Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Θανατίζοντας την Ανάσταση


του π. Βασιλείου Χριστοδούλου



Κι μως, νθρωπος - καί γιά νά γίνω σαφς π’ τήν ρχή λληνας χριστιανός - χει τήν παγκόσμια μοναδικότητα-κανότητα νά φεύγει π’ την νάσταση (στω τήν δεκάλεπτη, τήν ν ξέδραις περίβλεπτη...) μέ τήν γεύση το θανάτου στό στόμα κι χι μέ τήν ντήχηση «ἦχου καθαροῦ ἑορταζόντων» στά γκάρδια σταυροθόλια.
ντί νά κοινωνήσουμε Τόν θυσιαζόμενο κούσια μνό, μετέχοντας στήν Ζωή πού νατέλλει κ το τάφου, ξακολουθομε νά προσφέρουμε νθρωποθυσίες, πιλέγοντας καί πάλι τόν θάνατο.

Πρέπει νά εμαστε μοναδική χριστιανική χώρα πού μέ τό ξημέρωμα τς Πασχάλιας μέρας σχολεται χι μέ τήν νάσταση λλά μέ τόν θάνατο, μετρώντας τά θύματα μις πρωτοφανος βαρβαρότητας, πού ξιπασμένη ασθητική χει βαπτίσει θιμο. 
Καταγράφω τόν φετινό πόηχο: α. μερικανίδα πήκοος χαροπαλεύει στήν ντατική μέ πολλαπλά τραύματα μετά πό κρηξη ατοσχέδιας κροτίδας πού νεγκέφαλοι πέταξαν σέ ναό στή Σαντορίνη, σοβαρά τραυματισμένος καί σύζυγός της, β. νεκρός 24χρονος πό μπαλωθιές πασχάλιου γλεντιο στήν Κρήτη καί λλος νας κινδυνεύει νά χάσει τήν ρασή του, γ. Δύο νθρωποι, νας στό γρίνιο κι λλος στό ράκλειο Κρήτης κινδυνεύουν μέ κρωτηριασμό νός κ τν νω κρων λόγω κρηξης βεγγαλικν στά χέρια τους τό βράδυ τς νάστασης.

Κάθε χρόνο ναπαράγεται δια δαιμονική κατάσταση μέ μοναδική λλαγή τό πο καί σέ ποιούς καί κανείς δέν φαίνεται νά ντιδρ. χι μόνο δέν ντιδρ, λλά βαρβαρότητα βαπτίζεται θιμο, διαφημιζόμενο γιά τήν προσέλκυση τουριστν.
Στό γνωστό χωριό τς Χίου (σέ χώρα ρθόδοξη, νά τό πενθυμίσω!) μέ τό κουσμα τς νίκης καταπάνω στόν θάνατο, ο χριστιανοί σάν ποστηρικτές το θανάτου βομβαρδίζουν τό γγελμα ς βλασφημία, σάν νά μήν τό ντέχουν, σάν νά μή θέλουν νά τό κούσουν. Ο δύο νορίες χωρισμένες, νά ρουκετοβολον μία τό ναό τς λλης καί κόσμος πανικόβλητος νά τρέχει νά προστατευθε, μετρώντας μέ τό ξημέρωμα τίς λικές ζημιές σέ ναούς καί σπίτια. Εναι διος κόσμος πού στήν πλειοψηφία του χει γκαλιάσει τόν πικίνδυνο ατό καί φρενοβλαβ παλιμβαρβαρισμό γιά τήν προσέλκυση τουριστν καί τήν εσροή χρήματος.


Τό πόλυτα σχιζοφρενικό εναι, τό ν λόγ γεγονός νά προβάλλεται πό τά τηλεοπτικά κανάλια ς θιμο ντυπωσιακό, τήν στιγμή πού ο διοι τηλεοπτικοί κφωνητές ριθμον μέ περισσή στενοχώρια τά πασχάλια θύματα παρόμοιων «θίμων» σέ λλα μέρη τς πατρίδας μας.
Ατή βαρβαρότητα, ν θέλουμε πιτέλους νά εμαστε ελικρινες, γκαλιάζεται πό λους, διότι τρέφει κατώτατα νστικτα, ταΐζει μέ τόν ντυπωσιασμό της τήν ξελιγωμένη στά κράσπεδα το πιπόλαιου, φτηνο καί πιδερμικο ναζήτηση το σύγχρονου νθρώπου. κτονώνει, δημιουργώντας τούς γνώριμους χους γιά τόν σύγχρονο νθρωπο (τόν σαματ). Δίνει πρόσκαιρο φς καί χρμα στή νύχτα χωρίς δέσμευση ζως, δίχως παίτηση γιά συνέχεια (σάν τά Χριστούγεννα, μέ τήν διαφορά τι κε δέν κινδυνεύεις π’ τά ψεύτικα λατα, τά κακόγουστα μπαλκόνια καί τίς βιτρίνες), ντιμάχεται μέ λύσσα τό λαρό φς τν κεριν, πού λιτανεύεται ξαπλωτικά μέσα στή νύχτα, μεταλαμπαδευόμενο μέ κίνηση θελούσια, δοσίματος καί λήψης, ηχα καί μυσταγωγικά.


δια τακτική το διαβόλου νά τούς αἰῶνες, νά λοιδορε τήν νάσταση φο δέν μπορε νά τήν κυρώσει, νά προσπαθε νά τήν καλύψει ταν δέν γίνεται νά τήν ρνηθε. Μόνο πού τήν ποχή το Χριστο δίνονταν «ἀργύρια ἱκανά» γιά νά κηρυχθε τό γεγονός ς κλοπή νεκρο, ν στίς μέρες μας δίνονται τά βεγγαλικά καί ο κροτίδες, γιά νά δημιουργηθον νεκροί σέ πεσμα τς νάστασης...
Τό πιπλέον θλιβερό καί στενόχωρο γιά μς τούς ερες καί γιά τήν κκλησία μας γενικότερα εναι, τι σέ πολλές περιπτώσεις πρόδρομος λης ατς τς θλιότητας - σίγουρα νεπίγνωστα- εμαστε μες, ο ερες. Δέν μιλ γιά τίς ποκαρδιωτικές κενες  ερατικές φιγορες πού μαζί μέ τήν λαμπάδα καί τό θυμιατό πό τό να χερί κρατον καί τήν καραμπίνα στό λλο πυροβολώντας στόν έρα μέ τό «Χριστός νέστη» (κάθε χρόνο τέτοιες φιγορες γίνονται περιζήτητες στίς τηλεοπτικές ρένες τς χλεύης καί το διασυρμο) λλά μιλ γιά τίς πάμπολλες κενες περιπτώσεις στίς ποες τό γεγονός τς νάστασης λειτουργε πλς ς δευτερεον στοιχεο, φορμή πραγματοποίησης «θίμων» ντυπωσιασμο καί σαματ, φο πάντοτε θρησκεία θά ταΐζει μέ ντυπωσιασμό καί θόρυβο τήν λιμοκτονοσα παρξιακή ναζήτηση το νθρώπου.


Τό πρωινό το Μ.Σαββάτου κατά τήν διάρκεια τς σπερινς Θείας Λειτουργίας το Μ.Βασιλείου (προάγγελος λη κολουθία τς ναστάσεως)  λαμβάνουν χώρα πίστευτης φαιδρότητας γεγονότα. ερες νά ξεπηδον λαφιασμένοι πό τήν ραα Πύλη ψέλνοντας τό «Ἀνάστα ὁ Θεός...» τρέχοντας μέσα στό Ναό σάν νά χουν πάρει φωτιά, λλοι νά χουν «κατηχήσει» πό πρίν τό κκλησίασμα νά φέρουν μαζί τους διάφορα κουζινικά σκεύη, τά ποα κτυπον μέ μανία στό κουσμα το διου ψαλμικο στίχου δημιουργώντας να πανδαιμόνιο φασαρίας, ν λλοι, περισσότερο πρακτικοί, χουν καθοδηγήσει τό ποίμνιο νά κτυπ μέ λύσσα τό ναρτώμενο μέρος τν στασιδίων δημιουργώντας καί πάλι σκηνικό μλλον κόλασης παρά προμηνύματος νάστασης, μαζί βέβαια μέ τά νάλογα γέλια, σχόλια καί καλαμπούρια ν μέσω Θείας Λειτουργίας. λα ατά χι μόνο σέ πομακρυσμένα χωριά τς πατρίδας μας λλά καί σέ κεντρικούς ναούς τν θηνν καί λλων μεγάλων στικν κέντρων 
καί πάντοτε μέ τή συνοδεύουσα, νάλογη «θεολογική» τους τεκμηρίωση.


Πιστέψτε με, τι ατό πού μέ στενοχωρε περισσότερο δέν εναι σαματς καί θόρυβος, σο συνειδητοποίηση το βάσταχτου κενο νοήματος πού χάσκει πίσω π’ τόν σαματ. δυναμία γκαρδίωσης τς νάστασης, φρικτή μοναξιά το δη (τς πουσίας το Θεο) πού ζε καρδιά, πού βιώνει νθρωπος, κάτω π’ τήν ορταστική πιφάνεια πού τελετουργικά ποχρεώνεται νά γιορτάζει, εναι πού θε τόν νθρωπο σέ ορλιαχτά, σέ κρότο, σέ φασαρία, γιά νά καλυφθε πως - πως τό κενό, πουσία, ρημιά. Γιά σκεφτετε το λίγο, ταν δέν μπορομε νά πάρξουμε μέσα σέ μιά στιγμή μοναξις μιλμε μόνοι μας στε νά κομε τή φωνή μας, γιά νά δημιουργομε τήν ψευδαίσθηση παρουσίας καί συντροφις πιό σύγχρονα νά τό πομε... νοίγουμε τηλεόραση.
Εαγγελισμός καί νάσταση εναι τά δύο κρα, ρχή καί τό τέλος τς πραγματώσεως το «ἀπ’ αἰῶνος σεσιγημένου μυστηρίου». Χριστός κατέρχεται στή γ μέσα σέ μήτρα παρθενική, τόσο θόρυβα «ὡς ὑετός ἐπί πόκον», ν παραγίνεται πό τήν γ κατά τήν νάστασή Του μέ τρόπο μυστηριακά σεσιγημένο, πρόσληπτο στά σωματικά ασθητήρια. νάσταση το Χριστο εναι τό γεγονός πού δέν μπορε νά σταθε σέ περιγραφή παρατηρητο. Τό «πς» τς ναστάσεως εναι τό διο νεξιχνίαστο μέ τό «πς» τς σαρκώσεως, τρόπος τς γεννήσεως εναι τό διο φατος μέ τόν τρόπο τς ναγεννήσεως.

Τήν νάσταση δέν τήν χαζεύεις ρεμβόμενος, λλά τήν συναντς ς πρόταση λπίδας, ς πρόταση ζως στά γκατα τς παρξής σου, στά καρδιακά ταμεα. κε λαμβάνει χώρα νάσταση κι χι κάπου ξω, «μετά παρατηρήσεως».
Τό γεγονός τς νάστασης κινεται σέ χρο πού δέν μπορε νά διεισδύσει νθρώπινη μπειρία, γι’ ατό καί ρθόδοξη πεικόνισή της γίνεται μέ τρόπο θεολογικά συμβολικό καί χι «στορικά» περιγραφικό.
δέ μέρα το Μ.Σαββάτου κηρύσσεται ς μέρα τς πόλυτης σιγς καί χι το κφρενου σαματ. λη κτίση, κατά τήν κπληκτική περιγραφή το γ.πιφανίου Κύπρου, ντιδρ μήχανα καί γι’ ατό ν σιγ πέναντι στό νεξήγητο γεγονός το θανάτου το Θεο. «Τί τοῦτο σήμερον σιγή πολλή ἐν τῇ γῇ, σιγή πολλή, καί ἡρεμία πολλή, σιγή πολλή, ὅτι ὁ Βασιλεύς ὑπνοῖ, γῆ ἐφοβήθη, καί ἡσύχασεν, ὅτι ὁ Θεός ἐν σαρκί ὕπνωσεν...». Μέσα στή σιγή ατή συναντνται, φ’ νός μέν συνειδητοποίηση το δύνατου, Ατοζωή νά φίσταται θάνατο, καί φ’ τέρου ασθηση μις ναμονς, τς προσδοκίας μις κπληξης, τς τοιμασίας γιά να γεγονός συμπαντικό πού ασθάνεσαι πς ρχεται.
σιγή το Μ. Σαββάτου λλά καί κάθε λειτουργική-προσευχητική-μυστηριακή σιγή θέτει σέ συναγερμό τόν σω νθρωπο. Κινητοποιε στό πακρον τήν καρδιακή εαισθησία, τήν ντιληπτική κανότητά της. θησαυρός δέν φρίζει στήν πιφάνεια, μαργαρίτης ντός κόχλου κεάνειου βάθους ναζητται καί ερίσκεται.


σιγή συνιστ τόν τρόπο συμπόρευσης μέ τόν ναστημένο Κύριο, φο λειτουργε ς κάθοδος στόν δη τς πελπισίας καί μοναξις μας. «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία καί στήτω μετά φόβου καί τρόμου καί μηδέν γήινον ἐν ἑαυτῇ λογιζέσθω».
μεγάλη λοιπόν θλίψη καί στενοχώρια γεννται πό τήν συνειδητοποίηση χι μόνο το πόσο πολύ θρησκειοποιήσαμε τήν κκλησία καταφεύγοντας σέ κκωφαντικές φαντασμαγορίες ταΐζοντας τσι τήν περιέργεια καί χι τήν ναζήτηση, λλά καί το πόσο κωμικοί γινόμαστε στήν γωνιώδη προσπάθειά μας νά μιλήσουμε γλσσα πού ποτέ δέν διδαχτήκαμε, νά πμε λλους κε πού ποτέ δέν βρεθήκαμε.
Διόλου παράξενο λοιπόν, πς μετά πό μιά τέτοια «χηρή» προετοιμασία τό Μ.Σάββατο τό πρωί, γιά τήν ποία εμαστε μες ο ερες πεύθυνοι, κολουθε λαϊκή βαρβαρότητα τς νύχτας.

Σκέφτομαι πλς κφώνως –δέν τολμ νά π προτείνω- τελετή τς παννυχίδας νά μήν γίνεται στόν αλειο χρο, λλ’ ντός τν ναν, χωρίς μεγάφωνα καί ντουντοκες, στε ο παραφυλάσσοντες ρουκετοβόλοι νά μήν παίρνουν εδηση. Νά μήν σημαίνουν ο καμπάνες ( χαρά λλωστε δέν ξεκιν π’ ατές λλά μλλον τήν κφράζουν) καί νά παραμένει χαρά κδηλούμενη μέ σπασμούς καί φιλιά, μέ δάκρυα καί κεριά, μέ χτυποκάρδια καί ναφιλητά σέ σους προσδοκον τό μυστήριο ντός καί χι στούς ναμένοντας τό θέαμα κτός (διόλου δέν σημαίνει ποκλεισμό, σα-σα κάλεσμα-πρόκληση καί σ’ κενους γαπητικό). Τό μήνυμα τς νάστασης κοινωνεται δέν ντουντουκίζεται. Νά ντιδράσουμε στήν βαρβαρότητα. Νά πάψουμε νά τς δίνουμε φορμή.


Σέ λλη περίπτωση παναφέρω τήν δη διατυπωθεσα παλαιότερα πό λλους δελφούς σκέψη, γιά μεταφορά το χρόνου τέλεσης τς ναστάσιμης Θείας Λειτουργίας πό τά μεσάνυχτα τς Κυριακς (φο πρακτική ατή δέν χει κανένα θεολογικό ρεισμα) στό «ὀψέ τῇ ἐπιφωσκούσῃ», γγύτερα λλωστε και στόν εαγγελικό χρόνο (καί γιά λλους πολλούς λόγους πού δέν εναι το παρόντος). Θά δινόταν να καίριο πλγμα στό θιμο, στήν κυριαρχία το φολκλόρ καί το νοημάτιστου.
  Χριστός νέστη,
 δελφοί μου
σέ διαιώνιο πεσμα λων τν θανάτων!!

ΠΗΓΗ: AMEN.GR