Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Εις Άδου Κάθοδος του Ιησού Χριστού


Αγ. Επιφανίου Κύπρου 


(…) Γιατί απέραντη σιωπή βασιλεύει σήμερα στη γη; μεγάλη σιωπή και πολλή ηρεμία. Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε. Ο Θεός με το σώμα πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε και αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ανέστησε (…). Σήμερα σώζονται και αυτοί που ζουν επάνω στη γη και αυτοί που αιώνες τώρα βρίσκονται κάτω από τη γη. Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος. Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του Δεσπότου Χριστού. Διπλή ευσπλαχνία. Διπλή κατάβασις μαζί και συγκατάβασις. Διπλή φιλανθρωπία. Διπλή επίσκεψις στους ανθρώπους. Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του Άδου ανοίγονται. Χαρήτε όλοι εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες. (…).

Χτες εζήσαμε στην υποταγή Του, σήμερα την κυριαρχία Του. Χθες φανερώθηκαν τα σημάδια της ανθρώπινής Του φύσεώς και σήμερα της θεϊκής. Χθες τον ερράπιζαν και σήμερα με την αστραπή της θεότητος σχίζει το σκοτεινό κατοικητήριο του Άδου. Χθες τον έδεναν και σήμερα δένει Αυτός τον τύραννο διάβολο με άλυτα δεσμά (…). Εκείνος που χθες, μέσα στην άπειρη συγκατάβασί Του, δεν εκαλούσε να τον βοηθήσουν οι λεγεώνες των Αγγέλων, λέγοντας στον Πέτρο, ότι είναι στο χέρι μου να παρατάξω τώρα αμέσως περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες Αγγέλων, σήμερα κατέρχεται με τον θάνατο Τον κατά του Άδου και του θανάτου, του τυράννου, όπως ταιριάζει σε Θεό και Κυρίαρχο, επί κεφαλής των αθανάτων και ασωμάτων στρατευμάτων και των αοράτων ταγμάτων, όχι με δώδεκα μόνο λεγεώνες, αλλά με μύριες μυριάδες και χίλιες χιλιάδες Αγγέλων, Αρχαγγέλων, Εξουσιών, θρόνων, Εξαπτερύγων, Πολυομμάτων, τα οποία, ως βασιλέα και Κύριο τους, προπέμπουν, δορυφορούν και τιμούν τον Χριστό (…).

Και καθώς συμβαίνει όταν παρουσιασθή μια φοβερή, αήτητη και παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξι, φρίκη μαζί και τρόμος και ταραχή και οδυνηρός φόβος κυριεύει τους εχθρούς του ακαταγώνιστου Στρατηγού, το ίδιο έγινε ξαφνικά, μόλις παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ο Χριστός στα καταχθόνια του Άδη. Από επάνω μια δυνατή αστραπή ετύφλωνε τα πρόσωπα των εχθρικών δυνάμεων του Άδη και ταυτόχρονα ακούονταν βροντερές στρατιωτικές φωνές που διέταζαν: Άρατε πύλας• όχι ανοίξετε, αλλά ξερριζώστε τις από τα θεμέλια, βγάλτε τις τελείως από τον τόπο τους, ώστε να μην μπορούν πια να ξανακλείσουν. Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών, όχι γιατί δεν μπορεί να τις ανοίξη ο Κύριος μας, που όταν θέλη, διατάζει και μπαίνει με κλεισμένες τις πόρτες, αλλά σας διατάζει, σαν δραπέτες δούλους, να σηκώσετε και να μεταφέρετε αυτές τις προαιώνιες πύλες. Για τούτο και δεν διατάζει τους όχλους σας, αλλά σας που παρουσιάζεσθε σαν αρχηγοί τους: άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών. Από τώρα και έπειτα δεν θα είσθε πια άρχοντες κανενός, παρ’ όλο που κάκιστα κυριαρχήσατε πάνω στους μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Ούτε αυτών θα είσθε πλέον άρχοντες, ούτε άλλων, ούτε των εαυτών σας ακόμη. Άρατε πύλας, γιατί ήρθε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ανοίξετε δρόμο σ’ Αυτόν που έβαλε το πόδι Του στη φυλακή του Άδη (…).


Και μόλις οι αγγελικές δυνάμεις εβόησαν, την ίδια στιγμή άνοιξαν οι πύλες! Την ίδια στιγμή έσπασαν οι αλυσίδες και οι μοχλοί. Έπεσαν τα κλειδιά και συγκλονίσθηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Οι εχθρικές δυνάμεις ετράπησαν σε άτακτη φυγή, ο ένας έσπρωχνε τον άλλο, άλλος μπερδευόταν στα πόδια του άλλου και καθένας φώναζε στο διπλανό του να φεύγη γρήγορα. Έφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τα έχασαν, εταράχθηκαν, άλλαξε το χρώμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν και απόρησαν, απόρησαν και τρόμαξαν (…). 
Κι ενώ αυτά διεδραματίζοντο στον Άδη και εσείοντο τα πάντα, ο δε Κύριος επλησίαζε να φθάση στα πιο έσχατα βάθη, ο Αδάμ ο πρωτοδημιούργητος και πρωτόπλαστος και πρωτόθνητος που βρισκόταν δεμένος γερά και βαθύτερα από όλους, άκουσε τα βήματα του Κυρίου, που ερχόταν στους φυλακισμένους και αμέσως ανεγνώρισε τη φωνή Του, καθώς επερπατούσε μέσα στη φυλακή. Στράφηκε τότε προς όλους τους επί αιώνες συγκροτούμενους του και τους φώναξε: «Ω φίλοι μου! Ακούω να πλησιάζη σ’ εμάς ο ήχος των βημάτων Κάποιου. Εάν πραγματικά μας αξίωσε να έρθη έως εδώ, τότε είμαστε ελεύθεροι! Εάν τον ιδούμε ανάμεσά μας, σωθήκαμε από τον Άδη!».

Και την ώρα που ο Αδάμ έλεγε αυτά προς τους συγκαταδίκους του, εισέρχεται ο Κύριος, κρατώντας το νικηφόρο όπλο του Σταυρού. Μόλις τον αντίκρυσε ο Αδάμ, χτύπησε το στήθος από την χαρούμενη έκπληξι και φώναξε προς όλους τους επί αιώνες κεκοιμημένους: «Ο Κύριος μου ας είναι μαζί με όλους»! Και ο Χριστός απάντησε στον Αδάμ: «Και μετά του πνεύματός σου». Ύστερα τον πιάνει από το χέρι, τον σηκώνει επάνω και του λέει: Σήκω συ που κοιμάσαι και ανάστα από τους νεκρούς, γιατί σε καταρτίζει ο Χριστός! Εγώ ο Θεός, που για χάρι σου έγινα υιός σου, έχοντας δικούς μου πλέον και σένα και τους απογόνους σου, με την θεϊκή εξουσία μου δίνω ελευθερία και λέω στους φυλακισμένους: εξέλθετε. Σένα. Αδάμ, σε προστάζω: σήκω από τον αιώνιο ύπνο σου. Δεν σε έπλασα, για να μένης φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών. Γιατί εγώ είμαι η ζωή των θνητών. Σήκω επάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω επάνω συ που είσαι η μορφή μου, που σε δημιούργησα κατ’ εικόνα μου. Σήκω να φύγουμε από εδώ. Γιατί συ είσαι μέσα σε μένα και εγώ μέσα σε σένα! Για σένα ο Κύριος έλαβε τη δική σου μορφή του δούλου. Για δική σου χάρι, εγώ που βρίσκομαι ψηλότερα από τους ουρανούς, κατέβηκα στη γη και πιο κάτω από τη γη. Για σένα τον άνθρωπο έγινα σαν ένας ανυπεράσπιστος άνθρωπος, βρέθηκα χωρισμένος κι εγώ από τη ζωή, ανάμεσα σ’ όλους τούς άλλους νεκρούς. Για σένα που βγήκες μέσα από τον κήπο του παραδείσου, μέσα σε κήπο παραδόθηκα στους Ιουδαίους και μέσα σε κήπο εσταυρώθηκα.


Κύτταξε στο πρόσωπο μου τα φτυσίματα, που καταδέχθηκα προς χάριν σου, για να σε αποκαταστήσω στην παλαιά σου δόξα, που σου είχα δώσει με το εμφύσημά μου. Κύτταξε στα μάγουλά μου τα ραπίσματα που καταδέχθηκα, για να επανορθώσω την διεστραμμένη μορφή σου και να την φέρω στην όψι που είχε σαν εικόνα μου. Κύτταξε στη ράχη μου τη μαστίγωσι που καταδέχθηκα, για να διασκορπίσω το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Κύτταξε τα καρφωμένα χέρια μου, που τα άπλωσα καλώς επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να συχωρεθής συ που άπλωσες κακώς το χέρι σου στο απαγορευμένο δένδρο. Κύτταξε τα πόδια μου που καρφώθηκαν και τρυπήθηκαν στον Σταυρό, για να εξαγνισθούν τα δικά σου πόδια που έτρεξαν κακώς στο δένδρο της αμαρτίας (…). Η πληγωμένη πλευρά μου εθεράπευσε τον πόνο της πλευράς σου. Ο δικός μου ύπνος θα σε βγάλη από τον ύπνο σου μέσα στον Άδη. Η ρομφαία που χτύπησε έμενα, σταμάτησε τη ρομφαία που στρεφόταν εναντίον σου. Γι’ αυτό σηκωθήτε, ας φύγουμε από εδώ. Από τον θάνατο στη ζωή. Από την φθορά στην αφθαρσία. Από το σκοτάδι στο αιώνιο φως. Από την οδύνη στην ελευθερία. Από τη φυλακή του Άδη στην άνω Ιερουσαλήμ. Από τα δεσμά στην άνεσι. Από τη σκλαβιά στην τρυφή του Παραδείσου. Από τη γη στον ουρανό.




Γι’ αυτόν τον σκοπό ο Χριστός απέθανε και ανέστη, για να γίνη Κύριος και νεκρών και ζώντων. Σηκωθήτε, λοιπόν. Ας φύγουμε από εδώ. Ο ουράνιος Πατέρας περιμένει με λαχτάρα το χαμένο πρόβατο. Τα ενενήντα εννέα πρόβατα των αγγέλων περιμένουν τον σύνδουλό τους Αδάμ, πότε θα αναστηθή, πότε θα ανέλθη καί θα επανέλθη προς τον Θεό. Ο Χερουβικός θρόνος είναι έτοιμος. Αυτοί που θα σας ανεβάσουν είναι γρήγοροι και βιάζονται. Ο νυμφικός θάλαμος έχει προετοιμασθή. Το μεγάλο εορταστικό δείπνο είναι στρωμένο. Τα θησαυροφυλάκια των αιωνίων αγαθών άνοιξαν. Η Βασιλεία των Ουρανών έχει ετοιμασθή «από καταβολής κόσμου». Αγαθά που μάτια δεν τα είδαν και αυτιά δεν τα άκουσαν περιμένουν τον άνθρωπο. Αυτά και άλλα παρόμοια είπεν ο Κύριος. Και αμέσως ανασταίνεται μαζί Του ο ενωμένος σ’ αυτόν Αδάμ και μαζί τους και η Εύα. Ακόμη δε και «πολλά σώματα δικαίων, που είχαν πεθάνει πριν από αιώνες, αναστήθηκαν» διακηρύσσοντας την τριήμερο Ανάστασι του Χριστού. Αυτήν ας την υποδεχθούμε και ας την αγκαλιάσουμε οι πιστοί με πολλή χαρά, χορεύοντες με τους αγγέλους και εορτάζοντες με τους αρχαγγέλους και δοξάζοντες τον Χριστό, που μας ανέστησε από την φθορά. Εις Αυτόν αρμόζει η δόξα και η δύναμις, μαζί με τον αθάνατο Πατέρα και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό και ομοούσιο Πνεύμα, εις όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μετάφραση Αρχιμανδρίτου Ιγνατίου (Ιερά Μονή Παρακλήτου Αττικής)


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΥΝΑΞΗ» ΤΕΥΧΟΣ 3


Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Αληθώς Ανέστη (Β΄)


Αγίου Ιωάννου Χρυστοστόμου 

Επί πλέον: Πίστευαν ότι θα πεθάνει μεν, αλλά θ' αναστηθεί κι όμως υπέφεραν τόσο. Αν δεν τον έβλεπαν Αναστημένο, πως δεν θα εξαφανίζονταν και δεν θα ζητούσαν ν' ανοίξει η γη να τους καταπιεί απ' την απελπισία τους για την απάτη κι απ' τη φρίκη για τα επερχόμενα; Θ' αντιμετώπιζαν τώρα την κατακραυγή για την αδιαντροπιά τους. Τι θα είχαν να πουν; Το πάθος το ήξερε όλος ο κόσμος: Τον κρέμασαν σε ψηλό ικρίωμα, ήταν μέρα μεσημέρι, μέσα στην πρωτεύουσα και στην πιο μεγάλη γιορτή που κανένας δεν ήταν δυνατό ν' απουσιάζει.
Την Ανάσταση όμως δεν την είδε κανείς απ' τους άλλους. Κι αυτό δεν ήταν μικρό εμπόδιο για να τους πείσουν. Πώς λοιπόν θα μπορούσαν να βεβαιώσουν στεριά και θάλασσα για την Ανάσταση; Και γιατί, πες μου, αφού σώνει και καλά ήθελαν να το κάνουν αυτό, δεν εγκατέλειπαν την Ιουδαία αμέσως, να πάνε στις ξένες χώρες; Αλλά δεν θαυμάζεις ότι έπεισαν πολλούς και μέσα στην Ιουδαία;


Είχαν την τόλμη να παρουσιάσουν τα τεκμήρια της Αναστάσεως στους ίδιους τους φονείς, σ' εκείνους που τον σταύρωσαν και τον έθαψαν, στην ίδια την πόλη όπου αποτολμήθηκε το φοβερό κακούργημα. Ώστε και όλοι οι έξω ν' αποστομωθούν. Γιατί όταν οι «σταυρώσαντες» γίνονται «πιστεύσαντες», τότε και η παρανομία της σταυρώσεως βεβαιώνεται και λάμπει η απόδειξη της Αναστάσεως.
Για να ελκύονται όμως τα πλήθη σημαίνει πως οι μαθηταί έκαναν θαύματα. Αν όμως δεν αναστήθηκε και μένει νεκρός, πώς οι απόστολοι θαυματουργούσαν στο όνομα του; Πως πάλι, αν δεν έκαναν θαύματα, έπειθαν; Και αν μεν έκαναν -και βεβαίως έκαναν- είχαν Θεού δύναμη. Αν όμως δεν έκαναν και εν τούτοις κυριαρχούσαν παντού, θα ήταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστο, θα ήταν το μέγιστο θαύμα, αν χωρίς θαύματα διέσχιζαν και κυρίευαν την οικουμένη δώδεκα φτωχοί και αγράμματοι άνθρωποι.
Ασφαλώς ούτε με τα πλούτη ούτε με τη σοφία τους επεκράτησαν οι ψαράδες. Ώστε και χωρίς να θέλουν κηρύττουν ότι μέσα τους ενεργούσε η θεία δύναμη της Αναστάσεως. Γιατί είναι τελείως αδύνατο ανθρώπινη δύναμη να κατορθώσει ποτέ τέτοια εκπληκτικά πράγματα.


Προσέξτε με πολύ εδώ, γιατί αυτά είναι αναμφισβήτητες αποδείξεις της Αναστάσεως. Γι' αυτό και θα επαναλάβω: Αν δεν αναστήθηκε, πώς έγιναν αργότερα στο όνομά του μεγαλύτερα θαύματα; Κανείς βέβαια δεν κάνει μετά τον θάνατό του μεγαλύτερα θαύματα απ' όσα όταν ζούσε. Ενώ εδώ μετά τον θάνατο του Χριστού γίνονται θαύματα μεγαλύτερα και κατά τον τρόπο και κατά τη φύση: Κατά τη φύση ήταν μεγαλύτερα, γιατί ποτέ η σκιά του Χριστού δεν θαυματούργησε. Ενώ οι σκιές των αποστόλων έκαναν πολλά θαύματα. Κατά τον τρόπο πάλι ήταν μεγαλύτερα, επειδή τότε μεν ο ίδιος ο Κύριος πρόσταζε και θαυματουργούσε. Μετά τη Σταύρωση όμως και την Ανάστασή του οι δούλοι του επικαλούμενοι απλώς το σεβάσμιο και άγιο όνομά του μεγαλύτερα και εκπληκτικώτερα επιτελούσαν. Έτσι δοξαζόταν κι ακτινοβολούσε πιο πολύ η δύναμή του.
Γι' αυτό οι άγιοι Πατέρες όρισαν να διαβάζονται αμέσως μετά τον σταυρό και την Ανάστασή του, οι «Πράξεις» που περιγράφουν τα θαύματα των αποστόλων και κατ' εξοχήν επικυρώνουν την Ανάσταση, για να έχουμε σαφή και αναμφισβήτητη της Αναστάσεως την απόδειξη: Δεν τον είδες Αναστάντα με τα μάτια του σώματος; Αλλά τον βλέπεις με τα μάτια της πίστεως. Δεν τον είδες με τα «όμματα» τούτα; Θα τον δεις με τα θαύματα εκείνα. Των θαυμάτων η επίδειξη σε χειραγωγεί στης Αναστάσεως την απόδειξη.
Θέλεις όμως να δεις και τώρα θαύματα; Θα σου δείξω. Και μάλιστα πιο μεγάλα απ' τα προηγούμενα: Όχι ένα νεκρό ν' ανασταίνεται, όχι ένα τυφλό να ξαναβλέπει, αλλά τη γη ολόκληρη να εγκαταλείπει το σκοτάδι της πλάνης.

Μεγίστη απόδειξη της Αναστάσεως είναι ότι ο Εσφαγμένος Χριστός έδειξε μετά τον θάνατο τόση δύναμη, ώστε έπεισε τους ζωντανούς να περιφρονήσουν και πατρίδα και σπίτι και φίλους και συγγενείς και την ίδια τη ζωή τους για χάρη του και να προτιμήσουν μαστιγώσεις και κίνδυνους και θάνατο. Αυτά δεν είναι κατορθώματα νεκρού κλεισμένου στον τάφο, αλλά αναστημένου και ζωντανού.
Πρόσεξε παρακαλώ· Οι απόστολοι, όταν μεν ζούσε ο Διδάσκαλος από τον φόβο τους τον πρόδωσαν κι εξαφανίσθηκαν όλοι. Ο Πέτρος μάλιστα τον αρνήθηκε με όρκο τρεις φορές. Όταν όμως πέθανε ο Χριστός, αυτός που τον αρνήθηκε τρεις φορές και πανικοβλήθηκε μπροστά σε μιαν υπηρετριούλα, τόσο απότομα άλλαξε, ώστε ν' αψηφήσει ολόκληρο λαό και μέσ' στη μέση του Ιουδαϊκού όχλου να διακηρύξει ότι ο σταυρωθείς και ταφείς αναστήθηκε εκ νεκρών την τρίτη ήμερα και ότι ανέβηκε στα ουράνια. Και τα κήρυξε όλα αυτά χωρίς να υπολογίσει τη φοβερή μανία των εχθρών και τις συνέπειες.
Πού βρήκε αυτό το θάρρος; Πού αλλού παρά στην Ανάσταση. Τον είδε και συνομίλησε μαζί του και άκουσε για τα μέλλοντα αγαθά, κι έτσι έλαβε δύναμη να πεθάνει γι' Αυτόν και να σταυρωθεί με την κεφαλή προς τα κάτω.


Το εξόχως σπουδαίο είναι ότι όχι μόνο ο Πέτρος και ο Παύλος και οι λοιποί απόστολοι, αλλά και ο Ιγνάτιος, που ούτε καν τον είδε ούτε απόλαυσε τη συντροφιά του, έδειξε τόση προθυμία για χάρη του, ώστε γι' Αυτόν πρόσφερε θυσία τη ζωή του.
Και μόνο ο Ιγνάτιος και οι απόστολοι; Και γυναίκες καταφρονούν τον θάνατο, που, πριν αναστηθεί ο Χριστός, ήταν φοβερός και φρικώδης ακόμη και σε άνδρες και μάλιστα αγίους.
Ποιος τους έπεισε όλους αυτούς να περιφρονήσουν την παρούσα ζωή; Φυσικά δεν είναι κατόρθωμα ανθρώπινης δυνάμεως να πεισθούν τόσες μυριάδες, όχι μόνο ανδρών, αλλά και γυναικών και παρθένων και μικρών παιδιών, να πεισθούν να θυσιάσουν την παρούσα ζωή, να τα βάλουν με θηρία, να περιγελάσουν τη φωτιά, να καταπατήσουν κάθε είδος τιμωρίας και να σπεύσουν προς τη μέλλουσα ζωή!
Και ποιος, παρακαλώ, τα κατόρθωσε όλ' αυτά; Ο νεκρός; Αλλά τόσοι νεκροί υπήρξαν και κανένας δεν έκανε τέτοια πράγματα. Μήπως ήταν μάγος και αγύρτης; Πλήθος μάγοι και αγύρτες και πλάνοι πέρασαν, αλλά ξεχάστηκαν όλοι, χωρίς ν' αφήσουν το παραμικρό ίχνος· μαζί με τη ζωή τους έσβησαν κι οι μαγγανείες τους. Η φήμη όμως κι η δόξα κι οι πιστοί του Χριστού κάθε μέρα αυξάνουν κι απλώνονται σ' όλη την οικουμένη.

Οι άπιστοι φρίττουν κι οι πιστοί διακηρύττουν:

Χριστός ανέστη! Αληθώς Ανέστη!

«Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των  αιώνων.  Αμήν».


Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Αληθώς Ανέστη! (Α΄)



 Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος


Η πλάνη πάντα αυτοκαταστρέφεται και, παρόλο που δεν το θέλει, στηρίζει σε όλα την αλήθεια. Πρόσεξε: Έπρεπε ν' αποδειχθεί ότι ο Χριστός πέθανε και τάφηκε και αναστήθηκε. Ε, λοιπόν όλα αυτά τα κατοχυρώνουν οι ίδιοι οι εχθροί! Εφ' όσον έφραξαν με τον βράχο και σφράγισαν και φρούρησαν τον τάφο, δεν ήταν δυνατό να γίνει καμιά κλοπή. Αφού όμως δεν έγινε κλοπή και εν τούτοις ο τάφος βρέθηκε άδειος, είναι ολοφάνερο και αναντίρρητο ότι αναστήθηκε. Είδες πως και μη θέλοντας στηρίζουν την αλήθεια;
Αλλά και πότε θα τον έκλεβαν οι μαθηταί; Το Σάββατο; Μα αφού δεν επιτρεπόταν από τον νόμο να κυκλοφορήσουν. Κι αν υποθέσουμε ότι θα παραβίαζαν τον νόμο του Θεού, πώς θα τολμούσαν αυτοί οι τόσο δειλοί να βγουν έξω απ' το σπίτι; Και με ποιο θάρρος θα ριψοκινδύνευαν για ένα νεκρό; Προσμένοντας ποιάν ανταπόδοση; Ποιάν αμοιβή;
Και στ' αλήθεια, πού στηρίζονταν; Στη δεινότητα του λόγου τους; Αλλά ήταν απ' όλους αμαθέστεροι. Στα πολλά τους πλούτη; Αλλά δεν είχαν ούτε ραβδί ούτε υποδήματα. Μήπως στην ένδοξη καταγωγή τους; Αλλά ήταν οι ασημότεροι του κόσμου. Μήπως στο πλήθος τους; Αλλά δεν ξεπερνούσαν τους ένδεκα, που κι αυτοί σκόρπισαν.
Αν ο κορυφαίος τους φοβήθηκε τον λόγο μιας γυναίκας θυρωρού κι όλοι οι άλλοι, όταν είδαν τον Διδάσκαλό τους δεμένο, σκόρπισαν και διαλύθηκαν, πώς θα τους περνούσε καν απ' τον νου να τρέξουν στα πέρατα της οικουμένης και να φυτέψουν πλαστό κήρυγμα αναστάσεως; Αφού φοβήθηκαν τη γυναικεία απειλή και τη θέα μόνο των δεσμών, πώς θα μπορούσαν να τα βάλουν με βασιλείς και άρχοντες και λαούς, όπου ξίφη και τηγάνια και καμίνια και μύριοι θάνατοι κάθε μέρα, αν δεν είχαν απολαύσει και οικειοποιηθεί τη δύναμη και την έλξη του Αναστάντος;
Αλλά γι' αυτά πρέπει να επανέλθουμε. Ας ξαναρωτήσουμε όμως τώρα τους Εβραίους; Πώς έκλεψαν το σώμα του Χριστού οι μαθηταί, ώ ανόητοι; Επειδή η αλήθεια είναι λαμπρή και ολοφάνερη, το ιουδαϊκό ψέμα δεν μπορεί ούτε σαν σκιά να σταθεί. Πώς θα το έκλεβαν, πες μου; Μήπως δεν ήταν σφραγισμένος ο τάφος; Δεν τον έζωναν τόσοι φρουροί και στρατιώτες και Ιουδαίοι, που είχαν την υποψία και αγρυπνούσαν και πρόσεχαν;
Μα και για ποιο λόγο θα το έκλεβαν; Για να πλάσουν το δόγμα της Αναστάσεως; Και πώς τους ήρθε να πλάσουν κάτι τέτοιο αυτοί οι δειλοί; Και πώς κύλησαν τον ασφαλισμένο βράχο; Πώς ξέφυγαν από τόσους άγρυπνους κι άγριους φρουρούς;
Πρόσεξε όμως πως με όσα κάνουν οι Εβραίοι πιάνονται πάντα στα ίδια τους τα δίχτυα. Να, αν δεν πήγαιναν στον Πιλάτο κι αν δεν ζητούσαν την κουστωδία, πιο εύκολα θα μπορούσαν να λένε τέτοια ψεύδη οι αδιάντροποι. 



Μα τώρα όχι. (Υπήρχε η κουστωδία. Κανείς δεν μπορούσε να γλυτώσει απ' την άγρυπνη προσοχή της κι απ' τα ξίφη της). Κι έπειτα γιατί να μην κλέψουν το σώμα νωρίτερα; Ασφαλώς αν είχαν σκοπό να κάνουν κάτι τέτοιο, θα το έκαναν όταν δεν εφρουρείτο ο τάφος, τότε που ήταν και ακίνδυνο και σίγουρο, δηλ. την πρώτη νύχτα· γιατί το Σάββατο πήγαν οι Εβραίοι στον Πιλάτο και ζήτησαν την κουστωδία και φρούρησαν τον τάφο, ενώ την πρώτη νύχτα δεν ήταν κανένας εκεί.
Και τι γυρεύουν στο έδαφος τα σουδάρια τα ποτισμένα με τη σμύρνα, που βρήκαν, τυλιγμένα μάλιστα, ο Πέτρος και οι άλλοι απόστολοι; Είχε πάει πρώτη η Μαγδαληνή Μαρία. Κι όταν γύρισε και ανήγγειλε τα θαυμαστά συμβάντα στους αποστόλους, εκείνοι χωρίς καθυστέρηση τρέχουν αμέσως στο μνημείο και βλέπουν κάτω τα οθόνια. Αυτό ήταν σημείο Αναστάσεως. Γιατί αν ήθελαν κάποιοι να τον κλέψουν, δεν θα τον έκλεβαν βέβαια γυμνό. Αυτό θα ήταν όχι μόνο ατιμωτικό αλλά και ανόητο. Δεν θα κοίταζαν να ξεκολλήσουν τα σουδάρια, να τα τυλίξουν με επιμέλεια και να τα βάλουν τακτοποιημένα σ' ένα μέρος. Αλλά τι θα έκαναν; Θ' άρπαζαν όπως-όπως το σώμα και θάφευγαν γρήγορα.
Γι' αυτό άλλωστε προηγουμένως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είπε ότι τον έθαψαν με πολλή σμύρνα που κολλάει τα οθόνια πάνω στο σώμα, όπως το μολύβι τα μέταλλα, και δεν ήταν καθόλου εύκολο να ξεκολλήσουν ώστε όταν ακούσεις ότι τα σουδάρια βρέθηκαν μόνα τους, να μην ανεχθείς εκείνους που λένε ότι εκλάπη. Θα πρέπει να ήταν βέβαια πολύ ηλίθιος ο κλέφτης, ώστε να σπαταλήσει για ένα περιττό πράγμα τόση προσπάθεια. Για ποιο σκοπό θ' άφηνε τα σουδάρια; Και πώς ήταν δυνατό να ξεφύγει την ώρα που θα έκανε αυτή τη δουλειά; Γιατί ασφαλώς θα δαπανούσε πολύ χρόνο και ήταν φυσικό καθυστερώντας να συλληφθεί επ' αυτοφώρω.
Αλλά και τα οθόνια γιατί κοίτονται χωριστά και χωριστά το σουδάριο, τυλιγμένο μάλιστα; Για να βεβαιωθείς ότι δεν ήταν έργο βιαστικών ούτε ανήσυχων κλεφτών το να τοποθετήσουν χωριστά εκείνα και χωριστά τούτο τυλιγμένο. Κι από εδώ λοιπόν αποδεικνύεται απίθανη η κλοπή. Άλλωστε και οι ίδιοι οι Εβραίοι τα σκέφθηκαν όλα αυτά και γι' αυτό έδωσαν χρήματα στους φρουρούς λέγοντας: «Πείτε σεις πως τον έκλεψαν, κι εμείς θα τα κανονίσουμε με τον ηγεμόνα».
Υποστηρίζοντας ότι οι μαθηταί τον έκλεψαν επικυρώνουν και μ' αυτό πάλι την Ανάσταση, γιατί έτσι ομολογούν πάντως ότι το σώμα δεν ήταν εκεί. Όταν όμως αυτοί οι ίδιοι βεβαιώνουν ότι το σώμα δεν ήταν εκεί, ενώ από την άλλη μεριά η κλοπή αποδεικνύεται ψευδής και απίθανη από τη σχολαστική φρούρηση και τις σφραγίδες του τάφου και τα οθόνια και το σουδάριο και τη δειλία των μαθητών, αναμφισβήτητα προβάλλει και από τα δικά τους τα λόγια η απόδειξη της Αναστάσεως.
Ρωτάνε όμως πολλοί: Γιατί μόλις αναστήθηκε να μη φανερωθεί αμέσως στους Ιουδαίους; Αυτός ο λόγος είναι περιττός. 


Αν υπήρχε ελπίδα να τους ελκύσει στην πίστη, δεν θ' αμελούσε να φανερωθεί σε όλους. Αλλά ότι δεν υπήρχε τέτοια ελπίδα το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου: Αν και ήταν ήδη τέσσερις μέρες νεκρός και είχε αρχίσει να μυρίζει και να σαπίζει, τον ανέστησε μπροστά στα μάτια όλων. Παρά ταύτα, όχι μόνο δεν ελκύσθηκαν στην πίστη, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον του Χριστού, ώστε ήθελαν να σκοτώσουν κι Αυτόν και τον Λάζαρο.
Αφού λοιπόν άλλον ανέστησε και όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον του, αν ο ίδιος μετά την Ανάστασή του τους φανερωνόταν, δεν θα εξαγριώνονταν πολύ περισσότερο τυφλωμένοι από το μίσος και την απιστία τους;
Αλλά για ν' αφοπλίσει τον άπιστο από κάθε αμφιβολία, όχι μόνο σαράντα ολόκληρες ήμερες εμφανιζόταν στους μαθητάς του και έτρωγε μάλιστα μαζί τους, αλλά παρουσιάσθηκε και σε πάνω από πεντακόσιους αδελφούς, δηλ. σε πλήθος ολόκληρο. Στο Θωμά μάλιστα που δυσπιστούσε, έδειξε τα σημάδια απ' τα καρφιά και το τραύμα απ' τη λόγχη.
Και γιατί, λένε, να μην κάνει μετά την Ανάστασή του μεγάλα κι εντυπωσιακά θαύματα, αλλά μόνο έφαγε και ήπιε; Γιατί αυτή καθ' εαυτήν η Ανάσταση ήταν το μέγιστο θαύμα, και η πιο ισχυρή απόδειξη της Αναστάσεως ήταν ότι έφαγε και ήπιε.
Μα, για σκέψου, αν οι απόστολοι δεν έβλεπαν τον Χριστό Αναστάντα, πώς τους ήρθε να φαντασθούν ότι θα κυριέψουν την οικουμένη; Μήπως τρελλάθηκαν ώστε να νομίζουν ότι θα κατώρθωναν κάτι τέτοιο;
Αν όμως ήταν στα λογικά τους, όπως έδειξαν και τα πράγματα, πώς, χωρίς αξιόπιστα εχέγγυα από τους ουρανούς και χωρίς θεία δύναμη, πώς, πες μου, θ' αποφάσιζαν να βγουν σε τόσους πολέμους, να τα βάλουν με στεριές και θάλασσες και, δώδεκα όλοι κι όλοι, ν' αγωνισθούν με τόση γενναιότητα για να μεταβάλουν όλης της οικουμένης τα έθνη, που ήταν επί τόσα χρόνια νεκρά απ' την αμαρτία;
Και αν ακόμη ήταν ένδοξοι και πλούσιοι και δυνατοί και μορφωμένοι, ούτε τότε θα ήταν λογικό να ξεσηκωθούν για τόσο μεγαλεπήβολα σχέδια. Αλλά επί τέλους θα είχε κάποιο λόγο η προσδοκία τους. Αυτοί όμως είχαν περάσει τη ζωή τους άλλοι στις λίμνες, άλλοι κατασκευάζοντας σκηνές κι άλλοι στα τελωνεία. Απ' αυτά τα επαγγέλματα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε πιο άχρηστο και για τη φιλοσοφία και για να πείσεις κάποιον να σκέπτεται ανώτερα, όταν μάλιστα δεν έχεις να του επιδείξεις ανάλογο προηγούμενο. Πόσο μάλλον που οι απόστολοι, όχι μόνο δεν είχαν ανάλογα παραδείγματα απ' το παρελθόν, ότι θα επικρατήσουν, αλλά αντίθετα είχαν παραδείγματα, και μάλιστα πρόσφατα, ότι δεν θα επικρατήσουν.
Είχαν επιχειρήσει πολλοί να εισαγάγουν καινούργιες διδασκαλίες, αλλά απέτυχαν. 


Κι όχι με δώδεκα ανθρώπους, μα με πολύ πλήθος. Ο Θευδάς κι ο Ιούδας π.χ. έχοντας ολόκληρες μάζες ανθρώπων χάθηκαν μαζί με τους οπαδούς των.
Ο φόβος εκείνος θα ήταν αρκετός να τους διδάξει. Αλλά ας υποθέσουμε ότι περίμεναν να κυριαρχήσουν. Με ποιες ελπίδες θα έμπαιναν σε τέτοιους κινδύνους, αν δεν απέβλεπαν στα μέλλοντα αγαθά; Τι κέρδος προσδοκούσαν με το να οδηγήσουν όλους στον μη αναστάντα, καθώς ισχυρίζονται οι εχθροί; Αν τώρα άνθρωποι που πίστεψαν στη βασιλεία των ουρανών και στα αμέτρητα αγαθά δύσκολα δέχονται να κινδυνέψουν, πώς εκείνοι θα υπέμεναν τα πάνδεινα ματαίως ή μάλλον για κακό τους; Γιατί αν δεν έγινε η Ανάσταση, που έγινε, κι ο Χριστός δεν ανέβηκε στον ουρανό, τότε προσπαθώντας να τα πλάσουν όλα αυτά και να πείσουν τους άλλους, έμελλαν οπωσδήποτε να προκαλέσουν την οργή του Θεού και να περιμένουν μύριους κεραυνούς απ' τον ουρανό.
Άλλωστε κι αν ακόμη είχαν μεγάλη προθυμία όταν ζούσε ο Χριστός, θα έσβηνε μόλις πέθανε. Αν δεν τον έβλεπαν Αναστημένο, τί θα ήταν ικανό να τους βγάλει σ' εκείνο τον πόλεμο; Αν δεν είχε αναστηθεί, όχι μόνο δεν θα ριψοκινδύνευαν γι' αυτόν, μα θα τον θεωρούσαν απατεώνα: Τους είχε πει «μετά τρεις ημέρες θ' αναστηθώ» και τους υποσχέθηκε τη βασιλεία των ουρανών. Τους είπε ότι αφού λάβουν το Άγιο Πνεύμα θα κυριαρχήσουν στην οικουμένη κι ακόμη τόσα άλλα υπερφυσικά και ουράνια. Αν τίποτε απ' αυτά δεν γινόταν, όσο κι αν τον πίστευαν ζωντανό, πεθαμένο δεν θα τον υπάκουαν φυσικά, αν δεν τον έβλεπαν Αναστάντα.
Και με το δίκιο τους, γιατί θα έλεγαν: «Μετά τρεις ημέρες», μας είπε, «θ' αναστηθώ», και δεν αναστήθηκε. Υποσχέθηκε να μας στείλει Πνεύμα Άγιο, και δεν το έστειλε. Πώς λοιπόν να τον πιστέψουμε για τα μέλλοντα, αφού διαψεύδονται τα παρόντα;
Αλλά για πες μου, σε παρακαλώ, για ποιο λόγο, χωρίς ν' αναστηθεί, κήρυτταν ότι αναστήθηκε; Γιατί, λέει, τον αγαπούσαν. Μα το λογικό θα ήταν να τον μισούν τώρα, επειδή τους εξαπάτησε και τους πρόδωσε. Ενώ τους ξεμυάλισε με χίλιες δυο ελπίδες και τους χώρισε απ' τα σπίτια τους κι απ' τους γονείς τους κι απ' όλα και ξεσήκωσε κι ολόκληρο το ιουδαϊκό έθνος εναντίον τους, ύστερα τους πρόδωσε. Κι αν μεν ήταν από αδυναμία, θα τον συγχωρούσαν. Τώρα όμως ήταν σωστό κακούργημα: Έπρεπε να τους είχε πει την αλήθεια και όχι να τους υποσχεθεί τον ουρανό, αφού ήταν θνητός.
Ώστε λοιπόν ήταν φυσικό να κάνουν το εντελώς αντίθετο: Να κηρύττουν την απάτη και να τον λένε απατεώνα και μάγο. Έτσι θα γλύτωναν κι από τους κινδύνους κι από τους πολέμους των αντιπάλων. Όλοι ξέρουν ότι οι Ιουδαίοι αναγκάστηκαν να δωροδοκήσουν τους στρατιώτες, για να πουν ότι έκλεψαν το σώμα· αν λοιπόν πήγαιναν οι ίδιοι οι μαθηταί κι έλεγαν, «εμείς το κλέψαμε, δεν αναστήθηκε», πόσες τιμές δεν θ' απολάμβαναν; Ώστε ήταν στο χέρι τους και να τιμηθούν και να στεφανωθούν! 


Ε, λοιπόν δεν αναρωτιέσαι γιατί ν' ανταλλάξουν όλα αυτά με τις ατιμίες και τους κινδύνους, αν δεν ήταν μια θεία δύναμη που τους βεβαίωνε, δυνατώτερη απ' όλα αυτά τα γήινα αγαθά;
Κι αν με όλα αυτά δεν σε πείσαμε, σκέψου και τούτο: Έστω ότι δεν είχε γίνει η Ανάσταση. Κι αν ακόμη οι απόστολοι ήταν αποφασισμένοι να διδάξουν τον κόσμο, επ' ουδενί λόγω θα κήρυτταν στο όνομά του. Γιατί είναι γνωστό, πως όλοι μας δεν θέλουμε ούτε τα ονόματα ν' ακούσουμε, όσων μας εξαπάτησαν. Άλλωστε γιατί θα διατυμπάνιζαν το όνομά του; Ελπίζοντας να επικρατήσουν μ' αυτό; Μα θα έπρεπε να περιμένουν το αντίθετο, γιατί κι αν έμελλαν να κυριαρχήσουν θα χάνονταν φέρνοντας στη μέση το όνομα ενός απατεώνα.
Ας θυμηθούμε εξ άλλου ότι η αγάπη των μαθητών προς τον Διδάσκαλο, ενώ ζούσε ακόμη, μαραινόταν σιγά-σιγά απ' τον φόβο του επικειμένου μαρτυρίου. Όταν τους προανήγγειλε τα δεινά που θ' ακολουθούσαν και τον σταυρό, πάγωσαν απ' τον φόβο τους κι έσβησαν τελείως. Ένας μάλιστα δεν ήθελε ούτε καν να τον ακολουθήσει στην Ιουδαία, επειδή άκουσε για κινδύνους και για θανάτους. Αν μαζί με τον Χριστό φοβόταν τον θάνατο, χωρίς αυτόν και τους άλλους μαθητάς, μόνος δηλ., πώς θ' αποτολμούσε;


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Ο ΚΥΡ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ (1891)



Αλέξανδρος Μωραϊτίδης


Ή­το πε­ρα­σμέ­νη η ώ­ρα. Το χω­ρί­ον ε­κοι­μά­το βα­θύν ύ­πνον παι­δί­ου, το ο­ποί­ον ύ­στε­ρον α­πό τό­σα τρε­ξί­μα­τα και παι­γνί­δια και γέ­λοι­α, α­πο­στα­μέ­νον, γέρ­νει εγ­γύς της ε­στί­ας του και α­πο­κοι­μά­ται. Τα νυ­κτο­πού­λια της α­νοί­ξε­ως, τα ο­ποί­α ε­στέ­να­ζον υ­πό τας κα­μά­ρας του κω­δω­νο­στα­σί­ου, θαρ­ρείς και συ­νε­πλή­ρουν τον α­να­σα­σμόν της κοι­μω­μέ­νης λευ­κής πο­λί­χνης. Και μό­νον είς θό­ρυ­βος η­κού­ε­το κα­τά μα­κρά δι­α­λείμ­μα­τα. Ο κρε­ο­πώ­λης, ο ά­γριος και εις την χα­ράν του, ο ο­ποί­ος σφά­ζων α­μνούς μέ­χρι της δύ­σε­ως του η­λί­ου δεν α­πηύ­δη­σε να φω­νά­ζη: «Α και να πά­με ς' τον μπαρ­μπέ­ρη!» κα­τά λά­θος, φαί­νε­ται, α­φού ε­ξε­πού­λη­σεν, ει­σελ­θών εις το γει­το­νι­κόν κα­πη­λεί­ον ά­να­ψε τα καν­τή­λια — Πά­σχα ξη­μέ­ρω­νε, βλέ­πε­τε, — και γε­μί­ζων μί­αν παμ­πά­λαι­αν κ' ε­σκω­ρι­α­σμέ­νην πι­στό­λαν, α­πό τον και­ρόν του Κα­ρα­τά­σου, ή­νοι­γε κρυ­φά-κρυ­φά την θύ­ραν του κα­πη­λεί­ου και προ­ε­ώρ­τα­ζε την Α­νά­στα­σιν, πυ­ρο­βο­λών κρα­τε­ρώς και ε­πι­μό­νως. Και πά­λιν α­στρα­πια­ίως έ­κλει­ε την θύ­ραν προς με­γά­λην α­πο­ρί­αν του γέ­ρον­τος δη­μαρ­χι­κού κλη­τή­ρος, ό­στις α­πό μα­κράν κά­τω α­κού­ων τον βα­ρύν πι­στο­λι­σμόν έ­σπευ­δε μέ­χρι του κα­πη­λεί­ου υ­πό­πτως, πλην βλέ­πων την θύ­ραν κε­κλει­σμέ­νην υ­πέ­στρε­φε, κά­μνων τον σταυ­ρόν του και θαυ­μά­ζων το γε­γο­νός.
— Να μπο­δί­σου­με, ε­μο­νο­λό­γει με την έρ­ρι­νον φω­νήν του, τους πι­στο­λι­σμούς και τους πυ­ρο­βο­λι­σμούς. Ά­ιν­τε τώ­ρα εμ­πό­δι­σέ τους, κυρ δή­μαρ­χε! Ο­ρί­στε! Αυ­τά εί­νε γραμ­μέ­να να γί­νουν­ται, έ­τσι αν­τάμ- πα­παν­τάμ, εξ αρ­χής και έκ­πα­λαι. Ο­ρί­στε! Οι πυ­ρο­βο­λι­σμοί πέ­φτουν μο­νά­χοι τους, κυρ-Δή­μαρ­χε! Εί­νε ο α­έ­ρας της Α­να­στά­σε­ως.
Συγ­χρό­νως ο κρε­ο­πώ­λης με τ' α­ναμ­μέ­να τα καν­τή­λια του, η­μοι­α­νοί­ξας πά­λιν την θύ­ραν του κα­πη­λεί­ου ε­κέ­νω­σεν εκ νέ­ου την ε­σκω­ρι­α­σμέ­νην πι­στό­λαν του. Ο κλη­τήρ, κον­τός, χον­δρός, με η­μί­σειαν ρί­να, α­πο­λέ­σας το λοι­πόν μέ­ρος αυ­τής έν τι­νι συμ­πλο­κή, στρα­φείς εί­δε την θύ­ραν του κα­πη­λει­ού κλει­στήν πά­λιν, έ­κα­με τον σταυ­ρόν του και ε­χά­θη εις την καμ­πήν της ο­δού, φθεγ­γο­μέ­νης πα­ρά­πο­να της ρι­νός του κα­τά των α­νε­φαρ­μό­στων α­στυ­νο­μι­κών δι­α­τά­ξε­ων, ε­νώ ο βα­ρύς της πι­στό­λας ή­χος ε­κυ­λί­ε­το α­κό­μη εις το α­νοι­κτόν πέ­λα­γος του λι­μέ­νος, ε­πο­χού­με­νος ε­πί της με­λα­νής ο­μί­χλης και κρο­τών ως βα­ρέ­λιον πλή­ρες ή­λων.

***

Αλ­λ' ε­νώ οι χω­ρι­κοί πάν­τες ε­κοι­μών­το α­να­παυ­ό­με­νοι, ό­πως ε­γερ­θώ­σι τα με­σά­νυ­κτα και φαι­δροί με­τα­βώ­σιν εις τον να­όν έ­κα­στος με την λευ­κήν λαμ­πά­δα του, η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να η­γρύ­πνει. Δεν την ε­κολ­λού­σεν ύ­πνος. Ε­ξα­γά­γου­σα α­πό με­γά­λου δρυ­ΐ­νου κι­βω­τί­ου τα χρυ­σά προι­κιά της, τα ο­ποί­α χρό­νια εί­χε να φο­ρέ­ση το Πά­σχα, την νύ­κτα, προ­η­τοί­μα­ζεν αυ­τά υ­πό το φως λυ­χνα­ρί­ου, ε­πι­δι­ορ­θού­σα μι­κράς τι­νας βλά­βας τυ­χόν, ό­πως στο­λι­σθεί­σα ως νύμ­φη με­τα­βή εις την Α­νά­στα­σιν κ' ε­πι­δεί­ξη τον χρυ­σόν πλού­τον του ι­μα­τι­σμού της. Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ε­κοι­μά­το εις το πα­ρα­κεί­με­νον δω­μά­τιον. Η­κού­ε­το ο ρογ­χα­σμός του ως κρό­τος υ­πό­κω­φος συ­ρο­μέ­νης α­λύ­σε­ως πλοί­ου μα­κράν εις τον λι­μέ­να, συ­νε­χής και μο­νό­το­νος.
Νέ­α α­κό­μη η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, μό­λις τρι­ά­κον­τα πέν­τε ε­τών, πρώ­την φο­ράν α­πό του γά­μου της — γε­νο­μέ­νου προ πέν­τε ε­τών — ευ­ρί­σκε­το εις την ευ­τυ­χή πε­ρί­στα­σιν να φο­ρέ­ση τα νυμ­φι­κά της και στα­θή εις την πρώ­την γραμ­μήν της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος. Τι να κά­μη πί­σω-πί­σω 'ς το γυ­ναι­κεί­ο να στέ­κε­ται, και να την τσα­λα­πα­τούν και να στά­ζουν κε­ριά ς' το χρυ­σο­κέν­τη­το βε­λου­δέ­νιο μπαμ­που­κλί της, και να της κά­ψουν το α­ρα­χνο­ΰ­φαν­τον α­λέ­μι της με της λαμ­πά­δαις που δεν ξέ­ρουν με­ρι­καίς να της κρα­τή­σουν, που ταις κρα­τούν σαν νά­νε σα­ΐ­ταις που '­φαί­νουν, ή κα­λα­μιαίς που τι­νά­ζουν της ε­λη­αίς! Δεν πή­γαι­νε και αυ­τή δι­ό­λου την νύ­κτα το Πά­σχα. Ε­φέ­τος ό­μως θα εί­χε τα πρω­τεί­α ς' το γυ­ναι­κεί­ον. Έ­δω­σεν ο Θε­ός και ο άν­δρας της, ο κυρ-Μα­νω­λά­κης, έ­γει­νε Πί­τρο­πος και θα εί­χεν η κυ­ρά-Πι­τρό­πισ­σα την πρώ­την θέ­σιν, μπρο­στά-μπρο­στά εις τα κα­φά­σια. Και θά­βλε­πεν ό­λην την πα­ρά­τα­ξιν της λαμ­πράς α­κο­λου­θί­ας και θα ή­κου­εν ό­λα τα γράμ­μα­τα. Δεν τα κα­λο­νο­ού­σε, μα θα τα ή­κου­εν. Εν ω άλ­λο­τε πί­σω-πί­σω α­πό της άλ­λαις δεν έ­βλε­πε τί­πο­τε, δεν ή­κου­ε τί­πο­τε. Προ­σκυ­νού­σαν η μπρο­σθι­ναίς, προ­σκυ­νού­σαν και η '­πι­σι­ναίς. Έ­σκυ­φταν η μπρο­σθι­ναίς, έ­σκυ­φταν και η '­πι­σι­ναίς. Η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να εκ της ι­ε­ράς λει­τουρ­γί­ας ή­ξευ­ρε μό­νον πό­τε λι­βα­νί­ζει ο πα­πάς και πό­τε βγαγ­γε­λί­ζει. Το λι­βά­νι­σμα η­σθά­νε­το εκ του ζω­η­ρού κω­δω­νί­σμα­τος του θυ­μι­α­τη­ρί­ου, το βγαγ­γέ­λι­σμα ή­κου­εν εκ της γι­νο­μέ­νης η­συ­χί­ας και α­πο­λύ­του σι­ω­πής. Τ' ά­ι­α, την με­γά­λην εί­σο­δον των τι­μί­ων Δώ­ρων — ου­δέ­πο­τε ηυ­τύ­χη­σε να ί­δη α­πό ε­κεί ό­που ί­στα­το. Μό­νον βλέ­που­σα να κύ­πτουν αι έμ­προ­σθέν της ι­στά­με­ναι γυ­ναί­κες έ­κυ­πτε και αυ­τή λέ­γου­σα με τον νουν της: περ­νούν τα ά­ι­α, μνή­σθη­τί μου Κύ­ρι­ε! Ε­νί­ο­τε μά­λι­στα και η­πα­τά­το. Έ­κυ­πτον αι έμ­προ­σθεν κα­τά λά­θος, έ­κυ­πτε και αυ­τή κα­τά λά­θος, ε­πι­λέ­γου­σα εις το τέ­λος της λει­τουρ­γί­ας:
— Τώ­ρα! κα­τα­λα­βαί­νου­με τά­χα κ' ε­μείς Ακ­κλη­σιά!
Πολ­λά­κις προ­σε­πά­θη­σε να ει­σχω­ρή­ση εμ­πρός, πλην ου­δέ­πο­τε εύ­ρι­σκε θέ­σιν. Πά­σαι ή­σαν κα­τει­λημ­μέ­ναι. Ά­παξ πρω­ί-πρω­ί με­τα­βά­σα εις τον να­όν εύ­ρε πολ­λάς κε­νάς θέ­σεις εν τη πρώ­τη σει­ρά, κι' εγ­κα­θι­δρύ­θη α­γέ­ρω­χος, ώ­σπερ κα­τα­κτη­τής, ε­πί του φαι­ού δρυ­φά­κτου με την α­πό­φα­σιν να μη πα­ρα­με­ρί­ση· — παι­διά δεν εί­χε να κλαί­νε ς' το σπί­τι — Και αν της ο­μι­λή­ση κα­νείς, ή ο ε­πί­τρο­πος, να κά­μη πως δεν α­κού­ει. Αλ­λ' ύ­στε­ρον ελ­θού­σαι αι συ­νή­θως ι­στά­με­ναι εν τη πρώ­τη γραμ­μή την α­πώ­θη­σαν διά των αγ­κώ­νων κα­τ' αρ­χάς, διά των λό­γων κα­τό­πιν, και αυ­τή πα­ρε­μέ­ρι­σε, δού­σα τό­πον τη ορ­γή. Να φέ­ρη σύ­υ­σι και τα­ρα­χή; Μέ­σ' σ' νακ­κλη­σιά! Υ­πε­χώ­ρη­σε. Τοια­ύτη συ­νή­θεια ε­πε­κρά­τει. Εις την πρώ­την γραμ­μήν να ί­σταν­ται τα σό­ι­α, αι κα­τα­γό­με­ναι α­πό τζά­κια, αι σύ­ζυ­γοι των προ­ε­στώ­των και συμ­βού­λων του χω­ρί­ου. Και αι θέ­σεις ή­σαν κλη­ρο­νο­μι­καί. Μο­ναρ­χί­α κλη­ρο­νο­μι­κή μέ­χρι της εκ­κλη­σί­ας εν τη νέ­α ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α! Η θυ­γά­τηρ ερ­χο­μέ­νη εις γά­μον και ι­δρύ­ου­σα νέ­ον οί­κον, κα­τε­λάμ­βα­νεν εν τω να­ώ την θέ­σιν της μη­τρός, ή­τις γραί­α πλέ­ον ε­βα­ρύ­νε­το ν' α­να­βαί­νη εις την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα, ι­στα­μέ­νη εις τον νάρ­θη­κα κά­τω, ή ζα­ρό­νου­σα εις κα­νέν στα­σί­διον κά­τω-κά­τω υ­πό την σκο­τει­νήν κόγ­χην.
Αλ­λ' η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να δεν ή­το μεν ξε­σό­ια­στη, αλ­λά — να το εί­πω­μεν — δεν ή­το και α­πό σό­ι. Ο πα­τέ­ρας της ή­το ψα­ράς. Ο πα­πούς της ή­το φούρ­να­ρης. Το βέ­βαι­ον εί­νε ό­τι ο γέ­ρων ε­ξε­λέ­χθη πο­τέ τρί­τος δη­μαρ­χι­κός πά­ρε­δρος δι' έλ­λει­ψιν άλ­λου υ­πο­ψη­φί­ου μό­λις λα­βών το έν δέ­κα­τον των ψή­φων, αλ­λά τού­το δεν ήρ­κε­σεν ό­πως η εγ­γο­νή του πε­ρά­ση εις τα με­γά­λα σό­ι­α, — ή­τις δεν εί­χε γεν­νη­θή α­κό­μα.
— Α­γου­ρα­σμέ­νον τον έ­χεις τον τό­πον;
Πα­ρε­τή­ρη­σέ πο­τε είς τι­να α­γε­ρώ­χως προ­σελ­θού­σαν πλη­σί­ον της και ζη­τού­σαν να την α­πω­θή­ση.
— Α­γου­ρα­σμέ­νον!
Α­πήν­τη­σεν ε­κεί­νη.
— Κι­γώ πού θα στα­θώ;
— Ό­π' στη­κέ­τα­νε η μάν­να ς'!
Α­πε­κρί­θη εμ­παι­κτι­κώς η εξ οι­κο­γε­νεί­ας κα­τα­γο­μέ­νη.
Και συγ­χρό­νως άλ­λη πα­ρα­πέ­ρα ι­στα­μέ­νη — α­πό σό­ι και αυ­τή — προ­σέ­θη­κεν:
— Ό­π' ά­πλου­νε τα δί­χτυ­α ου πα­τέ­ρας σ'!
Τω­όν­τι η μη­τέ­ρα της κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­νας δεν ε­στέ­κε­το που­θε­νά εν τη γυ­ναι­κω­νί­τι­δι.
Φο­ρού­σα μί­αν φου­στά­ναν μυ­ρί­ζου­σαν πάν­το­τε ψα­ρί­λαις, πού ε­τόλ­μα να πα­ρου­σια­σθή εις την εκ­κλη­σί­αν, και μά­λι­στα εν η­μέ­ρα με­γά­λης πα­νη­γύ­ρε­ως!
Ο πα­τήρ της πά­λιν ο γέ­ρων α­λι­εύς εί­χε μεν θέ­σιν, ί­στα­το, κα­θώς εί­πεν ε­κεί­νη η εξ οι­κο­γε­νεί­ας γυ­νή, ε­κεί ό­που ά­πλω­νε τα δί­κτυ­ά του· αλ­λά τα δί­κτυ­ά του ή­πλω­νεν α­π' έ­ξω, ε­πί του τοί­χου του να­ού, καρ­φώ­σας ή­λους κα­τά σει­ράν εγ­γύς της ει­σό­δου, κ' ε­κεί τω­όν­τι ί­στα­το και ο γέ­ρων κα­τά την λει­τουρ­γί­αν, ου­δέ­πο­τε ει­σερ­χό­με­νος εν­τός του να­ού· ως να ή­το και αυ­τός μό­λυ­βδος ή φελ­λός, προ­σκε­κολ­λη­μέ­νος ε­πί των με­τα­ξω­τών δι­κτύ­ων του. Και μό­λις ε­τε­λεί­ω­νε τα Ευ­αγ­γέ­λιον, ή­να­πτε το τσιμ­που­κά­κι του, το ο­ποί­ον προ­η­τοί­μα­ζε, ψαλ­λο­μέ­νων των Αί­νων, και μα­ζεύ­ων τα δί­κτυ­ά του έ­κα­μνε τον κα­τή­φο­ρον.

***

Αλ­λ' η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, η κό­ρη του ψα­ρά, αν και δεν α­νή­κεν εις τα σό­ι­α εκ κα­τα­γω­γής, α­νή­κεν ό­μως εις αυ­τά ο­λό­κλη­ρος εκ καρ­δί­ας. Φύ­σις φι­λό­κα­λος, φύ­σις ευ­γε­νής, πε­ρι­ποι­η­τι­κή και θω­πευ­τι­κή έ­κα­μνεν εν­τύ­πω­σιν εις τον φούρ­νον που πή­γαι­νε να φουρ­νί­ση α­πό μι­κρή α­κό­μα διά τους κα­λούς τρό­πους της, και την μέ­χρι κο­λα­κεί­ας πε­ρι­ποι­η­τι­κήν γλώσ­σαν της, δί­δου­σα και εις την φω­νήν της α­κό­μη έ­να θω­πευ­τι­κόν α­ρι­στο­κρα­τι­κόν τό­νον φι­λή­μα­τος και α­γά­πης. Ο ι­μα­τι­σμός της πά­λιν ή­το πα­ροι­μώ­δης εις ό­λον το χω­ρί­ον.
— Τι ώ­μορ­φα που ντύ­νε­ται! έ­λε­γον.
— Σε­μνή, κα­θα­ρά, καλ­λαί­σθη­τος. Με τα κλω­νιά της πο­λι­τι­κής μαν­δή­λας της λυ­τά πο­τέ δεν την εί­δον. Α­κτέ­νι­στη ου­δέ εις την αυ­λήν της ε­θε­ά­θη. Η μαύ­ρη φου­στά­να της στιλ­πνή-στιλ­πνή ή­το α­τσά­κι­στη, ως να ί­στα­το πάν­το­τε ορ­θί­α, ό­περ ε­κί­νει τον φθό­νον.
— Ού­λου α­λόρ­θα βρί­σκε­ται ου α­νε­μό­στυ­λος!
Και δεν ευ­ρί­σκε­το ορ­θί­α ως ο στύ­λος της α­νέ­μης, αλ­λ' ή­ξευ­ρε πώς να κα­θή­ση και πώς να ε­γερ­θή. Ή­το πε­ρί­φα­νη!
Αλ­λ' ο κό­σμος έ­χει τας προ­λή­ψεις του. Α­δι­ά­φο­ρον αν ε­κεί­νη η πλου­σί­α και α­πό σό­ι δεν ξεύ­ρη να εν­δυ­θή και πα­ρου­σι­ά­ζε­ται εις την αυ­λήν ά­νι­πτος. Εί­νε α­πό σό­ι!
Η μορ­φον­τυ­μέ­νη και μορ­φο­κα­μω­μέ­νη Γε­ρα­κί­τσα ή­το κό­ρη του ψα­ρά! Την φυ­σι­κήν της κα­θα­ρι­ό­τη­τα α­πό μι­κρή ε­φα­νέ­ρω­νεν. Ε­νώ η μη­τέ­ρα της εν τη βί­α της πολ­λά­κις ε­γέ­μι­ζε την πο­διά της ψά­ρια, διά να ε­κλέ­ξη τα καλ­λί­τε­ρα και τα στεί­λη εις τον λι­με­νάρ­χην, ί­να μη φέ­ρη δυ­σκο­λί­ας εις τον σύ­ζυ­γόν της, η Γε­ρα­κί­τσα ου­δέ τα ήγ­γι­ζεν, ε­άν δεν ή­σαν εις ορ­μα­θούς διά βρύ­ων της λί­μνης. Και πά­λιν ή­πτε­το με­τά προ­σο­χής του βρύ­ου διά των δύ­ο δα­κτύ­λων της. Ώ­στε κα­τήν­τη­σεν η μη­τέ­ρα της πε­ρι­παί­ζου­σα αυ­τήν να την α­πο­κα­λή γα­λα­ζο­αί­μα­την.
Εί­τα ορ­φα­νή πα­τρός α­πο­μεί­να­σα υ­πη­ρέ­τει ου­χί ε­π' α­μοι­βή αλ­λ' ού­τως, εκ φυ­σι­κής κλί­σε­ως και συμ­πα­θεί­ας του ο­μοί­ου προς το ό­μοι­ον, εις τον γει­το­νι­κόν της πλού­σιον οί­κον αρ­χαί­ου πλοιά­ρχου, ό­στις, α­φεν­τάν­θρω­πος εις ό­λα, εί­χεν α­ρι­στο­κρα­τι­κήν τά­ξιν εν τη οι­κο­γε­νεί­α του. Ε­κεί η ω­ραί­α Γε­ρα­κί­τσα α­νέ­πτυ­ξεν ό­λα τα συμ­πα­θη­τι­κά έν­στι­κτα της ευ­γε­νεί­ας, συ­νη­θί­σα­σα να εν­δύ­η­ται ευ­πρε­πώς και κομ­ψώς — με γού­στο — και να ε­κτε­λή ό­λας τας οι­κια­κάς ερ­γα­σί­ας, με­τά λε­πτό­τη­τος και χι­ο­νώ­δους κα­θα­ρό­τη­τος, θαυ­μα­στής τω­όν­τι, ώ­στε ο γέ­ρων πλοί­αρ­χος, — κο­λα­κεύ­ων τας δι­α­θέ­σεις της, έ­λε­γε πολ­λά­κις.
— Ε­σύ, Γε­ρα­κί­τσα ή να πά­ρης πλού­σιον ή να μη '­παν­δρευ­θής δι­ό­λου. Τα­κούς;
Το πλέ­ξι­μόν της, το πλύ­σι­μόν της, το ζύ­μω­μά της, το μα­γεί­ρευ­μά της, ό­λα ή­σαν α­πα­λά και λευ­κά ως τα α­πα­λά χε­ρά­κια της.
Πολ­λοί νέ­οι ερ­γα­τι­κοί, της τά­ξε­ώς της, την ε­ζή­τη­σαν εις γά­μον, αλ­λ' αύ­τη ηρ­νεί­το, ο­νει­ρευ­ο­μέ­νη αρ­χον­τεί­αν, ή α­πο­φα­σι­σμέ­νη ν' α­κο­λου­θή­ση την συμ­βου­λήν του πλοιά­ρχου.
— Παλ­λά­βω­σες!
Της έ­λε­γεν η μη­τέ­ρα της.
— Δεν κά­νεις το σταυ­ρό σου, ε­πα­νε­λάμ­βα­νε συ­χνά, να παν­δρευ­θής τώ­ρα που σε γυ­ρεύ­ουν; Τα­χειά σα σου­φρώ­σης, ποι­ος θα γυ­ρί­ση να σε κυτ­τά­ξη;
Αλ­λ' η νε­ά­νις εί­χε τον σκο­πόν της. Α­πί­θα­νον μεν και σκο­τει­νόν, ό­νει­ρον σχε­δόν, πλην εί­χε πάν­το­τε έ­να σκο­πόν, έ­να ό­νει­ρον. Κά­θε άν­θρω­πος έ­χει το ό­νει­ρόν του. Άλ­λοι κα­τορ­θώ­νουν και το πραγ­μα­το­ποι­ού­σιν εις τον κό­σμον αυ­τόν, άλ­λοι α­πο­θνή­σκου­σι με το ό­νει­ρόν των μα­ζή ως σά­βα­νον της καρ­δί­ας των. Ά­γνω­στον τί­νες α­πο­θνή­σκουν ευ­τυ­χέ­στε­ροι . . .
— Ο έ­νας σου μυ­ρί­ζει, ο άλ­λος σου βρω­μά! Την ή­λεγ­χεν η μη­τέ­ρα της.
Έ­ως ου ευ­τυ­χής σύμ­πτω­σις δι­έ­ψευ­σεν ό­λας τας οι­κτράς προρ­ρή­σεις της γραί­ας, και η πτω­χή Γε­ρα­κί­τσα, η κό­ρη του ψα­ρά, ε­γέ­νε­το κυ­ρά- Μα­νω­λά­και­να.
Και ού­τως η γραί­α α­πέ­θα­νεν ευ­χα­ρι­στη­μέ­νη, αλ­λά­ξα­σα ι­δέ­αν και λέ­γου­σα ό­τι τα κο­ρί­τσια δεν πρέ­πει να βι­ά­ζων­ται. Ό­ποι­ος βι­ά­ζε­ται, μέ­νει '­πί­σω!

***

Και η κό­ρη της με τον κυρ-Μα­νω­λά­κη ε­πή­γεν εμ­πρός. Ο κυρ Μα­νω­λά­κης διά των κτη­μά­των του και της οι­κο­νο­μί­ας του εί­χε σχη­μα­τί­σει κα­λήν πε­ρι­ου­σί­αν. Μέ­χρι του τεσ­σα­ρα­κο­στού έ­τους της η­λι­κί­ας του εί­χε σκο­πόν να γεί­νη κα­λό­γη­ρος, και συ­χνά ε­πε­σκέ­πτε­το το ι­ε­ρόν Κοι­νό­βιον, μί­αν ώ­ραν μα­κράν του χω­ρί­ου, ευ­χα­ρι­στού­με­νος εις τον η­συ­χα­στι­κόν βί­ον. Αλ­λ' αιφ­νι­δί­ως ό­ταν ε­πά­τη­σεν εις το πεν­τη­κο­στόν έ­τος, με­τέ­βα­λε γνώ­μην και ε­νυμ­φεύ­θη. Του το εί­χεν εί­πει μί­α τουρ­κο­γύ­φτισ­σα που πω­λού­σε κό­σκι­να:
— Ε­σύ κα­λό άν­θρω­πο εί­σαι, ε­σύ πα­ρά­δες έ­χει, ε­σύ χτή­μα­τα, χρή­μα­τα έ­χει, μα ε­σύ κά­τι θα πά­θη ά­μα πα­τή­ση τα πε­νήν­τα!
Η σύ­ζυ­γός του ή­το ω­ραί­α, νέ­α, μ' ευ­γε­νείς τρό­πους· η Γε­ρα­κί­τσα τα εί­χεν ό­λα αυ­τά· πλην ε­φά­νη με­τά τον γά­μον ό­τι ή­το και φι­λό­δο­ξος. Ο κυρ Μα­νω­λά­κης ή­θε­λεν η­συ­χί­αν και α­νά­παυ­σιν, αλ­λ' η κυ­ρά- Μα­νω­λά­και­να του­ναν­τί­ον ή­θε­λεν α­νη­συ­χί­αν και κί­νη­σιν. Αυ­τή σαν ή­θε­λε να κά­θε­ται κλει­σμέ­νη, έ­λε­γε, δεν παν­δρευ­ό­τα­νε. Αυ­τή εί­χε τό­σα προ­τε­ρή­μα­τα, τό­σα κα­μώ­μα­τα ευ­γε­νι­κά· πε­ρι­πλέ­ον εί­χε τό­σα στο­λί­δια. Ή­θε­λε λοι­πόν να τα ε­πι­δεί­ξη, προ­τε­ρή­μα­τα και στο­λί­δια. Γι' αυ­τό παν­δρεύ­ον­ται οι άν­θρω­ποι!
Ο κυρ Μα­νω­λά­κης ή­το ευ­κα­τά­στα­τος, ή­το και α­πό σό­ι, αλ­λ' έ­νε­κα της βρα­δύ­τη­τος του γά­μου του, και ι­δί­ως έ­νε­κα της φι­λαρ­γυ­ρί­ας του, μό­νος του εί­χεν α­πο­συρ­θή α­πό την δρά­σιν των οι­κο­γε­νει­ών, ευ­τε­λώς εν­δυ­ό­με­νος και ευ­τε­λώς δι­αι­τώ­με­νος — α­φού εί­χε σκο­πόν να γεί­νη κα­λό­γη­ρος — και εις το χω­ρί­ον δεν τον α­νε­γνώ­ρι­ζον πλέ­ον ως έ­χον­τα δι­και­ώ­μα­τα ε­πί της δη­μο­γε­ρον­τί­ας, α­φού μά­λι­στα ό­λας τας κα­λάς η­μέ­ρας α­που­σί­α­ζεν εις το Κοι­νό­βιον.
Ως προς τού­το ευ­ρέ­θη η­πα­τη­μέ­νη η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να. Ε­νό­μι­ζεν ό­τι διά του γά­μου της θα ει­σήρ­χε­το πλέ­ον με ού­ριον πνεύ­μα εις τα σό­ι­α, αλ­λά έ­βλε­πεν ό­τι, αν ο σύ­ζυ­γός της δεν ε­πεί­θε­το ν' α­να­μι­χθή εις την πο­λι­τι­κήν μέ τι­νας μι­κρο­δα­πά­νας, α­δύ­να­τον ν' α­να­γνω­ρι­σθή η Γε­ρα­κί­τσα ως α­ρι­στο­κρά­τισ­σα.
Αλ­λ' ο κυρ Μα­νω­λά­κης δεν τα ή­κου­εν αυ­τά.
— Τα πι­θά­ρια μας γε­μά­τα, έ­λε­γεν, αι α­πο­θή­και μας γε­μά­ται, τα βα­ρέ­λια μας γε­μά­τα. Τι άλ­λο θέ­λεις;
— Να γέ­νης δή­μαρ­χος!
Ε­τόλ­μη­σε να εί­πη η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να. Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ε­φό­ρε­σε την κα­πί­τσα μουρ­μου­ρί­ζων.
Φαί­νε­ται ό­τι α­νε­μνή­σθη την μά­γισ­σαν, η ο­ποί­α του εί­πεν ό­τι εις το πεν­τη­κο­στόν έ­τος της η­λι­κί­ας του κά­τι θα πά­θη.
Έ­ρις λοι­πόν και τα­ρα­χή.
Συ­νέ­πε­σε τα έ­τη ε­κεί­να να γεί­νω­σιν ε­πα­νει­λημ­μέ­ναι ε­κλο­γαί. Ε­σά­στι­σεν ο κό­σμος.
Κα­τ' αρ­χάς βου­λευ­τι­καί της μι­κράς πε­ρι­φε­ρεί­ας, εί­τα με­τ' ο­λί­γον βου­λευ­τι­καί της με­γά­λης πε­ρι­φε­ρεί­ας. Το αυ­τό έ­τος έ­γει­ναν και δη­μο­τι­καί και ή­σαν 39 υ­πο­ψή­φιοι δή­μαρ­χοι, πά­ρε­δροι και δη­μο­τι­κοί σύμ­βου­λοι, εί­τα έ­γει­ναν ε­κλο­γαί των νο­μαρ­χια­κών συμ­βού­λων. Και με­τά ο­κτώ μή­νας, κα­ταρ­γη­θέν­των των νο­μαρ­χια­κών συμ­βου­λί­ων, δι­ε­τά­χθη­σαν ε­παρ­χια­κών συμ­βού­λων ε­κλο­γαί. Συ­νέ­πε­σε να α­πο­θά­νη και είς βου­λευ­τής, και πά­ραυ­τα ι­δού και μί­α βου­λευ­τι­κή ε­κλο­γή το αυ­τό έ­τος.
Ε­γέ­μι­σε το χω­ρί­ον κάλ­παις. Τα α­τμό­πλοι­α τας ξε­φόρ­τω­ναν κασ­σέ­λαις- κασ­σέ­λαις.
— Δεν βά­ζεις και συ, Μα­νω­λά­κη, μια κάλ­πη;
Ε­πα­νε­λάμ­βα­νε μέ­ρα-νύ­κτα η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να.
— Σα σ' α­κού­ω, κα­ϋ­μέ­νη! Τι ζή­λε­ψες α­πό τους τε­νε­κέ­δες;
— Ό­λος ο κό­σμος ζη­λεύ­ει!
— Μα θέ­λου­με πα­ρά­δες, γυ­ναί­κα.
— Έ­χου­με τα βα­ρέ­λια γε­μά­τα.
— Δεν φθά­νουν!
— Τι λες, Μα­νω­λά­κη; Με πε­νήν­τα βα­ρέ­λαις θα με­θύ­σου­με ό­λο το χω­ριό.
— Και ύ­στε­ρα;
— θα βγης πά­λι­δρους, σύ­βου­λος, ό,τ' θέ­λεις!
— Έ­χεις α­π' αυ­τά;
Η­ρώ­τη­σε πά­λιν ο κυρ Μα­νω­λά­κης, προ­στρί­ψας γορ­γώς τον αν­τί­χει­ρα ε­πί του λι­χα­νού του. Και φο­ρέ­σας πά­λιν την κα­πί­τσα του, ε­ξήλ­θε μουρ­μου­ρί­ζων.
— Κα­λά μου εί­πεν η Τουρ­κο­γύ­φτισ­σα!
Έ­κτο­τε πολ­λά­κις ο κυρ-Μα­νω­λά­κης υ­πό τας σκι­ε­ράς ε­λαί­ας του θερ­μά έ­χυ­σε δά­κρυ­α με­τα­νο­ή­σας δι­ό­τι δεν έ­γει­νε κα­λό­γη­ρος. Αλ­λά πού ε­γνώ­ρι­ζεν ο πτω­χός ό­τι, φο­βη­θείς τους πολ­λούς πει­ρα­σμούς της ε­ρή­μου, ή­θε­λε πέ­σει εις τας χεί­ρας ε­νός άλ­λου φο­βε­ρω­τέ­ρου και συν­θε­τω­τέ­ρου δαί­μο­νος!
— Δεν φταις ε­σύ, έ­λε­γε και η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να με­τ' α­γα­να­κτή­σε­ως, φταί­ω ε­γώ που πή­ρα γέ­ρο!
Ού­τως η φο­βε­ρά φι­λο­δο­ξί­α κα­τέ­φα­γεν ό­λα τα άλ­λα θελ­κτι­κά προ­τε­ρή­μα­τα της έ­ξυ­πνης Γε­ρα­κί­τσας, ως έ­νας καυ­στι­κός λί­βας ο­πού κα­τα­καί­ει τα άν­θη.
Και ε­μα­ράν­θη ε­κεί­νη η αν­θη­ρό­της του προ­σώ­που της.
Και ό­ταν ή­κου­ε τας ζη­τω­κραυ­γάς με­τά τας ε­κλο­γάς, και ό­ταν έ­βλε­πε τους πα­ρέ­δρους και τους συμ­βού­λους, ε­στε­φα­νω­μέ­νους ε­λαί­ας και σύ­ρον­τας τον χο­ρόν εις την πλα­τεί­αν, ε­κλεί­ε­το εις τον οί­κον της η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να, κλαί­ου­σα α­πό την α­γα­νά­κτη­σίν της.
Λέ­γουν μά­λι­στα ό­τι νύ­κτα τι­νά τον έ­κλει­σεν έ­ξω τον κυρ-Μα­νω­λά­κην, ό­στις ε­πα­νελ­θών α­πό τον ε­λαι­ώ­να πα­ρά­ω­ρα, ε­φώ­να­ζε κρού­ων την θύ­ραν:
— Κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να!

***

Αλ­λ' ο άν­θρω­πος δεν θα εί­νε πάν­το­τε δυ­στυ­χής εις τον κό­σμον τού­τον. Ε­πι­φυ­λάσ­σον­ται αυ­τώ και α­γα­θαί η­μέ­ραι.
Ο νέ­ος δή­μαρ­χος ε­σχά­τως, ά­γνω­στον πό­θεν εμ­πνευ­σθείς, πλην βε­βαί­ως θέ­λων να πε­ρι­ποι­η­θή τον κυρ-Μα­νω­λά­κην, δι­ό­τι προ­η­λεί­φε­το διά τας βου­λευ­τι­κάς ε­κλο­γάς και εί­χεν α­νάγ­κην ψή­φων, δι­ώ­ρι­σεν αυ­τόν ε­πί­τρο­πον του ε­νο­ρια­κού να­ού.
Ο δή­μαρ­χος με την α­προσ­δό­κη­τον αυ­τήν ι­δέ­αν του θαρ­ρείς και τον ε­ξε­σκέ­πα­σε τον κυρ-Μα­νω­λά­κην, ό­στις έ­στιλ­βεν α­πό κε­φα­λής μέ­χρι πο­δών εξ ευ­χα­ρι­στή­σε­ως.
Α­πό κά­τω α­πό το τρα­χύ ε­κεί­νο κα­πο­τά­κι ή­το και αυ­τός γε­μά­τος φι­λαρ­χί­αν και φι­λο­δο­ξί­αν. Ή­θε­λε μό­νον α­νε­ξό­δως ν' α­πο­κτή­ση την αρ­χήν. Το δε ε­πι­τρο­πι­λή­κι εξ ό­λων των αρ­χών εί­νε η μό­νη αρ­χή, την ο­ποί­αν διά να α­πο­κτή­ση τις ό­χι μό­νον δεν δί­δει λε­πτά, αλ­λά και πέρ­νει, α­φού την α­πο­κτή­ση.
Ε­γε­λού­σεν α­πό κά­τω α­πό τον ψα­ρά μου­στά­κια του.
— Τι τά­θε­λες αυ­τά, κυρ-δή­μαρ­χε!
Ε­ψι­θύ­ρι­ζε κα­τ' αρ­χάς, α­πο­φεύ­γων τά­χα. Και ό­μως ε­πε­θύ­μει ο α­γα­θός τι­μήν, και μά­λι­στα α­νέ­ξο­δον τι­μήν. Ί­σως ε­φρό­νει ό­τι θα έ­παυ­ε πλέ­ον η α­πρε­πής έ­ρις με­τα­ξύ αυ­τού και της συ­ζύ­γου του, ην η­γά­πα υ­περ­βαλ­λόν­τως. Ως και ε­γέ­νε­το,
— Να, τώ­ρα έ­κα­μες κα­λά! τω έ­λε­γεν η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να. Έ­τσι άρ­χι­σε και ο κα­πε­τάν-Μι­χα­λιός, και σή­με­ρα εί­νε δή­μαρ­χος.
Την άλ­λην η­μέ­ραν εγ­κα­θι­δρύ­θη εν τω Παγ­κα­ρί­ω του να­ού ως εν θρό­νω, με την φέ­σαν του την υ­ψη­λήν ως ε­πά­νω, και με την βρά­κα του την βολ­τι­α­σμέ­νην και γυ­α­λι­στε­ρήν ως α­πό μου­σε­λί­νην.
Έ­βα­λεν α­μέ­σως τά­ξιν εις τον να­όν.
— Δεν μου λες πως ή­σουν κα­μω­μέ­νος για Πί­τρο­πος!
Τω έ­λε­γεν ο κ. δή­μαρ­χος.
— Ε­γώ πη­γαί­νω σύμ­φω­να με την εκ­κλη­σί­αν, α­πήν­τα ο κυρ-Μα­νω­λά­κης χα­ρού­με­νος. Δεν πρέ­πει να ζη­τή κα­νείς την αρ­χήν. Η αρ­χή πρέ­πει να ζη­τή τον άν­θρω­πόν της. Ως υ­πάρ­χουν σι­μω­νια­κοί εν τη εκ­κλη­σί­α, ού­τως υ­πάρ­χουν σι­μω­νια­κοί και εν τη πο­λι­τεί­α. Και ε­κεί­νοι και ού­τοι εί­νε α­φω­ρι­σμέ­νοι. Και ο τό­πος που έ­χει σι­μω­νια­κούς άρ­χον­τας εί­νε τό­πος α­φω­ρι­σμέ­νος.
Λοι­πόν α­μέ­σως εις τά­ξιν τα πάν­τα. Τους παί­δας, οί­τι­νες συ­νεί­θι­ζον να ί­σταν­ται προ του δε­σπο­τι­κού καγ­χά­ζον­τες και α­τα­κτούν­τες, α­πώ­θη­σε κά­τω-κά­τω, και ε­πέ­βα­λεν αυ­τοίς σι­ω­πήν και φό­βον. Ε­πε­στά­τει ο ί­διος εις την κα­θα­ρι­ό­τη­τα του να­ού, εις το χύ­σι­μον των κη­ρί­ων, ί­να μη γί­νη­ται κα­τά­χρη­σις και ε­πε­βλή­θη εις τον ε­φη­μέ­ριον και τους ψάλ­τας κ' εν γέ­νει α­νέ­πτυ­ξε προ­σόν­τα συ­νε­τής δι­οι­κή­σε­ως και έν­στι­κτα αρ­χον­τι­κής ε­ξου­σί­ας, τα ο­ποί­α τό­σα έ­τη ή­σαν θαμ­μέ­να υ­πό το σκό­τος της κα­πί­τσας του. Τον ε­συ­νεί­θι­σαν δε και οι άν­θρω­ποι τό­σον, ώ­στε ό­ταν δεν έ­βλε­πον την υ­ψη­λήν φέ­σαν ε­πί του θρό­νου της, του μαρ­μα­ρί­νου παγ­κα­ρί­ου, ε­νό­μι­ζον πως κά­τι έ­λει­πε.
Προ πάν­των δε ε­τα­κτο­ποί­η­σε τας σχέ­σεις του με­τά της συ­ζύ­γου του, ή­τις ρα­δι­νή και α­να­ζή­σα­σα τον ε­κα­μά­ρω­νεν α­πό την καλ­λι­τέ­ραν θέ­σιν της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος, ό­που εγ­κα­τέ­στη πλέ­ον.
— Ο­ρί­στε, κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να! ο­ρί­στε κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να!
Της έ­κα­μνον τό­πον τα σό­ι­α.
Κ' ε­θαύ­μα­ζε και η ι­δί­α δι­α­νο­ου­μέ­νη:
— Τι εί­νε ο κό­σμος!
Και ο κυρ-Μα­νω­λά­κης με την φέ­σαν του την υ­ψη­λήν υ­πε­ρη­φά­νως πε­ρι­έ­φε­ρε τον δί­σκον α­ση­μέ­νιον, α­πα­στρά­πτον­τα, α­παγ­γέλ­λων με­τά στόμ­φου πα­νη­γυ­ρι­κού:
— Το λά­δι της εκ­κλη­σί­ας! Βο­ή­θειά σας!
Και αν­τή­χει η φω­νή του κα­θα­ρά και εύ­η­χος ως α­πα­ραί­τη­τος του να­ού ψαλ­μω­δί­α:
— Το λά­δι της εκ­κλη­σί­ας! Βο­ή­θειά σας!
Και ό­ταν ά­δεια­ζε τον δί­σκον εν­τός του συρ­τού του εν τω παγ­κα­ρί­ω, ο κρό­τος ε­κεί­νος των α­να­ριθ­μή­των δε­κα­ρών τον ηύ­φραι­νε μα­κα­ρί­ως, ως ει ε­πλη­ρού­το κερ­μά­των το πουγ­γί­ον του.
Αι ει­σπρά­ξεις ηύ­ξη­σαν κα­τα­πλη­κτι­κώς. Έ­χουν δί­και­ον ό­σοι λέ­γουν ό­τι ο φι­λάρ­γυ­ρος ως τί­πο­τε άλ­λο δεν χρη­σι­μεύ­ει πα­ρά ως ε­πί­τρο­πος εκ­κλη­σί­ας. Εις την πε­ρι­φο­ράν του δί­σκου δεν του δι­έ­φευ­γε κα­νείς των εκ­κλη­σι­α­ζο­μέ­νων. Είς δύ­ο-τρεις φι­λαρ­γύ­ρους, οί­τι­νες, ό­ταν ε­πλη­σί­α­ζεν ο δί­σκος, έ­κα­μνον πως κοι­μών­ται, πα­ρου­σί­α­ζε κα­τ' ε­πα­νά­λη­ψιν τον αρ­γυ­ρούν δί­σκον φω­νά­ζων δυ­να­τώ­τε­ρα:
— Το λά­δι της εκ­κλη­σί­ας!
Έ­ως ου τους η­νάγ­κα­ζεν εξ εν­τρο­πής να δώ­σουν τον ο­βο­λόν των.
Μό­νον ο γέ­ρω-Μα­σώ­νος, α­πό­στρα­τός τις ναύ­της, μό­νον ε­κεί­νος του ε­γλύ­τω­νε πάν­το­τε.
Πο­νη­ρός γέ­ρων αυ­τός, μό­λις εν­νό­ει ό­τι ε­πλη­σί­α­ζεν η πε­ρι­φο­ρά του δί­σκου, προ­σε­ποι­εί­το ό­τι κα­τε­λαμ­βά­νε­το υ­πό βη­χός και α­πήρ­χε­το.
***
Δύ­ο μό­νον ε­λατ­τώ­μα­τα του κυρ-Μα­νω­λά­κη α­νε­κά­λυ­ψαν οι εκ­κλη­σι­α­ζό­με­νοι. Και δύ­ο μό­νον πα­ρε­δέ­χε­το και ο κ. δή­μαρ­χος, και τω έ­κα­μνε συ­χνάς πα­ρα­τη­ρή­σεις προς δι­όρ­θω­σιν. Αλ­λ' ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ή­το α­με­τά­πει­στος. — Ξεύ­ρω '­γώ! έ­λε­γε πάν­το­τε.
Πρώ­τον δεν η­νεί­χε­το να βλέ­πη γυ­ναί­κας κά­τω εις τον να­όν.
Και εις τού­το — πλην του δη­μάρ­χου ποι­ούν­τος ε­ξαι­ρέ­σεις — ή­σαν σύμ­φω­νοι οι εκ­κλη­σι­α­ζό­με­νοι.
— Νά η θέ­σις σας! ε­κραύ­γα­ζεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης, νου­θε­τών τας γυ­ναί­κας, και δει­κνύ­ων διά του δα­κτύ­λου την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα.
Στρε­φό­με­νος δε προς τον κ. δή­μαρ­χον προ­σέ­θε­τε·
— Ε­κεί­νοι που τα νο­μο­θε­τή­σα­νε αυ­τά, ξεύ­ρα­νε καλ­λί­τε­ρα α­πό μας. Δεν εί­νε έ­τσι, κυρ-δή­μαρ­χε;
Το βέ­βαι­ον εί­νε ό­τι εις το χω­ρί­ον ου­δέ­πο­τε ει­σή­χθη η και­νο­το­μί­α αύ­τη η α­πρε­πής και ύ­πο­πτος, τας δε πα­ρα­τη­ρή­σεις του α­πέ­τει­νεν ο ε­πί­τρο­πος εις γραί­ας τι­νάς, αι ο­ποί­αι θέ­λεις, δι­ό­τι ε­βα­ρύ­νον­το ν' α­να­βώ­σιν εις την υ­ψη­λήν γυ­ναι­κω­νί­τι­δα, προ­σποι­ού­με­ναι και ό­τι κρυ­ό­νουν, θέ­λεις δι­ό­τι ε­ζή­λευ­ον — και αυ­τό ή­το φαί­νε­ται — να ευ­ρί­σκων­ται, γε­ρόν­τισ­σαι αύ­ται, εν μέ­σω των χρυ­σο­στο­λί­στων νε­α­ρών γυ­ναι­κών, ε­τρύ­πω­νον διά της ο­πι­σθί­ας μι­κράς θύ­ρας του νάρ­θη­κος και κα­τε­λάμ­βα­ναν ι­κα­νά στα­σί­δια υ­πό την σκο­τει­νήν κά­τω κόγ­χην. Ε­τού­το δε ο κυρ-Μα­νω­λά­κης δεν ε­πε­θύ­μει να γί­νε­ται, ε­κλαμ­βά­νων αυ­τό ως κα­κήν αρ­χήν.
— Κον­τά ς' της γρη­αίς, κυρ-δή­μαρ­χε, έ­λε­γε, θα κολ­λή­σουν και με­σό­κο­παις και ύ­στε­ρα νί­πτω τας χεί­ρας!
Και ε­ξη­κο­λού­θει τον ά­γριον πό­λε­μον κα­τά των γραι­ών.
— Ό­ξω, ό­ξω!
— Τι κα­ν'ς ε­τσι­δά, θα '­πω; άφ­σε να νη­σπα­σθώ τα '­κου­νί­σμα­τα.
— Ό­ξω, ό­ξω! ε­πα­νε­λάμ­βα­νεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης δι­πλών τας λέ­ξεις του. Έ­χ' α­πά­ν' κου­νί­σμα­τα, έ­χει α­πά­ν' '­κου­νί­σμα­τα! Να σας φέ­ρω κι' άλ­λα, κι' άλ­λα, ό­σα θέ­λε­τε, ό­σα θέ­λε­τε!
Και τας α­πε­δί­ω­κε.
Κ' ε­κεί­ναι υ­πεί­κου­σαι εις την βί­αν έ­φευ­γον σι­γά-σι­γά με τα ρα­βδά­κια των, ρί­πτου­σαι βλοσ­συ­ρόν γε­ρον­τι­κόν βλέμ­μα ε­πί του ε­πι­τρό­που.
Το δεύ­τε­ρον ε­λάτ­τω­μα του κυρ-Μα­νω­λά­κη ή­το ό­τι έ­σβυ­νε πο­λύ τα­χέ­ως τα κη­ρί­α, θέ­λων να ω­φε­λή­ση την εκ­κλη­σί­αν. Μό­λις οι χρι­στια­νοί τα ή­να­πτον, και μί­α χειρ στι­βα­ρά ελ­λο­χεύ­ου­σα ό­πι­σθεν του μα­νου­α­λί­ου, τα ήρ­πα­ζε πά­ραυ­τα με­τά γορ­γό­τη­τος λη­στού, δύ­ο πα­ρειαί ωγ­κούν­το ως φού­σκαι α­γι­ο­βα­σι­λι­ά­τι­και, έν μέ­γα στό­μα, ως θη­ρί­ου στό­μα ε­φύ­σα διά δυ­νά­με­ως τε­τρα­πλών πνευ­μό­νων, και τα κη­ρί­α τρέ­μον­τα, ε­σβε­σμέ­να, α­να­λυ­μέ­να σχε­δόν α­πό τον φό­βον των, ερ­ρί­πτον­το είς τι δο­χεί­ον βα­θύ εκ λευ­κο­σι­δή­ρου κεί­με­νον ε­κεί, ό­περ έ­πρε­πεν ού­τως ή άλ­λως να πλη­ρω­θή πά­σαν Κυ­ρια­κήν, το παμ­φά­γον!
Ε­γέ­νε­το ού­τως ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ο τρό­μος των κη­ρί­ων. Δι­η­γούν­ται — ί­σως εί­νε υ­περ­βο­λι­κά — ό­τι εις την α­γρυ­πνί­αν του α­γί­ου Νι­κο­λά­ου πολ­λά κη­ρί­α έ­σβυ­σαν μό­να των, α­πό τον φό­βον των, μό­λις ή­κου­σαν τα ε­νε­δρεύ­ον­τα πα­τή­μα­τα του φο­βε­ρού ε­πι­τρό­που!
Τού­το ό­μως έ­σχεν ο­λε­θρί­ας συ­νε­πεί­ας εις τους υ­πο­λο­γι­σμούς του κυρ- Μα­νω­λά­κη, δι­ό­τι οι δει­σι­δαι­μο­νέ­στε­ροι των χω­ρι­κών έ­παυ­σαν να α­νά­πτουν κη­ρί­α. Αι δε γραί­αι δυ­ση­ρε­στη­μέ­ναι ε­ναν­τί­ον του εύ­ρον α­φορ­μήν μί­αν η­μέ­ραν που έ­γει­νε τα­ρα­χή διά τον τρό­πον τού­τον του ε­πι­τρό­που και ε­κραύ­γα­σαν α­πό της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος:
— Φω­το­σβέ­στη!
Αλ­λ' ο κυρ-Μα­νω­λά­κης α­τά­ρα­χος, μει­δι­ών πάν­το­τε υ­πό τον φαι­όν του μύ­στα­κα, ε­ξη­κο­λού­θει τον κρυ­φόν κα­τά των κη­ρί­ων πό­λε­μον, εις τα νύ­χια πα­τών, ί­να μη τρί­ζουν τα υ­πο­δή­μα­τά του· πε­ρι­ήρ­χε­το δε κα­τά την διά­ρκειαν της λει­τουρ­γί­ας τα δι­ά­φο­ρα μα­νουά­λια αρ­πά­ζων τα κη­ρί­α με­τ' α­φά­του α­γαλ­λι­ά­σε­ως ως α­ό­ρα­τος του σκό­τους δαί­μων.
Και δεν ηρ­κεί­το εις τας κυ­ρια­κάς μό­νον και τας ε­ορ­τάς. Μα­θών ό­τι κά­θε πα­ρα­σκευ­ήν βρά­δυ που μνη­μο­νεύ­ουν τους κε­κοι­μη­μέ­νους, αι πεν­θη­φο­ρού­σαι γραί­αι ή­να­πτον ά­φθο­να κη­ρί­α — α­πό έ­να δι' ε­κά­στην ψυ­χήν τε­θνε­ώ­τος — ε­νε­φα­ναί­ζε­το ως φάν­τα­σμα κρυ­φά-κρυ­φά, και κα­τε­ρή­μα­ζε τα μα­νουά­λια, κι­νών την βλά­σφη­μον των γραι­ών γλώσ­σαν ε­ναν­τί­ον του.
Πρω­ί­αν τι­νά ό­μως γέ­ρων τις ναυ­τι­κός κα­λά του την κα­τά­φε­ρε!
Κολ­λή­σας το κη­ρί­ον του προ του ει­κο­νο­στα­σί­ου προ­σε­ποι­ή­θη ό­τι υ­πε­χώ­ρει, προ­σευ­χό­με­νος τά­χα και βλέ­πων προς το μαρ­μά­ρι­νον δά­πε­δον. Και ό­ταν η χειρ του ε­πι­τρό­που ε­νε­φα­νί­σθη φο­βε­ρά και α­μεί­λι­κτος κα­τά του α­ναμ­μέ­νου κη­ρί­ου, ο ναυ­τι­κός ε­γεί­ρει την βα­ρεί­αν ρά­βδον του και κα­τα­φέ­ρει δει­νόν κτύ­πη­μα κα­τά της άρ­πα­γος ε­κεί­νης χει­ρός, ώ­στε ο κυρ-Μα­νω­λά­κης η­ναγ­κά­σθη ν' α­πο­λο­γη­θή.
Και στας υ­πό τον μέ­γαν πο­λυ­έ­λαι­ον α­πήγ­γει­λε λο­γύ­δριον υ­πέρ του σβυ­σί­μα­τος των κη­ρί­ων, δι­ό­τι, εί­πεν, ο να­ός έ­χει α­νάγ­κας. Θέ­λει σου­βά­τι­σμα, θέ­λει ζου­γρά­φι­σμα, θέ­λει τέμ­πλον, θέ­λει καμ­πα­να­ριό. Πώς θα γεί­νουν ό­λα αυ­τά;
Και έ­ξυ­ε με­τά πό­νου την δα­ρεί­σαν χεί­ρα του.
Οι εκ­κλη­σι­α­ζό­με­νοι ε­σί­γη­σαν.
— Με το α­πό­κε­ρο! α­πήν­τη­σε τό­τε ο κυρ-Μα­νω­λά­κης, πε­ρα­τώ­σας το λο­γύ­δριόν του.
Και ό­ταν με­τά θαυ­μα­σμού ε­θε­ώ­ρουν οι χρι­στια­νοί τον α­χθο­φό­ρον ει­σερ­χό­με­νον εις τον να­όν — και τον ει­σή­γεν ο ε­πί­τρο­πος πάν­το­τε δι­αρ­κού­σης της α­κο­λου­θί­ας — και φέ­ρον­τα βα­ρύ­τα­τον σάκ­κον γε­μά­τον δι­α­φό­ρου με­γέ­θους κη­ρί­α, νε­ό­χυ­τα, ευ­ω­δι­ά­ζον­τα, ο κυρ-Μα­νω­λά­κης έ­λε­γε:
— Τα βλέ­πε­τε αυ­τά; εί­νε α­πό τα α­πό­κε­ρα!

***

Αλ­λ' αν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης εί­χε τό­σους πει­ρα­σμούς να υ­περ­νι­κή­ση, πολ­λά­κις α­γα­να­κτών και κα­κο­λο­γών τους πα­ρεμ­βαί­νον­τας εις την δι­οί­κη­σίν του, χω­ρίς να ξεύ­ρουν — ή­το ο­πα­δός του συγ­κεν­τρω­τι­κού συ­στή­μα­τος — η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να έ­δρε­πεν ό­λας τας δάφ­νας της ε­ξου­σί­ας του συ­ζύ­γου της. Ι­δί­ως τας η­δο­νάς και τρυ­φε­ρό­τη­τας αυ­τής η­σθάν­θη την με­γά­λην ε­βδο­μά­δα. Ου­δέ­πο­τε άλ­λο­τε α­φ' ό­του ε­νυμ­φεύ­θη, α­πέ­λαυ­σε την ά­φα­τον ευ­χα­ρί­στη­σιν, την ο­ποί­αν κα­τά το έ­τος ε­κεί­νο, το πρώ­τον της ε­πι­τρο­πεί­ας του συ­ζύ­γου της.
Των Βα­ΐ­ων της έ­δω­σεν ο ε­φη­μέ­ριος μια βά­ι­α, πρα­σί­νη-πρα­σί­νη και γε­μά­τη ψω­μί, το αρ­τό­χρουν άν­θος της.
— Ού­τε νύ­φη δεν ε­πή­ρα τέ­τοι­α βά­ι­α!
Έ­λε­γε προς τον σύ­ζυ­γόν της την με­σημ­βρί­αν, ό­τε έ­τρω­γον τον ξαρ­μυ­ρι­σμέ­νον ρο­φόν!
— Κα­λή χρο­νιά νά­χης, Μα­νω­λά­κη! ε­πα­νε­λάμ­βα­νε. Πέ­ρυ­σι μού­δω­σαν σα­φί-κου­μα­ριά!
Έ­πει­τα ή­κου­σεν ω­ραί­α ό­λους τους νυμ­φί­ους και ε­μέ­τρη­σε τα 12 Ευ­αγ­γέ­λια, λα­βού­σα με­θ' ε­αυ­τής 12 κου­κιά και τρώ­γου­σα α­νά έν με­τά την α­νά­γνω­σιν ε­κά­στου ευ­αγ­γε­λί­ου. Και α­πέ­λαυ­σε την θε­α­μα­τι­κήν και με­γα­λο­πρε­πή του Ε­πι­τα­φί­ου α­κο­λου­θί­αν, πρώ­την φο­ράν εις την ζω­ήν της α­κού­σα­σα το με­λω­δι­κόν «Η ζω­ή εν τά­φω».
— Τι ώ­μορ­φα!
Ε­θαύ­μα­ζεν α­πο­τει­νο­μέ­νη προς τας εγ­γύς της ι­στα­μέ­νας γυ­ναί­κας, αί­τι­νες η­ρώ­των αυ­τήν πε­ρί δι­α­φό­ρων λε­πτο­με­ρει­ών της ι­ε­ράς α­κο­λου­θί­ας, νο­μί­ζου­σαι ό­τι ως σύ­ζυ­γος ε­πι­τρό­που θα η­δύ­να­το να ε­ξη­γή­ση προς αυ­τάς τα τε­λού­με­να. Ι­δί­ως ευ­φράν­θη η κυ­ρά- Μα­νω­λά­και­να, ό­ταν εί­δε τον γέ­ρον­τα ε­φη­μέ­ριον του να­ού, φέ­ρον­τα χρυ­σό­μαυ­ρον πέν­θι­μον φαι­λό­νιον, μυ­στη­ρι­ω­δώς α­πα­στρά­πτον εν τω φω­τί των λαμ­πά­δων, ό­στις κρα­τών εις χεί­ρας αρ­γυ­ρούν δί­σκον πε­πλη­ρω­μέ­νον τρυ­φε­ρών φύλ­λων ρό­δων και ί­ων και βι­ο­λε­τών και δεν­δρο­λι­βά­νου, προ­σήλ­θε πα­ρά το ι­ε­ρόν κου­βού­κλιον, εν μέ­σω των χο­ρών κεί­με­νον υ­πό τον μέ­γαν πο­λυ­έ­λαι­ον με τα ω­ραί­α του φα­να­ρά­κια α­ναμ­μέ­να εις τας τέσ­σα­ρας γω­νί­ας και με της λαμ­πα­δί­τσαις του κύ­κλω πε­ρί το ξε­στόν γεί­σω­μα, και ψάλ­λων το Έρ­ρα­ναν τον τά­φον, έρ­ραι­νε διά των αν­θέ­ων τον χρυ­σο­κέν­τη­τον εν τω κου­βου­κλί­ω Ε­πι­τά­φιον θρή­νον, και εί­τα τους πα­ρι­στα­μέ­νους χρι­στια­νούς εν α­μυ­θή­τω του πο­λιού προ­σώ­που του λάμ­ψει, το ο­ποί­ον ε­κά­στο­τε την νύ­κτα του Ε­πι­τα­φί­ου ε­λάμ­βα­νεν αί­γλην μυ­στι­κήν, ως να κα­τηυ­γά­ζε­το υ­πό ου­ρα­νί­ων α­κτί­νων.
— Τι ώ­μορ­φα! ε­πα­νε­λάμ­βα­νε συ­νε­χώς η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να. Έ­τσ' του ψέλ­νουν πρώ­τα του Μι­τά­φιου κ' ύ­στε­ρα του ραί­νουν! Τι ώ­μορ­φα!

***

Αλ­λ' αν ηυ­φράν­θη α­λη­θώς α­νέκ­φρα­στον ευ­φρο­σύ­νην η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, εν­τρυ­φή­σα­σα εις την κα­τα­νυ­κτι­κήν λάμ­ψιν του Ε­πι­τα­φί­ου, ό­μως την νύ­κτα του Πά­σχα α­νέ­με­νε με δι­πλούς πό­θους. Θα έ­βλε­πε διά πρώ­την φο­ράν κα­λώς την φα­ει­νήν της Α­να­στά­σε­ως πα­ρά­τα­ξιν. Α­πό των δρυ­φά­κτων της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος, ό­που θα ί­στα­το εν τη καλ­λι­τέ­ρα θέ­σει η σύ­ζυ­γος του ε­πι­τρό­που, θα ε­θαύ­μα­ζεν α­νέ­τως το θέ­α­μα της λαμ­πα­δη­φο­ρί­ας, α­πε­ρί­γρα­πτον φω­το­χυ­σί­αν, μυ­στη­ρι­ω­δε­στέ­ραν κα­θι­στα­μέ­νην υ­πό τον πυ­κνόν κα­πνόν του κη­ρού, ό­στις α­πό των κά­τω θα υ­ψού­το προς την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα ως φω­το­λαμ­πής νε­φέ­λη. Αλ­λά — δεν ή­το γυ­νή; — η­γάλ­λε­το ό­τι θα ε­πε­δεί­κνυ­ε με­τά τό­σα έ­τη τα νυμ­φι­κά της χρυ­σο­κέν­τη­τα φο­ρέ­μα­τα, τα ο­ποί­α άλ­λο­τε, ως εί­δο­μεν, α­πέ­φευ­γε να φέ­ρη, φο­βου­μέ­νη το τσα­λα­πά­τη­μα και τ' α­πο­στά­ζον­τα κη­ρί­α. Διά τού­το, ως εί­δο­μεν, ε­νώ ό­λον το χω­ρί­ον ε­κοι­μά­το, αυ­τή με παλ­λο­μέ­νην καρ­δί­αν, γε­μά­την εξ υ­πε­ρη­φα­νεί­ας και μα­ταί­ας ε­πι­δεί­ξε­ως, κα­τε­γί­νε­το εις την προ­ε­τοι­μα­σί­αν της χρυ­σής της εν­δυ­μα­σί­ας.
Αίφ­νης α­κού­ει τους κώ­δω­νας του να­ού η­χούν­τας.
— Αχ! κι' α­κό­μα δεν χα­ζι­ρεύ­θη­κα! Α­νε­φώ­νη­σε κ' ε­πε­τά­χυ­νε την αμ­φί­ε­σίν της.
Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης θαρ­ρείς και ή­το συν­δε­δε­μέ­νος με­τά του σχοι­νί­ου του κώ­δω­νος. Α­φυ­πνί­σθη πά­ραυ­τα· και χα­σμη­θείς βρον­τε­ρώς ε­κρό­τη­σε κα­τά την συ­νή­θειάν του τας χεί­ρας του:
— Ξυ­πνά­νε τα αί­μα­τα! έ­λε­γε.
Και προ­ε­τοι­μα­σθείς και καλ­λω­πι­σθείς πα­νη­γυ­ρι­κώς και λα­βών την λαμ­πά­δα του α­πήλ­θεν εις τον να­όν εγ­και­ρό­τε­ρον, ί­να ε­πι­στα­τή εν τω παγ­κα­ρί­ω.
Ή­το η ώ­ρα 11. Η Α­νά­στα­σις θα ε­τε­λεί­το α­κρι­βώς την δω­δε­κά­την.
— Μη βι­ά­ζε­σαι, εί­πεν εις την σύ­ζυ­γόν του α­περ­χό­με­νος. Θα έλ­θω να σε πά­ρω, ό­ταν πλη­σιά­ση η ώ­ρα ν' α­να­στή­σουν.
Η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να ό­μως, α­νυ­πό­μο­νος ως ό­λαι αι γυ­ναί­κες ό­ταν πρό­κει­ται να ε­πι­δει­χθώ­σιν, έ­σπευ­δεν έ­τι μάλ­λον, θαρ­ρείς και της εί­πεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης να βι­ά­ζε­ται.
Και ο κώ­δων ο εύ­λα­λος γλυ­κύ­τα­τα αν­τή­χει εν τη νυ­κτί, κα­τα­θέλ­γων με τους συμ­πα­θεις ή­χους του ό­λον το χω­ρί­ον.
Και ό­σον ή­κου­ε το η­δύ κε­λά­δη­μά του η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, τό­σον έ­σπευ­δε να συμ­πλη­ρώ­ση τον ι­μα­τι­σμόν της, φο­βου­μέ­νη μη δεν προ­φθά­ση, μη κλεί­ση ο νυμ­φών, και αυ­τή δεν ε­κοι­μή­θη ως αι πέν­τε μω­ραί παρ­θέ­νοι· α­πε­ναν­τί­ας η­γρύ­πνει με πλέ­ον α­νοι­κτά τα μά­τια α­πό τας φρο­νί­μους.
Η­γρύ­πνει πε­ρισ­σό­τε­ρον και α­πό ε­μέ, και ε­βι­ά­ζε­το πε­ρισ­σό­τε­ρον και α­πό ε­μέ, ό­ταν παι­δί­ον με α­πε­ρί­γρα­πτον α­νυ­πο­μο­νη­σί­αν α­νέ­με­νον την νύ­κτα του Πά­σχα. Τό­τε μό­νον ή­θε­λον να νυ­κτώ­νη τα­χέ­ως. Τας άλ­λας η­μέ­ρας ή­θε­λον να μη νυ­κτώ­νη ει δυ­να­τόν, να μη τε­λει­ώ­σουν τα α­τε­λεί­ω­τα παι­γνί­διά μου.
— Αχ, πό­τε θα νυ­κτώ­ση, μάν­να; Ε­πα­νε­λάμ­βα­νον την ε­σπέ­ραν του Με­γά­λου Σαβ­βά­του, α­πο­κρε­μών ε­νω­ρίς-ε­νω­ρίς α­πό του τοί­χου την λευ­κήν λαμ­πα­δί­τσα μου, την ο­ποί­αν μου εί­χεν α­γο­ρά­σει ο κα­ϋ­μέ­νος ο πα­τέ­ρας μου α­πό την Με­γά­λην Πέμ­πτην — α­πό δύ­ο για κά­θε παι­δί, μί­αν κι­τρί­νην διά τον Ε­πι­τά­φιον και μί­αν ά­σπρην — ά­σπρην διά την Α­νά­στα­σιν. — Την κι­τρί­νην την έ­καυ­σα εις τον Ε­πι­τά­φιον, η ά­σπρη ε­κρέ­μα­το εις τον τοί­χον μα­ζί με τας άλ­λας, και την έ­βλε­πα εις τον ύ­πνον μου τό­σον ζω­η­ρά, πό­τε πως μου την ε­πή­ρεν η με­γά­λη α­δελ­φή μου — ζη­λεύ­σα­σα τά­χα, δι­ό­τι τα κο­ρί­τσια τα με­γά­λα δεν πη­γαί­νουν εις την Α­νά­στα­σιν την νύ­κτα, αν δεν αρ­ρα­βω­νι­σθώ­σι — πό­τε πως ά­να­ψε μο­νά­χη της, και ε­ση­κο­νό­μουν α­πό το στρω­μα­τά­κι μου να την σβύ­σω τά­χα· και τό­τε την έ­βλε­πα ε­κεί εις τον τοί­χον ά­σπρην-ά­σπρην την λαμ­πα­δί­τσα μου, με η­ρε­μί­αν και α­τα­ρα­ξί­αν α­να­μέ­νου­σαν να έλ­θη της Α­να­στά­σε­ως η ώ­ρα.
Ε­νύ­κτω­σε πλέ­ον κι ε­γώ δεν η­σύ­χα­ζον. Κα­τ' ε­πα­νά­λη­ψιν με­τέ­βαι­νον εις την πλα­τεί­αν του να­ού α­νυ­πο­μο­νών. Πλην βλέ­πων την θύ­ραν κλει­στήν και διά του θαμ­βού υ­ε­λο­πί­να­κος των θυ­ρί­δων φως κι­νού­με­νον και πε­ρι­πα­τούν εις το σκο­τει­νόν του να­ού βά­θος — ή­το η εκ­κλη­σι­άρ­χισ­σα ε­τοι­μά­ζου­σα τας καν­δή­λας — ε­πέ­στρε­φον εις την οι­κί­αν μας φο­βι­σμέ­νος. Και ό­ταν πλέ­ον α­παυ­δή­σας ε­στή­ρι­ζον τα νώ­τα μου εις τον τοί­χον πα­ρά την ε­στί­αν, και ο ύ­πνος α­πα­τη­λός ήρ­χι­ζε να βα­ρύ­νη τα βλέ­φα­ρά μου η­μί­κλει­στα, τό­τε ή­κου­α τον γλυ­κύν του κώ­δω­νος ή­χον — μέ­σ' 'ς τα με­σά­νυ­κτα — ε­πε­τι­ό­μουν ε­πά­νω πτε­ρω­τός, ε­λα­φρός ως πτη­νόν. Ε­φό­ρουν τα και­νούρ­για υ­πο­δή­μα­τά μου, υ­πε­ρή­φα­νος διά το τρί­ξι­μόν των, ε­ξε­κρε­μού­σα την λαμ­πα­δί­τσα μου, και έ­τρε­χον πρώ­τος- πρώ­τος εις την Α­νά­στα­σιν, ε­νώ ο κώ­δων ε­σή­μαι­νεν α­κό­μη.
Αχ! πό­σον γλυ­κύς μου ε­φαί­νε­το ο ή­χος του τό­τε μέ­σ' 'ς τα με­σά­νυ­κτα! Σαν να μη ή­το ο συ­νή­θης κώ­δων, ο ση­μαί­νων τους πτω­χούς ε­σπε­ρι­νούς και τα σα­ρα­κο­στι­νά α­πό­δει­πνα, αλ­λ' έ­τε­ρος, εκ μυ­στη­ρι­ώ­δους με­τάλ­λου, εύ­η­χος και καλ­λι­κέ­λα­δος, χαρ­μο­σύ­νως πρώ­τος αυ­τός κη­ρύτ­των την Α­νά­στα­σιν εις την κοι­μω­μέ­νην εν τη φθο­ρά φύ­σιν. Και η νύ­κτιος αύ­ρα, πα­ρα­λαμ­βά­νου­σα το γλυ­κύ κε­λά­δη­μά του, ε­σκόρ­πι­ζεν εις θά­λασ­σαν και ξη­ράν ως τρυ­φε­ρόν ε­γερ­τή­ριον αγ­γε­λι­κών ορ­γά­νων . . . . .

***

 — Να μη αρ­γή­σης, εί­πεν η κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να εις τον σύ­ζυ­γόν της.
Ό­στις ευ­ρέ­θη με­τ' ο­λί­γον εις το στιλ­πνόν παγ­κά­ριον ως πο­λυ­όμ­μα­τος Άρ­γος, παν­τα­χού βλέ­πων, και τα πάν­τα τα­κτο­ποι­ών.
Εν πρώ­τοις συλ­λα­βών α­πό του ω­τί­ου παι­δί­α τι­νά ξε­σκού­φω­τα, ά­τι­να βα­στά­ζον­τα παμ­με­γί­στους ή­λους — τζα­βέ­ταις — υ­πο­κλα­πέν­τας α­πό του ναυ­πη­γεί­ου, εί­χον πα­ρα­τα­χθή κα­τά γραμ­μήν ως στρα­τι­ώ­ται προ των μαρ­μα­ρί­νων βαθ­μί­δων της Α­γί­ας Πύ­λης και ή­σαν έ­τοι­μα, ό­ταν α­κού­σω­σι το Χρι­στός-Α­νέ­στη, να κρο­τή­σω­σι τα κα­ψύ­λια των, θέ­τον­τα αυ­τά ε­πί της λει­αν­θεί­σης και στρογ­γυ­λευ­θεί­σης αιχ­μής του ή­λου, ον θ' ά­φι­νον να κα­τα­πέ­ση κα­θέ­τως ε­πί των πλα­κών. Οι τρα­κω­τοί ή­χοι των εκ­πυρ­σο­κρο­τούν­των ού­τω κα­ψυ­λί­ων, ή­σαν τό­σον θο­ρυ­βώ­δεις και τό­σον πυ­κνοί και συ­νε­χείς, ώ­στε κα­τ' έ­τος ε­γί­νε­το ά­κο­σμος χα­σμω­δί­α εν­τός του να­ού. Τώ­ρα ό­μως να της ξε­χά­σουν αυ­ταίς της μπιρ­μπαν­τιαίς! έ­λε­γεν ο κυρ Μα­νω­λά­κης. Και συλ­λαμ­βά­νων αυ­τά α­πό του ω­τί­ου έ­να-έ­να τα α­πώ­θη­σεν έ­ξω του να­ού. Τα ο­ποί­α πα­ρα­τα­χθέν­τα τό­τε εν τη πλα­τεί­α ε­νέ­παι­ζον τον ε­πί­τρο­πον εν χο­ρώ:
— Φώ­το-σβέ­στη! Φώ­το-σβέ­στη! Φώ­το-σβέ­στη!
Α­κο­λού­θως ι­δών ό­τι δύ­ο γραί­αι εί­χον ει­σχω­ρή­σει δο­λί­ως εις τον να­όν αρ­πά­σα­σαι δύ­ο στα­σί­δια κά­τω-κά­τω εις την σκο­τί­αν, έ­λα­βεν αυ­τάς α­πό τας χεί­ρας, με κα­λόν τρό­πον, και ε­ξή­γα­γεν εκ του νάρ­θη­κος, ο­δη­γών εις την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα:
— Α­πά­νω γλή­γο­ρα μη σας τσα­λα­πα­τή­σουν!
Και συγ­χρό­νως ε­πρό­φθα­νε και εις τα μα­νουά­λια, τα ο­ποί­α έ­φρισ­σον υ­πό τας λη­στρι­κάς χεί­ρας του, κ' ε­ψι­θύ­ρι­ζεν, ί­να δι­και­ο­λο­γή­ται:
— Οι­κο­νο­μί­α, παι­διά! Οι­κο­νο­μί­α! Σή­με­ρα θα βγά­λη και η εκ­κλη­σί­α το κε­ρί που καί­ει ό­λο τον χρό­νο τζάμ­πα!

***

Ή­δη ο να­ός ε­πλη­ρώ­θη ο­λί­γον κα­τ' ο­λί­γον. Οι χω­ρι­κοί κα­θα­ρώς και ευ­πρε­πώς εν­δε­δυ­μέ­νοι κα­τέ­λα­βον οι γέ­ρον­τες τα στα­σί­δια, οι νε­ώ­τε­ροι τα προ των χο­ρών κε­νά, νη­φά­λιοι και σι­ω­πη­λοί, κρα­τούν­τες πλα­γι­α­σμέ­νας ε­πί του στή­θους των τας λαμ­πά­δας μη α­να­φθεί­σας α­κό­μη. Ό­πι­σθεν δε των δρυ­φά­κτων υ­πό το η­μί­φως των καν­δή­λων της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος δι­έ­κρι­νε τις σκι­ε­ράς μορ­φάς, τας συ­να­θροι­ζο­μέ­νας γυ­ναί­κας. Οι χο­ροί έ­ψαλ­λον σι­γά-σι­γά με τα­πει­νήν φω­νήν και τα­πει­νό­τε­ρον ύ­φος το Κύ­μα­τι θα­λάσ­σης, ί­να αρ­γό­τε­ρον, ό­ταν θα ε­με­λώ­δουν βρον­το­φώ­νως το Χρι­στός Α­νέ­στη, γί­νη κα­τα­φα­νής η αν­τί­θε­σις του πέν­θους και της χα­ράς.
Αλ­λ' ε­νώ ο κυρ-Μα­νω­λά­κης δι­ε­νο­εί­το ό­τι ή­το και­ρός πλέ­ον να με­τα­βή και πα­ρα­λά­βη την α­να­μέ­νου­σαν σύ­ζυ­γόν του, ή­τις βε­βαί­ως θ' α­νυ­πο­μό­νει λί­αν, ει­σέρ­χε­ται ο δή­μαρ­χος του χω­ρί­ου, μι­ξο­πό­λιος κ' ευ­τρα­φής α­νήρ, ο­δη­γών τέσ­σα­ρας νε­α­ράς κυ­ρί­ας — τας δύ­ο νε­α­ρω­τέ­ρας — την σύ­ζυ­γον του υ­πο­τε­λώ­νου και την θυ­γα­τέ­ρα της, και την σύ­ζυ­γον του λι­με­νάρ­χου και την θυ­γα­τέ­ρα της. Ο­πί­σω η­κο­λού­θουν ο υ­πο­τε­λώ­νης χον­δρο­κα­μω­μέ­νος και χω­λός τον έ­τε­ρον πό­δα, ε­ξη­κον­τού­της α­νήρ, με λευ­κόν πώ­γω­να ως να ε­πέν­θει. Εις τους ο­φθαλ­μούς έ­φε­ρε στρογ­γυ­λά πρά­σι­να ομ­μα­τουά­λια. Πα­ρα­πί­σω ήρ­χε­το ο λι­με­νάρ­χης υ­ψη­λός — υ­ψη­λός, ως λεύ­κα, κλεί­ων την συ­νο­δεί­αν, με­σό­κο­πος, με πο­λι­τι­κήν εν­δυ­μα­σί­αν — ά­γνω­στον αν ή­το α­ξι­ω­μα­τι­κός — κρα­τών εις χεί­ρας τον πλα­τύ­γυ­ρον πί­λον, ο­λί­γον προ­τε­τα­μέ­νον ως δί­σκον.
Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης πα­ρέ­μει­νε τό­τε εις την θέ­σιν του, ί­να πε­ρι­ποι­η­θή πρώ­τον τους ξέ­νους και τας κυ­ρί­ας των — το κα­τά δύ­να­μιν — και με­τά ταύ­τα θα με­τέ­βαι­νε να πα­ρα­λά­βη την σύ­ζυ­γόν του.
Αι τέσ­σα­ρες κυ­ρί­αι έ­φε­ρον μα­κράς ε­σθή­τας α­νοι­κτο­χρό­ους και πί­λους σκλη­ρούς με πλα­τείς προ του με­τώ­που πε­τά­σους, ε­στο­λι­σμέ­νους με άν­θη ποι­κι­λό­χρο­α και πτη­νά με α­νοι­κτά ράμ­φη οί­τι­νες ω­μοί­α­ζον ως να ή­σαν φω­λε­αί εξ α­χύ­ρου και χόρ­του με τα πτη­νά εν­τός. Διά το ψύ­χος δε της νυ­κτός δή­θεν έ­φε­ρον κρε­μά­με­νον μα­κρόν πο­δή­ρες, πε­ρι­λαί­μιον τά­χα, εκ με­λα­ψών πτε­ρών στιλ­πνών συγ­κε­κολ­λη­μέ­νων εν ορ­μα­θώ, ό­περ κα­τά τα βά­δι­σμά των ε­ξη­νε­μί­ζε­το προ των πο­δών ως χον­δρό­πλε­κτον σχοι­νί­ον καρ­μη­λί­τι­δος μο­να­χής εκ των πο­λυ­ω­νύ­μων του δυ­τι­κού κλή­ρου ταγ­μά­των, τα δε πε­ρί τον λαι­μόν ε­κεί πτε­ρά α­ε­ρι­ζό­με­να τό­τε και α­να­κι­νού­με­να ως τα πτί­λα των ορ­νί­θων έ­κα­μνον και τας τέσ­σα­ρας να φαί­νων­ται ως ε­σφαγ­μέ­νοι πε­τει­νοί.
Συν τη ει­σό­δω των εν τω ά­μα ει­σώρ­μη­σεν εν τω να­ώ πα­χυ­μύ­ρου πνεύ­μα βα­ρύ­ο­σμον και ο­χλη­ρόν. Κα­τ' ευ­θεί­αν ε­προ­χώ­ρη­σαν εις το Παγ­κά­ριον, ό­που ο κυρ-Μα­νω­λά­κης πάν­το­τε μει­δι­ών υ­πό τους στα­κτε­ρούς του μύ­στα­κας, α­νέ­με­νεν αυ­τάς προ­βάλ­λων εμ­πρός-εμ­πρός τους δί­σκους, και α­πο­χω­ρί­ζων την στιγ­μήν ε­κεί­νην αρ­γυ­ρά τι­να νο­μί­σμα­τα, ό­πως μη κα­λύ­πτων­ται υ­πό των χαλ­κί­νων κερ­μά­των, ι­δί­ως ό­μως ί­να διά της σι­ω­πη­λής αυ­τής πα­ρα­στά­σε­ώς του ευ­γλωτ­τό­τε­ρον εκ­φρά­ση εις τας ξέ­νας κυ­ρί­ας την ε­πι­θυ­μί­αν του, να ρί­ψουν αρ­γυ­ρά κέρ­μα­τα — τέ­τοι­α μέ­ρα! Ε­πί­σης την στιγ­μήν ε­κεί­νην α­νε­σκά­λευ­ε και τα με­γά­λα κη­ρί­α, τα δε­κά­λε­πτα, μη τυ­χόν και δεν τα ί­δω­σιν.
Οι άν­θρω­ποι ε­στρά­φη­σαν ό­λοι προς το παγ­κά­ριον. Ο δε­ξιός ψάλ­της κα­τα­πτο­η­θείς εκ της α­προσ­δο­κή­του εμ­φα­νί­σε­ως των ξέ­νων κυ­ρι­ών έ­χα­σε τον στί­χον και τον ρυθ­μόν, ο δε α­ρι­στε­ρός θε­λή­σας να υ­ψώ­ση ε­πι­δει­κτι­κώς την φω­νήν του έ­κα­με μί­αν α­η­δε­στά­την πα­ρα­φω­νί­αν, κι­νή­σα­σαν το μει­δί­α­μα της νε­ω­τέ­ρας των κυ­ρι­ών.
Πρώ­την φο­ράν οι άν­θρω­ποι ε­μάν­θα­νον ό­τι εί­χον οι­κο­γε­νεί­ας ο υ­πο­τε­λώ­νης και ο λι­με­νάρ­χης, οί­τι­νες α­πό πρω­ί­ας μέ­χρις ε­σπέ­ρας ε­χαρ­τό­παι­ζαν εν τω κα­φε­νεί­ω ελ­λεί­ψει ερ­γα­σί­ας.
— Ί­σως ό­μως και να ήλ­θαν α­πό­ψε με το βα­πό­ρι, έ­λε­γον.
Αι κυ­ρί­αι, και αι τέσ­σα­ρες κα­τά σει­ράν, λα­βού­σαι α­νά έν κη­ρί­ον ήλ­θον εις το ει­κο­νο­στά­σιον, ά­φη­σαν τα κη­ρί­α των χω­ρίς να τα α­νά­ψω­σιν — ε­φό­ρουν χον­δρά και μα­κρά γάν­τια — έ­κυ­ψαν με τους πλα­τείς προ του με­τώ­που των πε­τά­σους ν' α­σπα­σθώ­σι την Α­πο­κα­θή­λω­σιν, αλ­λά δεν ημ­πό­ρε­σαν έ­νε­κα του ξη­ρού πί­λου των, και α­πε­χώ­ρη­σαν. Ουχ ήτ­τον κα­τέ­λι­πον ε­πί της ει­κό­νος και αι τέσ­σα­ρες πυ­κνά μό­ρια του βα­ρυ­ό­σμου μύ­ρου των, δι' ου εί­χον πε­ρι­λου­σθή, φαί­νε­ται, και ε­πί ώ­ραν με­τά ταύ­τα οι άν­θρω­ποι οι πλη­σι­ά­ζον­τες ν' α­σπα­σθώ­σιν έ­κα­μνον α­η­δείς μορ­φα­σμούς. Γέ­ρων μά­λι­στα ποι­μήν θε­λή­σας ν' α­σπα­σθή, ο ει­θι­σμέ­νος αυ­τός εις του βου­νού τας καλ­λι­μύ­ρους αύ­ρας, κα­τε­λή­φθη υ­πό ζω­η­ρού πταρ­νί­σμα­τος, ε­νο­χλη­θεί­σης υ­πό του βα­ρέ­ος ε­κεί­νου μύ­ρου της ρι­νός του ως ε­άν εί­χε λά­βει ταμ­βά­κον.
Ε­νώ πρό­τε­ρον έ­πνε­εν εν τω να­ώ μί­α γλυ­κεί­α α­ρω­μα­τι­κή πνο­ή μα­λα­κή και θω­πεύ­ου­σα την ό­σφρη­σιν, πνο­ή ευ­ά­ρε­στος και η­δεί­α των ε­α­ρι­νών αν­θέ­ων, τα ο­ποί­α ά­φθο­να ε­κό­σμουν τας α­γί­ας ει­κό­νας, προ­σφο­ρά ευ­ά­ρε­στος και ευ­πρόσ­δε­κτος των νε­α­νί­δων του χω­ρί­ου, αί­τι­νες ή ά­γα­μοι ή πεν­θού­σαι ή α­σθε­νείς, κλει­σμέ­ναι εν τω οί­κω των, στέλ­λου­σιν εις την Α­νά­στα­σιν του ευα­νθούς κή­που των τα πε­ρι­πό­θη­τα δώ­ρα.
Αι τέσ­σα­ρες κυ­ρί­αι με­τά τού­το ε­πα­νήλ­θον και ε­στά­θη­σαν πα­ρά το Παγ­κά­ριον πά­λιν, ό­που ί­σταν­το και οι σύ­ζυ­γοί των. Ο δή­μαρ­χος ελ­θών συ­νεν­νο­εί­το με­τά του ε­φη­με­ρί­ου πε­ρί της τε­λε­τής.
Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης νο­μί­ζων ό­τι ή­θε­λον να ρί­ψω­σιν εις τον δί­σκον τι, ήρ­χι­σε με­λω­δών ι­κε­τευ­τι­κώ­τα­τα:
— Το λά­δι της εκ­κλη­σί­ας! Και εις έ­τη πολ­λά!
Ε­κεί­ναι ό­μως ι­δού­σαι τέσ­σα­ρα στα­σί­δια κε­νά ό­πι­σθεν του παγ­κα­ρί­ου ει­σήλ­θον πά­ραυ­τα και τα κα­τέ­λα­βον μει­δι­ώ­σαι και αι τέσ­σα­ρες. Και α­νοί­ξα­σαι πά­ραυ­τα τέσ­σα­ρα εκ κοι­νού χρω­μα­τι­στού πα­νί­ου ρι­πί­δια ήρ­χι­σαν ν' α­ε­ρί­ζων­ται, βλέ­που­σαι ε­δώ κ' ε­κεί ως ε­άν ει­σήλ­θον εις θέ­α­τρον.
Ο κυρ-Μα­νω­λά­κης ι­δών πα­ρ' ελ­πί­δα ό­τι αι ξέ­ναι κυ­ρί­αι ε­το­πο­θε­τή­θη­σαν ο­ρι­στι­κώς ε­κεί, κα­τε­λή­φθη υ­πό της συ­νή­θους νευ­ρι­κής τα­ρα­χής του. Και κα­τ' αρ­χάς μεν διά κω­μι­κών νευ­μά­των μει­δι­ών­των και συ­νο­φρυ­ου­μέ­νων συ­νά­μα, υ­πε­δεί­κνυ­εν εις αυ­τάς την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα. Ε­πει­δή ό­μως αι κυ­ρί­αι α­προ­σε­κτού­σαι εις τα νεύ­μα­τά του ε­ξη­κο­λού­θουν να ο­μι­λώ­σι με­τα­ξύ των, ο κυρ-Μα­νω­λά­κης η­ναγ­κά­σθη να πα­ρα­τη­ρή­ση εις αυ­τάς κα­θα­ρά:
— Δεν εί­νε ε­δώ η θέ­σις σας!
Αι κυ­ρί­αι έ­κα­μαν πώς δεν ή­κου­σαν, και ε­ξη­κο­λού­θουν ν' α­ε­ρί­ζων­ται με τα ρι­πί­διά των.
— Κυ­ρί­αι, ε­δώ εί­νε η θέ­σις διά τους άν­δρας. Να πά­τε ε­πά­νω, πα­ρα­κα­λώ, να μη γί­νη σκάν­δα­λον.
Και ε­δεί­κνυ­ε την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα.
Ταυ­το­χρό­νως η δι­δα­σκά­λισ­σα του χω­ρί­ου, νε­ά­νις α­γα­θή πλην υ­πε­ρή­φα­νος, ως πά­σα δι­δα­σκά­λισ­σα χω­ρί­ου, εκ του Αρ­σα­κεί­ου ε­ξελ­θού­σα, α­πό της γυ­ναι­κω­νί­τι­δος ό­που ή­το, ι­δού­σα τας ξέ­νας κυ­ρί­ας και ό­τι ε­το­πο­θε­τή­θη­σαν κά­τω, έ­σπευ­σε και αυ­τή, κα­τα­λι­πού­σα ε­πά­νω την μη­τέ­ρα της. Και ελ­θού­σα έ­στη πλη­σί­ον των ξέ­νων κυ­ρι­ών κομ­ψώς χαι­ρε­τί­σα­σα.
— Νά τα! Νά τα!
Εί­πε τό­τε με­τ' α­γα­να­κτή­σε­ως ο ε­πί­τρο­πος και προ­σέ­θη­κε:
— Τώ­ρα δεν μέ­νει άλ­λο, πα­ρά να κα­ται­βού­νε αι γυ­ναί­κες κά­τω και ν' α­ναι­βού­νε οι άν­δρες α­πά­νω.
Η με­γα­λει­τέ­ρα των κυ­ρι­ών ι­δού­σα ό­τι ο κό­σμος ήρ­χι­σε να προ­σέ­χη εις το θο­ρυ­βώ­δες ε­πει­σό­διον το προ­κλη­θέν υ­πό του ε­πι­τρό­που, και θέ­λου­σα να δεί­ξη ί­σως εις τον κό­σμον ό­τι α­πλώς ω­μί­λουν ε­κεί με­τά του ε­πι­τρό­που, στρα­φεί­σα λέ­γει προς αυ­τόν χα­ρι­έν­τως.
— Ω­ραί­α εί­νε η εκ­κλη­σί­α σας, κύ­ρι­ε Ε­πί­τρο­πε.
— Πο­λύ ω­ραί­α εί­νε, κυ­ρί­α μου, και έ­χει και γυ­ναι­κεί­ο διά τας γυ­ναί­κας!
Η κυ­ρί­α έ­κα­με μομ­φα­σμόν δυ­σα­ρε­σκεί­ας, με­τά πε­ρι­φρο­νή­σε­ως βλέ­που­σα τον ε­πί­τρο­πον.
Ή­δη προ­σήλ­θεν ε­κεί και ο κ. Δή­μαρ­χος.
— Κύ­ρι­ε Δή­μαρ­χε, τι ζη­τεί αυ­τός ο κύ­ριος ε­δώ;
Εί­πε μί­α των κυ­ρι­ών διά του ρι­πι­δί­ου της δει­κνύ­ου­σα τον κυρ- Μα­νω­λά­κην.
— Ζη­τώ, κύ­ρι­ε δή­μαρ­χε, να ε­φαρ­μό­σω . . . τα έ­θι­μα.
— Ά­φη­σε, κυρ-Μα­νω­λά­κη! εί­πεν ο δή­μαρ­χος με­τά της συ­νή­θους γλυ­κύ­τη­τος της γλώσ­σης του ως ε­άν ή­λει­φεν αυ­τήν διά μέ­λι­τος. Δεν πει­ρά­ζει, εί­νε ξέ­νοι.
— Τι θα πη δεν πει­ρά­ζει! Ί­σα-ί­σα οι ξέ­νοι πρέ­πει να σέ­βον­ται τα έ­θι­μα του τό­που καλ­λί­τε­ρον α­πό τους εν­το­πί­ους.
Και στρα­φείς εί­πε πά­λιν προς τας κυ­ρί­ας:
— Κυ­ρί­αι, δεν εί­νε ε­δώ η θέ­σις σας. Μη κά­μνε­τε κα­κήν αρ­χήν!
Ο δή­μαρ­χος ι­δών ό­τι ο ε­πί­τρο­πος ή­το α­με­τά­πει­στος, και φρο­νών ό­τι θα ε­ξε­τί­θε­το η υ­πό­λη­ψίς του α­πέ­ναν­τι των ξέ­νων, ω­μί­λη­σε με­τά τι­νος αυ­στη­ρό­τη­τος προς τον ε­πί­τρο­πον, ό­στις ό­μως ε­ξη­κο­λού­θει να ε­πι­μέ­νη.
Τό­τε ο δή­μαρ­χος αλ­λά­ξας γλώσ­σαν — εί­χε δύ­ο· μί­αν α­λειμ­μέ­νην μέ­λι, και άλ­λην α­λειμ­μέ­νην φαρ­μά­κι — λέ­γει προς τον ε­πί­τρο­πον με­τά πι­κρί­ας:
— Για να σου πω: Πή­γαι­νε, κύτ­τα­ξε τα κε­ριά σου!
— Και τα κε­ριά, και της γυ­ναί­κες, και ό­λην την εκ­κλη­σί­αν. Έ­χω χρέ­ος να υ­πε­ρα­σπί­σω τα έ­θι­μα.
Α­πήν­τη­σε πι­κρό­τε­ρον ο ε­πί­τρο­πος.
— Φύ­γε α­π' ε­δώ, αυ­θά­δη!
Εί­πε τό­τε ο δή­μαρ­χος και ταυ­το­χρό­νως προ­σέ­θη­κεν:
— Α­πό σή­με­ρον δεν εί­σαι πλέ­ον ε­πί­τρο­πος, σε παύ­ω.
— Κου­τός εί­μαι να στα­θώ να με παύ­σης;
Εί­πε τό­τε ο κυρ-Μα­νω­λά­κης πρα­ό­τα­τος και γλυ­κύ­τα­τος, α­φού πλέ­ον έ­λη­γεν η ε­ξου­σί­α του. Κ' εκ­βα­λών πά­ραυ­τα α­πό της ζώ­νης του δύ­ο με­γά­λας κλεί­δας συν­δε­δε­μέ­νας διά γα­ϊ­τα­νί­ου δι­ε­πέ­ρα­σεν αυ­τάς α­πό του λαι­μού του δη­μάρ­χου ει­πών:
— Πριν με παύ­σης, πα­ραι­τού­μαι!
Και ε­ξήλ­θε του να­ού, εν ώ ή­δη ο γη­ραι­ός ε­φη­μέ­ριος με­γα­λο­πρε­πώς στας προ των α­γί­ων πυ­λών, ο­λό­χρυ­σον ημ­φι­ε­σμέ­νος στο­λήν πο­λύ­τι­μον, αρ­χαί­αν, βυ­ζαν­τι­νήν, και κρα­τών δύ­ο λαμ­πά­δας α­νημ­μέ­νας εις τας χεί­ρας του, έ­ψαλ­λεν ευ­μόλ­πως με φω­νήν κρο­τού­σαν η­χη­ρώς:
— Δεύ­τε λά­βε­τε φως εκ του α­νε­σπέ­ρου φω­τός!
Και εί­δες πά­ραυ­τα ο κό­σμος να συ­να­θροι­σθή πε­ρί τα Βη­μό­θυ­ρα συ­νω­θού­με­νος ν' α­νά­ψη την λαμ­πά­δα του, να λά­βη το φως εκ του α­νε­σπέ­ρου φω­τός· κ' έ­βλε­πες χεί­ρας τε­τα­μέ­νας γύ­ρω ε­κεί, και λευ­κάς λαμ­πά­δας εις πο­λυ­σύν­θε­τα και α­δι­έ­ξο­δα γε­ω­με­τρι­κά σχή­μα­τα, α­κτι­νω­τώς εγ­γι­ζού­σας τας α­νημ­μέ­νας του ι­ε­ρέ­ως λαμ­πά­δας, η πο­λιά μορ­φή του ο­ποί­ου κα­τη­γλα­ΐ­ζε­το φα­ει­νώς ως μορ­φή αγ­γέ­λου κο­λυμ­βών­τος εν τω φω­τί.
Οι ψάλ­ται πα­ρέ­λα­βον εί­τα το μέ­λος του ι­ε­ρέ­ως, ε­πα­να­λαμ­βά­νον­τες και αυ­τοί την με­λω­δί­αν:
— Δεύ­τε λά­βε­τε φως, εκ του α­νε­σπέ­ρου φω­τός . . .
Έ­ως ου ό­λος ο να­ός έ­λαμ­ψεν α­πό των φώ­των της Α­να­στά­σε­ως λάμ­ψιν φα­ει­νήν κ' ε­πέ­ρα­στον, α­λη­σμό­νη­τον λάμ­ψιν, φω­τί α­νε­σπέ­ρω πε­ρι­λου­σμέ­νος. Το φως το α­νέ­σπε­ρον α­νήλ­θε και εις την γυ­ναι­κω­νί­τι­δα, και ό­πι­σθεν των ξυ­λί­νων δρυ­φά­κτων ε­θε­ώ­ρεις πλέ­ον μαρ­μα­ρυ­γάς χρυ­σαυ­γείς, χρυ­σο­τρέ­μον­τα πράγ­μα­τα, παι­γνί­δια φλο­γός πάν­τερ­πνα, ο­φθαλ­μούς και α­δά­μαν­τας και φως χρυ­σού και λαμ­πά­δων λευ­κών, και λευ­κό­τη­τα πα­ρει­ών και χει­ρών και ρό­δα χει­λέ­ων, ως να κα­τέ­βη­σαν ε­κεί ό­πι­σθεν των δρυ­φά­κτων α­πό των ου­ρα­νών άγ­γε­λοι ποι­κι­λό­πτε­ροι.
Παι­δί­α τι­νά ε­ξα­πα­τη­θέν­τα και νο­μί­σαν­τα ό­τι ε­ψάλ­λε­το το Χρι­στός Α­νέ­στη, έ­καυ­σαν εν κρό­τω τα κα­ψύ­λιά των· γέ­ρων δε τις λαί­μαρ­γος έ­θραυ­σε πά­ραυ­τα το κόκ­κι­νον αυ­γό, το ο­ποί­ον έ­φε­ρε πάν­το­τε την νύ­κτα της Α­να­στά­σε­ως μα­ζί του εν τη εκ­κλη­σί­α, και το ερ­ρό­φα, ε­νώ ο κυρ-Μα­νω­λά­κης με­τέ­βαι­νεν εις την οι­κί­αν του πα­ρη­τη­μέ­νος πλέ­ον και έ­χων εις τον νουν του ί­σως την πρόρ­ρη­σιν της μα­γίσ­σης.
Οι παί­δες έ­ξω εις την πλα­τεί­αν ι­δόν­τες αυ­τόν εν τη σκο­τί­α της νυ­κτός ήρ­χι­σαν εν χο­ρώ: Φώ­το-σβέ­στη! Φώ­το-σβέ­στη!

***

— Α­κό­μα '­λί­γο ναρ­θώ μο­νά­χη μου!
Εί­πεν η κυ­ρά Μα­νω­λά­και­να, ό­λη χρυ­σή και ω­ραί­α, α­να­μέ­νου­σα προ τό­σης ώ­ρας τον σύ­ζυ­γόν της, ί­να την ο­δη­γή­ση εις τον να­όν.
Ε­φό­ρει πο­λύ­τι­μον φου­στά­νι εξ α­τλα­ζί­ου χρώ­μα­τος ε­ρυ­θρού — φω­τιά μο­να­χή — εις το κά­τω μέ­ρος του ο­ποί­ου ή­το προ­σηρ­μο­σμέ­νος πλα­τύς — τρι­ών σπι­θα­μών — πο­δό­γυ­ρος εκ χρυ­σής στό­φας το χρυ­σο­κέν­τη­τον βε­λού­δι­νον μπαμ­που­κλί της ή­το ε­ζω­σμέ­νον διά χρυ­σής πλα­τεί­ας ζώ­νης, πορ­που­μέ­νης διά χρυ­σών πορ­πών σχή­μα­τος παμ­με­γί­στου α­μυ­γδά­λου με γλυ­φάς και πα­ρα­στά­σεις αν­θέ­ων και φυ­τών. Πε­ρί την κε­φα­λήν της α­ρα­χνο­ϋ­φής πέ­πλος, το πε­ρί­φη­μον α­λέ­μι, ε­λα­φρώς ήγ­γι­ζε τας ρο­δι­νάς της πα­ρειάς και προ­στά­τευ­ον στιλ­πνά μέ­ρη της μαύ­ρης κό­μης εγ­γύς των ώ­των, εύ­μορ­φα κτε­νι­στούς βο­στρυ­χί­σκους, ε­δι­πλού­το δι' α­πα­λών πτυ­χών υ­πό την σι­α­γό­να, και ε­στη­ρί­ζε­το ε­πί της ω­μο­πλά­της ο­πί­σω διά χρυ­σής καρ­φί­δος, υ­πό την ο­ποί­αν ε­λα­φρώς ε­θυσ­σα­νούν­το τα κλω­νί­α, φέ­ρον­τα κεν­τη­τούς σταυ­ρα­ε­τούς.
Ε­πί της κο­ρυ­φής υ­πό το α­λέ­μιον έ­λαμ­πεν εν τω φω­τί με­γά­λη χρυ­σο­κέν­τη­τος γλά­στρα με ο­λό­κλη­ρον τρι­αν­τα­φυλ­λέ­αν με τα φύλ­λα της και με τα ρό­δα της, κό­σμη­μα του κα­λύμ­μα­τος της κε­φα­λής, υ­πό το ο­ποί­ον α­ό­ρα­τος πε­ρι­δέ­νε­ται των γυ­ναι­κών η κό­μη. Την στιγ­μήν κα­τά την ο­ποί­αν ει­σήλ­θεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης η σύ­ζυ­γός του ε­τα­κτο­ποί­ει τας τρι­γω­νι­κώς α­νε­στραμ­μέ­νας χει­ρί­δας της — τα προ­μά­νι­κα — ί­να φαί­νη­ται κα­λώς το υ­πέν­δυ­μά των, η χρυ­σή στό­φα, και δι­ώρ­θου τας χρυ­σάς εμ­βά­δας της, στε­ρε­ώ­νου­σα τους πό­δας της κα­λώς εν αυ­ταίς.
Αίφ­νης ι­δού­σα ό­τι ο σύ­ζυ­γός της ή­το σύ­νο­φρυς και κα­τη­φής ε­ξε­πλά­γη:
— Τι έ­πα­θες κα­λέ!
Η­ρώ­τη­σεν.
— Ά­φη­σέ με! α­πήν­τη­σεν ο κυρ-Μα­νω­λά­κης.
— Μή­πως ε­πι­ά­σθη­κες πά­λιν για τα κε­ριά;
— Πα­ρα­τή­θη­κα!
Η α­πάν­τη­σις αύ­τη ε­πά­γω­σε την κυ­ρά-Μα­νω­λά­και­να, ή­τις α­πέ­μει­νεν ως χρυ­σούν ά­γαλ­μα σι­ω­πη­λή και α­κί­νη­τος.
Ο κυρ Μα­νω­λά­κης το ε­φύ­σα και δεν ε­κρύ­ο­νε, κα­τά το δη λε­γό­με­νον. Έ­φε­ρε γύ­ρω κα­τ' αρ­χάς εις την αί­θου­σαν του μη δυ­νά­με­νος ου­δέ να α­να­πνεύ­ση α­πό την ορ­γήν, σκο­τει­νός, α­μί­λη­τος, ω­σάν πρω­θυ­πουρ­γός προ μι­κρού δώ­σας την πα­ραί­τη­σίν του, ου­δέ α­παν­τών εις τας ε­ρω­τή­σεις της ω­ραί­ας Γε­ρα­κί­τσας· έ­ως ου τέ­λος ζα­λι­σθείς ε­σω­ριά­σθη ε­πί του κα­να­πέ ψι­θυ­ρί­ζων:
— Α­φού έ­κα­μες κα­κήν αρ­χήν να βγά­λης α­πό το κα­φά­σι της γυ­ναί­κες, κυρ Δή­μαρ­χε, θα έλ­θη η η­μέ­ρα ο­πού αυ­ταί θα σε στρι­μώ­ξουν, ε­σέ­να, θέ­λον­τα μη θέ­λον­τα, μέ­σα εις το κα­φά­σι. Να με θυ­μη­θή­τε!

***

Α­πό της α­νοι­χτής θύ­ρας ει­σήρ­χε­το η με­σο­νύ­κτιος κρύ­α δρό­σος, πλη­ρού­σα τον σκο­τει­νόν και κα­τη­φή του κυρ-Μα­νω­λά­κη οί­κον χαρ­μο­σύ­νου βο­ής, ή­τις η­χη­ρά και κρα­ται­ά εν κρό­τοις πι­στο­λι­σμών και κρο­τα­λι­σμοίς κα­ψυ­λί­ων ε­κό­μι­ζε παν­τα­χού, εις πό­λεις και δά­ση και κοι­λά­δας και πε­λά­γη, εις γην και ου­ρα­νόν, το πα­νευ­φρό­συ­νον Χρι­στός Α­νέ­στη, ψαλ­λό­με­νον πα­νη­γυ­ρι­κώς εν τη μι­κρά του να­ού πλα­τεί­α. Εί­χον α­να­στή­σει πλέ­ον.