Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

ΤΙ ΝΑ ΕΥΧΗΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΧΡΟΝΟΥ;




πρωτ. Χρι­στό­δου­λος Μπί­θας

Αρ­χή του χρό­νου, και­ρός για ευ­χές, για α­να­σκο­πή­σεις, για σχέ­δια, για προ­βλέ­ψεις. Και­ρός δύ­σκο­λος, κρί­ση α­ξι­ών, κρί­ση οι­κο­νο­μι­κή, κρί­ση στα πάν­τα. Πρό­σω­πα α­νή­συ­χα, συ­ναι­σθή­μα­τα συγ­κε­χυ­μέ­να, α­βε­βαι­ό­τη­τα, α­γα­νά­κτη­ση, ορ­γή, θλί­ψη, κά­ποι­οι έ­χουν πα­ρα­δο­θεί στην βί­α. Οι ε­πο­χές της ευ­δαι­μο­νί­ας μοιά­ζουν να πέ­ρα­σαν, η α­να­σφά­λεια κυ­ρι­εύ­ει τις ψυ­χές των αν­θρώ­πων. Οι νε­ό­τε­ροι κοι­τούν μου­δι­α­σμέ­να το μέλ­λον, κά­ποι­οι ζουν με φό­βο για το αύ­ριο. Πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι που κα­τη­γο­ρούν τους πο­λι­τι­κούς, δη­λώ­νουν α­πο­γο­ή­τευ­ση και α­παι­σι­ο­δο­ξί­α, δη­λώ­νουν πως έ­πα­ψαν να ελ­πί­ζουν σε λύ­ση. Εγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα, α­νερ­γί­α, αλ­κο­ο­λι­σμός, ναρ­κω­τι­κά, κοι­νω­νι­κές α­νι­σό­τη­τες βα­σα­νί­ζουν τους αν­θρώ­πους. Κα­ρα­βι­ές α­πελ­πι­σμέ­νων έρ­χον­ται α­πό Α­να­το­λή και Νό­το, ε­κεί που οι πό­λε­μοι, οι εμ­φύ­λι­ες δι­α­μά­χες και τα παι­χνί­δια των με­γά­λων μα­κε­λεύ­ουν τους λα­ούς. Οι φυ­λές του κό­σμου πα­σχί­ζουν να κερ­δί­σουν έ­να κα­λύ­τε­ρο αύ­ριο, θέ­λουν να πά­νε στην Ευ­ρώ­πη, στην «γη της ε­παγ­γε­λί­ας», οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ξε­μέ­νουν ε­δώ.

Η χώ­ρα μας αλ­λά­ζει, κι ε­μείς δεν μπο­ρού­με α­κό­μα να το α­πο­δε­χτού­με. Μπή­κα­με σε έ­να ι­στο­ρι­κό κύ­κλο που θα κρα­τή­σει χρό­νια, μό­νο ο Θε­ός ξέ­ρει πό­σο. Ό­σοι α­να­πο­λού­με τις πα­λι­ές γει­το­νι­ές με τις μο­νο­κα­τοι­κί­ες και τους ο­λάν­θι­στους κή­πους, τό­τε που κοι­μό­μα­σταν τα βρά­δια με α­νοι­χτά πα­ρά­θυ­ρα και ξε­κλεί­δω­τες τις πόρ­τες, α­να­ρω­τι­ό­μα­στε πως άλ­λα­ξαν έ­τσι τα πράγ­μα­τα. Θυ­μό­μα­στε τις πρό­σφα­τες μέ­ρες της υ­πε­ραι­σι­ο­δο­ξί­ας, της κα­τα­νά­λω­σης και του χρη­μα­τι­στη­ρί­ου, κι α­να­λο­γι­ζό­μα­στε πό­σο γρή­γο­ρα κα­τέρ­ρευ­σαν ό­λα.

Λένε κάποιοι: Τι μπο­ρεί να ευ­χη­θεί κα­νείς στην αρ­χή του Νέ­ου χρό­νου, ό­ταν έ­χει χά­σει την ελ­πί­δα του στο αύ­ριο; 
Μή­πως ό­μως το ε­ρώ­τη­μα αυ­τό εί­ναι λαν­θα­σμέ­νο; Μή­πως πα­ρα­συρ­θή­κα­με α­πό την πε­ριρ­ρέ­ου­σα α­τμό­σφαι­ρα και χά­σα­με την ου­σί­α; Για­τί οι πρό­γο­νοί μας που ζού­σαν σε συν­θή­κες πο­λύ χει­ρό­τε­ρες α­πό τις δι­κές μας, ή­ταν αι­σι­ό­δο­ξοι και εί­χαν φρό­νη­μα πιο γεν­ναί­ο α­πό ε­μάς; Τι ή­ταν αυ­τό που τους κρα­τού­σε ορ­θούς πα­ρά τις δυ­σκο­λί­ες, πα­ρά την φτώ­χεια, πα­ρά τους δι­χα­σμούς και τους πο­λέ­μους; Τι εἰ­χαν ε­κεί­νοι που δεν το έ­χου­με ε­μείς και πα­ρά τις σπου­δές μας και τις γνώ­σεις μας, εί­μα­στε α­πελ­πι­σμέ­νοι; Τι μας λεί­πει και χά­σα­με την ευ­χα­ρι­στί­α, στε­ρέ­ψα­με α­πό ελ­πί­δα, βλέ­που­με τα πράγ­μα­τα μό­νο α­πό την αρ­νη­τι­κή τους πλευ­ρά, γκρι­νι­ά­ζου­με δια­ρκώς και μεμ­ψι­μοι­ρού­με; 

Μή­πως δεν έ­χου­με τί­πο­τα να ευ­χη­θού­με - πέ­ρα α­πό την υ­γεί­α μας - , ε­πει­δή χά­σα­με το ή­θος και τις α­ξί­ες μας; Μή­πως εί­ναι που αλ­λο­τρι­ω­θή­κα­με α­πό την κα­λο­πέ­ρα­ση και τον υ­περ­κα­τα­να­λω­τι­σμό και χά­σα­με τον ε­αυ­τό μας; Μή­πως ό­λη αυ­τή η α­πο­γο­ή­τευ­ση πη­γά­ζει α­πό την αλ­λο­τρί­ω­σή μας και α­πό την έλ­λει­ψη προ­τύ­πων, ή μάλ­λον ε­πει­δή τα πρό­τυ­πά μας ε­δώ και πολ­λά χρό­νια ή­ταν ευ­τε­λή, χάρ­τι­να, α­νό­η­τα; Μή­πως το ό­τι κα­ταν­τή­σα­με πα­θη­τι­κοί θε­α­τές κα­κό­γου­στων θε­α­μά­των μας ο­δή­γη­σε να μην έ­χου­με σε τι να ελ­πί­σου­με και τι να ο­νει­ρευ­τού­με; Μή­πως μά­θα­με να ζού­με με πολ­λά και τώ­ρα ε­πει­δή δεν τα έ­χου­με δεν μπο­ρού­με να χα­ρού­με;

Τι να ελ­πί­σου­με στην αρ­χή του 2014, ό­ταν οι προ­βλέ­ψεις για το μέλ­λον εί­ναι ζο­φε­ρές;
Μα, έ­χου­με τό­σα πολ­λά να ο­ρα­μα­τι­στού­με και να ευ­χη­θού­με! Εί­μα­στε ζων­τα­νοί, έ­χου­με ει­ρή­νη, έ­χου­με αν­θρώ­πους που μας α­γα­πούν και τους α­γα­πά­με, έ­χου­με την δυ­να­τό­τη­τα να στο­χα­ζό­μα­στε ε­λεύ­θε­ρα, να γνω­ρί­ζου­με τον ε­αυ­τό μας, να εξελισόμαστε, να δη­μι­ουρ­γού­με, να α­πο­λαμ­βά­νου­με τα συγ­κλο­νι­στι­κά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα του πο­λι­τι­σμού. Ζού­με σε μια πα­νέ­μορ­φη χώ­ρα, ό­που και να κοι­τά­ξεις το το­πί­ο σε κα­τα­κλύ­ζει με ο­μορ­φιά. Χά­σα­με την πί­στη στην ζω­ή, χά­σα­με την πί­στη στις α­ξί­ες, πή­ρα­με την ζω­ή μας λά­θος. Και­ρός να βρού­με πά­λι τον δρό­μο μας, να ε­κτι­μή­σου­με το δώ­ρο της ζω­ής, την ο­μορ­φιά των αν­θρω­πί­νων σχέ­σε­ων, την ση­μα­σί­α των πα­ρα­δο­σια­κών α­ξι­ών. Με το βλέμ­μα στο μέλ­λον να επαναπροσδιορίσουμε ό,τι ση­μαν­τι­κό μας κλη­ρο­δό­τη­σαν οι πα­λαι­οί. 

Να εν­νο­ή­σου­με πως ζω­ή δί­χως νό­η­μα, δεν εί­ναι ζω­ή, να κα­τα­λά­βου­με πως έ­να με­γά­λο μέ­ρος α­πό την α­παι­σι­ο­δο­ξί­α μας ο­φεί­λε­ται στο κε­νό που και πριν την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση εί­χα­με, μό­νο που τό­τε δεν το βλέ­πα­με. Να μά­θου­με να ζού­με με λί­γα, αλ­λά να χαι­ρό­μα­στε α­πό τα σπου­δαί­α, κα­τά πως λέ­ει ο μέ­γας ποι­η­τής μας: «K­οι­τά­ζω τον α­σβέ­στη αν­τι­κρύ στον τοί­χο της μι­κρής μου κά­μα­ρας. Λί­γο πιο ψη­λά το τα­βά­νι με τα δο­κά­ρια. Πιο χα­μη­λά την κα­σέ­λα ό­που έ­χω α­πο­θέ­σει ό­λα μου τα υ­πάρ­χον­τα: δυ­ο παν­τε­λό­νια, τέσ­σε­ρα που­κά­μι­σα, κά­τι α­σπρό­ρου­χα. Δί­πλα, η κα­ρέ­κλα με την πε­λώ­ρια ψά­θα. X­ά­μου, στ' ά­σπρα και μαύ­ρα πλα­κά­κια, τα δυ­ο μου σάν­τα­λα. Έ­χω στο πλά­ι μου κι έ­να βι­βλί­ο. Γεν­νή­θη­κα για να '­χω τό­σα. Δεν μου λέ­ει τί­πο­τε να πα­ρα­δο­ξο­λο­γώ. A­πό το ε­λά­χι­στο φτά­νεις πιο σύν­το­μα ο­που­δή­πο­τε». (Οδ. Ε­λύ­της, α­πό­σπα­σμα α­πό τον Μι­κρό Ναυ­τί­λο)

Τι να ευ­χη­θού­με στην αρ­χή του Νέ­ου χρό­νου;
Μα, να έ­χου­με υ­γεί­α πνευ­μα­τι­κή που να μας δί­νει την δυ­να­τό­τη­τα να χαι­ρό­μα­στε την κά­θε στιγ­μή σα νά’ ναι η πρώ­τη και η τε­λευ­ταί­α της ζω­ής μας. Να ευ­χα­ρι­στού­με για κά­θε κα­λό, να συμ­πο­νού­με κά­θε α­ναγ­κε­μέ­νο, να αγ­κα­λι­ά­ζου­με τον θλιμ­μέ­νο. Να «χαί­ρου­με με­τά χαι­ρόν­των και να κλαί­με με­τά κλαι­όν­των». Να νοι­α­ζό­μα­στε για τον δι­πλα­νό, να έ­χου­με αλ­λη­λεγ­γύ­η με­τα­ξύ μας, να εί­μα­στε μια αγ­κα­λιά, έ­να δά­κρυ, έ­να χα­μό­γε­λο, για ό­ποι­ον άν­θρω­πο συ­ναν­τά­με. Να ξα­νοι­χτού­με στους άλ­λους και να μην πε­ρι­ο­ρι­ζό­μα­στε στον μι­κρό­κο­σμό μας, α­φού συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με πως ό­σο α­νοι­γό­μα­στε τό­σο πλα­ταί­νει η ψυ­χή μας.

Να α­πο­κτή­σου­με και πά­λι ι­δα­νι­κά, να α­γω­νι­στού­με να έ­χου­με α­ρε­τές, να βρού­με πρό­τυ­πα ου­σι­α­στι­κά που να προ­ά­γουν την ζω­ή μας. Να μα­θου­με να με­τρά­με την σπου­δαι­ό­τη­τα της η­μέ­ρας με ε­κεί­νο το μέ­τρο που κλη­ρο­δο­τεί η πα­να­θρώ­πι­νη σο­φί­α. Ό­χι με δεί­κτες οι­κο­νο­μι­κούς, αλ­λά με την πεί­να και την δί­ψα για την Α­λή­θεια, την ελ­πί­δα της πνευ­μα­τι­κής τε­λεί­ω­σης, την προσ­δο­κί­α για υ­παρ­κτι­κή αλ­λοί­ω­ση προς το Α­γα­θό. Με το μέ­τρο της Α­γι­ό­τη­τας, με την βε­βαι­ό­τη­τα ό­τι δεν ήρ­θα­με σε αυ­τό τον κό­σμο μό­νο για να τρώ­με, να πί­νου­με και να ι­κα­νο­ποι­ού­με τις σω­μα­τι­κές μας α­νάγ­κες, αλ­λά για να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με την ύ­παρ­ξή μας, να αυ­ξή­σου­με τα χα­ρί­σμα­τά μας, για να α­να­κα­λύ­ψου­με τις δυ­να­τό­τη­τές μας, για να μά­θου­με να α­γα­πά­με.

Ως Χρι­στια­νοί, ευ­χό­μα­στε στην αρ­χή της Νέ­ας χρο­νιάς, να α­πο­κτή­σουν πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­πα­τρι­ώ­τες μας πί­στη στον Χρι­στό, τον Θεό της Αγάπης, που λί­γες μέ­ρες πριν γι­ορ­τά­σα­με την Ε­ναν­θρώ­πι­σή Του. Να γνω­ρί­σουν την πραγματική Ορ­θό­δο­ξη Πί­στη και να ελ­πί­σουν στην Όν­τως Ζω­ή και στην Α­νά­στα­ση, ό­πως την δί­δα­ξαν ο Χρι­στός, οι Α­πό­στο­λοι και οι Ά­γιοι, μα­κριά α­πό φα­να­τι­σμούς και ι­δε­ο­λη­ψί­ες, πέ­ρα α­πό τυ­πο­λα­τρί­ες και ευ­σε­βι­σμούς. Να πι­στέ­ψουν στην Α­γά­πη, στην συγ­χώ­ρε­ση, στην πε­ρι­χώ­ρη­ση, στο ήθος, στην ελπίδα, στην Βασιλεία των Ουρανών.

Καλή κι ευλογημένη χρονιά