Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Ο δρόμος της θυσίας


του Ιωάννη Καραβιδόπουλου




Στο μέσον της περιόδου της Μ. Τεσσαρακο­στής προβάλλει η Εκκλησία μας κατά την Γ΄ Κυριακή των νηστειών τον Σταυρό του Χριστού για να τον προσκυνήσουν οι πιστοί και να συνεχίσουν έτσι ενισχυμένοι τον πνευματικό αγώνα, που θα τους φέρει στη Μ. Εβδομάδα και το Πάσχα, διαβάζει δε κατά την ημέρα αυτή την περικο­πή με τα ακόλουθα λόγια που ο Χριστού απηύθυνε προς τους μαθητές του μόλις προανήγγειλε προς αυτούς τον επικείμενο σταυρικό του θάνατο:
«'Οποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει τη ζωή του; Τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για τη ζωή του; 'Οποιος, ζώντας μέσα σ' αυτή τη γενιά την άπιστη κι αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι' αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους».
Και τους έλεγε ακόμη: «Σας βεβαιώνω πως υπάρχουν μερικοί ανάμεσα σ' αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν το θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού» (Μάρκ. 8,34 - 9,1).
Τα λόγια αυτά είναι πολύ σημαντικά και βαριά γι’ αυτούς που θέλουν να είναι μαθητές του Ιησού. Εφόσον ο Ιησούς έχει να αντιμετωπίσει όχι τη δόξα αλλά το σταυρό και το πάθος, δεν μπορεί να είναι διαφορετική και η τύχη των μαθητών του, εάν θέλουν βέβαια να είναι στην ουσία, όχι μόνο στο όνομα, μαθητές του, μαθητές βέβαια με την ευρύτερη έννοια του όρου, δηλ. του χριστιανού που ακολουθεί πιστά και συνειδητά τον Κύριο Ίησού Χριστό.
Καταναγκασμός δεν υπάρχει στη διδασκαλία του Χριστού. Μπορεί κανείς ελεύθερα να αποφασίσει το δρόμο του σταυρού αφού αναλογισθεί πρώτα τις δυσκολίες και αναλάβει αποφασιστικά τις ευθύνες του: «'Οποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί». Η απάρνηση του εαυτού μας και η άρση του σταυρού επί των ώμων είναι οι βασικές προϋ­ποθέσεις για να ακολουθήσουμε τον Χριστό. Αρνούμαι τον εαυτόν μου, σημαίνει: εγκαταλείπω τις νόμιμες και δίκαιες απαιτήσεις, τις φυσιολογικές και δικαιολογημένες επιθυμίες που έχει το εγώ μου μέσα στη ζωή, αρνούμαι την ασφάλεια μιας καλοβολεμένης ζωής, για να αποδυθώ στην κατά τα κριτήρια του κόσμου αβεβαιότητα και ανα­σφάλεια που συνεπάγεται το να ακολουθώ τον Χριστό στο δρόμο του πάθους. Ο εμπειρικός άνθρωπος, όπως τον γνωρίζουμε όλοι μας, ζητεί την τακτοποίηση και την ασφάλεια, την αποφυγή της σκέψης του θανάτου, την παράταση της ζωής του με κάθε τρόπο. Με μια παράξενη όμως επιχειρηματολογία για την ανθρώπινη λογική ο Χρι­στός διδάσκει ότι η ζωή κερδίζεται μόνον όταν χαθεί. Η θυσία της ζωής οδηγεί στην κατ’ εξοχή ζωή. Ο Χριστός χρησιμοποιεί στις φράσεις του αυτές τη λέξη «ψυχή» με την διπλή έννοια της ζωής, της βιολογικής ζωής και της αιώνιας ζωής που είναι δώρο του Θεοΰ. Όποιος θέλει την πραγματική ζωή, πρέπει να θυσιάσει την εύκολη ζωή του κόσμου.
Τα λόγια αυτά προϋποθέτουν ή προβλέπουν συνθήκες διωγμού μπροστά στον οποίο είναι δυνατό να φοβηθεί κανείς και να αρνηθεί την πίστη του με αποτέλεσμα να χάσει την πραγματική ζωή. Δεν χάνουν τη βαρύτητά τους όμως τα λόγια αυτά ακόμη κι όταν δεν υπάρχει διωγμός. Είναι βέβαια αυτονόητο ότι, όταν κανείς συμβιβασθεί με τις δυνάμεις της ζωής μέσα στον κόσμο και βολευτεί μέσα στην άσφάλεια της οργανωμένης κοινωνίας, δεν αντιμετωπίζει θέμα διωγμού ή πάθους ή θυσίας της ζωής του.
Σε ποιές όμως περιπτώσεις μπορεί κανείς σήμερα να μιλά για σταυρό και για μαρτύριο; Μήπως αυτά είναι ηρωϊκές πραγματικότητες του παρελθόντος της Εκκλη­σίας; Ο συνεπής Χριστιανισμός δεν είναι μόνο ιστο­ρικό παρελθόν, αλλά μπορεί να είναι και ζωντανό παρόν. ΄Οταν μέσα σ’ ένα κόσμο πεσμένων αξιών μπορείς να πιστεύεις στις αξιες της πίστης, όταν μέσα στο συνηθι­σμένο ψέμα εσύ συντάσσεσαι με το μέρος της αλήθειας, όταν όλοι κάνουν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τον εαυτό τους και συ τον αρνείσαι, όταν όλοι συμβιβάζονται για να εξασφαλισθούν κι εσύ δεν προδίδεις τις αρχές σου με κίνδυνο να ζημιωθείς και να χάσεις τη θέση σου, όταν οι άλλοι ορθολογιστικά εξηγούν τα πάντα με ενδοκοσμικό πρίσμα, ενώ τη δική σου καρδιά την ζεσταίνει η ελπίδα της αναστάσεως, τότε είσαι πραγματικός μαθητής του Ιη­σού, που τον ακολουθείς στο δύσκολο δρόμο της θυσίας.
Όλα αυτά όμως που φαίνονται αδύνατα για τον φυ­σιολογικό άνθρωπο, γίνονται πραγματικότητες μέσα στην περιοχή της χάρης του Θεού που αναγεννά και μεταβάλ­λει τον άνθρωπο σε νέο δημιούργημα, σε «καινή κτίση».
Ένα μήνυμα, λοιπόν, εκούσιας αυταπαρνήσεως μάς απευθύνει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, αυταπαρ­νήσεως όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο αλλά για τον Χριστό και το Ευαγγέλιο. Οι ήρωες της πίστης και οι άγιοι της Εκκλησίας μας δεν είναι μόνον μορφές του μακρινού παρελθόντος· μπορούν να γίνουν και ζωντανές πραγματικότητες στην εποχή μας.

ΠΗΓΗ: AMEN.GR

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς




O Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες και διδασκάλους
της μυστικής και νηπτικής θεολογίας και της δογματικής αλήθειας της Ορθόδοξης
Εκκλησίας.
Καταγόταν από αριστοκρατική και πλούσια γενιά. Οι γονείς του προέρχονταν από την Μ.
Ασία. Με την προσπέλαση όμως των Τούρκων στα Βυζαντινά εδάφη, αναγκάστηκαν να
εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη. Ο
Γρηγόριος γεννήθηκε το 1296 μ.Χ. και μεγάλωσε στην αυτοκρατορική αυλή. Πολύ νωρίς, σε
ηλικία μόλις επτά ετών, έμεινε ορφανός από πατέρα, αλλά παρέμεινε κάτω από την
προστασία και την προσωπική επίβλεψη του αυτοκράτορα.
Όταν τελείωσε τη βασική εκπαίδευση, ο αυτοκράτορας του έδωσε τη δυνατότητα να
παρακολουθήσει στο Πανεπιστήμιο φιλοσοφικές σπουδές. Εδώ ο Γρηγόριος διακρίθηκε τόσο
για τη μεγάλη διάνοιά του, όσο και για τη βαθιά επιμέλεια και επίδοσή του στο φιλοσοφικό
και θεολογικό χώρο. Όμως, οι επιτυχίες και τα αξιώματα δέν τον μεθούσαν. Αλλού είχε
αυτός το «όμμα της ψυχής» στραμμένο. Η φλογερή αγάπη του για τον Θεό του σκίαζε τη
λάμψη της κοσμικής δόξας. Έτσι σε ηλικία είκοσι ετών αναχώρησε μαζί με τα τρία αδέρφια
του και εγκαταστάθηκαν στη φημισμένη Μονή, που βρισκόταν στο όρος Παπίκιο, μεταξύ
Μακεδονίας και Θράκης. Η φήμη όμως των Αγιορειτών μοναχών και όσα ο ίδιος είχε από
παιδί ακόμα ακούσει, από τους μοναχούς που επισκέπτονταν κατά καιρούς την
Κωνσταντινούπολη, τον έφεραν γρήγορα στο ποθητό Αθωνίτικο περιβάλλον.
Στη Θεσσαλονίκη το 1326 μ.Χ., σέ ηλικία τριάντα ετών, χειροτονήθηκε ιερέας και
θεμελίωσε νέο ησυχαστήριο στην περιοχή της Βέροιας. Εκεί, παρόλο που ήταν
προϊστάμενος, ζούσε τελείως απομονωμένος, με μεγάλη άσκηση, προσευχή και σιωπή και
έβγαινε από το κελλί του μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, για να λειτουργήσει και να δει
τους αδερφούς. Μόλις πέντε χρόνια μπόρεσε να απολαύσει την αγαπημένη του έρημο και ησυχία. Σέρβοι επιδρομείς έφτασαν στην περιοχή και η συνοδεία του Αγίου Γρηγορίου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ερημητήριό της και να ξαναγυρίσει στον Άθωνα. Τώρα τον περίμεναν νέοι και ιδιόμορφοι αγώνες. Κάποιος Έλληνας από την Καλαβρία της Ιταλίας, έφτασε το 1330 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και επιδόθηκε στη διδασκαλία της φιλοσοφίας και της Λογικής. Ήταν ο γνωστός Βαρλαάμ, στον οποίο μάλιστα ο Ιωάννης ο Καντακουζηνός, που είχε το αξίωμα του «μεγάλου Δομέστικου» (πρωθυπουργού), εμπιστεύτηκε μια έδρα του αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου και αυτό συνετέλεσε στο να γίνει ο Βαρλαάμ περισσότερο γνωστός στον κύκλο των γραμμάτων. Ο σκοπός και το έργο του Βαρλαάμ, όπως αργότερα αποδείχτηκε, δεν ήταν τυχαία. Όταν το 1333-34 ο Πάπας έστειλε δύο Δομηνικανούς θεολόγους για να προετοιμάσουν το διάλογο για την ένωση των Εκκλησιών, ο Βαρλαάμ ανέλαβε να
εκπροσωπήσει την ορθόδοξη Εκκλησία. Και ναι μεν διακήρυττε πάντοτε την ορθοδοξία του,
αλλά δεν αντέδρασε καθόλου στη θέση των Ρωμαιοκαθολικών περί της «εκπορεύσεως του
Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού». Βασιζόμενος στα κείμενα του Αγίου Διονυσίου του
Αρεοπαγίτου, παρερμήνευσε τον αποφατισμό της ορθόδοξης θεολογίας με την σκέψη ότι,
εφόσον ο Θεός είναι το «επέκεινα», δεν μπορεί ο άνθρωπος να οδηγηθεί στη θεοπτία. Σ ̓
αυτό το σημείο άρχισε η αντιδικία του με τους ορθόδοξους μοναχούς, των οποίων ο
Βαρλαάμ περιγέλασε τη νηπτική τακτική και τη μέθοδο της καθάρσεως του νου διά της
νοεράς προσευχής, ονομάζοντάς τους «ομφαλοσκόπους».
Ο Άγιος Γρηγόριος δεν μπορούσε να σιωπήσει. Από το ερημητήριο του Αγίου Σάββα και
αργότερα από τη Θεσσαλονίκη συνέταξε τις περίφημες Τριάδες, για την υπεράσπιση του
ησυχασμού. Τα κείμενα αυτά κατοχυρώνουν, για πρώτη φορά θα λέγαμε, τη θεολογία του
ησυχασμού. Η ευκαιρία που δόθηκε με την αιρετική θέση και πρόκληση του Βαρλαάμ,
έδωσε τη δυνατότητα στην ορθόδοξη θεολογία να προσδιορίσει την έννοια και το νόημα του
ησυχασμού και ακόμα τη σχέση του με τα βασικά δόγματα, για την πτώση του ανθρώπου, τη
Σάρκωση του Θεού Λόγου και την απολυτρωτική χάρη των Μυστηρίων.
Ο Γρηγόριος στη συνέχεια ξεκαθαρίζει το θέμα της θεωρίας του Ακτίστου Φωτός. Ο Θεός,
λέει, δέν είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τον άνθρωπο, ως προς την ουσία Του. Μπορεί
όμως να αποκαλυφθεί και ο άνθρωπος να κοινωνήσει μαζί Του, «διά των θείων ενεργειών».
Με τη θέση αυτή, η οποία περιγράφηκε και εκφράστηκε δογματικά πρώτα από τον Άγιο
Γρηγόριο τον Παλαμά, έκλεισε το πολυσύνθετο θέμα της θέας του Ακτίστου Φωτός και της
γνώσεως του Θεού.
Το 1341 μ.Χ. η Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη καταδίκασε τον Βαρλαάμ και έτσι
τελείωσε η πρώτη φάση της ησυχαστικής έριδας, η οποία είχε τρία βασικά αντικείμενα: α)
Την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, β) Τη γνώση του Θεού και γ) Τη θέα του Ακτίστου
Φωτός.
Η επόμενη φάση των «ησυχαστικών ερίδων» αρχίζει το 1341 μ.Χ. και τελειώνει το 1347 μ.χ.
Αντιμέτωπο αυτή τη φορά είχε τον Ακίνδυνο. Ο Ακίνδυνος ήταν μοναχός Βουλγαρικής
καταγωγής και παλιός μαθητής του Αγίου Γρηγορίου στόν Άθωνα. Αρχικά ο Ακίνδυνος
στάθηκε από πλευράς θεολογικής μεταξύ των απόψεων του Βαρλαάμ και του Παλαμά.
Αργότερα κράτησε δική του θέση συντηρητική και εξωτερικά παραδοσιακή. Η βάση της
όμως ήταν μια απόλυτα αιρετική παρέκκληση από το ορθόδοξο δόγμα και την
εκκλησιαστική παράδοση.
Δυστυχώς οι απόψεις του Ακινδύνου υπερίσχυσαν και ο Παλαμας απομακρύνθηκε και
εξορίστηκε σε κάποια Μονή του Βοσπόρου. Από εκεί τον μετέφερναν από Μονή σε Μονή
και τέλος τον έκλεισαν στις φυλακές των ανακτόρων. Παράλληλα το 1346 η Σύνοδος τον
απέκοψε από την Εκκλησιαστική κοινωνία, ως αιρετικό.
Από τις φυλακές ο Άγιος Γρηγόριος έγραψε πολλές επιστολές και τους αντιρρητικούς λόγους
κατά του Ακινδύνου. Το 1346 μ.Χ., ύστερα από επέμβαση της βασιλομήτορας Άννας,
ελευθερώθηκε. Εδώ έκλεισε και η δεύτερη φάση των ησυχαστικών ερίδων, που τόσο
ταλαιπώρησαν την Εκκλησία, αλλά και που έδωσαν την ευκαιρία να εκφραστεί για μιά
ακόμη φορά η ορθή πίστη της Εκκλησίας.
Τον ίδιο χρόνο ο Άγιος Γρηγόριος εκλέχθηκε επίσκοπος Θεσσαλονίκης, αλλά εξαιτίας
πολιτικών αναταραχών δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί στην έδρα του, και παρέμεινε για ένα
διάστημα μεταξύ Αγίου Όρους και Κωνσταντινουπόλεως. Όταν όμως ο Ιωάννης
Καντακουζηνός κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, εγκαταστάθηκε και ο Άγιος Γρηγόριος κοντά
στό ποίμνιό του. Στη Θεσσαλονίκη ο Παλαμάς αντιμετώπισε ένα νέο ρεύμα δοξασιών, με
επικεφαλής κάποιον Γρηγορά, μαθητή του Ακινδύνου. Δύο όμως αλλεπάλληλες Σύνοδοι το
1351-52, καταδίκασαν το Γρηγορά, πριν ακόμα να του δοθεί η ευκαιρία να διαταράξει εκ
νέου με τις δοξασίες του την ειρήνη της Εκκλησίας.
Στην προσπάθειά του να μεσολαβήσει μεταξύ δύο πολιτικών αντιπάλων και να ειρηνεύσει
την πολιτική κατάσταση για το καλό και της Πολιτείας και της Εκκλησίας, έπεσε στα χέρια
των Τούρκων, έξω από την νήσο Τένεδο. Τα χρόνια που ακολούθησαν του πρόσθεσαν
πολλούς κόπους και ταλαιπωρίες, αλλά προσπάθησε να εκμεταλλευτεί «τα δεσμά» του,
προσεγγίζοντας τους Τούρκους και προετοιμάζοντας την Κατήχηση και την είσοδό τους
στην Εκκλησία. Το 1355 ελευθερώθηκε και ξαναγύρισε στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε
το 1359 μ. Χ.
Η Εκκλησία, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του ένα γνήσιο τέκνο της και αυτόν που
εξέφρασε θεωρητικά και δίδαξε πρακτικά ότι το δόγμα και η παράδοση δεν είναι στεγανά και
η πίστη δεν είναι, από πλευράς θεολογικής τοποθετήσεως, μια απλή και άκαμπτη
«επανάληψη των γνωστών», αλλά είναι ένας διαρκής χείμαρρος που ρέει ακατάπαυστα μέσα
στην Εκκλησία και τη ζωογονεί, τον ανακήρυξε άγιο (1368 μ.Χ.) και έχει αφιερώσει στη
μνήμη του τη Β' Κυριακή των Νηστειών.



Το έργο του:
Το συγγραφικό έργο του Αγίου Γρηγορίου υπήρξε πολύ μεγάλο και σε όγκο και σε βάθος. Η
θεολογία του δεν ξεκινάει από φιλοσοφικές έννοιες, αλλά από την προσωπική εμπειρία.
Αυτό δεν υπονοεί καμιά απολυτοποίηση της γνώσεως, αντίθετα τονίζει ότι η θεολογία και η
πίστη δεν έχουν βάση τη γνώση που πηγάζει από την αίσθηση, αλλά βασίζονται στη γνώση
που ξεκινάει και τρέφεται με τη διόραση. Μ ̓ άλλα λόγια η μελέτη των όντων μόνο δέν
οδηγεί στη θεογνωσία, αλλά η θεγνωσία γεννιέται στην ψυχή από τον Ίδιο τον Θεό, που
«αυτοαποκαλύπτεται», κοινωνεί με τον άνθρωπο και του διδάσκει την «άνωθεν σοφία».
Στα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου διδάσκεται καθαρά και επίμονα η διάκριση μεταξύ
της ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Η ουσία του Θεού είναι «αυθύπαρκτος, αυτοπάτωρ
και ακατάληπτος», ενώ οι ενέργειες είναι «ενυπόστατα στοιχεία» που κοινωνούν με τον
άνθρωπο.
Ο άνθρωπος είναι συγκεφαλαίωση της κτίσεως, που υποδουλώθηκε όμως σ ̓ αυτή μετά την
πτώση του. Με το βάπτισμα «εκβάλλεται» ο Σατανάς από την ψυχή και την πολεμάει πλέον
«εκ των έξω». Γι ̓ αυτό, ως βασικές προϋποθέσεις για την ανακαίνιση του ανθρώπου, θεωρεί
το βάπτισμα και τη Θ. Ευχαριστία. Η Θ. Ευχαριστία μαζί με τη βίωση της μετανοίας και της
ασκήσεως οδηγούν στη «μέθεξι» του Θεού και κάνουν τον άνθρωπο «εν τω Χριστώ άναρχον
και ατελεύτητον». Αυτό δεν είναι φιλοσοφική θεώρηση, αλλά πραγματικότητα, την οποία
βίωσαν, κατά κάποιο τρόπο, απόλυτα η Υπεραγία Θεοτόκος και ο Τίμιος Πρόδρομος, οι
οποίοι αποτελούν πλέον και τα αρχέτυπα όσων επιθυμούν να αγιαστούν και να ζήσουν
αιώνια.
Ο συγγραφικός πλούτος, που κληροδότησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο Άγιος Γρηγόριος,
είναι ανεκτίμητος. Δίκαια ο υμνογράφος του τον αποκαλεί «λύρα του Πνεύματος». Έζησε με
την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, τράφηκε από το Άκτιστο Φως και άφησε την
εμπειρία του στην Εκκλησία, ως οδηγητική στήλη στη «ζοφερά νύχτα του παρόντος αιώνος».



Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι…




Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος κηρύττει Θεό τόν Πατέρα, Θεό τόν Υἱό καί Θεό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί πιστεύει στήν ἐνσάρκωση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέχεται τό λόγο καί τή διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅπως αὐτή περιγράφεται μέσα στό Εὐαγγέλιο καί δέχεται τίς διδασκαλίες τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί τά δόγματά της ὅπως αὐτά ἔχουν διατυπωθεῖ ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος σέβεται τήν Ἱερά Παράδοση τῆς μίας, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος εἶναι βαπτισμένος στό ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καί ἀδιαιρέτου Τριάδος καί δέν ἀφήνει τό βάπτισμα πού ἔλαβε ἀνενεργό ἀλλά τό ἐνεργοποιεῖ στή ζωή του καθώς ὡριμάζει. 
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος κατηχεῖται, μελετάει συνεχῶς τό Εὐαγγέλιο, διδάσκεται τό λόγο τοῦ Χριστοῦ, ἑρμηνεύει ὀρθά τίς ἁγίες Γραφές καί βρίσκεται μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του σέ διαρκή μαθητεία.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος προσέρχεται τακτικά μέ σεβασμό, πίστη ἀγάπη καί πνευματική προετοιμασία στό θεῖο ποτήριο καί δέν κοινωνάει “γιά τό καλό” καί ἐθιμοτυπικά δυό – τρεῖς φορές τό χρόνο.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος μετέχει συστηματικά στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχει πνευματικό καί διακριτικό καθοδηγητή στή δύσκολη πορεία τοῦ βίου του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἔχει ἐνεργή διακονία στό χῶρο τῆς ἐνορίας του καί δέν περιμένει τά πάντα ἀπό τούς κληρικούς.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἀλλοιώνει τόν ἑαυτό του καί ἔγινε δοχεῖο τῆς θείας χάριτος καί μέ τήν ἀγάπη του καί τό παράδειγμά του ἐπηρεάζει καί τούς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ὡς πραγματικό νόημα στή ζωή του ἔχει νά συναντήσει τόν Χριστό καί τή Βασιλεία Του καί δέν ψάχνει νά βρεῖ νόημα στά ἀνθρώπινα καί φθαρτά διότι ξέρει ὅτι ἀργά ἤ γρήγορα θά τόν ἀπογοητεύσουν.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν βυθίζεται σέ δεισιδαιμονίες καί προλήψεις, ἀλλά προσπαθεῖ μελετώντας καί καθοδηγούμενος νά βρεῖ τήν ἀλήθεια.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν χρησιμοποιεῖ τήν Ὀρθοδοξία ὡς ἰδεολογία γιά νά κηρύττει θρησκευτικό φανατισμό καί νά αὐτοδικαιώνεται.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἀπορρίπτει ὁποιαδήποτε μορφή βίας (λεκτική ἤ σωματική), φανατισμοῦ, φωνασκίας καί ἀκρότητας.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν θέλει νά βάλει στή θέση του ὅποιον διαφωνεῖ μέ τίς ἀπόψεις του κατακεραυνώνοντάς τον μέ ἀφορισμούς καί ἀναθέματα.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν βυθίζεται σέ θεωρίες συνωμοσίας καί δέν βλέπει παντοῦ καί πάντα ἐχθρούς πού ἐπιβουλεύονται τήν Ὀρθοδοξία του θεωρώντας τόν ἑαυτό του ἀναμάρτητο καί αὐτόκλητο σωτήρα τῆς Ἐκκλησίας.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος παίρνει τόν ἑαυτό του στά σοβαρά καί ἀναλαμβάνει τίς εὐθύνες του ἀναγνωρίζοντας ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός του εἶναι τό εἴδωλο πού ἀντικρίζει στόν καθρέπτη του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος μέ ἀγάπη καί τρυφερότητα ἀγκαλιάζει τόν κάθε παραστρατημένο ἄνθρωπο καί προσεύχεται γιά τή μεταστροφή του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δείχνει μακροθυμία, ἔλεος καί μεγαλοψυχία στά σφάλματα τοῦ συνανθρώπου του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος μέ πνεῦμα ἀγάπης καί ἠρεμίας ἀπαντάει καί νουθετεῖ χωρίς νά περιμένει τό ἴδιο πνεῦμα καί ἀπό τόν ἄλλο.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δίνει ἐλπίδα, χαμογελάει, βοηθάει χωρίς νά ζητάει, εἶναι αἰσιόδοξος, παρηγορεῖ τόν καταφρονημένο, ἀκούει τόν συνάνθρωπο, κατανοεῖ τίς ἀνάγκες του, ἔχει ἕνα καλό λόγο γιά ὅλους.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἔχει ἡσυχία καί ψυχική γαλήνη καί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς ἐφήμερες κραυγές τοῦ κόσμου τούτου.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν ἐξουθενώνει τόν ἄλλο μέ τό πρόσχημα τῆς ἀρετῆς, τῆς νηστείας καί τῆς ἐγκράτειας.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἀποφεύγει νά τρέχει στά δικαστήρια μέχρι νά ἐξουθενώσει τούς ἀντιδίκους του, ἀλλά μέ πνεῦμα συγχώρεσης καί ὁμόνοιας προσπαθεῖ νά εἰρηνεύσει τίς διαταραγμένες σχέσεις του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος πεινᾶ καί διψᾶ γιά τήν ἀλήθεια καί τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί νοιώθει τόν ἑαυτό του φτωχό μπροστά Του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος πάντοτε χαίρεται, πάντα εὐχαριστεῖ, πάντοτε δοξολογεῖ.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἔχει φτιάξει στήν ψυχή του ἕναν μυστικό κῆπο προσευχῆς.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος βλέπει τούς συνανθρώπους του ὡς εἰκόνες Χριστοῦ.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἔχει μνήμη θανάτου καί γι᾽ αὐτό ζεῖ κάθε ἡμέρα μέ εὐχαριστία καί χαρά.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν ἀναλώνει τό πολύτιμο δῶρο τῆς ζωῆς σέ μεμψιμοιρίες, γκρίνια καί μουρμούρα καί μπορεῖ νά χαίρεται τή ζωή του κάθε ἡμέρα ὅ,τι καί νά συμβαίνει γύρω του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἀνατρέφει τά παιδιά του ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἔχει ποιότητα καί μέτρο στή ζωή του καί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τήν καταναλωτική μανία τοῦ κόσμου γύρω του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν κατακρίνει διότι ξέρει ὅτι αὔριο μπορεῖ νά πέσει σέ χειρότερα ἁμαρτήματα καί νά κατακριθεῖ καί ὁ ἴδιος.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος πάντα ὑπομένει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ἀγαπάει.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος λυπᾶται γιά τίς ἁμαρτίες του καί ὁδηγεῖται στή μετάνοια, ὅποιος ἑβδομηντακοντάκις ἑπτά φορές πέσει καί ἑβδομηντακοντάκις ἑπτά φορές σηκωθεῖ.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἀκόμα κι ἄν γύρω του τά πάντα εἶναι κόλαση, μπορεῖ μέσα του νά ἔχει ἕναν παράδεισο καί νά τόν μεταδίδει καί στούς ἄλλους.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ὁμιλεῖ μέ σύνεση καί εἶναι πάντα εὐγενικός, ὑπομονετικός, πράος καί προσηνής.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος εἶναι ταπεινός καί μετριόφρων καί παλεύει καθημερινά μέ τή φιλαυτία του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος παραχωρεῖ τή θέση του καί τήν προτεραιότητά του στούς ἔχοντες ἀνάγκη, εἶναι αὐτός πού προτιμᾶ νά ἀδικηθεῖ παρά νά ἀδικήσει.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος γνωρίζει καλά ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει καμία σχέση μέ τή δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος γνωρίζει καλά ὅτι ὁ Θεός εἶναι φιλεύσπλαχνος πατέρας πού δίδει μόνο ἀγάπη καί δέν μπορεῖ νά εἶναι τιμωρός κανενός.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ξέρει ὅτι πρέπει καθημερινά νά δίδει τήν ὁμολογία του καί ὅτι κάποια στιγμή μπορεῖ καί νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἐξασκεῖ διαρκῶς τίς θεόσδοτες ἀρετές.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν κοκορεύεται γιά τά πνευματικά του χαρίσματα, ἀλλά τά ἐπιτελεῖ ἐν κρυπτ.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἔχει διάκριση, εὐλάβεια καί φόβο Θεοῦ.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἀπορρίπτει τίς μονομέρειες.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος γνωρίζει ὅτι τρῶμε γιά νά ζοῦμε καί ὄχι ὅτι ζοῦμε γιά νά τρῶμε.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος βοηθάει στήν πρόοδο τοῦ συνανθρώπου του μέ προθυμία καί χαρά χωρίς νά τοῦ γίνεται ἐμπόδιο καί νά κωλυσιεργεῖ τήν προκοπή του ἐπειδή ἔχει τήν ἐξουσία.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος σέβεται τήν ἐξουσία, τηρεῖ τούς νόμους καί τιμάει τούς χώρους στούς ὁποίους βρίσκεται, ἀκόμα κι ἄν ξέρει ὅτι κάποιοι νόμοι εἶναι ἄδικοι.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος γίνεται ὁ ἴδιος φωτοδότης ἀγάπης καί ζεῖ τό βίο του σταυραναστάσιμα.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος εἶναι πρωτοπόρος καί ὄχι οὐραγός, ὅποιος εἶναι ποιητής καί ὄχι νοσταλγός, ὅποιος εἶναι μεγαλόψυχος καί ὄχι μεμψίμοιρος, ὅποιος ἔχει ἀρχοντιά στούς τρόπους του καί ὄχι μιζέρια, ὅποιος εἶναι λεβέντης καί ὄχι κακομοίρης. 
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ζεῖ στόν κόσμο αὐτό ὡς πάροικος, διαβιεῖ στή γῆ ἀλλά ἔχει τό πολίτευμά του στόν οὐρανό.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν ἐπιδιώκει νά ἀλλάξει τόν κόσμο διότι γνωρίζει ὅτι αὐτός δέν ἀλλάζει, ἀλλά προσπαθεῖ μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του νά ἀλλάξει τόν ἑαυτό του καί νά παραδειγματίσει καί τούς συνανθρώπους του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ξέρει ὅτι ὁ πλοῦτος δόθηκε ἀπό τόν Θεό στούς ἀνθρώπους γιά νά εἶναι σοφοί διαχειριστές του πρός ὄφελος τῆς κοινωνίας καί ὄχι δυνάστες τῶν φτωχότερων. 
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἐγκαταλείπει τή βολή του γιά νά συνδράμει ἤ νά δώσει χαρά στούς ἄλλους, εἶναι ὅποιος ξέρει ὅτι σκοπός του εἶναι νά ὑπηρετεῖ καί ὄχι νά τόν ὑπηρετοῦν.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος μαζί μέ τήν Ὀρθοδοξία ἔχει καί Ὀρθοπραξία, ὅποιος γίνεται «ἅλας τῆς γῆς», φωτεινό λυχνάρι καί φῶς γιά τόν κόσμο.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν χρειάζεται τό θαῦμα γιά νά πιστέψει διότι γνωρίζει ὅτι τό μεγαλύτερο θαῦμα εἶναι ἡ ἴδια του ἡ ζωή καί ἡ μετάνοιά του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν χρειάζεται νά κάνει τάματα διότι ξέρει ὅτι ὁ Θεός δέν συναλάσσεται μέ κανέναν καί γνωρίζει ὅτι τό μόνο τάμα πού θέλει ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς εἶναι νά Τοῦ ἀφιερώσουμε τήν ἴδια μας τή ζωή. 
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος δέν νομίζει ὅτι ἐπειδή ἐπιτελεῖ τά θρησκευτικά του καθήκοντα ὁ Θεός θά τά ἔχει καλά μαζί του.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος γνωρίζει ὅτι ἡ πίστη του στό Θεό εἶναι ἕνας ἀδυσώπητος ἀγώνας πού διαρκεῖ μία ὁλόκληρη ζωή καί πρέπει κάθε μέρα νά τήν ἀνακαλύπτει, νά τήν αὐξάνει καί νά τήν ἀνανεώνει σέ ὁποιοδήποτε μέρος καί στιγμή κι ἄν βρίσκεται.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἔχει ἰσχυρή χριστιανική ταυτότητα καί τήν ὑποστηρίζει μέ ὅλο του τό εἶναι, ὅποιος δέν ντρέπεται νά λέει ὅτι εἶναι χριστιανός καί εἶναι περήφανος γι᾽ αὐτό.
Χριστιανός Ὀρθόδοξος εἶναι ὅποιος ἔχει ὡς σκοπό τῆς ζωῆς του νά γίνει Ἅγιος!

 Σωτ. Κόλλιας

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

«Λόγος εἰς τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς καί γιά τήν ἐπιστροφή μας στόν Παράδεισο»


Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ἀντωνίου
Μητροπολίτου τοῦ Σουρόζ


Τό νθρώπινο γένος στό πρόσωπο το παλιο δάμ πεσε, ταν μάρτησε πέναντι στήν γάπη· κι φοβερή κρίση το Θεο θά εναι μιά κρίση γιά τήν νθρώπινη γάπη.

νθρωπος εχε προσκληθε στήν πλήρη ντίληψη, σέ μιά νότητα λόκληρης τς ζως του μέ τό Θεό μέσω τς γάπης λλά πεσε πειδή θέλησε νά μάθει τό μυστήριο το εναι μέ τήν κρύα λογική του καί τήν τυφλωτική ντίληψη τς σάρκας. Καί γινε σάρκα, τό πνεμα σβήστηκε ν φυσικός νθρωπος θριάμβευσε μέσα του, κι γινε ατό πο γνωρίζουμε τούς αυτούς μας νά εναι: κάτοχος νός βέβαιου, ψεύτικου εδους κατανόησης το μυαλο κι νός μεθυστικο εδους ντίληψης το σώματος.

Τή γνώση
μως κείνη πο νθρωπος εχε κληθε νά ποκτήσει μέσα στήν νότητά του μέ τό Θεό, μέ τήν νατένιση τν μυστηρίων τς ζως καί τς παρξης στό βάθος το Θεο τήν χασε - πως τή χάνει καί τώρα - ταν μάρτησε πέναντι στήν γάπη.

Τό Ε
αγγέλιο τς περασμένης Κυριακς ταν γιά τή Μέλλουσα Κρίση. κρίση ατή βασιζόταν ποκλειστικά στήν ρώτηση ν μασταν κανοί ν' γαπμε ταν ζούσαμε στή γ: «θρεψες τούς πεινασμένους, συμπόνεσες σους κρύωναν, ντυσες τούς γυμνούς, εχες τό θάρρος νά πισκεφτες τούς φυλακισμένους, εχες δείξει λεος καί γάπη;» Ατή εναι μόνη κρίση γιά τήν ποία μιλάει Κύριος. Ρωτάει μόνο τί εδους καρδιά εχαμε, ν πάνω στή γ μασταν κανοί ν' γαπήσουμε μέ λο τό πλάτος τς γήινης γάπης καί μέ μιά ζωντανή, νθρώπινη καρδιά γεμάτη συμπάθεια, στοργή καί συμπόνια. φοβερή κρίση εναι τρομακτική διότι δέ θά παιτήσει τίποτα πό μς. Θά σταθομε πλς μπροστά στό πρόσωπο το Θεο καί τότε μπρός στό πρόσωπο τς θεϊκς γάπης, σ' να πεδίο που δέν πάρχει τίποτα λλο κτς πό τήν γάπη, που γάπη κφράζει λο τό νόημα το εναι, ατό πο εναι καλό μέσα μας θά θρηνήσει διότι ποτέ δέν τό φήσαμε λεύθερο, ποτέ δέν τό φήσαμε νά κφραστε στήν πληρότητά του, διότι σκοτώσαμε τήν γάπη γιά χάρη τς κρύας λογικς μας καί τν πειρασμν τς σάρκας.
Σήμερα λοιπόν, θυμούμενοι τήν πτώση το δάμ μπορομε πολύ εκολα νά φανταστομε τό πς χυσε πικρά δάκρυα μπρός πό τίς πύλες το παραδείσου. Ο πύλες ατές το παραδείσου εναι ο πύλες ο ποες εναι κλεισμένες σέ κενον ποος χει ποτύχει στήν γάπη. Πόσο συχνά δέ νιώθουμε κι μες κάτι παρόμοιο: οκογένεια διαλύεται καί κάποιος θρηνε μπροστά στίς κλειστές πύλες το παραδείσου πειδή γάπη δέν μπόρεσε νά σταθε καί νά θριαμβεύσει, πειδή τίποτα δέν χει μείνει κτς πό ψυχρότητα καί πομάκρυνση· πεθαίνει σως μιά φιλία κι νας νθρωπος στέκεται στόν παγωμένο κόσμο μις σβησμένης γάπης καί μις κλειστς καρδις.

Δέ γνωρίζουμε κι
μες τόν πόθο κενο το δάμ γιά τόν ποο κκλησία ψάλλει μέ τόσο μεγάλο πόνο; Δέν λκεται ψυχή μας πρός τό Θεό, πρός τά γαπημένα μας πρόσωπα, καί δέ μς κλείνεται πόρτα κατάφατσα πειδή γάπη μας δέν εναι ρκετή, πειδή ψύχρα καί πολίθωση τν καρδιν καί το μυαλο μας εναι τόσο δυνατές;

Τί πρέπει νά κάνουμε
μως; Πς νά ξεφύγουμε πό τή φρίκη ατή; Τήν πάντηση μς τή δίνει τό σημερινό Εαγγέλιο. Τό νά μάθουμε ν' γαπμε ξαφνα, νεπιφύλακτα, τό ν' νοίξουμε τίς καρδιές μας, ν' νοίξουμε τίς ζωές καί τίς ψυχές μας στό Θεό καί τούς νθρώπους εναι πέρα πό τίς δυνάμεις μας, μπορομε μως τουλάχιστο ν' ρχίσουμε πό τά μικρά- μπορομε, πως λέει πόστολος Παλος (Ρωμ. 14.1) νά ρχίσουμε νά δεχόμαστε νας τόν λλο σάν «σθενοντας», πως κριβς σθενες εμαστε καί μες. Ατή εναι ρχή τς συγχώρησης.

Ε
μαστε νίκανοι νά συγχωρομε στε νά μήν παραμένει πόνος καί φρίκη, μπορομε μως ν' ρχίσουμε νά συγχωρομε, μπορομε νά πομε: «Σέ δέχομαι πως εσαι· παρ’ λη σου τήν ψυχρότητα καί τήν πικροχολία, τήν κακοτροπία καί τήν σχήμια δέ θά σέ ποστραφ· εσαι δελφός μου, δελφή μου, μητέρα μου, πατέρας, φίλος μου. Θά νεχτ τήν ψυχρότητά σου, θά νεχτ τά πάντα, θά τά ποφέρω. Πρός τό παρόν ατό εναι λο πο μπορ νά κάνω- δέν εμαι κανός νά σέ γαπήσω, μπορ μως νά σέ ποδεχτ. Μπορ νά σέ δεχτ πως καί Χριστός δέχτηκε τό σταυρό, τόν σπλαχνο, βασανιστικό σταυρό, καί νά σέ μεταφέρω μέ μαρτύριο καί θλίψη στούς μους μου».

Δέν ε
ναι βέβαια λους πο πρέπει νά πομείνουμε μέ τόσο πόνο καί λύπη. Πολλούς μπορομε νά μεταφέρουμε μέ χαρά· κι ς μήν ξεχνμε λους σους μεταφέρουν μς μέ στοργή, μέ συμπόνια, μέ γάπη.

ν δέν μπορομε νά συγχωρέσουμε τέλεια ς λυπηθομε τουλάχιστο τόν λλο πο εναι μαρτωλός πως κριβς καί μες, πο εναι ξ σου μ' μς σθενικός καί νίσχυρος, τό διο νίκανος ν' γαπήσει, τό διο νίκανος νά συγχωρέσει, νά ζήσει. ς δεχτομε νας τόν λλο μέ τήν γάπη το σταυρο, καί ς μπομε στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή χαιρόμενοι πο μς δόθηκε νά προχωρήσουμε μαζί πρός τή σωτηρία, πρός τήν μέρα πο μέ τή χάρη καί τή δύναμη το Θεο, τή στοργή καί τήν γάπη καί τήν παρηγοριά το Θεο θά μπορέσουμε κι μες νά γίνουμε καλά καί νά γνωρίσουμε τήν πλήρη συγχώρηση, τήν τέλεια γάπη καί μέσα πό τίς στενές πύλες θά χουμε φτάσει στή Βασιλεία το Θεο. Ἀμήν!!