Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Ἐ­ρα­στής καί προ­φή­της


π. Βασίλειος Χριστοδούλου
«Θά ε­μαι γιά σς πα­τέ­ρας καί σες θά ε­σθε γιοί μου καί θυ­γα­τέ­ρες» ­ξαγ­γέλ­λει Παν­το­κρα­το­ρι­κή φω­νή μέ­σα ­πό τά βά­θη τν α­ώ­νων, μέ συ­νερ­γού­σες χορ­δές τόν ­σα­ΐ­α, τόν ­ε­ρε­μί­α καί τε­λευ­τα­α τόν Πα­λο (Β΄ Κορ. στ΄ 18), βε­βαι­ώ­νου­σα γιά τήν προ­αι­ώ­νια ­πι­θυ­μί­α Της νά σχε­τι­στε μέ τόν ν­θρω­πο, ­χι στό ­πί­πε­δο μις ­πο­τα­γς λ­λά στήν ­λευ­θε­ρί­α το Μυ­στη­ρί­ου Πα­τέ­ρα-υ­ο. Ταυ­τό­χρο­να ­μως ­δια α­τή φω­νή μ­πε­ρι­κλεί­ει καί τήν ­νάγ­κη το ν­θρώ­που νά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό στό πλαί­σιο μις κοι­νω­νού­με­νης μ­πει­ρί­ας, μις συ­νύ­παρ­ξης προ­σω­πι­κς κι ­χι στήν ­πο­δο­χή ­νός θε­ω­ρη­τι­κο στο­χα­σμο. ν­θρω­πος, λ­λω­στε, ­ξέ­πε­σε ­πό μί­α σχέ­ση, δέν ­πέρ­ρι­ψε ­να με­τα­φυ­σι­κό θε­ώ­ρη­μα!
χ­ρος τς Πα­λαι­ς Δι­α­θή­κης ­ν ε­ναι γε­μά­τος ­πό τά ση­μά­δια το Θε­ο, ­περ­χει­λι­σμέ­νος ­πό τίς φα­νε­ρώ­σεις Του, ν τού­τοις ­φή­νει τόν λα­ό το σ­ρα­ήλ δι­ψα­σμέ­νο κι ­νι­κα­νο­ποί­η­το. σ­ρα­ήλ συ­νε­χί­ζει νά προσ­δο­κ, νά ­να­μέ­νει. κ­φρά­ζει τήν ­παν­το­χή μις ν­σαρ­κης πα­ρου­σί­ας, μις ψη­λα­φού­με­νης ­γά­πης σέ ­πό­στα­ση προ­σω­πι­κή. Θέ­λει νά φύ­γει ­πό τό « Θε­ός τν πα­τέ­ρων ­μν» καί νά φω­νά­ξει ­πι­τέ­λους « Θε­ός, πα­τέ­ρας μου»!!  
Στό πρό­σω­πο το ­η­σο Χρι­στο Τρι­α­δι­κή α­τή ­πι­θυ­μί­α παίρ­νει σάρ­κα καί ­στά. Θε­ός γί­νε­ται ­ρα­τός καί προ­σι­τός στόν ν­θρω­πο, κα­τά πάν­τα ­μοι­ος μέ τό πλά­σμα Του, γιά νά μπο­ρέ­σει νά πραγ­μα­τω­θε προ­αι­ώ­νια ­πι­θυ­μί­α Του, νά σχε­τι­στε μέ τόν ν­θρω­πο ­χι στό ­πί­πε­δο τς ­πε­ρο­χς λ­λά τς ο­κεί­ω­σης. Μέ τό στό­μα το ­ω­άν­νη βε­βαι­ώ­νε­ται κοι­νή ­πο­στο­λι­κή ­λή­θεια, ­τι κη­ρύσ­σε­ται ­χι μιά και­νούρ­για θρη­σκευ­τι­κή δο­ξα­σί­α λ­λ’ με­το­χή σέ μί­α σχέ­ση, σέ μί­α προ­σω­πι­κή μ­πει­ρί­α το Θε­ο: «Α­τόν γιά τόν ­πο­ο ε­χα­με ­κού­σει καί τε­λι­κά ε­δα­με καί μέ τά χέ­ρια μας ψη­λα­φί­σα­με, α­τόν σς μαρ­τυ­ρο­με» (Α΄ ­ω. α΄ 1, 2).
Θε­ός γί­νε­ται γιά ­λους ­μς πα­τέ­ρας στό πρό­σω­πο το Υ­ο Του, ­χι για­τί ­ξα­πο­στέλ­λει τίς ε­ερ­γε­σί­ες Του ­πό χώ­ρα μα­κρυ­νή, ο­τε για­τί βε­βαι­ώ­νει πώς νοι­ά­ζε­ται καί ν­δι­α­φέ­ρε­ται, λ­λά για­τί ­πι­τέ­λους συ­νο­δοι­πο­ρε. Για­τί ζε ­νά­με­σά μας, ­να­δέ­χε­ται τά βά­ρη, ­πω­μί­ζε­ται τήν ε­θύ­νη, γο­να­τί­ζει καί τα­πει­νώ­νε­ται, ­κουμ­π τίς ­βά­στα­χτες θλί­ψεις, πέ­φτει στό κε­νό το θα­νά­του, συν­τρο­φεύ­ει ­με­τα­νό­η­τα, ­πο­τρα­βι­έ­ται ρ­χον­τι­κά. Γί­νε­ται πα­τέ­ρας, ­χι ­ξαι­τί­ας τς παν­το­δυ­να­μί­ας Του νά φέρ­νει «τούς πάν­τας κ το μή ν­τος ες τό ε­ναι», λ­λ’ ­ξαι­τί­ας τς ­δυ­να­μί­ας Του, νά ­πο­φέ­ρει τά πάν­τα κ πάν­των.
­νά­λη­ψη τώ­ρα το Χρι­στο στούς ο­ρα­νούς δη­μι­ουρ­γε ­να τε­ρά­στιο κε­νό. Μς «κα­τα­δι­κά­ζει σέ πεί­να θερ­μς γ­κα­λις κι ­λη­θι­νν δα­κρύ­ων». Ο ­πό­στο­λοι κι ­λοι ο μα­θη­τές καί μα­θή­τρι­ές Του Τόν ­κου­σαν, Τόν ε­δαν, Τόν ψη­λά­φι­σαν. ­νοι­ω­σαν τήν Πα­τρι­κή ­γά­πη, γι’ α­τό καί Τόν ­ρω­τεύ­τη­καν. ­μες ­μως πς ε­ναι δυ­να­τόν νά σχε­τι­στο­με καί ν’ ­γα­πή­σου­με κά­ποι­ον πού δέν βλέ­που­με, νά μι­λ­με καί νά γο­να­τί­ζου­με ­νώ­πιον κά­ποι­ου πού ο σω­μα­τι­κές μας α­σθή­σεις κη­ρύσ­σουν ­πόν­τα; «Δέν ε­σαι μό­νος πού θλί­βε­σαι ­πει­δή δέν ν­τί­κρι­σες τόν Χρι­στό» μς κα­θη­συ­χά­ζει γ. ­ω. Χρυ­σό­στο­μος, δεί­χνον­τας νά μς νοι­ώ­θει. «Πό­σοι τώ­ρα λέ­νε, θά ­θε­λα νά δ τήν μορ­φή Του, τό πα­ρου­σι­α­στι­κό Του, τά ρο­χα Του, τά ­πο­δή­μα­τά Του! Κι ­μως, νά πού Τόν βλέ­πεις, ­χι νά Τόν κρα­τ γυ­να­κα λ­λ’ ­ε­ρέ­ας νά Τόν φέ­ρει, καί τό ­γιο Πνε­μα μέ ­φθο­νί­α πολ­λή νά πε­ρι­ΐ­πτα­ται».
Α­τό τό ­γιο Πνε­μα ε­ναι πού θά ­να­πλη­ρώ­σει τό κε­νό τς σω­μα­τι­κς ­που­σί­ας το Χρι­στο. Θά χυ­θε ­φθο­να πά­νω στούς μα­θη­τές καί ­πο­στό­λους καί κα­τό­πιν διά μέ­σου το Μυ­στη­ρί­ου τς ­ε­ρω­σύ­νης σ ­λους τούς ­ε­ρες κα­θι­στών­τας τους πα­τέ­ρες, ­ρα­τά ­κτυ­πώ­μα­τα τς πα­ρου­σί­ας Του.
Τό ­γιο Πνε­μα ε­ναι ­κε­νο πού «στε­ναγ­μος λ­λα­λή­τοις» γ­και­νιά­ζει μιά και­νούρ­για ζω­ή μέ­σα στόν ν­θρω­πο, διά μέ­σου τς ­ποί­ας ­να­βλύ­ζει Θε­ϊ­κή πα­τρό­τη­τα πρός τά παι­διά Του, καί ­κε­νο μς μα­θαί­νει νά Τόν φω­νά­ζου­με «β­β πα­τήρ». «­τι δέ ­στε υ­οί, ­ξα­πέ­στει­λεν Θε­ς τ Πνε­μα το υ­ο α­το ες τς καρ­δί­ας ­μν, κρ­ζον· β­β πα­τήρ» (Γαλ. δ΄ 6).
ν­θρω­πος ­μως, ς ­νυ­λο ν, χρει­ά­ζε­ται νά ψη­λα­φή­σει καί νά ­ναγ­κα­λι­σθε. Χρει­ά­ζε­ται ­νώ­πιον κά­ποι­ου νά κλά­ψει, κά­ποι­ος νά βα­στά­ξει τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τς καρ­δις πού κε­νώ­νε­ται, κά­ποι­ος νά τόν βε­βαι­ώ­σει μέ φω­νή ­ναρ­θρη ­τι ­γα­πι­έ­ται Θε­ϊ­κά. Νά στα­θε μπρο­στά σέ δυ­ό μά­τια χρει­ά­ζε­ται, ­να βλέμ­μα νά τόν ν­το­πί­σει ­γω­νι, γιά νά μήν νοι­ώ­θει μό­νος, νά α­σθαν­θε ­τι ­να­ζη­τι­έ­ται. Σέ κα­τα­στά­σεις προ­σω­πι­κο συν­τριμ­μο καί ­πώ­λειας, σέ στιγ­μές ­πώ­δυ­νης α­το­γνω­σί­ας, σέ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ζω­ς ρη­μαγ­μέ­νης στά σκο­τά­δια, δέν ρ­κε τό πα­ρά­δειγ­μα βι­ο­τς τν ­γί­ων -γιά τό πς Θε­ός τούς συγ­χώ­ρε­σε- γιά νά σέ στη­ρί­ξει. Θέ­λεις χέ­ρι σάρ­κι­νο ν’ ­πλω­θε καί νά σ’ ­κουμ­πή­σει, νά σ’ ­νορ­θώ­σει προ­σω­πι­κά.
Γι’ α­τήν μας τήν ­νάγ­κη Θε­ός μς χα­ρί­ζει ­ναν ­ρα­τό καί σύμ­μορ­φο συ­νάν­θρω­πο γιά νά φα­νε­ρώ­νει ­κε­νον. Μς χα­ρί­ζει τόν πνευ­μα­τι­κό πα­τέ­ρα καί τήν πνευ­μα­τι­κή σχέ­ση μας μ’ ­κε­νον. Μιά σχέ­ση πού δέν μπο­ρε νά ­ξαν­τλε­ται στήν ­πλή ­ξα­γό­ρευ­ση τν ­μαρ­τι­ν καί στήν πα­ρε­χό­με­νη συγ­χώ­ρη­ση. Τό χά­ρι­σμα τς πνευ­μα­τι­κς πα­τρό­τη­τας, ­ρα­τό ­κτύ­πω­μα τς Θε­ϊ­κς, δέν βρί­σκε­ται στήν τε­λε­τουρ­γι­κή συγ­χώ­ρη­ση τν ­μαρ­τι­ν ­σο στήν κο­πι­ώ­δη καί θυ­σι­α­στι­κή συ­νο­δοι­πο­ρί­α. Στόν τρό­πο πού θά ­να­δε­χθες τήν ζω­ή το λ­λου, ­χι γιά νά δι­ευ­θύ­νεις τήν συ­νεί­δη­σή του, λ­λά γιά νά τόν γεν­νή­σεις ­νή­λι­κα καί ­λεύ­θε­ρο σέ μί­α προ­σω­πι­κή σχέ­ση μέ τόν Πα­τέ­ρα Θε­ό.
πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας δέν ε­ναι (μό­νο) ­πορ­ριμ­μα­το­δο­χε­ο, ε­ναι ­νας ­ρα­στής καί προ­φή­της! Τό ­πορ­ριμ­μα­το­δο­χε­ο πολ­λές φο­ρές βο­λεύ­ει, ε­ναι ε­κο­λό­τε­ρο, δέν χρει­ά­ζε­ται σχέ­ση ­πλς ­πο­χρέ­ω­ση, τό χρη­σι­μο­ποι­ες. Τό λ­λο ­μως, τό ­ρα­στής καί προ­φή­της, χρή­ζει μ­φί­πλευ­ρης συ­νέρ­γειας, σχέ­σης ­να­γω­γι­κς, θε­λη­μα­τι­κς συ­νέ­πειας.
­ρα­στής ποι­μέ­νας ­νά­βει φω­τι­ές ­γά­πης στίς καρ­δι­ές, ­χον­τας ­διος πρίν ­να­φλε­χθε ­π’ α­τήν. Ε­ναι ­ρα­στής για­τί ­πάρ­χει ­ρά­σμιος το ­με­τα­νό­η­τα ­ρν­τος Θε­ο. Ε­ναι ­ρα­στής για­τί μέ­σα ­πό τόν τρό­πο καί τήν ζω­ή του Θε­ός κα­τα­δι­ώ­κει καί πο­λι­ορ­κε ­σέ­να, τόν κά­θε ν­θρω­πο. ­ρα­στής για­τί γνω­ρί­ζει ν’ ­πο­τρα­βι­έ­ται, νά σ’ ­γα­π στήν α­ω­νι­ό­τη­τά σου κι ­χι μό­νο στό πα­ρόν σου. ­ρα­στής, γιά συ­νε­χ ­πό­μνη­ση ­τι Θε­ός δέν ψά­χνει σκλά­βους, ­ρω­μέ­νες καρ­δι­ές ­να­ζη­τ. ­ρα­στής για­τί δέν σέ ­πο­δέ­χε­ται ­πι­λε­κτι­κά, για­τί ­πι­μέ­νει νά φυ­σ τίς κάμ­πι­ες τς ­σχή­μιας σου προ­σμέ­νον­τας πε­τα­λο­δες νά γε­νον.
Προ­φη­τεύ­ει στήν ζω­ή το ν­θρώ­που τήν ­σχα­τη ­μορ­φιά. ­χι, δέν τήν προ­λέ­γει, ο­τε τήν ο­ω­νο­σκο­πε. Δι­α­σώ­ζει τίς στιγ­μές το βί­ου ­πό τά πά­θη, στά ­πο­α ο ν­θρω­ποι τίς ­πο­δου­λώ­νουν, ­πο­κα­λύ­πτον­τας τήν ­σχή­μια καί ­δη­γών­τας τά πάν­τα στό ­σχα­το­λο­γι­κό νό­η­μά τους, στήν Θε­ϊ­κή τους ­μορ­φιά.
Ε­ναι προ­φή­της για­τί θυ­μί­ζει Κά­ποι­ον, ­ταν ­λοι Τόν ξε­χνον. Για­τί ρ­χε­ται νά σο ψι­θυ­ρί­σει λό­γο προ­σω­πι­κό ­π’ λ­λο φερ­μέ­νον. Για­τί σο ξυ­πν ­ναν κοι­μι­σμέ­νο πό­θο, για­τί συ­νε­χς γιά ­να νό­στο σο μι­λ. Ε­ναι προ­φή­της για­τί ­πα­γρυ­πνε, ­νέ­στιος στήν βό­λε­ψη, πε­ρι­φρο­νη­τής το κοι­νο λή­θαρ­γου. Για­τί δέ­χε­ται πλη­γές πολ­λές, κι ­μως, πη­γές τίς ­περ­γά­ζε­ται. Σέ βά­ζει ν’ ­κού­σεις μέ­σα σου:
«Βο­ή­θεια»!! Μιά κραυ­γή σπα­ρα­χτι­κή ­να­δύ­ε­ται.
«Ποι­ός φω­νά­ζει;» τόν ρω­τς.
«­κούμ­πη­σε πά­νω στό στ­θος σου, ­φουγ­κρά­σου, ΚΑΠΟΙΟΣ πε­θαί­νει, ­γω­νι...» Σ­σε ΤΟΝ!!
 
   


Δεν υπάρχουν σχόλια: