Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

«Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται»



Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ.



Θυμάστε ασφαλώς αυτό που λέει ο Απ. Παύλος στη δεύτερη επιστολή του στους Κορινθίους (12:9): «η δύναμίς μου εν ασθένεια τελειούται». Η ασθένεια εδώ δεν είναι η αδυναμία που δείχνουμε όταν αμαρτάνουμε και ξεχνάμε το Θεό.
Αλλά είναι η συναίσθηση της αδυναμίας μας που μας κάνει να παραδίνουμε τον εαυτό μας ολοκληρωτικά και ειλικρινά στα χέρια του Θεού. Εμείς όμως προσπαθούμε να είμαστε δυνατοί και εμποδίζουμε το Θεό να φανερώσει τη δύναμη Του.

Σίγουρα θα θυμάστε πως διδαχτήκατε να γράφετε όταν είσαστε μικροί. Η μητέρα σας πήρε ένα μολύβι και το έβαλε ανάμεσα στα δάχτυλα σας. Πήρε έπειτα το χέρι σας μέσα στο δικό της και άρχισε να το μετακινεί πάνω στο χαρτί. Επειδή δεν ξέρατε καθόλου τι επρόκειτο να κάνει, αφήνατε το χέρι σας εντελώς ελεύθερο μέσα στο δικό της. Ακριβώς αυτό εννοώ όταν λέω πως η δύναμη του Θεού φανερώνεται μέσα στην αδυναμία μας.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη βάρκα με πανιά. Τα πανιά είναι ευαίσθητα στον αέρα και τα χρησιμοποιούν για να κινήσουν τη βάρκα, ακριβώς γιατί είναι ευαίσθητα και παρασύρονται εύκολα. Αν, αντί για πανιά, εσείς βάλετε μια γερή σανίδα, δεν θα κάνετε τίποτε, η βάρκα δεν πρόκειται να κινηθεί. Είναι το λεπτό και ευαίσθητο πανί που δέχεται τον αέρα και κινεί τη βάρκα.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με ένα σιδερένιο και ένα χειρουργικό γάντι. Πόσο γερό και δυνατό είναι το σιδερένιο γάντι! Και πόσο λεπτό και μαλακό είναι ένα χειρουργικό, που όμως σε επιδέξια χέρια μπορεί να κάνει θαύματα ακριβώς επειδή είναι τόσο λεπτό καί ευαίσθητο!

Έτσι, λοιπόν, εκείνο που ο Θεός συνέχεια προσπαθεί να μας διδάξει είναι να αντικαταστήσουμε την υποτυπώδη ή ελάχιστη δύναμη, που νομίζουμε πως έχουμε και μας δημιουργεί πνευματική σύγχυση, με την πλήρη παράδοση, την εγκατάλειψη στα χέρια του Θεού.
Θα σας πω ένα παράδειγμα πάνω σ” αυτό.
Πριν από είκοσι πέντε χρόνια ένας φίλος μου σκοτώθηκε στις μάχες για την απελευθέρωση του Παρισιού. Είχε δυο παιδιά, τα όποια δεν με πολυαγαπούσαν. Ζήλευαν επειδή με συνέδεε τόση φιλία με τον πατέρα τους.
Όταν όμως εκείνος πέθανε στράφηκαν και οι δύο προς έμενα, ακριβώς γιατί ήμουνα ο φίλος του πατέρα τους.
Μια μέρα, το ένα από τα παιδιά, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, ήρθε να με δει στο ιατρείο μου, (ήμουνα γιατρός πριν γίνω ιερέας).

Πρόσεξε ότι πάνω στο γραφείο μου, εκτός από τα ιατρικά εργαλεία, είχα και ένα Ευαγγέλιο.
Με όλη τη σιγουριά της νεαρής ηλικίας της μου είπε:
«Δεν μπορώ να καταλάβω, πώς ένας άνθρωπος, που υποτίθεται ότι είναι μορφωμένος, μπορεί να πιστεύει σε τέτοια ανόητα πράγματα».
Τότε τη ρώτησα: «Εσύ το διάβασες αυτό το βιβλίο;»
«Όχι» μου απάντησε.
«Μην ξεχνάς», της είπα «πως μόνο οι ανόητοι άνθρωποι κρίνουν πράγματα που δεν τα ξέρουν».
Ύστερα από αυτή την κουβέντα μας διάβασε το Ευαγγέλιο και ενδιαφέρθηκε τόσο πολύ ώστε άλλαξε όλη της η ζωή. Άρχισε να προσεύχεται και ο Θεός της χάρισε την εμπειρία της Παρουσίας Του, και μ’ αυτή έζησε για αρκετό καιρό.

Αργότερα αρρώστησε από μια αθεράπευτη αρρώστια και μου έγραψε ένα γράμμα, όταν είχα γίνει πια ιερέας και βρισκόμουνα στην Αγγλία.
 Έγραφε λοιπόν:
«από τότε που το σώμα μου άρχισε να αδυνατίζει και νά εξασθενίζει μέχρι θανάτου, το πνεύμα μου ζωντάνεψε, έγινε ζωηρότερο απ’ ό,τι ήταν πριν και νιώθω τη θεία Παρουσία πολύ εύκολα και πολύ χαρούμενα».
Της απάντησα: «Μην περιμένεις αυτό να διαρκέσει πάρα πολύ. Όταν οι δυνάμεις σου σε εγκαταλείψουν ακόμα περισσότερο, δεν θά μπορείς εύκολα να στραφείς προς το Θεό και θα νομίσεις πως δεν μπορείς πια να Τον προσεγγίσεις».


Ύστερα από λίγο καιρό μου ξανάγραψε: «Ναι, τώρα έχω αδυνατίσει τόσο, ώστε δεν μπορώ να κάνω την προσπάθεια να κινηθώ προς το Θεό. Δεν μπορώ ακόμη και να Τον αναζητήσω ενεργά και ο Θεός, νομίζω, έχει απομακρυνθεί».
Της απάντησα: «Τώρα κάνε κάτι άλλο. Προσπάθησε να μάθεις την ταπείνωση. Την ταπείνωση με τη βαθειά, πραγματική έννοια της λέξης».
Η λέξη ταπείνωση (humility) στην Αγγλική γλώσσα προέρχεται από τη Λατινική λέξη «humus» που θα πει εύφορη γη.

Για μένα, ταπείνωση δεν είναι αυτό που, συνήθως, εννοούμε σήμερα: δηλαδή ο αφελής τρόπος με τον οποίο φανταζόμαστε ότι είμαστε οι χειρότεροι όλων και προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους ότι, αυτοί οι αφύσικοι τρόποι συμπεριφοράς μας, μαρτυρούν πως ξέρουμε τον εαυτό μας και αυτό που είμαστε.

Για μένα, ταπείνωση είναι να είμαστε όπως η γη, το χώμα που πατάμε.
Η γη βρίσκεται πάντα, στη θέση της και είμαστε σίγουροι γι’ αυτό, το παίρνουμε σαν δεδομένο. Δεν την υπολογίζουμε, την πατάμε όλοι μας, ρίχνουμε πάνω της όλα τα άχρηστα, τα σκουπίδια. Η γη βρίσκεται πάντα εκεί, σιωπηλή, δέχεται αδιαμαρτύρητα κάθε τι που πετάμε. Και κατά κάποιο θαυμαστό τρόπο, αναδημιουργεί τα σκουπίδια και κάνει από τα άχρηστα ένα καινούργιο πλούτο παρά την αποσύνθεση τους.

Μεταμορφώνει την ίδια την αποσύνθεση σε δύναμη ζωής, δίνει νέες δυνατότητες δημιουργίας. Είναι εκτεθειμένη στο λαμπρό ήλιο και στη βροχή· έτοιμη να δεχτεί κάθε σπόρο που θα σπείρουμε και ικανή να ανταποδώσει τριακονταπλάσια, εξηκονταπλάσια ή και εκατονταπλάσια από κάθε σπόρο που δέχεται. Είπα, λοιπόν, στην κοπέλα αυτή: «Μάθε να είσαι έτσι μπροστά στο Θεό:
εγκαταλειμμένη, παραδομένη, έτοιμη να δεχτείς το καθετί από τους ανθρώπους, το καθετί από το Θεό».

Και στ’ αλήθεια αυτή η κοπέλα, υπέφερε πάρα πολλά, από τους ανθρώπους. Μέσα σε έξι μήνες ο σύζυγός της κουράστηκε να έχει μια σύζυγο που να αργοπεθαίνει και την εγκατέλειψε. Έτσι το άχρηστο πετάχτηκε χωρίς τύψεις…. Αλλά τότε ο Θεός ανέτειλε τον ήλιο Του και χάρισε τη βροχή Του, γιατί μετά από λίγο καιρό μου έγραψε: «Πλησιάζω στο τέλος. Δεν μπορώ πια νά κινηθώ προς το Θεό, αλλά τώρα είναι Έκείνος που έρχεται σε μένα».

Αυτή δεν είναι μόνο μια ιστορία για να διευκρινίσω όσα έχω πει, αλλά είναι αυτό ακριβώς το θέμα μας: αυτή είναι η αδυναμία στην όποια ο Θεός φανερώνει τη δύναμη Του. Αυτή είναι η κατάσταση μέσα στην οποία η απουσία του Θεού μπορεί να μετατραπεί σε Παρουσία Του.


Δεν μπορούμε να αιχμαλωτίσουμε το Θεό. Αλλά όταν σταθούμε σαν τον Τελώνη ή σαν την κοπέλλα αυτή, πέρα από την περιοχή του «δικαίου» στην πραγματικότητα της ευσπλαχνίας και του ελέους, θα μπορέσουμε να συναντήσουμε το Θεό….

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Παιδαγωγός...



Καθώς στεκόταν μπρος στην τάξη της την Ε' δημοτικού, την πρώτη ημέρα του σχολείου η κυρία Τζοβάννα είπε στα παιδιά ένα ψέμα.
Όπως οι περισσότερες δασκάλες, κοίταξε τους μαθητές της και είπε ότι τους αγαπούσε όλους το ίδιο.
Αλλά αυτό ήταν αδύνατον, διότι εκεί στην μπροστινή σειρά, βυθισμένο στο κάθισμά του ήταν ένα μικρό αγόρι, ο Μάνος Μανούσας.
Η κυρία Τζοβάννα είχε παρακολουθήσει τον Μάνο την προηγούμενη χρονιά και είχε προσέξει ότι ο Μάνος δεν έπαιζε καλά με τα άλλα παιδιά.
Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα. Πάντα φαινόταν ότι χρειαζόταν μπάνιο. Και ο Μάνος μπορούσε να είναι πολύ δυσάρεστος.
Στο σχολείο που δούλευε η κυρία Τζοβάννα έπρεπε να επιθεωρήσει του κάθε μαθητού το ιστορικό.
Άφησε του Μάνου το ιστορικό να το διαβάσει τελευταίο. Όταν όμως διάβασε το ιστορικό που έγραφαν οι προηγούμενες δασκάλες έμεινε έκπληκτη!



Η δασκάλα της Α' δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος είναι ένα φωτεινό παιδί με έτοιμο πάντα το χαμόγελο. Κάνει τις εργασίες του σωστά και προσεγμένα, και έχει καλούς τρόπους. Είναι χαρά να τον έχουμε κοντά μας».

Η δασκάλα της Β' δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος είναι άριστος μαθητής. Αγαπητός από τους συμμαθητές του, αλλά φαίνεται προβληματισμένος εξ αιτίας της μητέρας του που έχει μια ανίατη ασθένεια, η ζωή στο σπίτι θα είναι δύσκολη».
Η δασκάλα της Γ' δημοτικού έγραφε: «Ο θάνατος της μητέρας του ήταν πολύ σκληρός και οδυνηρός για αυτόν. Προσπαθεί να κάνει καλά τις εργασίες του, αλλά ο πατέρας του δε δείχνει πολύ ενδιαφέρον. Η ζωή του σπιτιού σύντομα θα τον επηρεάσει εάν δε παρθούν ορισμένα μέτρα».


Η δασκάλα της Δ' δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος έχει αποσυρθεί και δεν δείχνει ενδιαφέρον για το σχολείο. Δεν έχει πολλούς φίλους και πολλές φορές κοιμάται στην τάξη».
Διαβάζοντας όλα αυτά η κυρία Τζοβάννα κατάλαβε το πρόβλημα και ντράπηκε πολύ για τον εαυτό της.
Αισθάνθηκε ακόμη χειρότερα, όταν οι μαθητές της της έφεραν χριστουγεννιάτικα δώρα. Όλα ήταν διπλωμένα σε πολύχρωμα χαρτιά με ωραίους φιόγκους, εκτός από του Μάνου.
Το δώρο του ήταν άγαρμπα διπλωμένο σε μια καφετιά χοντρή σακούλα του μανάβη. Η κυρία Τζοβάννα δυσκολεύτηκε να το ανοίξει εν μέσω των άλλων δώρων.
Μερικά παιδιά άρχισαν να γελάνε όταν έβγαλε από τη σακούλα ένα βραχιόλι που λείπανε μερικές από τις ψεύτικες αδαμάντινες χάντρες και ένα μπουκάλι ένα τέταρτο γεμάτο άρωμα.
Αλλά έπνιξε τα γέλια των μαθητών καθώς είπε θαυμαστικά πόσο όμορφο ήταν το βραχιόλι φορώντας το στο χέρι της και βάζοντας μερικές σταγόνες στον καρπό του χεριού της.
Ο Μάνος έμεινε λίγο παραπάνω στο σχολείο στο σχόλασμα για να πει «κυρία Τζοβάννα σήμερα μυρίζατε όπως ακριβώς μύριζε η μαμά μου».


Όταν έφυγαν τα παιδιά έκλαιγε για περίπου μισή ώρα. Από εκείνη την ημέρα η κυρία σταμάτησε να διδάσκει ανάγνωση, γραφή και αριθμητική.
Έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στο Μάνο. Καθώς δούλευε μαζί του το μυαλό του ζωντάνευε. Όσο πιο πολύ τον ενθάρρυνε τόσο πιο γρήγορα ανταποκρινόταν.
Έως το τέλος του χρόνου ο Μάνος είχε γίνει ένα από τα πιο έξυπνα παιδιά της τάξης του, και παρόλο το ψέμα ότι θα αγαπούσε όλα τα παιδιά το ίδιο η κυρία Τζοβάννα ευνοούσε τον Μάνο ιδιαίτερα.
Μετά από ένα χρόνο βρήκε ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα της. Ήταν από τον Μάνο. Της έλεγε ότι ακόμη ήταν η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του.
Πέρασαν έξι χρόνια πριν πάρει άλλο σημείωμα από τον Μάνο.
Της έγραφε ότι τελείωσε το Λύκειο και ήταν τρίτος στην τάξη του, και ότι ακόμη ήταν η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του.

Μετά τέσσερα χρόνια πήρε άλλο ένα σημείωμα που της έλεγε ότι παρόλο που τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα κατάφερε να επιμείνει και να συνεχίσει τις σπουδές του, και ότι σύντομα θα αποφοιτούσε από το πανεπιστήμιο με τις μεγαλύτερες διακρίσεις.
Την διαβεβαίωνε ότι αυτή ήταν η πιο αγαπητή δασκάλα που είχε σε όλη του την ζωή.
Πέρασαν ακόμη τέσσερα χρόνια και έφτασε ακόμα άλλο ένα γράμμα.
Αυτή τη φορά εξηγούσε ότι αφού πήρε το δίπλωμά του αποφάσισε να προχωρήσει πιο πολύ και να κάνει διδακτορικό.


Στο γράμμα εξηγούσε ότι αυτή παρέμεινε η πιο καλή και αγαπητή δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του.
Μα τώρα το όνομά του ήταν πιο μακρύ Dr. Εμμανουήλ Σ. Μανούσος.
Η ιστορία δεν τελείωνε εκεί. Υπήρξε ακόμη ένα γράμμα εκείνη την άνοιξη. Ο Μάνος της ανακοίνωνε ότι είχε γνωρίσει μια υπέροχη κοπέλα την οποία θα παντρευόταν.
Της εξηγούσε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν μερικά χρόνια και αναρωτιόταν αν θα συμφωνούσε να παραβρεθεί στο γάμο και να καθόταν στη θέση της μητέρας του γαμπρού.
Βεβαίως η κυρία Τζοβάννα δέχτηκε. Στο γάμο φορούσε εκείνο το βραχιόλι που της είχε δωρίσει κάποια Χριστούγεννα -χρόνια πίσω. Ναι, εκείνο το βραχιόλι που έλειπαν οι αδαμάντινες πέτρες.
Και βεβαιώθηκε ότι φορούσε το ίδιο άρωμα που θυμόταν ότι φορούσε η μητέρα του Μάνου στα τελευταία τους Χριστούγεννα μαζί.
Όταν συναντήθηκαν αγκαλιάστηκαν με στοργή. Ο κ. Μανούσος ψιθύρισε στο αυτί της κυρίας Τζοβάννας «Σας ευχαριστώ κυρία Τζοβάννα που πιστεύατε σε μένα. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που με κάνατε να νιώθω σπουδαίος και μου δείξατε πως εγώ μπορούσα να διαφέρω».
Η κυρία Τζοβάννα με δάκρυα στα μάτια ψιθύρισε:
 «Μάνο μου λάθος κατάλαβες. Εσύ ήσουν που δίδαξες σε εμένα πώς να διαφέρω. Δεν ήξερα πώς να διδάσκω μέχρι που σε γνώρισα».




Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ



Είπε ο Κύριος στους μαθητές Του: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ΄ 24).

Τι σημαίνει «ο σταυρός του καθενός μας»; Και γιατί αυτό «ο σταυρός του καθενός μας», δηλαδή ο ιδιαίτερος σταυρός του κάθε ανθρώπου, ονομάζεται συνάμα και «Σταυρός του Χριστού»;

Ο σταυρός του καθενός μας είναι οι θλίψεις και τα βάσανα της γήινης ζωής, που για τον κάθε άνθρωπο είναι ιδιαίτερα.

Ο σταυρός του καθενός μας είναι η νηστεία, η αγρυπνία και άλλα ευλαβή κατορθώματα, με τα οποία ταπεινώνεται η σάρκα και υποτάσσεται στο πνεύμα. Τα κατορθώματα αυτά πρέπει να είναι ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός και στον κάθε άνθρωπο είναι δικά του.

Ο σταυρός του καθενός μας είναι τα αμαρτωλά ασθενήματα, ή πάθη, που – στον κάθε άνθρωπο – είναι δικά του! Με άλλα απ’ αυτά τα πάθη γεννιόμαστε και μ’ άλλα μολυνόμαστε στην πορεία του γήινου βίου μας.

Ο Σταυρός του Χριστού είναι η διδασκαλία του Χριστού.

Μάταιος και άκαρπος είναι «ο σταυρός του καθενός μας» – όσο βαρύς κι αν είναι –αν δεν μεταμορφωθεί σε «Σταυρό του Χριστού» με το ν’ ακολουθούμε τον Χριστό.

«Ο σταυρός του καθενός μας», για τον μαθητή του Χριστού γίνεται «Σταυρός του Χριστού», γιατί ο μαθητής του Χριστού είναι στερεά πεπεισμένος ότι από πάνω του αγρυπνάει ακοίμητος ο Χριστός, ότι ο Χριστός επιτρέπει να του έρθουν θλίψεις σαν μια αναγκαία και αναπόφευκτη προϋπόθεση της χριστιανικής πίστεως, ότι καμιά θλίψη δεν θα τον πλησίαζε, αν δεν το είχε επιτρέψει ο Χριστός, κι ότι με τις θλίψεις που του συμβαίνουν, ο Χριστιανός γίνεται οικείος του Χριστού και καθίσταται κοινωνός της μοίρας Του στη γη και, για τον λόγο αυτό, και στον ουρανό.

«Ο σταυρός του καθενός μας» γίνεται για τον μαθητή του Χριστού «Σταυρός του Χριστού», γιατί ο αληθινός μαθητής του Χριστού σέβεται και θεωρεί την τήρηση των εντολών του Χριστού σαν τον μόνο σκοπό της ζωής του. Αυτές οι πανίερες εντολές γίνονται γι’ αυτόν ο σταυρός, πάνω στον οποίο συνεχώς σταυρώνει τον παλαιό άνθρωπο «συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» του (Γαλ. ε΄ 24).

Απ’ αυτά είναι φανερό γιατί, για να λάβουμε τον σταυρό μας, είναι ανάγκη ν’ απαρνηθούμε προηγουμένως τον εαυτό μας μέχρι και ν’ απολέσουμε ακόμα τη ζωή μας.

Τόσο βαθιά και τόσο πολύ έχει συνηθίσει στην αμαρτία και οικειώθηκε σ’ αυτήν η πεσμένη στην αμαρτία φύση μας, που ο Λόγος του Θεού δεν παύει να την αποκαλεί φύση του πεπτωκότος ανθρώπου.


Για να δεχτούμε τον σταυρό στους ώμους μας, πρέπει πρώτα να πάψουμε να ικανοποιούμε το σώμα στις ιδιότροπές του επιθυμίες, παρέχοντάς του μονάχα ό,τι είναι αναγκαίο για την ύπαρξή του· πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η αλήθεια μας είναι ένα σκληρότατο ψέμα μπροστά στο Θεό και η λογική μας είναι μια τέλεια ανοησία. Τέλος, αφού παραδοθούμε στο Θεό μ’ όλη τη δύναμη της πίστης μας και ριχτούμε στη μελέτη του Ευαγγελίου, πρέπει να απαρνηθούμε το δικό μας θέλημα.

Όποιος πραγμάτωσε μια τέτοια απάρνηση του εαυτού του είναι ικανός να λάβει τον σταυρό του. Με υπακοή και υποταγή στο Θεό και επικαλούμενος τη βοήθειά Του για να ενισχυθεί έναντι της αδυναμίας του, κοιτάει δίχως φόβο και αμηχανία τη θλίψη που προσεγγίζει, προετοιμάζεται μεγαλόψυχα και γενναία να την υπομείνει, ελπίζει ότι μέσω αυτής της θλίψεως θα γίνει κοινωνός και συμμέτοχος των παθών του Χριστού και φτάνει τη μυστική ομολογία του Χριστού, όχι μόνο με το νου και την καρδιά του, αλλά και με την ίδια την πράξη, την ίδια τη ζωή του.

Ο σταυρός είναι και παραμένει βαρύς και καταθλιπτικός, ενόσω παραμένει ο σταυρός μας. Όταν όμως μεταμορφωθεί σε Σταυρό του Χριστού, τότε γίνεται ασυνήθιστα ελαφρός. «Ο ζυγός μου», είπε ο Κύριος, «χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν» (Ματθ. ια΄ 30).

Ο μαθητής του Χριστού λαμβάνει τον σταυρό στους ώμους του, όταν παραδέχεται πως είναι άξιος των θλίψεων που η Πρόνοια του Θεού του καταπέμπει.

Ο μαθητής του Χριστού τότε φέρει και υπομένει τον σταυρό του σωστά, όταν αναγνωρίζει ότι αυτές ακριβώς οι θλίψεις που του στάλθηκαν και όχι άλλες, είναι αναγκαίες για την εν Χριστώ μεταμόρφωση και τη σωτηρία του.

Τότε φέρουμε καρτερικά τον σταυρό μας, όταν αληθινά αντιλαμβανόμαστε και αναγνωρίζουμε το αμάρτημά μας. Σ’ αυτή τη συναίσθηση του αμαρτήματός μας δεν υπάρχει καμιά αυταπάτη. Ωστόσο, όποιος παραδέχεται τον εαυτό του αμαρτωλό και ταυτόχρονα γογγύζει και μοιρολογεί από το μέγεθος του σταυρού του, αποδεικνύει με αυτό ότι παραδεχόμενος την αμαρτία του επιφανειακά, κολακεύει μονάχα τον εαυτό του και τον ξεγελά.

Το να υπομένουμε καρτερικά τον σταυρό μας αποτελεί αληθινή μετάνοια.

Εσύ αδελφέ που είσαι σταυρωμένος στον σταυρό, εξομολογήσου στον Κύριο μέσα στη δικαιοσύνη και τη χρηστότητα των κριμάτων Του. Με την αυτοκατάκριση δικαίωσε την κρίση του Θεού και θα λάβεις άφεση των αμαρτιών σου.

Εσύ που είσαι σταυρωμένος στον σταυρό, γνώρισε τον Χριστό και θα σου ανοιχτεί η πύλη του Παραδείσου.


Από τον σταυρό σου δοξολόγησε τον Κύριο, αποκρούοντας από τον εαυτό σου κάθε λογισμό μεμψιμοιρίας και γογγυσμού, απορρίπτοντάς τον σαν έγκλημα και σαν βλασφημία εναντίον του Θεού.

Από την κορυφή του σταυρού σου ευχαρίστησε τον Κύριο για την ανεκτίμητη δωρεά, για τον σταυρό σου, για το πολύτιμο προνόμιο σου, το προνόμιο να μιμείσαι τον Χριστό με τα βάσανα και το μαρτύριό σου.

Από τον σταυρό, όπου είσαι σταυρωμένος, θεολόγησε, γιατί ο Σταυρός είναι το αληθινό και μόνο σχολείο, φυλακτήριο και αγία τράπεζα της αληθινής Θεολογίας. Έξω από τον Σταυρό, δίχως τον Σταυρό, δεν υπάρχει ζώσα γνώση Χριστού.

Μην αναζητάς τη χριστιανική τελείωση στις ανθρώπινες αρετές. Εκεί δεν υπάρχει αυτή η τελείωση· αυτή είναι κρυμμένη στον σταυρό του Χριστού.

Ο σταυρός του καθενός μετατρέπεται σε Σταυρό του Χριστού, όταν ο μαθητής του Θεανθρώπου φέρει τον σταυρό του με ενεργό την συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, που έχει ανάγκη κολασμού· όταν φέρει τον σταυρό του με ευχαριστία και δοξολογία προς τον Χριστό. Σαν αποτέλεσμα αυτής της δοξολογίας και ευχαριστίας μέσα στον βασανισμένο άνθρωπο εμφανίζεται η πνευματική παρηγοριά· η ευχαριστία και η δοξολογία αυτή γίνονται πλουσιότατη πηγή ασύλληπτης και αιώνιας χαράς, που ξεπηδάει με χάρη από την καρδιά και ξεχύνεται στην ψυχή και το ίδιο το σώμα.

Ο σταυρός του Χριστού, μονάχα στην εξωτερική του όψη για τους σαρκικούς οφθαλμούς, είναι σκληρός και δύσκολος.

Για τον μαθητή του Χριστού, που Τον ακολουθεί, ο σταυρός είναι πεδίο και χώρος ύψιστης πνευματικής ηδονής και απολαύσεως. Τόσο μεγάλη είναι η απόλαυση, ώστε η θλίψη πνίγεται και σβήνει ολότελα και ο μαθητής του Χριστού, αισθάνεται μονάχα ειρήνη στο μέσο και των πιο σκληρών βασάνων.

Έλεγε η νεαρή Μαύρα στον νεαρό σύζυγό της Τιμόθεο, ο οποίος υπέμενε φοβερά βασανιστήρια και πόνους και την καλούσε να δεχτεί κι εκείνη το μαρτύριο: «Φοβούμαι, αδελφέ μου, μήπως τρομάξω, όταν θα δω τα φοβερά βασανιστήρια και τον εξοργισμένο ηγεμόνα, μήπως αποκάμω σε καρτερία και υποκύψω εξαιτίας της νεανικής μου ηλικίας». Ο μάρτυρας Τιμόθεος της απάντησε τότε: «Έλπιζε στον Κύριο μας Ιησού Χριστό και τα βασανιστήρια θα είναι για σένα λάδι, που ξεχύνεται επάνω στο σώμα σου και πνεύμα δρόσου στα κόκκαλά σου, που θα ανακουφίζει όλες σου τις ασθένειες».

Ο σταυρός είναι η ισχύς και η δόξα όλων των απ’ αιώνος Άγιων.

Ο σταυρός είναι ιατρός των παθών, εξολοθρευτής των δαιμόνων.

Ο Σταυρός του Χριστού ανυψώνει από τη γη τον μαθητή του Χριστού που είναι σταυρωμένος επάνω του. Ο μαθητής του Χριστού, που είναι σταυρωμένος πάνω στον σταυρό του, φρονεί τα άνω, με τον νου και την καρδιά του ζει στον ουρανό και καθορά τα μυστήρια του Αγίου Πνεύματος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν», είπε ο Κύριος, «απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».



Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Η ε­νο­ρί­α ως ε­πί το αυ­τό ευ­χα­ρι­στια­κή σύ­να­ξις



Αρχ. Γε­ώρ­γιος Κα­ψά­νης Γρη­γο­ριά­της, †2014


Στην ε­νο­ρί­α δεν συ­νά­γον­ται Χρι­στια­νοί α­πό δι­ά­φο­ρα μέ­ρη αλ­λά α­πό τον συγ­κε­κρι­μέ­νο χώ­ρο και τό­πο, που πε­ρι­βάλ­λει τον ε­νο­ρια­κό Να­ό. Στην ε­νο­ρί­α τους οι Χρι­στια­νοί ε­νός τό­που εκ­κλη­σι­ο­ποι­ούν­ται. Ε­νώ­νον­ται πνευ­μα­τι­κά, α­δελ­φώ­νον­ται, ώ­στε στις κα­θη­με­ρι­νές τους σχέ­σεις να ζουν ως α­δελ­φοί εν Χρι­στώ και μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας.
Στην κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή άλ­λω­στε δη­μι­ουρ­γούν­ται με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων που κα­τοι­κούν σε μια γει­το­νιά, πε­ρι­ο­χή, συ­νοι­κί­α, προ­βλή­μα­τα ε­πι­κοι­νω­νί­ας, ε­χθρό­τη­τες, αν­τα­γω­νι­σμοί, ψυ­χρό­τη­τες, α­πό­στα­ση και δυ­σκο­λί­α κοι­νω­νί­ας. Στον Να­ό της ε­νο­ρί­ας κα­τά τις εκ­κλη­σι­α­στι­κές συ­νά­ξεις ο κά­θε έ­νας μπο­ρεί να ξα­να­δή τον συν­το­πί­τη και συ­νε­νο­ρί­τη του Χρι­στια­νό, ως εν Χρι­στώ α­δελ­φό, να ξα­να­πούν κα­λη­μέ­ρα, να ζε­στα­θούν οι καρ­δι­ές. Αυ­τός εί­ναι ο λό­γος που στην ε­νο­ρί­α πρέ­πει να συ­νά­γων­ται ό­χι Χρι­στια­νοί α­πό δι­α­φο­ρε­τι­κά μέ­ρη αλ­λά α­πό τη γει­το­νιά που συ­ζούν κα­θη­με­ρι­νά.

Η Χρι­στι­α­νι­κή α­γά­πη εί­ναι α­γά­πη ό­χι του α­γνώ­στου και α­φη­ρη­μέ­νου αν­θρώ­που, αλ­λά α­γά­πη του πλη­σί­ον. Πλη­σί­ον δε εί­ναι οι συγ­γε­νείς μας, οι γεί­το­νες μας, οι συ­νάν­θρω­ποι με τους ο­ποί­ους συ­να­να­στρε­φό­με­θα στην κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή. Με αυ­τούς τους συ­ναν­θρώ­πους πρέ­πει να α­δελ­φω­θού­με την Κυ­ρια­κή στην θεί­α Λει­τουρ­γί­α για να μπο­ρέ­σου­με ό­λη την ε­βδο­μά­δα να τους βλέ­που­με και να τους αι­σθα­νώ­μα­στε ό­χι ως ε­χθρούς, αν­τα­γω­νι­στάς, αν­τι­κεί­με­να εκ­με­τάλ­λευ­σης, σκεύ­η η­δο­νής, νού­με­ρα, άλ­λα ως ει­κό­νες του Θε­ού και μέ­λη του ι­δί­ου μας σώ­μα­τος. Να μπο­ρού­με να συγ­χαί­ρου­με με αυ­τούς, ό­ταν χαί­ρουν, και να κλαί­ου­με με αυ­τούς ό­ταν κλαί­ουν.
Ο γι­γαν­τι­σμός των ση­με­ρι­νών ε­νο­ρι­ών τών με­γα­λου­πό­λε­ων με τον με­τα­κι­νού­με­νο πλη­θυ­σμό κά­νει πο­λύ δύ­σκο­λη την λει­τουρ­γί­α των με­γά­λων ε­νο­ρι­ών με αυ­τό το πνεύ­μα.
Οι ε­νο­ρί­ες στα χω­ριά, τις κω­μο­πό­λεις, μι­κρές ε­παρ­χια­κές πό­λεις και μη πο­λυ­άν­θρω­πες συ­νοι­κί­ες, μπο­ρούν να λει­τουρ­γούν α­κό­μη ως πνευ­μα­τι­κές οι­κο­γέ­νει­ες των Χρι­στια­νών ε­νός τό­που, ό­ταν βέ­βαι­α κα­τευ­θύ­νων­ται και ποι­μαί­νων­ται προς την κα­τεύ­θυν­σι αυ­τή α­πό ά­ξιους ποι­μέ­νας.
Έ­να σο­βα­ρό πρό­βλη­μα για την σύγ­χρο­νο ποι­μαν­τι­κή εί­ναι πώς οι με­γά­λες ε­νο­ρί­ες θα λει­τουρ­γούν έ­τσι, ώ­στε να μη χά­νε­ται η αί­σθη­σι της κοι­νω­νί­ας των προ­σώ­πων εν Χρι­στώ. Υ­πάρ­χουν κά­ποι­οι πρα­κτι­κοί τρό­ποι που μπο­ρούν να συν­τε­λέ­σουν στον σκο­πό αυ­τό. Κά­θε Ι­ε­ρεύς (α­πό τους πολ­λούς που ι­ε­ρα­τεύ­ουν στις με­γά­λες ε­νο­ρί­ες) μπο­ρεί να α­να­λά­βη έ­να το­μέ­α (μί­α γει­το­νιά) της ε­νο­ρί­ας. Να γνω­ρί­ση προ­σω­πι­κά τους Εκ­κλη­σι­α­ζο­μέ­νους του­λά­χι­στον Χρι­στια­νούς του το­μέ­ως του, να συγ­κεν­τρώ­νη τους βου­λο­μέ­νους εξ αυ­τών κα­τά δι­α­στή­μα­τα στον ε­νο­ρια­κό Να­ό για την συμ­με­το­χή σε κά­ποι­α α­κο­λου­θί­α ή μυ­στή­ριο (πα­ρά­κλη­σι, Ε­σπε­ρι­νό, ευ­χέ­λαι­ο), με­τά το ο­ποί­ο θα α­κό­λου­θη κή­ρυγ­μα, πνευ­μα­τι­κή συ­ζή­τη­σις και αλ­λη­λο­γνω­ρι­μί­α τών Χρι­στια­νών. Τους Χρι­στια­νούς του το­μέ­ως του να ε­πι­σκέ­πτε­ται κα­τ' οί­κον, να τους α­γιά­ζη με την τέ­λε­σι του α­για­σμού ή του ι­ε­ρού ευ­χε­λαί­ου. Να τους πα­ρη­γο­ρή στις δο­κι­μα­σί­ες τους. Να τους στη­ρί­ζη στον πνευ­μα­τι­κό τους α­γώ­να, να τους ε­ξο­μο­λο­γή (ε­άν εί­ναι πνευ­μα­τι­κός) και γε­νι­κά να εί­ναι ο πνευ­μα­τι­κός τους πα­τήρ.
Ε­άν στην ε­νο­ρί­α υ­πάρ­χουν πα­ρεκ­κλή­σια, να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για τη σύ­να­ξη των Χρι­στια­νών του το­μέ­ως στον ο­ποί­ο υ­πάρ­χει το πα­ρεκ­κλή­σιον. Έ­τσι μπο­ρούν να βο­η­θή­σουν την ε­νο­ρί­α και τα πα­ρεκ­κλή­σια Ι­δρυ­μά­των, Ι. Μο­νών, κοι­μη­τη­ρί­ων, προ­σκυ­νη­μά­των, α­δελ­φο­τή­των.
Στην αρ­χαί­α Εκ­κλη­σί­α τα ό­ρια της ε­πι­σκο­πής συ­νέ­πι­πταν με τα ό­ρια της ση­με­ρι­νής ε­νο­ρί­ας. Στην ευ­χα­ρι­στια­κή σύ­να­ξη των Χρι­στια­νών ε­νός τό­που προ­ΐ­στα­το πάν­το­τε ο Ε­πί­σκο­πος πλαι­σι­ού­με­νος α­πό τους πρε­σβυ­τέ­ρους. Πρα­κτι­κές α­νάγ­κες ε­πέ­βα­λαν αρ­γό­τε­ρα τη δι­ά­σπα­σι της μιας ε­πι­σκο­πο­κεν­τρι­κής ευ­χα­ρι­στί­ας σε πολ­λές πρε­σβυ­τε­ρο­κεν­τρι­κές ευ­χα­ρι­στί­ες, οι ο­ποί­ες ό­μως δεν έ­χα­σαν την α­να­φο­ρά και ε­ξάρ­τη­σί τους α­πό τον Ε­πί­σκο­πο, ό­πως φαί­νε­ται σή­με­ρα και α­πό τη μνη­μό­νευ­ση του Ε­πι­σκό­που κα­τά τη θεί­α Λει­τουρ­γί­α: "εν πρώ­τοις μνή­σθη­τι Κύ­ρι­ε του Αρ­χι­ε­πι­σκό­που η­μών…" .
Σή­με­ρα οι πο­λυ­άν­θρω­πες ε­νο­ρί­ες εί­ναι πά­λι α­νάγ­κη να δι­α­σπα­σθούν σε το­μείς, υ­πο­ε­νο­ρί­ες, ώ­στε ο ε­νο­ρί­της να μπο­ρή να ποι­μαί­νε­ται. Να γνω­ρί­ζη τον πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα και ο πνευ­μα­τι­κός του πα­τέ­ρας να τον γνω­ρί­ζη, "να κα­λή αυ­τούς κα­τ' ό­νο­μα" (Ι­ω­άν. ι: 3), να βι­ώ­νη την εν α­γά­πη α­πο­δο­χή του προ­σώ­που του α­πό την εκ­κλη­σι­α­στι­κή κοι­νό­τη­τα, να μην εί­ναι ξέ­νος και ά­γνω­στος με­τα­ξύ ξέ­νων και α­γνώ­στων.
Η λει­τουρ­γί­α της ε­νο­ρί­ας ως κοι­νω­νί­ας προ­σώ­πων εν Χρι­στώ εί­ναι ό­ρος α­ναν­τι­κα­τά­στα­τος, για να βι­ώ­νε­ται Ορ­θό­δο­ξα α­πό τους πι­στούς το Μυ­στή­ριο της Εκ­κλη­σί­ας. Αν­τα­πο­κρί­νε­ται α­κό­μη στην αν­θρω­πο­λο­γι­κή α­νάγ­κη για προ­σω­πι­κή κοι­νω­νί­α των αν­θρώ­πων προς υ­πέρ­βα­σι της μο­να­ξιάς και του νο­ση­ρού α­το­μι­κι­σμού.
Ό­ταν η Εκ­κλη­σί­α δεν δί­δη την δυ­να­τό­τη­τα στα μέ­λη της να βι­ώ­σουν στις ε­νο­ρί­ες την εν Χρι­στώ κοι­νω­νί­α, τό­τε αυ­τά εκ­πί­πτουν στην α­δι­α­φο­ρί­α, δεν ξε­περ­νούν τον ε­γω­κεν­τρι­σμό και την φι­λαυ­τί­α για να υ­ψω­θούν στην α­γα­πη­τι­κή σχέ­σι με τον Θε­ό και τους αν­θρώ­πους (φι­λο­θε­ΐ­α, φι­λαν­θρω­πί­α), δεν ω­ρι­μά­ζουν πνευ­μα­τι­κά, δεν γί­νον­ται συ­νει­δη­τά μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας. Κα­τα­φεύ­γουν δε κά­πο­τε σε αι­ρε­τι­κές ο­μά­δες, στις ο­ποί­ες καλ­λι­ερ­γούν­ται οι δι­α­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις, για να ζή­σουν κά­ποι­ο υ­πο­κα­τά­στα­το της α­λη­θι­νής και γνή­σιας εκ­κλη­σι­α­στι­κής κοι­νω­νί­ας, που δεν έ­νοι­ω­σαν στις ε­νο­ρί­ες τους. Ο καλ­λί­τε­ρος αν­τι­αι­ρε­τι­κός α­γών εί­ναι να ξα­να­γί­νουν οι ε­νο­ρί­ες ζων­τα­νές εκ­κλη­σι­α­στι­κές κοι­νό­τη­τες με α­λη­θι­νές προ­σω­πι­κές σχέ­σεις ποι­μέ­νων και ποι­μαι­νο­μέ­νων.

("Ε­νο­ρί­α προς μί­α νέ­α α­να­κά­λυ­ψή της" Εκ­δό­σεις Α­κρί­τα.
 Σει­ρά: "Ορ­θό­δο­ξη Μαρ­τυ­ρί­α" Αρ. 37. Συλ­λο­γι­κός τό­μος.)

(Πη­γή ηλ. κει­μέ­νου: oodegr.com)