού. Η πτώ­ση των πρω­το­πλά­στων ε­πήλ­θε σαν συ­νέ­πεια της χα­μέ­νης α­γι­ό­τη­τας του προ­σώ­που τους.

Η ε­πι­θυ­μί­α του Α­δάμ να γευ­θεί τη δι­α­φο­ρά με­τα­ξύ του Κα­λού και του Κα­κού, ή­ταν η πα­ρα­κο­ή στον πα­νά­γα­θο Πα­τέ­ρα, ό­μως η άρ­νη­ση της ευ­θύ­νης για την ε­πι­λο­γή του αυ­τή, ή­ταν η συ­νέ­πεια της ε­πε­νέρ­γειας του κα­κού στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του, η κα­κή αλ­λοί­ω­ση των θεί­ων του ι­δι­ο­τή­των. Αυ­τή άλ­λω­στε εί­ναι και γε­νι­κό­τε­ρα η έν­νοι­α της α­μαρ­τί­ας, που ε­πι­φέ­ρει την έκ­πτω­ση της α­γι­ό­τη­τας.

Η θυ­σί­α του Χρι­στού και η Α­νά­στα­ση του Σώ­μα­τος Του, ή­ταν και εί­ναι ο μο­να­δι­κός τρό­πος και δρό­μος για να ξα­να­βρεί ο άν­θρω­πος το χα­μέ­νο του Πρό­σω­πο. Ο Ι­η­σούς έ­γι­νε το πρό­τυ­πο των πι­στών και των Α­γί­ων Του. Η α­νε­ξάν­τλη­τη Α­γά­πη Του, ο­δη­γεί τον κά­θε άν­θρω­πο στην α­να­σύ­στα­ση της α­γι­ό­τη­τας του.

*

Στο κι­νη­τό ε­ορ­το­λό­γιο των 18 ε­βδο­μά­δων της πε­ρι­ό­δου του Πά­σχα, που συ­νέ­τα­ξε η Εκ­κλη­σί­α μας, ε­κτυ­λίσ­σε­ται η συ­νο­λι­κή πο­ρεί­α α­πο­κα­τά­στα­σης της σχέ­σης του αν­θρώ­που με τον Θε­ό. Α­πό την κα­θο­ρι­στι­κή στιγ­μή, που οι άν­θρω­ποι α­πο­δέ­χον­ται τα­πει­νά την α­μαρ­τω­λό­τη­τα τους (Κυ­ρια­κή του Τε­λώ­νου), μέ­χρι τον ε­ορ­τα­σμό της έ­νω­σης ό­λων μας με τον Χρι­στό (Κυ­ρια­κή των Α­γί­ων Πάν­των).

Οι πρώ­τες τρεις ε­βδο­μά­δες α­πό την έ­ναρ­ξη του Τρι­ω­δί­ου, με δι­α­φο­ρε­τι­κή κα­τά­λυ­ση τρο­φών η κα­θε­μιά, ε­νερ­γούν στη στα­δια­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α μας για την πε­ρί­ο­δο της Σα­ρα­κο­στής, μπο­ρούν ό­μως να θε­ω­ρη­θούν ε­πί­σης, σαν προ­τύ­πω­ση και των τρι­ών λει­τουρ­γι­κών πε­ρι­ό­δων που τις α­κο­λου­θούν.

Η πρώ­τη ε­βδο­μά­δα α­πό την Κυ­ρια­κή του Τε­λώ­νου και του Φα­ρι­σαί­ου, αν­τι­στοι­χεί στο νη­στί­σι­μο Σα­ραν­τα­ή­με­ρο, ω­στό­σο εί­ναι α­πο­λυ­τή, για τον ε­ορ­τα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα που πρέ­πει να δι­έ­πει μια ι­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κή α­πό­φα­ση. Η αρ­χι­κή μας συ­ναί­νε­ση να α­κο­λου­θή­σου­με με συ­ναί­σθη­ση της α­να­ξι­ό­τη­τας μας, τη δι­α­δρο­μή της Σα­ρα­κο­στής, ση­μα­το­δο­τεί την α­πό­φα­ση να εμ­πι­στευ­θού­με τη ζω­ή μας στο θέ­λη­μα του Θε­ού. Η ε­ναρ­μό­νι­ση της βού­λη­σης μας με τη Θεί­α Βου­λή, εί­ναι η έκ­φρα­ση της Πί­στης μας στο Πρό­σω­πο του Θε­ού-Πα­τέ­ρα και α­πο­τε­λεί το πρώ­το βή­μα της ε­πι­στρο­φής.  

Η δεύ­τε­ρη ε­βδο­μά­δα α­πό την Κυ­ρια­κή του Α­σώ­του, δη­λώ­νει τη Με­γά­λη Ε­βδο­μά­δα, κα­τά την ο­ποί­α με τη βί­ω­ση των Α­γί­ων Πα­θών, ο ε­ξι­λε­ω­μέ­νος άν­θρω­πος ε­πα­νέρ­χε­ται στην ευ­λο­γί­α της πα­τρι­κής ε­στί­ας, για να γευ­θεί τον Μό­σχο τον σι­τευ­τό και τη δι­α­και­νή­σι­μη χα­ρά της Α­νά­στα­σης. Η ύ­παρ­ξη η­με­ρών και νη­στεί­ας και κα­τά­λυ­σης, ε­πι­ση­μαί­νει την ου­σι­α­στι­κή ε­πι­στρο­φή στην κα­νο­νι­κή τά­ξη ζω­ής. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βή­μα μας, το να δε­χθού­με δο­ξα­στι­κά τον Χρι­στό στην καρ­διά μας. Με την Α­νά­στα­ση Του, με τη Θεί­α Κοι­νω­νί­α που μας χο­ρη­γεί, τη Θεί­α Ευ­χα­ρι­στί­α που αλ­λά­ζει στην ψυ­χή μας την ελ­πί­δα και την προσ­δο­κί­α, σε Θεί­ο Έ­ρω­τα, η ζω­ή μας γί­νε­ται ζω­ή Του.

Η τρί­τη τέ­λος ε­βδο­μά­δα, α­πό την Κυ­ρια­κή των Α­πό­κρε­ω, προ­λέ­γει την πε­ρί­ο­δο της Πεν­τη­κο­στής. Αυ­τή την ε­βδο­μά­δα υ­πάρ­χει κα­τά­λυ­ση σε ό­λες της τρο­φές, ε­κτός α­πό κρέ­ας, ό­πως και κα­τά τη διά­ρκεια του ε­ξα­για­σμού α­πό την Α­νά­στα­ση μέ­χρι την Πεν­τη­κο­στή, γεύ­ε­ται κα­νείς ό­λες τις πνευ­μα­τι­κές χα­ρές και εκ­δη­λώ­σεις, έ­χον­τας α­πο­κλεί­σει α­πό τη ζω­ή του την α­μαρ­τί­α. Η ε­νέρ­γεια του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, α­πο­τε­λεί το τρί­το βή­μα που θα ο­λο­κλη­ρώ­σει την ο­μοί­ω­ση του προ­σώ­που μας προς την Θεί­α Τρι­α­δι­κό­τη­τα. Η Πεν­τη­κο­στή, εί­ναι για τον κα­θέ­να μας μια πε­ρί­ο­δος στάθ­μι­σης του ε­αυ­τού του μπρο­στά στην Έμ­πνευ­ση της Α­γι­ό­τη­τας.  

Οι 3 α­πο­λυ­τές ε­βδο­μά­δες της πε­ρι­ό­δου, με ε­ορ­τα­στι­κή κα­τά­λυ­ση ό­λων των τρο­φών, α­κο­λου­θούν τα τρί­α βή­μα­τα της α­νά­κτη­σης του προ­σώ­που μας. Η πρώ­τη, την α­πο­δο­χή της ευ­θύ­νης μας, ε­νώ­πιον του Θε­ού-Πα­τέ­ρα (του Τε­λώ­νου), η δεύ­τε­ρη την έ­νω­ση μας με τον Α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό (Πά­σχα) και η τρί­τη, την πλή­ρω­ση του προ­σώ­που μας με την ε­νέρ­γεια του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος (Πεν­τη­κο­στή).
Έ­τσι, η δι­α­δρο­μή των 18 ε­βδο­μά­δων της α­πο­κα­τά­στα­σης μας, αρ­χί­ζει και τε­λει­ώ­νει πα­νη­γυ­ρι­κά, με ε­βδο­μά­δες πνευ­μα­τι­κής ευ­φο­ρί­ας.

Η­με­ρο­λο­για­κά το Πά­σχα σαν κι­νη­τή πε­ρί­ο­δος, κι­νη­το­ποι­εί α­νά­λο­γα και τους πι­στούς, να εν­το­πί­σουν τις η­με­ρο­μη­νί­ες των ε­ορ­τών και να εμ­βα­θύ­νουν στο νό­η­μα τους. Ε­ορ­το­λο­γι­κά, η σύν­δε­ση της Α­νά­στα­σης με φυ­σι­κά με­τα­βλη­τά δε­δο­μέ­να, ό­πως η παν­σέ­λη­νος με­τά την ε­α­ρι­νή ι­ση­με­ρί­α, πα­ρα­πέμ­πει εύ­λο­γα στη δυ­να­τό­τη­τα του α­για­σμού των ψυ­χών, μέ­σα στη με­τα­βλη­τό­τη­τα του χτι­στού, υ­λι­κού κό­σμου μας.

*
Η Α­νά­στα­ση του Χρι­στού υ­πήρ­ξε και θα υ­πάρ­χει, σαν το ση­μαν­τι­κό­τε­ρο Γε­γο­νός της ι­στο­ρι­κής δι­α­δρο­μής του Αν­θρώ­που, γι’ αυ­τό και α­πο­τε­λεί το κεν­τρι­κό Γε­γο­νός ό­λης της πε­ρι­ό­δου του Πά­σχα (αλ­λά και την καρ­διά της λα­τρευ­τι­κής Ορ­θό­δο­ξης ζω­ής, α­φού α­πό Αυ­τήν αρ­χί­ζει η σει­ρά των Α­πο­στο­λι­κών και Ευ­αγ­γε­λι­κών Πε­ρι­κο­πών, που α­κο­λου­θεί­ται ό­λον τον χρό­νο). Ό­λα ό­σα προ­η­γούν­ται, προ­σβλέ­πουν στην Α­νά­στα­ση και ό­λα ό­σα έ­πον­ται, α­πορ­ρέ­ουν α­πό Αυ­τή.

Τα πριν, συγ­κλί­νουν στο να φέ­ρουν τις ψυ­χές μας α­πό την Κα­θα­ρή Δευ­τέ­ρα, μέ­σα σε ε­πτά ε­βδο­μά­δες κά­θαρ­σης και προ­σέγ­γι­σης, στην υ­περ­βα­τι­κή συ­νάν­τη­ση μας με τον Ι­η­σού στην α­κα­τά­λη­πτη Θυ­σί­α Του. Και με την Λαμ­πρή Του Α­νά­στα­ση, μας ο­δη­γεί πά­λι μέ­σα α­πό ε­πτά ε­βδο­μά­δες, δο­ξο­λο­γί­ας και ευ­χα­ρι­στί­ας και με α­να­νε­ω­μέ­νη την «κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοί­ω­ση» τρι­α­δι­κό­τη­τα του Πρό­σω­που μας, στον ε­ορ­τα­σμό της Α­γί­ας Τριά­δος, τη Δευ­τέ­ρα του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Στο σύ­νο­λο τους, δε­κα­τέσ­σε­ρις ι­ε­ρές ε­βδο­μά­δες α­πό την προ­σω­πι­κή μας με­τοι­κε­σί­α Βα­βυ­λώ­νος, μέ­χρι την πραγ­μά­τω­ση της «εν Χρι­στώ» ζω­ής μας.

Η Α­νά­στα­ση, με­τα­στρέ­φει τη Με­γά­λη Ε­βδο­μά­δα των Πα­θών του Κυ­ρί­ου, σε Δι­α­και­νί­σι­μη Ε­βδο­μά­δα των ψυ­χών των αν­θρώ­πων. Η έ­ξο­δος α­πό την αιχ­μα­λω­σί­α της α­μαρ­τί­ας, με­τα­τρέ­πει τη Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή της πα­ρα­κλη­τι­κής νη­στεί­ας και πε­ρι­στο­λής, σε Α­πο­δο­τι­κή Τεσ­σα­ρα­κο­στή ευ­χα­ρι­στια­κής ευ­ω­χί­ας και πα­νη­γύ­ρε­ων.

Η νη­πτι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α, α­πο­τε­λεί τη μι­σή δι­α­δρο­μή της ε­ορ­τα­στι­κής πε­ρι­ό­δου των εκ­κλη­σι­α­στι­κών γε­γο­νό­των. Η ο­λο­κλή­ρω­ση της, α­παι­τεί την πα­ράλ­λη­λη με την α­πο­δο­τι­κή και ευ­χα­ρι­στια­κή αν­τι­στοι­χί­α που α­κο­λου­θεί, ε­ναρ­μό­νι­ση της ζω­ής μας με το νό­η­μα των γε­γο­νό­των που βι­ώ­σα­με.

Την προ­σφο­ρά, α­κο­λου­θεί πάν­το­τε η χα­ρά, τη θυ­σί­α η ευ­χα­ρι­στί­α και τα δώ­ρα, η αν­τα­πό­δο­ση τους. Η Α­πό­δο­ση του Πά­σχα, με την α­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γί­α της, εί­ναι η συγ­κε­κρι­μέ­νη η­μέ­ρα ε­ορ­τα­σμού, αλ­λά εί­ναι συγ­χρό­νως και η μέ­χρι την η­μέ­ρα αυ­τή, κα­θη­με­ρι­νή έκ­φρα­ση χα­ράς και α­φο­σί­ω­σης στον Ι­η­σού, που πα­ρα­μέ­νει ζων­τα­νός α­νά­με­σα μας και μας κα­λεί να εν­τα­χθού­με ά­με­σα στο Α­να­στη­μέ­νο (για μας) Σώ­μα Του, την Εκ­κλη­σί­α.

Ό­λοι οι άν­θρω­ποι ε­νω­μέ­νοι, εν­σω­μα­τώ­νον­ται με τον Χρι­στό. Η Α­γά­πη της έ­νω­σης μας αυ­τής, εί­ναι ο ι­σχυ­ρό­τε­ρος δε­σμός Ε­λευ­θε­ρί­ας. Γι’ αυ­τό και ο κα­θέ­νας που α­πο­δέ­χε­ται έμ­πρα­κτα το ε­λεύ­θε­ρο α­να­στά­σι­μο κά­λε­σμα και ε­νώ­νε­ται μα­ζί Του, ε­πι­βε­βαι­ώ­νει με την α­γά­πη του τη δυ­νη­τι­κή Α­νά­στα­ση ό­λου του κό­σμου. 

*

Ο Άν­θρω­πος, έ­χει α­να­κτή­σει στο Πρό­σω­πο του Χρι­στού, το πρό­σω­πο του. Ο κά­θε άν­θρω­πος, μπο­ρεί να εκ­δη­λώ­σει την ευ­χα­ρι­στί­α που τον πλημ­μυ­ρί­ζει για την α­νά­στα­ση του, εκ­φρά­ζον­τας την α­γά­πη του στον Ι­η­σού με πρά­ξεις α­γά­πης προς ό­λους τους α­δελ­φούς.

Το μή­νυ­μα της Α­νά­στα­σης, με­τα­δί­δε­ται σαν χαρ­μό­συ­νη ε­νέρ­γεια με τις προ­σευ­χές των Α­γί­ων και των πι­στών, στις ψυ­χές ό­λων των αν­θρώ­πων και α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό συμ­βα­τι­κούς δι­α­χω­ρι­σμούς. Ό­σο εγ­γύ­τε­ρα στην Α­λή­θεια βρί­σκε­ται κά­ποι­ος, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρη χα­ρο­ποι­ό Ευ­θύ­νη ε­πι­φορ­τί­ζε­ται, με­τέ­χον­τας στην α­να­στά­σι­μη έκ­κλη­ση προς ό­λους, αλ­λά και τό­σο ευ­ρύ­τε­ρη αί­σθη­ση Ε­λευ­θε­ρί­ας α­πο­λαμ­βά­νει.

Ό­ταν προ­σεύ­χε­σαι για τον πλη­σί­ον σου σαν ά­γιος, δεν υ­πάρ­χουν με­τα­ξύ σας α­πο­στά­σεις. Γί­νε­ται κι ε­κεί­νος ά­με­σα, κοι­νω­νός και α­πο­δέ­κτης της α­γά­πης σου. Έ­τσι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται η ψυ­χή του να δε­χθεί τη ζω­ο­ποι­ό έκ­κλη­ση του Ι­η­σού, σαν α­πάν­τη­ση στην προ­σευ­χή σου. Η κοι­νω­νί­α γί­νε­ται τό­τε ευ­χα­ρι­στί­α, ε­ορ­τα­σμός. Αν ο α­δελ­φός μας δεν προ­σεύ­χε­ται ο ί­διος για τον ο­ποι­ον­δή­πο­τε λό­γο, α­πό α­δυ­να­μί­α, α­δι­α­φο­ρί­α, α­μέ­λεια ή και ά­γνοι­α, ο­φεί­λου­με να προ­σευ­χό­μα­στε ε­μείς για τη σω­τη­ρί­α του. Η συ­νεί­δη­ση της υ­πευ­θυ­νό­τη­τας μας, θα ο­δη­γή­σει στον ε­ξα­για­σμό μας.

Η ευ­χα­ρι­στια­κή Α­πό­δο­ση της Α­νά­στα­σης του Κυ­ρί­ου, συμ­πο­ρεύ­ε­ται στη διά­ρκεια της, με την α­γι­α­στι­κή έ­λευ­ση στην ψυ­χή μας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, στην ταυ­τό­ση­μη και εν­νοι­ο­λο­γι­κά α­να­γέν­νη­ση μας. Με την Α­νά­λη­ψη του Κυ­ρί­ου, το Έρ­γο Του έ­χει ο­λο­κλη­ρω­θεί. Η δι­α­δρο­μή της Α­γι­ό­τη­τας ω­στό­σο, δι­α­τη­ρεί την αυ­το­τέ­λεια της κι αυ­τό πι­στο­ποι­εί­ται με τον ε­ορ­τα­σμό της Με­σο-Πεν­τη­κο­στής.

*

Ό­λη η δο­μή του κι­νη­τού ε­ορ­το­λο­γί­ου α­πο­τε­λεί μια «ι­δα­νι­κή» πο­ρεί­α, που α­κο­λου­θεί τα βή­μα­τα του Ι­η­σού, αλ­λά που ό­λοι ε­μείς οι κα­θη­με­ρι­νοί άν­θρω­ποι, που συ­νη­θί­σα­με να υ­πο­φέ­ρου­με και να χαι­ρό­μα­στε τον χτι­στό κό­σμο μας, ε­κτι­μού­με πως ί­σως δεν έ­χου­με τη δύ­να­μη να την ο­λο­κλη­ρώ­σου­με ή α­κό­μα και να την ξε­κι­νή­σου­με.

Αλ­λά α­κρι­βώς, για τον κα­θέ­να α­πό μας ήρ­θε ο Χρι­στός στον κό­σμο. Και γνω­ρί­ζει τις α­δυ­να­μί­ες και τα ε­λατ­τώ­μα­τα μας. Γνω­ρί­ζει τις δυ­να­τό­τη­τες και τα ό­ρια μας. Ό­μως γνω­ρί­ζει συγ­χρό­νως και τη θε­ϊ­κή μας προ­έ­λευ­ση. Τη λα­χτά­ρα του προ­σώ­που μας για πλη­ρό­τη­τα, την α­γω­νι­στι­κό­τη­τα της ψυ­χής μας ό­ταν έ­χου­με πί­στη.

Για την Α­γά­πη Του, ας α­να­ζη­τή­σου­με τη συ­νάν­τη­ση μα­ζί Του, να μην πα­ραι­τη­θού­με χω­ρίς α­γώ­να, να ε­πι­δι­ώ­ξου­με τη σω­τή­ρια πο­ρεί­α, με ό­λη τη δύ­να­μη που δι­α­θέ­του­με. Στην κα­λή προ­σπά­θεια πάν­το­τε συ­νερ­γεί και η χά­ρη.

Ας ξε­κι­νή­σου­με α­πό την προ­σευ­χή, ας θέ­σου­με τον ε­αυ­τό μας ά­με­σα ε­νώ­πιον Του και ας ε­πι­κα­λε­στού­με τη βο­ή­θεια Του. Ε­πί­μο­να, πα­ρα­κλη­τι­κά, με θερ­μό­τη­τα, αλ­λά και τα­πει­νά. Α­παι­τη­τι­κά, αλ­λά και με σε­μνή συ­νεί­δη­ση της θέ­σης μας α­πέ­ναν­τι Του.

Στις δύ­ο λει­τουρ­γι­κές πτέ­ρυ­γες, των προ και των με­τά την Α­νά­στα­ση α­κο­λου­θι­ών, έ­χουν ο­ρι­σθεί αν­τί­στοι­χα και δύ­ο η­μέ­ρες ε­πί­ση­μης μνη­μό­νευ­σης, για ό­λους τους κε­κοι­μη­μέ­νους α­δελ­φούς, που ί­σως δεν ο­λο­κλή­ρω­σαν τη δι­α­δρο­μή τους, αλ­λά που ε­μείς οι μα­χό­με­νοι α­κό­μα, πάν­τα τους πε­ρι­βάλ­λου­με με την α­γά­πη μας και τους θε­ω­ρού­με μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας.

Το πρώ­το ψυ­χο­σάβ­βα­το έ­χει ο­ρι­στεί πριν α­πό την Κυ­ρια­κή των Α­πό­κρε­ω, που κά­θε σχέ­ση μας με την α­μαρ­τί­α α­πο­κό­πτε­ται και το δεύ­τε­ρο, πριν α­πό τον ε­ξα­για­σμό του προ­σώ­που μας, την η­μέ­ρα της Πεν­τη­κο­στής. Εί­ναι δύ­ο ι­δι­αί­τε­ρα κρί­σι­μες η­μέ­ρες υ­πέρ­βα­σης και γι’ αυ­τό πλη­σι­έ­στε­ρες στη χά­ρη, στο έ­λε­ος και τη συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα του Θε­ού.

Μα­κά­ρι οι νε­ώ­τε­ροι α­δελ­φοί μας που με­τέ­χουν ε­πά­ξια στην πο­ρεί­α της Α­γι­ό­τη­τας, να μνη­μο­νεύ­ουν με την α­γά­πη τους και ό­λους ε­μάς, που δεν προ­σπα­θή­σα­με αρ­κε­τά.


[Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς]