Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Η ε­νο­ρί­α ως ε­πί το αυ­τό ευ­χα­ρι­στια­κή σύ­να­ξις



Αρχ. Γε­ώρ­γιος Κα­ψά­νης Γρη­γο­ριά­της, †2014


Στην ε­νο­ρί­α δεν συ­νά­γον­ται Χρι­στια­νοί α­πό δι­ά­φο­ρα μέ­ρη αλ­λά α­πό τον συγ­κε­κρι­μέ­νο χώ­ρο και τό­πο, που πε­ρι­βάλ­λει τον ε­νο­ρια­κό Να­ό. Στην ε­νο­ρί­α τους οι Χρι­στια­νοί ε­νός τό­που εκ­κλη­σι­ο­ποι­ούν­ται. Ε­νώ­νον­ται πνευ­μα­τι­κά, α­δελ­φώ­νον­ται, ώ­στε στις κα­θη­με­ρι­νές τους σχέ­σεις να ζουν ως α­δελ­φοί εν Χρι­στώ και μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας.
Στην κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή άλ­λω­στε δη­μι­ουρ­γούν­ται με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων που κα­τοι­κούν σε μια γει­το­νιά, πε­ρι­ο­χή, συ­νοι­κί­α, προ­βλή­μα­τα ε­πι­κοι­νω­νί­ας, ε­χθρό­τη­τες, αν­τα­γω­νι­σμοί, ψυ­χρό­τη­τες, α­πό­στα­ση και δυ­σκο­λί­α κοι­νω­νί­ας. Στον Να­ό της ε­νο­ρί­ας κα­τά τις εκ­κλη­σι­α­στι­κές συ­νά­ξεις ο κά­θε έ­νας μπο­ρεί να ξα­να­δή τον συν­το­πί­τη και συ­νε­νο­ρί­τη του Χρι­στια­νό, ως εν Χρι­στώ α­δελ­φό, να ξα­να­πούν κα­λη­μέ­ρα, να ζε­στα­θούν οι καρ­δι­ές. Αυ­τός εί­ναι ο λό­γος που στην ε­νο­ρί­α πρέ­πει να συ­νά­γων­ται ό­χι Χρι­στια­νοί α­πό δι­α­φο­ρε­τι­κά μέ­ρη αλ­λά α­πό τη γει­το­νιά που συ­ζούν κα­θη­με­ρι­νά.

Η Χρι­στι­α­νι­κή α­γά­πη εί­ναι α­γά­πη ό­χι του α­γνώ­στου και α­φη­ρη­μέ­νου αν­θρώ­που, αλ­λά α­γά­πη του πλη­σί­ον. Πλη­σί­ον δε εί­ναι οι συγ­γε­νείς μας, οι γεί­το­νες μας, οι συ­νάν­θρω­ποι με τους ο­ποί­ους συ­να­να­στρε­φό­με­θα στην κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή. Με αυ­τούς τους συ­ναν­θρώ­πους πρέ­πει να α­δελ­φω­θού­με την Κυ­ρια­κή στην θεί­α Λει­τουρ­γί­α για να μπο­ρέ­σου­με ό­λη την ε­βδο­μά­δα να τους βλέ­που­με και να τους αι­σθα­νώ­μα­στε ό­χι ως ε­χθρούς, αν­τα­γω­νι­στάς, αν­τι­κεί­με­να εκ­με­τάλ­λευ­σης, σκεύ­η η­δο­νής, νού­με­ρα, άλ­λα ως ει­κό­νες του Θε­ού και μέ­λη του ι­δί­ου μας σώ­μα­τος. Να μπο­ρού­με να συγ­χαί­ρου­με με αυ­τούς, ό­ταν χαί­ρουν, και να κλαί­ου­με με αυ­τούς ό­ταν κλαί­ουν.
Ο γι­γαν­τι­σμός των ση­με­ρι­νών ε­νο­ρι­ών τών με­γα­λου­πό­λε­ων με τον με­τα­κι­νού­με­νο πλη­θυ­σμό κά­νει πο­λύ δύ­σκο­λη την λει­τουρ­γί­α των με­γά­λων ε­νο­ρι­ών με αυ­τό το πνεύ­μα.
Οι ε­νο­ρί­ες στα χω­ριά, τις κω­μο­πό­λεις, μι­κρές ε­παρ­χια­κές πό­λεις και μη πο­λυ­άν­θρω­πες συ­νοι­κί­ες, μπο­ρούν να λει­τουρ­γούν α­κό­μη ως πνευ­μα­τι­κές οι­κο­γέ­νει­ες των Χρι­στια­νών ε­νός τό­που, ό­ταν βέ­βαι­α κα­τευ­θύ­νων­ται και ποι­μαί­νων­ται προς την κα­τεύ­θυν­σι αυ­τή α­πό ά­ξιους ποι­μέ­νας.
Έ­να σο­βα­ρό πρό­βλη­μα για την σύγ­χρο­νο ποι­μαν­τι­κή εί­ναι πώς οι με­γά­λες ε­νο­ρί­ες θα λει­τουρ­γούν έ­τσι, ώ­στε να μη χά­νε­ται η αί­σθη­σι της κοι­νω­νί­ας των προ­σώ­πων εν Χρι­στώ. Υ­πάρ­χουν κά­ποι­οι πρα­κτι­κοί τρό­ποι που μπο­ρούν να συν­τε­λέ­σουν στον σκο­πό αυ­τό. Κά­θε Ι­ε­ρεύς (α­πό τους πολ­λούς που ι­ε­ρα­τεύ­ουν στις με­γά­λες ε­νο­ρί­ες) μπο­ρεί να α­να­λά­βη έ­να το­μέ­α (μί­α γει­το­νιά) της ε­νο­ρί­ας. Να γνω­ρί­ση προ­σω­πι­κά τους Εκ­κλη­σι­α­ζο­μέ­νους του­λά­χι­στον Χρι­στια­νούς του το­μέ­ως του, να συγ­κεν­τρώ­νη τους βου­λο­μέ­νους εξ αυ­τών κα­τά δι­α­στή­μα­τα στον ε­νο­ρια­κό Να­ό για την συμ­με­το­χή σε κά­ποι­α α­κο­λου­θί­α ή μυ­στή­ριο (πα­ρά­κλη­σι, Ε­σπε­ρι­νό, ευ­χέ­λαι­ο), με­τά το ο­ποί­ο θα α­κό­λου­θη κή­ρυγ­μα, πνευ­μα­τι­κή συ­ζή­τη­σις και αλ­λη­λο­γνω­ρι­μί­α τών Χρι­στια­νών. Τους Χρι­στια­νούς του το­μέ­ως του να ε­πι­σκέ­πτε­ται κα­τ' οί­κον, να τους α­γιά­ζη με την τέ­λε­σι του α­για­σμού ή του ι­ε­ρού ευ­χε­λαί­ου. Να τους πα­ρη­γο­ρή στις δο­κι­μα­σί­ες τους. Να τους στη­ρί­ζη στον πνευ­μα­τι­κό τους α­γώ­να, να τους ε­ξο­μο­λο­γή (ε­άν εί­ναι πνευ­μα­τι­κός) και γε­νι­κά να εί­ναι ο πνευ­μα­τι­κός τους πα­τήρ.
Ε­άν στην ε­νο­ρί­α υ­πάρ­χουν πα­ρεκ­κλή­σια, να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για τη σύ­να­ξη των Χρι­στια­νών του το­μέ­ως στον ο­ποί­ο υ­πάρ­χει το πα­ρεκ­κλή­σιον. Έ­τσι μπο­ρούν να βο­η­θή­σουν την ε­νο­ρί­α και τα πα­ρεκ­κλή­σια Ι­δρυ­μά­των, Ι. Μο­νών, κοι­μη­τη­ρί­ων, προ­σκυ­νη­μά­των, α­δελ­φο­τή­των.
Στην αρ­χαί­α Εκ­κλη­σί­α τα ό­ρια της ε­πι­σκο­πής συ­νέ­πι­πταν με τα ό­ρια της ση­με­ρι­νής ε­νο­ρί­ας. Στην ευ­χα­ρι­στια­κή σύ­να­ξη των Χρι­στια­νών ε­νός τό­που προ­ΐ­στα­το πάν­το­τε ο Ε­πί­σκο­πος πλαι­σι­ού­με­νος α­πό τους πρε­σβυ­τέ­ρους. Πρα­κτι­κές α­νάγ­κες ε­πέ­βα­λαν αρ­γό­τε­ρα τη δι­ά­σπα­σι της μιας ε­πι­σκο­πο­κεν­τρι­κής ευ­χα­ρι­στί­ας σε πολ­λές πρε­σβυ­τε­ρο­κεν­τρι­κές ευ­χα­ρι­στί­ες, οι ο­ποί­ες ό­μως δεν έ­χα­σαν την α­να­φο­ρά και ε­ξάρ­τη­σί τους α­πό τον Ε­πί­σκο­πο, ό­πως φαί­νε­ται σή­με­ρα και α­πό τη μνη­μό­νευ­ση του Ε­πι­σκό­που κα­τά τη θεί­α Λει­τουρ­γί­α: "εν πρώ­τοις μνή­σθη­τι Κύ­ρι­ε του Αρ­χι­ε­πι­σκό­που η­μών…" .
Σή­με­ρα οι πο­λυ­άν­θρω­πες ε­νο­ρί­ες εί­ναι πά­λι α­νάγ­κη να δι­α­σπα­σθούν σε το­μείς, υ­πο­ε­νο­ρί­ες, ώ­στε ο ε­νο­ρί­της να μπο­ρή να ποι­μαί­νε­ται. Να γνω­ρί­ζη τον πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα και ο πνευ­μα­τι­κός του πα­τέ­ρας να τον γνω­ρί­ζη, "να κα­λή αυ­τούς κα­τ' ό­νο­μα" (Ι­ω­άν. ι: 3), να βι­ώ­νη την εν α­γά­πη α­πο­δο­χή του προ­σώ­που του α­πό την εκ­κλη­σι­α­στι­κή κοι­νό­τη­τα, να μην εί­ναι ξέ­νος και ά­γνω­στος με­τα­ξύ ξέ­νων και α­γνώ­στων.
Η λει­τουρ­γί­α της ε­νο­ρί­ας ως κοι­νω­νί­ας προ­σώ­πων εν Χρι­στώ εί­ναι ό­ρος α­ναν­τι­κα­τά­στα­τος, για να βι­ώ­νε­ται Ορ­θό­δο­ξα α­πό τους πι­στούς το Μυ­στή­ριο της Εκ­κλη­σί­ας. Αν­τα­πο­κρί­νε­ται α­κό­μη στην αν­θρω­πο­λο­γι­κή α­νάγ­κη για προ­σω­πι­κή κοι­νω­νί­α των αν­θρώ­πων προς υ­πέρ­βα­σι της μο­να­ξιάς και του νο­ση­ρού α­το­μι­κι­σμού.
Ό­ταν η Εκ­κλη­σί­α δεν δί­δη την δυ­να­τό­τη­τα στα μέ­λη της να βι­ώ­σουν στις ε­νο­ρί­ες την εν Χρι­στώ κοι­νω­νί­α, τό­τε αυ­τά εκ­πί­πτουν στην α­δι­α­φο­ρί­α, δεν ξε­περ­νούν τον ε­γω­κεν­τρι­σμό και την φι­λαυ­τί­α για να υ­ψω­θούν στην α­γα­πη­τι­κή σχέ­σι με τον Θε­ό και τους αν­θρώ­πους (φι­λο­θε­ΐ­α, φι­λαν­θρω­πί­α), δεν ω­ρι­μά­ζουν πνευ­μα­τι­κά, δεν γί­νον­ται συ­νει­δη­τά μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας. Κα­τα­φεύ­γουν δε κά­πο­τε σε αι­ρε­τι­κές ο­μά­δες, στις ο­ποί­ες καλ­λι­ερ­γούν­ται οι δι­α­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις, για να ζή­σουν κά­ποι­ο υ­πο­κα­τά­στα­το της α­λη­θι­νής και γνή­σιας εκ­κλη­σι­α­στι­κής κοι­νω­νί­ας, που δεν έ­νοι­ω­σαν στις ε­νο­ρί­ες τους. Ο καλ­λί­τε­ρος αν­τι­αι­ρε­τι­κός α­γών εί­ναι να ξα­να­γί­νουν οι ε­νο­ρί­ες ζων­τα­νές εκ­κλη­σι­α­στι­κές κοι­νό­τη­τες με α­λη­θι­νές προ­σω­πι­κές σχέ­σεις ποι­μέ­νων και ποι­μαι­νο­μέ­νων.

("Ε­νο­ρί­α προς μί­α νέ­α α­να­κά­λυ­ψή της" Εκ­δό­σεις Α­κρί­τα.
 Σει­ρά: "Ορ­θό­δο­ξη Μαρ­τυ­ρί­α" Αρ. 37. Συλ­λο­γι­κός τό­μος.)

(Πη­γή ηλ. κει­μέ­νου: oodegr.com)