Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Συν-ταρακτικοί λογισμοί


                               

  Σέ ἕνα διαμέρισμα κάποιας πολυκατοικίας, στήν Ἑλλάδα ἤ κάπου ἀλλοῦ, δέν ἔχει σημασία, ἡ πρωταγωνίστριά μας ξυπνᾶ ἀλαφιασμένη ἀπό τό ξυπνητήρι. Νιώθει κουρασμένη, ἄν καί κοιμήθηκε καλά. Ξημέρωσε γι᾽ αὐτήν μιά μέρα σάν ὅλες τίς ἄλλες, μέ ἔγνοιες, ἄγχος, ὑποχρεώσεις. Προτοῦ σηκωθεῖ καλά καλά, τό μυαλό της τίθεται σέ λειτουργία, γιά νά προλάβει ὅλα ὅσα ἔχει προγραμματίσει. Σκέφτεται καί μονολογεῖ:


     «Νά θυμηθῶ νά μήν ξεχάσω νά τηλεφωνήσω στόν ὑδραυλικό γιά νά ἐπισκευάσει τήν βρύση τῆς κουζίνας πού ὑποψιάζομαι ὅτι μάλλον τήν φτιάχνει πρόχειρα γιά νά μοῦ χρεώνει κάθε φορά τήν ἐπίσκεψη, νά κλείσω ραντεβού στό κομμωτήριο, νά ρωτήσω τάχα ἀδιάφορα τήν Βίκυ ποῦ βρῆκε τά λεφτά καί ἀγόρασε καινούριο αὐτοκίνητο (πού ὅταν τό σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά σκουπίσω, νά σφουγγαρίσω, νά ξεσκονίσω, νά μαγειρέψω γιά τούς φίλους μας πού θά ἔρθουν τό βράδυ γιά νά τούς δείξω τί θά πεῖ νοικοκυρά, νά ἐλέγξω τίς τελευταῖες κινήσεις τοῦ τραπεζικοῦ μου λογαριασμοῦ, νά πληρώσω τήν ΔΕΗ, τόν ΟΤΕ, τήν ΕΥΔΑΠ, τό ΕΤΑΠ (πού ὅταν τά σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά δῶ τίς δόσεις τοῦ δανείου, νά παραμονεύσω γιά νά δῶ ποιός κλέβει τά λεμόνια ἀπό τήν λεμονιά μας, νά διαμαρτυρηθῶ στόν δῆμο γιατί μαζεύουν τά σκουπίδια ἀργά τήν νύχτα καί μέ ἐνοχλοῦν, νά ἐνημερωθῶ γιά τίς νέες περικοπές στά φάρμακα (πού ὅταν τίς σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά ἀγοράσω δῶρο γιά τά γενέθλια τῆς Μαρίνας, τήν γιορτή τῆς Χριστίνας, τήν ἐπέτειο τοῦ Γιώργου καί τῆς Μάρθας ἀφοῦ κι αὐτοί μᾶς κάνουν δῶρα, νά καταγγείλω τόν γείτονα πού ἔφτιαξε μπάρμπεκιου στόν κῆπο του καί ἔρχεται ὅλη ἡ κάπνα πάνω μας (πού ὅταν τό σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά εἰδοποιήσω τήν θεία Χρυσοῦλα νά μήν μᾶς περιμένει γιά φαγητό τήν Κυριακή γιατί τήν βαριέμαι, νά ἀποφύγω τόν Σοφιανόπουλο πού προσπαθεῖ νά μοῦ πουλήσει λάδι ἀπό τό χωριό του,


νά βάλω ἐνοικιαστήριο γιά τό δυάρι στά Πετράλωνα, νά βρῶ μιά καλή ἀτάκα γιά τόν ἐξυπνάκια τόν Παντελῆ (πού ὅταν τόν σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά μήν σηκώσω τό τηλέφωνο στήν πολυλογοῦ τήν Ἀγλαΐα, νά ἀλλάξω δρόμο ὅταν συναντήσω τόν γρουσούζη τόν Θανάση, νά διαβάσω τό ὡροσκόπιό μου γιατί μᾶλλον οἱ πλανῆτες δέν μέ εὐνοοῦν αὐτόν τόν καιρό καί μοῦ πᾶνε ὅλα στραβά, νά τά ψάλλω στόν δάσκαλο πού μάλωσε χθές τόν Κωστάκη μου (πού ὅταν τό σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά δείξω στόν Νίκο τό τετράδιο ὀρθογραφίας τῆς Ἑλενίτσας μου γιά νά δεῖ πόσο καλή μαθήτρια εἶναι ἡ ἀνηψιά του, νά μάθω γιατί χώρισε ἡ Κατερίνα καί γιατί τσακώθηκε ὁ Γιάννης μέ τόν Ἠλία, νά δῶ καλύτερα τόν νεαρό πού φέρνει μέ τήν μηχανή του κάθε βράδυ σπίτι τήν κόρη τοῦ κύρ Ἀνδρέα, νά ζητήσω τά ὀφειλούμενα ἀπό τόν Ἄλκη (πού ὅταν τά σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά παραπονεθῶ στούς διπλανούς πού καλοῦν πολύ συχνά κόσμο στό σπίτι τους καί μέ ἐκνευρίζει τό κουδούνι τους πού κτυπᾶ, νά πῶ στήν Πηνελόπη νά μαζέψει τά παιδιά της, πού ὅλο τρέχουν, παίζουν καί γελοῦν (πού ὅταν τά σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά κόψω τήν φόρα τῆς Ἀννοῦλας ἀπό τό γραφεῖο πού μέ ρωτᾶ συνέχεια ἄν θέλω βοήθεια λές καί εἶμαι ἀνίκανη, νά βγάλω τόν σκύλο βόλτα, νά γκρινιάξω στόν ἄνδρα μου πού ἔχει ἕνα μῆνα νά μέ βγάλει ἔξω γιά διασκέδαση (πού ὅταν τό σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά συγχαρῶ τήν Μαρία γιά τήν προαγωγή της γιά νά μήν νομίζει ὅτι ζηλεύω, νά πῶ στήν μάνα μου νά μήν μοῦ ξαναπεῖ νά κόψω τό κάπνισμα, νά ζητήσω πίσω τά cd πού δάνεισα στόν Στέλιο, νά ἀνακαλύψω ποῦ πάει κάθε ἀπόγευμα ἡ Λέλα σεινάμενη κουνάμενη (πού ὅταν τήν σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά βρῶ μιά καλή δικαιολογία γιά νά μήν δώσω στήν Βαγγελιώ τήν συνταγή πού μού ζήτησε, νά τηλεφωνήσω στήν Ἀργυρώ νά πάμε για καφέ γιά νά σχολιάσουμε τήν νέα σχέση τῆς Φανῆς, νά βάλω στήν θέση της τήν Γιούλη πού μοῦ εἶπε ὅτι πάχυνα (πού ὅταν τήν σκέφτομαι, ὅλο ταράζομαι), νά…..

Οὔφ, ταράχθηκα πάλι καί σήμερα. Τί νά κάνω ὅμως μέ τόσα πράγματα πού μέ ἀπασχολοῦν; Τουλάχιστον ἔτσι ἡ ζωή μου εἶναι γεμάτη. Ἐπειδή ὅμως δέν θέλω νά ρυτιδιάσω πρόωρα ἀποφασίζω ἀπό αὔριο νά μήν ταράζομαι. Ἀπό αὔριο ὅμως, σήμερα δέν μπορῶ».
Πράγματι, τήν ἑπόμενη δέν ταράχθηκε καθόλου. Δεν μποροῦσε ὅμως νά κάνει καί διαφορετικά, ἀφοῦ τήν ἑπόμενη…

Κηδεύουμε σήμερα τήν πολυαγαπημένη μας σύζυγο, μητέρα, κόρη,
          ἀδερφή, συγγενῆ, φίλη, συνάδερφο, γειτόνισσα στόν Ἱ.Ν. Ἀναπαύσεως
καί ὥρα 0:00 ἀκριβῶς!


  Ἡ πρωταγωνίστριά μας βεβαίως δέν πρόλαβε νά ρυτιδιάσει, ἡ καρδιά της ὅμως ἦταν ρυτιδιασμένη ἀπό καιρό. Προτίμησε νά ἀναλώσει τόν χρόνο της σέ κατακρίσεις, κουτσομπολιά, ἐμπάθεια, καχυποψίες καί ζήλεια παρά νά δεῖ ἀγαπητικά τούς ἀνθρώπους γύρω της καί νά εἰρηνεύσει μαζί τους. Νόμιζε πώς οἱ ἄλλοι εὐθύνονται γιά τήν δική της ταραχή καί δέν συνειδητοποιοῦσε ὅτι ἦταν ὁ ἴδιος της ὁ ἑαυτός, πού τήν ἐμπόδιζε νά χαρεῖ πρόσωπα καί σχέσεις. Βρισκόταν σέ διαρκῆ ἀναβρασμό καί γεύθηκε τήν κόλαση οὖσα ζωντανή. Ἡ ζωή της ναυάγησε μές στήν φουρτούνα τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῶν κακῶν της λογισμῶν… Τήν ψυχήν τῆς δούλης σου, Σῶτερ, ἀνάπαυσον…

Δέσποινας Ζαμάνη-Κόλλια